Caucasii draft 1


It is said that the man who makes the crossing of river Volga by himself during early spring, will be granted a hearing with his bocknovoi. That is, if he survives the fords of the Great River. For it is at this time that the snows of lower Caucasus melt, and the streams and the rivers rage with the power of the spiteful winter departure. The flower seeds still bide their time inside the soil, wise in their hesitation. But the Vindiy, the local Alan witches, cross the bald meadows, in search of ingredients: mandrake roots from the execution sites, nichtervii from the wake of Veles’ steps, kaskevin from the nests of water nymphs. It is a strange time of the year for simple folk who wander without purpose or company.

Still, every year, two or three youths from every village try to reach the roaring River Father and make the crossing. Most turn back at the sight of the foaming river beard, suitable for a God in its grandeur. Some never reach Volga, falling prey to the evil sorcerers, the Fardiva, who hunt people for their hair, nails, and shameful desires. Some meet the tiny godlings, the invisible Moderai, who are drawn to the campfires and taunt the youths with riddles and ghostly silhouettes. Of those that find the courage to try the crossing, only one for each three or four villages survive. They return to their village by another path, with eyes older than before, with as great a strength as that of a blacksmith, with the gift of the animal tongue, and with their bocknovoi’s words of wisdom.

Attelov is the son of Mirva, one of the village women who still hold true to the mountain art of skin sculpture. His father is Jilmifor, a former merchant from the Danube delta river, who was enchanted by the essence of the Great Mountains, and abandoned his trade to live and marry among the Alan people. It is to him that Attelov owes his slightly darker skin hue, in comparison to the alabaster colours of the other Alans.

Today is the celebration of the Celestial Spike, and all village men above the age of 14 are locked in the temple, performing the rituals of the Searing Lance. The skin sculpturers are working the Grand Loom with all the other village women above 14, on the ritual of the Knitting Waters. The children are told to roam the surrounding woods, under the supervision of four adults – the four that saw in their sleep last night the White Wolf and listened to its Logos.


Attelov is 11, and is currently combing the forest floor for late winter berries, spathalo (a soft wood with taste like smoked goat cheese), and the tails of the Earth Serpents. His eyesight is lesser than this of the pure Alanoi children, but his intuition is more than making up for it. His belly now full, his breath pulsing with sweet smoked aroma, Attelov focuses now on the search for Serpent tails.

The Earth Serpents are the village’s soil spirits, dwelling deep beneath the surface, honeycombing the earth for jewels, and thus making the ground more fertile. It is true that the hamlet’s little fields are yielding exquisite quantities of crop, thrice a year, and have been the cause of more than a few skirmishes between the villagers and other Alan tribes. The Serpents are usually too deep underground to be perceived, but all the old peoples’ tales agree: it is in the forest -especially where mushroom patches grow thick- that a silent-moving child could spot the shiny tail of an Earth Serpent who has come to rest and feed on the underground fungi.

Attelov has long been searching for a glimpse of a tail, fruitlessly, but his childish persistence is huge. Today, along with his friend Maerpil, he was sure that a tail would yield to their eyesight.

-I tell you Maerpil, I dreamt of the Cross Eagle and it told me to have my eyes upon the closed earth. Today is the day that we will catch it. We will make jewels for both of us out of its skin, and the village elders will kneel before us, and we will be offered the Honey of the Stars!

His eyes were gleaming with an almost feverish hue, as all children’s’ are. It is the hue of the healthy being, the one that was once in the eyes of all people, in ages past, before the knowledge of Self and Death came upon Man. It is the hue of the intrepid instinct and the will of the explorer.

-But you have dreamt of the Cross Eagle twice this month Attelov, and of the Crooked Snake, and of the Gnarled Oak of Veles. We search every day but the only thing that we find is our mouths full of spathalo. Let’s go to Volga instead, added she with a mischievous gleam in her eye, like Polaris seen through the roof cracks. We will cross it and we will look to our bocknovoi, and he will tell us how to catch an Earth Serpent. Plus, we will be the youngest ones that will have make the crossing.

-Don’t be absurd, said Attelov absent-mindedly. You know that girls do not have bocknovoi. You have the Niparoi. But hush now, look there, under this yew, beside the thyme patch. Look, there are mushrooms today. We will wait for the serpents here.

Attelov was fully absorbed in his examination, and did not wait for an answer. Neither was he given one. Maerpil was not anywhere near when he saw the forest bed leaves moving and the gnarled tail rise slowly, inquisitively, out of the ground. She was not near when Attelov approached it with catlike grace.

One step did he take and the cloud above the forest darkened with premonition – but he noticed it not.

A second step and the village wells’ water foamed for a moment – but he tasted it not.

A final step and the Great Loom rattled in spite of the women’s careful attendance – but Attelov never heard it.

He grasped quickly the tail – too quickly to realise that no tail was it, but a crooked finger, an appendix of a gnarled hand which had been caressing the cavities of earth and the blood clots of the gods for far too long.



to be continued.

RPG Psychogeography 1

Κάποτε ήταν οι μιλιμετρέ σελίδες και το μολύβι. Υπόνομοι και σοκάκια, και προσπάθεια να αποτυπώσεις τα patterns των random encounters πάνω στην κάτοψη της Σκάρα Μπράε. Σε ένα εγκαταλελειμμένο πανδοχείο, ανάμεσα στα Desertmouth Mountains και τα Thunder Peaks, στο δρόμο για την πολύπαθη Tilverton, προστέθηκε ένα υπόγειο με Helmed Horrors. Φυλάνε το αρχέγονο σεντούκι του καινούριου adventurer – πιο λαμπερό από ποτέ φυσικά, είναι αρχή ακόμη.


Το Bree είναι το αρχέγονο hub της θαλπωρής, η χρυσή τομή σκιάς και μυρωδιάς τζακιού – δε χρειάζεσαι LOTRO εμπειρία για να το καταλάβεις. Φτάνει να κινήσεις τη νοητική διαδικασία γεμίσματος των γκρίζων σημείων, του fog-of-war της περιγραφής του βιβλίου. Τα rulebooks της ICE σε βοηθούν να αφήσεις στα δεξιά σου το δρόμο από τη West Gate μέχρι το Pony, να σκαρφαλώσεις σε κάποιο μισογκρεμισμένο τοίχο και να κοιτάξεις προς τα βορειοδυτικά, προς την υπόσχεση της Lake Evendim. Στο Bree είναι που ψηλώνουν οι άνθρωποι αποκτώντας διαστάσεις, τόσο απειλητικές όσο και προστατευτικές. Το δίχως-χρόνο του Shire δίνει τη θέση του στο αρχαίο, στο πλήρες-μυστηριακού-παρελθόντος του Bree.


Αρχικά ήταν οι σελίδες περιοδικών, μικρά φίλτρα, παραμορφωτικά εκ φύσης, που έδιναν όμως το στίγμα σε αυτόν που είχε εύφορο έδαφος μέσα του. Και τα εξώφυλλα των παλιών εκδόσεων του Άρχοντα και του Χόμπιτ να μπολιάζουν με εσάνς ξεκάθαρου παραμυθιού τις ονειρώξεις του μυθολογικού (βόρειο- και ανατολικο-)ευρωπαϊκού παρελθόντος, όπως αυτές ουσιοποιήθηκαν μέσα από δερματόδετα βιβλία και Αρθουριανές κουρτίνες. Αλλά γενικά όχι – δεν καταλαβαίνεις τι είναι το παιχνίδι ρόλων μέχρι να παίξεις.

Κι έτσι ήρθε το πρώτο κόκκινο κουτί, όχι γκρίζο, όχι κίτρινο, και (πολύ μεγαλύτερης σημασίας) όχι D&D. The Lord of the Rings Adventure Game, η Eowyn στο εξώφυλλο να απαγγέλλει κάποια από τα επικότερα λόγια του βιβλίου(τα έγραφε στο πίσω μέρος). Χαρτονένια πιονάκια με πλαστική βάση, ασπρόμαυροι χάρτες που έπαιρναν βελτίωσης (έτσι θέλαμε τότε), 2 εξάπλευρα. Ο ρόλος του DM ηλικιακά απονεμημένος. Μια περιπέτεια στα πέριξ του Bree, συρσίματα σε θάμνους, πολύ σκοτάδι, μπερδεμένη ηρεμία, μπερδέματα στη μάχη, γενικά μπέρδεμα – κακώς, αλλά επιτακτική ανάγκη για κάτι πιο εντυπωσιακό – κάτι πιο high fantasy, πιο από-το-χέρι-σε-οδηγώ.


Κίτρινου κουτιού σειρά. Σαφώς μεγαλύτερο, κάτι λιγότερο από μέτρο στο πλάτος, 30-40 πόντοι στο βάθος. Ένας σκασμός πράγματα μέσα, κι ας μην είχε όλα τα campaign settings μέσα, όπως είχε αφήσει να εννοηθεί ένα κύμα υπερενθουσιασμού. ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΖΑΡΙΑ. 7 τον αριθμό, 6 διαφορετικά είδη. Από τότε το 20πλευρο είναι το πορτοκαλί, το πράσινο είναι το 4πλευρο, τα 2-που-είναι-100 είναι άσπρο και μαύρο. Χάρτης-ταμπλό, με 2 «πίστες», για να γίνει ομαλά το πέρασμα από τα κανονικά επιτραπέζια στα RPG. Ένα μπουντρούμι με Gnolls από τη μία, ένα στοιχειωμένο σπίτι από την άλλη, το οποίο ακόμη χρίζει χαζέματος και οπτικού τραμπαλίσματος. Μικρό MonsterManual-άκι, μικρό κανονοβιβλίο. Προκάτ χαρακτήρες με πλαστικές φιγούρες – ΝΑΙ. Το στοιχειωμένο σπίτι της 2ης περιπέτειας έχει και ένα υποτυπώδες story. Έχει και γράμματα στα συρτάρια. Η τρίτη περιπέτεια δεν είχε χάρτη-ταμπλό και μας δυσκόλεψε. Τρόμος το βράδυ – ακόμη και για τον DM.


Τα Forgotten Realms είναι ο αρχετυπικός κόσμος για να παίζω fantasy RPG. Για εκεί ψάχνω κάθε καλοκαίρι κάποιο portal στο δάσος. Συγκεκριμένα να βγάζει ή κοντά στη Shadowdale για να υπηρετήσει την παράδοση τόσων ενάρξεων περιπετειών, ή κάπου βόρεια του High Forest, κοντά σε κάποιο αυτόνομο hamlet. Είναι ένας τεράστιος αχταρμάς-of-a-world, ο Greenwood και οι λοιποί έχουν βάλει τα πάντα μέσα, αλλά η λωρίδα της Sword Coast(όλη, από Calimport μέχρι Ten Towns), και ότι είναι από Waterdeep μέχρι Vast (τουλάχιστον) λάμπει σα βιτρό φωτισμένο από τον Σείριο. Το Faerun είναι η φεουδαρχική Ευρώπη και οι Arabian Nights και τα παγανιστικά δάση της Λιθουανίας και ο Βορράς της Λάνκμαρ και το Mirkwood και η Κιμμέρια. Εκεί που συναναστρέφεσαι με θεούς, εκεί που οι θεοί πεθαίνουν και μαυρίζουν ποτάμια, εκεί που περπατάει η Symbul και ο Manshoon, εκεί που αντικρίζεις τις στρατιές του Τεμουτζίν.

Volo's Guide to Dalelands

Αλλαγή πλεύσης.

In a time before Time,

two brothers lived,

and enjoyed the light of the lasting sun.

One a farmer, the other a herder.

Both knew God, and God looked down and knew them,

And knew what was to come. These two were called,

Caine and Abel, born of Adam and Eve.

God asked a sacrifice,

And Caine gave of his brother’s blood to God.

Dark Ages Vampire

Doctor Who Top Episodes – Season 2


Χλιαρή σεζόν, η οποία είχε αρκετά συμπαθητικά επεισόδια, αλλά δύσκολα βρίσκεις κάποιο πραγματικά καλό. Ίσως η μοναδική στην οποία δε θεωρώ αριστουργήματα τα φινάλε. Από την επόμενη αρχίζει καταιγισμός ποιότητας.

Εδώ η πρώτη σεζόν

-Christmas Invasion: Πρώτο επεισόδιο με Tennant, πρώτο χριστουγεννιάτικο για τη rebooted σειρά, σύγχρονο Λονδίνο(που αλλού;). Φαιδρό εικαστικά, με ρομποτικούς αγιοβασίληδες και Yule-ό-δεντρα βομβιστές. Με τον Tennant να κοιμάται για παραπάνω από το μισό επεισόδιο. Με τις χλιαρές προσωπικότητες των Rose και Σία.



Κι όμως, με το ξύπνημα του Tennant, παίρνεις πίσω όποιες αμφιβολίες είχες, αν είναι η πρώτη φορά που βλέπεις το επεισόδιο (αν είναι η πολλοστή απολαμβάνεις εξίσου τα πρώτα λόγια του μεγάλου). Ο 10ος Doctor είναι μέχρι στιγμής ο καλύτερος που πέρασε από τη (νέα) σειρά, κι ας έχει 3 θηρία να τον ανταγωνίζονται – κι αυτό γίνεται κατανοητό από τις πρώτες στιγμές του. Υπεράνθρωπη άνεση, υπεράνθρωπος αέρας. Ο Eccleston ήταν σαν προσωπικότητα, απολογιστικά, ένα υβρίδιο μεταξύ Time Lord και ανθρώπου, μια πιο άμεση, γήινη, «βαριά» και συναισθηματική περσόνα, ο εξόριστος που πρέπει να εξιλεωθεί για τη φρίκη του Time War. Κράταγε πίσω (ο χαρακτήρας, όχι ο ηθοποιός) το μέγεθος του ονόματος του Doctor, το μέγεθος της καταγωγής του, για να επουλώσει τις πληγές. Ο Tennant όμως, ο 10ος Doctor, είναι ο Timelord Unchained, πολύ πιο εξωγήινος και ανάλαφρος από την προηγούμενη ενσάρκωσή του. Με πιο τραχιές γωνίες συμπεριφοράς, δε φοβάται να δείξει το μέγεθος αυτού που είναι. Με το καλημέρα, με τις πιτζάμες ακόμη(κυριολεκτικά) παίρνει μέρος σε μονομαχία, χάνει χέρι-βγάζει χέρι, κατακεραυνώνει τη Χάριετ Τζόουνς ως της αρμόζει, με μια αυτοπεποίθηση που αν την εξέπεμπε άνθρωπος θα ήταν απλά γελοία. Επεισόδιο που από τη μέση και μετά ανεβαίνει εκθετικά ποιότητα.


School Reunion: Εδώ έχουμε μια περίπτωση επεισοδίου το οποίο σαν πλοκή δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο, ενώ η απεικόνιση των αντιπάλων είναι κακή. Το επίπεδο όμως, και ιδιαίτερα τα υποχθόνια vibes ανεβαίνουν κατακόρυφα λόγω του παράγοντα νοσταλγία, ο οποίος είναι μεγάλης έκτασης εδώ. Το όνομα Sarah Jane Smith πιθανότατα είναι άγνωστο στους μη έχοντες επαφή με την κλασσική σειρά – δηλώνω ομοιοπαθής κατά την πρώτη θέαση του “School Reunion”. Κι όμως, το στήσιμο του επεισοδίου, και κυρίως η ενσωμάτωση του χαρακτήρα της Sarah Jane και του K-9 είναι αριστοτεχνική, και σύντομα σου δημιουργείται η ψευδαίσθηση πως έχεις ξαναζήσει περιπέτειες μαζί τους (τα κενά συμπληρώνονται άμεσα με νοητικές λειτουργίες παρόμοιες με αυτές που γεμίζουν μια διήγηση με μη αναφερόμενες λεπτομέρειες). Δε μπορώ να φανταστώ πως ένιωσαν τα άτομα που είχαν μεγαλώσει με τα αυθεντικά επεισόδια. Φουλ (δικαιολογημένη και μη) νοσταλγία λοιπόν, παράθεση 2 companions από διαφορετικές στιγμές του Doctor’s timestream, και να πως ένα μέτριου υλικού επεισόδιο ανεβαίνει σκαλιά.



-The Girl in the Fireplace: Η δεύτερη σεζόν δεν είναι η καλύτερη στο σύνολό της– δυσκολεύτηκα να βρω επεισόδια που να ξεχωρίζουν. Υπάρχει όμως και το “Girl in the Fireplace”. Ένα επεισόδιο διαμάντι, πιθανώς μέσα στα 10 καλύτερα ever. Γαλλία, 18ος αιώνας, Reinette (Μαντάμ Πομπαντούρ). Μέσα στο τζάκι ένα χωροχρονικό παράθυρο (πάτημα σε μυθολογικής έκτασης αρχέτυπο, η φωτιά ως πύλη, η φλεγόμενη εστία ως το νοσταλγικό βαρίδι της παιδικής ηλικίας(η Reinette ήταν κοριτσάκι όταν πρωτοεμφανίστηκε ο Doctor). Μια γυναικεία προσωπικότητα που λάμπει σαν ήλιος, αντάξια σχεδόν ενός Timelord. Η μόνη περίπτωση τέτοιας δυναμικής εμβέλειας από γυναικείο χαρακτήρα είναι η Doctor-Donna, η οποία όμως εμφανίστηκε για πολύ λίγο. Εγώ, όπως και πολλοί άλλοι, σκεφτήκαμε πως θα ήταν ένας κύκλος με την Reinette ως companion, κάτι που όμως επιφυλάσσομαι κατά πόσο θα δούλευε σε μια τόσο μονοπροσωποκεντρική σειρά όπως το Doctor Who. Θα άξιζε όμως το πείραμα. Όπως και να’ χει, το “Girl in the Fireplace” είναι τεράστιας ποιότητας και συγκινήσεων επεισόδιο.



Τρίτη σεζόν


Είναι κάποιες περιπτώσεις μπαντών που κάνουν το πρώτο κλικ μέσα σου, όχι απαραίτητα μουσικά, αλλά μέσω κάποιου άλλου αρτιστικού στοιχείου του πακέτου που παρουσιάζουν. Δε θυμάμαι πως πρωτοπέτυχα τους Gzekhratüs κάπου το ’13, αλλά όπως και να το κάνεις το όνομα του συγκροτήματος είναι περίεργο, εξωτικό, κρατάει μια δαιμονική δάδα δυσπρόφερτων φθόγγων μπροστά στο μάτι σου. Είναι και τα umlaut που ριγούν ευχάριστα μέσα σε εμάς τους περιορισμένους στην ελληνική και τυπική λατινική στίξη. Gzekhratüs, μια λέξη, η προέλευση της οποίας μπορεί να γίνει νοητικό κομπολόι μυστηριακής ενδοσκόπησης. Κι όλα αυτά από τη συγγενή (προς την Ελλάδα) φωτεινή Καταλονία.

00. Gzekhratüs - 2010 - Nox Occulta [EP]-front
Πέρα από το όνομα, στο “Nox Occulta” ep του 2010 με τράβηξε το σκιερό artwork, με την κοκκοποιημένη Δαντική σκηνή. Με τράβηξαν όμως και οι τίτλοι των 2 κομματιών, οι οποίοι υπάκουαν στα πιο αρχέγονα μαυρομεταλλικά κλισέ, και ως αποτέλεσμα κουβάλαγαν (και κουβαλάνε) ένα υποσυνείδητο φορτίο συναισθημάτων, η ποιότητα των οποίων έχει αποκρυσταλλωθεί στα 90‘s, εκεί στο Βορρά.

-In a forest beneath the glorious cold fullmoon

-Descending as the stars in the night

Διπλή ιαχή νίκης με το καλημέρα λοιπόν για τη μπάντα, πριν καν ακούσω νότα.

Στο μουσικό μέρος, τα 2 κομμάτια του “Nox Occulta” κινούνταν σε παραδοσιακούς νυχτερινούς περίπατους, με γρετζαριστά ακατέργαστη παραγωγή που προκαλεί μειδιάματα ευχαρίστησης, αλλά και κοκαλωμένη ατμόσφαιρα. Οι προ-Anthems Emperor, οι Judas Iscariot, οι Ancient του Svartalvheim, όλοι είναι εδώ. Μπόλικο πάθος και νοσταλγία για πραγματική νεκροφάνεια αποδεκατισμένων πολεμιστών. Μπόλιασμα με στομφώδη, καθαροφωνητική διήγηση, γέλια αποσαθρωμένων γριών (θυμόμαστε τους Trelldom). Ένα αστρικό μνημόσυνο.

Η ποιότητα του ep με έκανε να ανατρέχω συχνά για νέα της one man band (ο M. παίζει στους 13th Moon επίσης), η οποία είχε ανακοινώσει από τέλη του ’13/αρχές του ’14 την κυκλοφορία ενός νέου ep, άψογα τιτλοφορούμενου “Masters of Universal Mysteries”. Το εξώφυλλο εξαιρετικό για μια κόμη φορά. Το τελευταίο κομμάτι, “Crypts of Grime and Lust”, είχε δοθεί προς κατανάλωση εδώ και αρκετούς μήνες, και παρουσίαζε μια ωμότερη εκδοχή της συνταγής του “Nox Occulta”, με τελετουργική δυσκοίλια κυκλικότητα στο νοητό κέντρο, και με ανώσεις ορμητικότητας και παρασυρόμενων από τη διάθεση φωνητικών ελεγειών.

Gzekhratus - Masters Of Universal Mysteries (EP) [2014]

Για όσους δεν ασχολούμαστε ιδιαίτερα με βινύλια, η κυκλοφορία του “Masters of Universal Mysteries” καθυστέρησε μέχρι αυτόν το Γενάρη. Τα άλλα 3 κομμάτια αποκαλύφθηκαν επιτέλους, και το ποιοτικό μέγεθος του δημιουργήματος αποκαλύφθηκε πλήρως. Δίσκος που πατάει σε υπερπροσφορά κιθαριστικής έμπνευσης (ακόμη και τα ψήγματα σόλο είναι άρτια ενσωματωμένα), σε γενναίες φωνητικές απόψεις (οι οποίες προσθέτουν πέπλα ατμόσφαιρας – ακούστε τι γίνεται στο απίστευτο ομώνυμο κομμάτι), σε μη τυποποιημένο rhythm section που δε σου επιτρέπει να το αγνοήσεις. Κομμάτια που κυμαίνονται μεταξύ των 5 και 7 λεπτών, χρυσή διάρκεια για αυτό που παίζουν οι Gzekhratüs. Τεράστια κυκλοφορία, η οποία πλασάρεται δίπλα στα Dark Sonority – Kaosrekviem, και Necuratul – Sanguine Lupus Graves, στην κατηγορία των σχετικά πρόσφατων μαγευτικών ep τα οποία προκαλούν ρίγη συγκίνησης σε όλους τους αληθινούς ακόλουθους του Είδους, και από τις μπάντες των οποίων αναμένουμε τα καλύτερα.

Doctor Who Top Episodes – Season 1


Πρέπει να ήταν αρχές Ιουνίου του ’10. Είχα τελειώσει με διαδοχικούς νυχτερινούς μαραθώνιους των True Blood, Supernatural, και του έπους Battlestar Galactica(για το οποίο πρέπει να ετοιμαστεί επίσης κείμενο). Ψάχνοντας τον επόμενο sci-fi σύντροφο απεμπολισμού από την ιδέα της εξεταστικής, θυμήθηκα το Doctor Who. Εγώ δεν το πρόλαβα όταν το έδειχνε τα αρχαία χρόνια στην ΕΡΤ, αλλά κάποιοι φίλοι μου μιλούσαν επί ετών με δέος για αυτό το τρομακτικό θέαμα των κονσερβέ ρομπότ που μονολογούσαν “exterminate”, καθώς και για το Κασκόλ. Με ένα γρήγορο γκουγκλάρισμα είδα πως μετά από πολυετές διάλειμμα, η σειρά είχε reboot-άρει το 2005. Πρώτη σεζόν να κατεβαίνει, ανυποψίαστος για το ότι η επαφή μου με την αγαπημένη μου (πλέον) σειρά απείχε κάποια gigabytes μόλις. Ακολουθεί παράθεση αγαπημένων επεισοδίων ανά season, κινούμενος αποκλειστικά στις καινούριες ενσαρκώσεις, μιας και ακόμη δεν έχω βρει τη δύναμη να ασχοληθώ ενδελεχώς με τις 26 παλιές, κλασσικές σεζόν.

Season 1 :

vlc 2015-02-01 21-44-08-56

The End of the World/The Unquiet Dead: Βάζω το δεύτερο και τρίτο επεισόδιο μαζί, όχι γιατί σχετίζονται θεματικά, αλλά γιατί ήταν αυτά που με έπεισαν. Μετά από ένα αδιάφορο ως κακό πρώτο επεισόδιο (“Rose”) το οποίο σε φεστιβάλ κακογουστιάς παρουσιάζει λιωμένα πλαστικά και κινούμενα μανεκέν, εισάγοντας μια εξίσου αδιάφορη companion -, έδωσα μια ακόμη ευκαιρία στη σειρά, γιατί οι υποσχέσεις παρότι κρυμμένες ήταν αρκετές, αλλά και γιατί ο Δόκτωρ ήταν εξαιρετικά συμπαθής.
Το “
End of the Worldείναι όλα όσα μας αρνήθηκε το “Rose”. Εκτεταμένα sci-fi, με ταξίδι στο μέλλον, space-opera-δικο σκηνικό. Τα vibes αρχίζουν να αλλάζουν, και ξάφνου βρίσκομαι να θυμάμαι γιατί απομνημόνευα τους αστρικούς χάρτες από τα 5 μου, γιατί έφτιαχνα πορτοκαλί χαρτονένια κόκπιτ διαστημοπλοίων. Γενναίο καινούριο μέλλον, εποχή των εξερευνήσεων, πρωταγωνιστής με σαφή χαρακτηριστικά του trickster god αρχετύπου (τα οποία θα τονιστούν ακόμη περισσότερο με τον ερχομό της επόμενης σεζόν), και αυτοτελή επεισόδια που αρχίζουν όμως να χτίζουν περίτεχνα, μέσω σκόρπιων αναφορών, για να κορυφώσουν στο φινάλε της πρώτης σεζόν. Γνωριμία με πρόσωπα και ονόματα που αποπνέουν δέος, υπονοώντας το εύρος του lore. Άρχοντας του Χρόνου.

vlc 2015-02-01 21-45-18-70

Το “Unquiet Deadείναι η άλλη όψη του “End of the World” από διάφορες απόψεις. Ταξίδι στο παρελθόν αυτή τη φορά, γοτθική μαυρίλα στη βικτωριανή Ουαλία, πνευματισμός. σφιχτά ήθη. Κάρολος Ντίκενς και έχουμε την πρώτη συνάντηση με ιστορικά πρόσωπα, ένα τεράστιο θετικό χαρακτηριστικό της σειράς γενικότερα. Παρόλο που η αναγωγή πάντων των αντιπάλων/τεράτων σε εξωγήινους μπορεί να με εκνευρίζει σε σημεία, εδώ απλά πήρα την πρώτη γεύση αυτής, και ήταν θετική. Κλιμακωτό φινάλε με μπόλιασμα υπονοήσεων για το γενικότερο arc της σεζόν. Άψογη αισθητική.

The Empty Child/The Doctor Dances: Βαρβάτο διπλό επεισόδιο στο Λονδρέζικο blitz, με πλοκάμια τρόμου διάσπαρτα στην πορεία του. Γιατί οι αντιασφυξιογόνες μάσκες στο σκοτάδι είναι απειλητικές – εις διπλούν αν φοριούνται από παιδιά. Γιατί τα παραμελημένα νοσοκομεία σε μια βομβαρδιζόμενη πόλη, με τα ελάχιστα φώτα, με τους ακίνητους ασθενείς, με την απειλή της επιδημίας, είναι υποκείμενα ενέργειας πάνω στο υποσυνείδητο. Γιατί τα αχρηστευμένα τηλέφωνα χτυπάνε μόλις πέσεις ο ήλιος. Γιατί το φάντασμα που απλώνονταν τότε πάνω από την Ευρώπη κουβαλούσε τους δικούς του τρόμους.

vlc 2015-02-01 21-47-25-93

Εδώ έχουμε την εισαγωγή του Captain Jack, ενός από τους πλέον αγαπημένους δορυφορικούς companions του Δόκτωρα. Με γοητεία που ρέει από τις βάτες της στρατιωτικής καπαρντίνας του, με πανσεξουαλικές διαθέσεις εκλεπτυσμένα φιλτραρισμένες μέσα από το πρίσμα ενός Ευγενικού Διονύσου, με στυλ πάνω απ’ όλα. Και φυσικά δεν ξεχνώ το επικό τέλος, όπου ο Doctor ως υπεράνθρωπος που είναι, σέρνει την ελπίδα από τη μούρη, και την απλώνει στα πόδια του αναγεννημένου μέσω κάθαρσης κοινού. Are you my Mommy?

vlc 2015-02-01 21-49-49-38

Bad Wolf/Parting of the Ways: Εδώ έχουμε το πρώτο από τα μεγάλα φινάλε, το κύκνειο άσμα του μεγάλου Eccleston, ο οποίος κατά γενική ομολογία ανταποκρίθηκε πολύ άνετα στο βάρος του ρόλου του. Bad Wolf λοιπόν, και τα ξέφτια που προεξείχαν από πολλά επεισόδια της σεζόν, εδώ συνενώνονται, σε ένα τελείωμα που έχει όλα όσα πρέπει: Αποκαλυπτική ατμόσφαιρα σα να είναι η πολυθρόνα σου 4 μέτρα ψηλή κι εσύ να μη μπορείς να κουνηθείς από τη θέση σου. Η επιλογή του “Bad Wolf” αρχέτυπου ήταν άψογη, ήταν η έκφραση της ζωοφόρας πανίσχυρης Φύσης, όπως θα μάθουμε πολλά επεισόδια αργότερα. Πυκνές ομίχλες lore, Αρχοντικού παρελθόντος(relative όρος πάντα στο Doctor Who), Daleks, last stands, ηρωισμός, grand scale, και η regeneration που κράτησε όσο έπρεπε. Enter David Tennant.

vlc 2015-02-01 21-56-02-88

Δεύτερο μέρος