Μπενβενούτο Τσελίνι: Όταν το Κολοσσαίο ξεχείλισε με φαντάσματα

English version here.

Το έτος είναι 1535 και πρωταγωνιστής ο Ιταλός Μπενβενούτο Τσελίνι, homo universalis (χρυσοχόος, γλύπτης, πολεμιστής, μουσικός, κτλ), με πιθανώς γνωστότερο έργο του το άγαλμα του Περσέα που κραδαίνει το κεφάλι της Μέδουσας. Τη χρονιά εκείνη, λοιπόν, ο Τσελίνι βρισκόταν στη Ρώμη, όπου και ήρθε σε επαφή με ένα Σικελό ιερέα. Στις κουβέντες τους αποκαλύφθηκε σταδιακά η αγάπη αμφότερων για τον αποκρυφισμό. Όταν δε ο ιερέας ανέφερε την ευγενή τέχνη της Νεκρομαντείας, ο Τσελίνι ενθουσιάστηκε, μιας και ήταν κάτι που πάντα τον γοήτευε.

Γρήγορα κανονίστηκε μια σχετική μαγική εργασία, στο νυχτερινό, άδειο Κολοσσαίο, με τον καθένα από τους δύο άντρες να φέρνει κι έναν βοηθό. Ο ιερέας, έμπειρος μάγος, χάραξε έναν πολύπλοκο μαγικό κύκλο στο έδαφος, μες στον οποίο μπήκαν και οι τέσσερις συμμετέχοντες. Καθένας ανέλαβε μια εργασία (επίβλεψη φωτιάς και κάψιμο βοτάνων, κράτημα της σφραγίδας με την πεντάλφα, απαγγελία) και η τελετή ξεκίνησε. Σύντομα εμφανίστηκαν λεγεώνες πνευμάτων, αρκετές για να γεμίσουν σχεδόν το Κολοσσαίο. Ο ιερέας παρότρυνε τον Τσελίνι να ζητήσει κάτι από τα φαντάσματα, και αυτός δήλωσε την επιθυμία του να ξανασυναντήσει την Αντζέλικα, γυναίκα με την οποία ήταν ερωτευμένος. Παρόλο που δεν πήρε κάποια απάντηση, ο Τσελίνι δήλωσε άκρως ενθουσιασμένος με τα γεγονότα της νύχτας.

Σύντομα κανονίστηκε η επόμενη τελετουργία, στο ίδιο μέρος. Ο ιερέας συμβούλεψε τον Τσελίνι να φέρει μαζί του κι ένα μικρό παρθένο αγόρι, όπως και έγινε (ένα δωδεκάχρονο βοηθό που είχε στο μαγαζί). Εκείνη τη νύχτα έφτασαν στο Κολοσσαίο πέντε συνολικά άτομα: ο ιερέας, ο Τσελίνι, δυο φίλοι και το αγόρι. Αυτή τη φορά ο Τσελίνι ανέλαβε να κρατάει τη σφραγίδα ψηλά, και να τη στρέφει με βάση τις υποδείξεις του ιερέα. Το αγόρι παράλληλα καθόταν κάτω από τη σφραγίδα και λειτουργούσε κατά βάση ως μέντιουμ, βλέποντας όσα δεν μπορούσαν να αντιληφθούν οι ενήλικες.

Ο ιερέας ξεκίνησε την τελετή επικαλούμενος πλήθος θεϊκών ονομάτων (τόσο ιουδαιοχριστιανικών όσο και ελληνορωμαϊκών), και οι νεκροί που εμφανίστηκαν ήταν ακόμη περισσότεροι από την προηγούμενη φορά: ολόκληρο το Κολοσσαίο έσφυζε με φάσματα. Ο ιερέας προειδοποίησε τον Τσελίνι να διατηρήσει το κουράγιο του, γιατί μαζί τους βρίσκονταν κάποια από τα πλέον επικίνδυνα πνεύματα. Ο πρωταγωνιστής ζήτησε για μια ακόμη φορά να συναντήσει την Αντζέλικα, και έλαβε την απάντηση των πνευμάτων μέσω του ιερέα: εντός ενός μήνα θα βρισκόταν μαζί της.

Το αγόρι, παράλληλα, ανέφερε κατατρομαγμένο πως έβλεπε το ατέλειωτο σμάρι των νεκρών να τους περιτριγυρίζει απειλητικά, να πυκνώνει ολόγυρά τους. Και πως πέρα από αυτούς, τέσσερις πελώριοι γίγαντες προσπαθούσαν να πλησιάσουν τον κύκλο. Παρά τις προσπάθειες του Τσελίνι να εμψυχώσει το νεαρό, αυτός πανικοβλήθηκε όταν, ανοιγοκλείνοντας για λίγο τα μάτια, ψέλλισε πως έβλεπε ολόκληρο το Κολοσσαίο τυλιγμένο σε φλόγες που τους έζωναν γοργά.

Τότε οι δύο ενήλικες βοηθοί κλήθηκαν να κάψουν μεγάλες ποσότητες βοτάνων που ήταν ανάθεμα για τα φαντάσματα (assafetida: μηδικό σύλφιο). Ένας εξ αυτών, όντας ξέχειλος με τρόμο, αφόδευσε ηχηρά καθώς κινήθηκε προς την τελετουργική κάμινο. Σύμφωνα με τον Τσελίνι, η μυρωδιά και ο τρανός θόρυβος συντέλεσαν στη σταδιακή εξαφάνιση των πνευμάτων, αλλά και στην άνοδο του ηθικού. Σιγά σιγά τα πνεύματα αραίωσαν, επιτρέποντας στους ζωντανούς να βγουν από τον κύκλο. Παρόλα αυτά, σύμφωνα με το παιδί, στο δρόμο της επιστροφής υπήρχαν δυο πνεύματα που τους ακολουθούσαν, πότε ακροβατώντας στις σκεπές και πότε γλιστρώντας στο έδαφος. Εκείνη τη νύχτα όλοι ονειρεύτηκαν διαβόλους.

Κατόπιν ο ιερέας ήθελε να πάρει τον Τσελίνι στα βουνά της Νόρτσια, για μια τελετή καθαγίασης ενός βιβλίου. Η περιοχή εκείνη ήταν ευνοϊκή για τέτοιες εργασίες, λόγω πλούσιας παράδοσης, αλλά κι επειδή οι χωρικοί που την κατοικούσαν είχαν διατηρήσει γνώσεις της παλιάς Τέχνης και ήξεραν την αξία της διακριτικής σιωπής. Δυστυχώς ο Τσελίνι αναγκάστηκε άμεσα να εγκαταλείψει την πόλη, και δεν κατάφερε να συμμετάσχει και να καταγράψει την τελετή. Όμως πράγματι, εντός ένα μήνα, δίχως κάποια συνεννόηση, βρέθηκε με την Αντζέλικα στη Νάπολη.

Πηγές:
The Autobiography of Benvenuto Cellini, Benvenuto Cellini
Geosophia: The Argo of Magic, Jake Stratton-Kent

1535: Necromancy in the Coliseum

Greek version here.

It is the year 1535. Our protagonist is the Italian Benvenuto Cellini, homo universalis (goldsmith, sculptor, fighter, musician, etc), whose most renowned creation is probably the statue of Perseus holding Medusa’s head. It was during this year that Cellini who was residing in Rome, came into contact with a Sicilian priest. During their conversations, it was gradually revealed that both men nurtured a love for all things occult. When the priest mentioned the noble art of Necromancy, Cellini was excited, for the specter of this forbidden craft had always cast a seduction upon him.

It was not long before a relevant magical working was arranged in the nocturnal empty grounds of the Coliseum, each man accompanied by an assistant friend. The priest, being a magus of experience, cast an elaborate magic circle in the ground, in which all four participants proceeded to enter. To each was given a task (tending the fire for the herbs’ burning, holding the pentacle, reciting evocations) and the ritual begun. Soon legions of spirits appeared, enough to almost fill the huge building. The priest urged Cellini to request something of the ghosts, and he complied, asking of them to reconnect with Angelica, the Sicilian lady with whom he was enamored. Though he received no answer, Cellini was ecstatic with this night’s events.

It was soon arranged for a second ritual to take place, again in the Coliseum. The priest asked of Cellini to bring along a young virgin boy, and so the man did (he brought a 12 year old aide from his shop). This particular night five persons reached the Coliseum: the priest, Cellini, two assistants and the boy. Cellini was given the task of holding high a pentacle, which he was to turn according to the priest’s indications. The boy was standing beneath the pentacle, acting essentially as an oracle, seeing what the adults couldn’t.

The priest commenced the ritual by invoking a multitude of divine names (both Judaeo-Christian, Greek and Latin); the legions of the dead that appeared were far more than the previous time – the whole Coliseum brimmed with specters. The priest warned Cellini to keep his resolve, for here were the most dangerous of the infernal spirits.. The hero asked once more for a reunion with Angelica, and the spirits – using the priest as their mouthpiece – answered that within one month’s time he would hold her again.

Meanwhile, the lad with the oracle function claimed that beyond the throngs of the normal-sized dead, he beheld four enormous giants who were trying to approach the circle. Despite Cellini’s attempts in encouragement, the youth was panicking, especially when, after closing and opening his eyes, he beheld the Coliseum wreathed in flames that were speeding towards them.

It was then that the priest ordered the two assistants to burn large qualities of the assafetida herb, which had banishing properties. One of them, being full of fear as he moved towards the brazier, defecated and farted loudly. According to Cellini the smell and the loud noise from this activity contributed to the scattering of the dead as well as the reinstatement of morale among the living, which in a short while were able to exit the circle, most of the spirits having departed. However, according to the child-medium, two spirits followed them on their way home, skipping along the roofs and sometimes moving on the ground. This night they all dreamed of devils.

Subsequently the priest desired to take Cellini with him in the mountains of Norcia, where he wanted to cast a ritual of book consecration. This area was favorable for such workings, its folklore being rich, while its peasants were knowledgeable in the olden ways and their silence assured. Unfortunately, Cellini was forced almost immediately to flee Rome, and as a result was unable of participating and recording the said ritual. Still, confirming with the spirits’ promise, within one month’s time he was surprisingly reunited with Angelica in Naples.

Sources:
-The Autobiography of Benvenuto Cellini, Benvenuto Cellini (http://www.gutenberg.org/ebooks/4028)
-Geosophia: The Argo of Magic, Jake Stratton-Kent (https://scarletimprint.com/publications/geosophia)

The Loney – Andrew Michael Hurley

The Loney is a rural folk horror novel set in the north of England, dealing with a folk Christianity which blends seamlessly into the pagan ways of yore. It is also a study in the social aspects of religiosity, family and the idealization of the past; characters and setting will reverberate with people who have been raised in a Christian environment. Most of all, it is as British as books go.

Pros:
-Excellent prose, flowing, and eloquent without falling into pitfalls of pretense and archaic language.
-The rural environment is evoked extremely vividly; it seems that the author has deep first-hand experience.
-Moorings (the house where the families stay in their annual pilgrimage), the surrounding countryside, Coldbarrow, the Loney, they are all places that feel intimate with all who have lived in the countryside (not necessarily the English one). You can easily get lost in the interior of Moorings, in the nooks and items and stone walls, wallowing in half-remembered half-imaginary nostalgia.
-Most of the characters are very well written and developed. Normally I do not care about character development, but here the writer does a splendid job.
-The setting comes alive organically through bits and pieces and fragments of description: folklore, décor, discarded items, they all fit in the world, not feeling forced (something that could have easily be with such a cliché setting).
-Bits of philosophical and religious wisdom hidden within the flow of the narrative, like reverie musings.

Cons:
-The plot is quite vague, leaving many branches to fade away in hazy mist. What is more, some of the main plot points are underwhelmingly resolved, leaving an unfulfilled sensation.
-It could definitely benefit from more lore, especially area-specific. Too much is left in the readers’ imagination.

Be forewarned: the pacing is slow, the action minimal, the focus on characters and environment absolute.

All in all, it as a surprising specimen of subtle horror, religious/magical realism and symbolic thought. It could be improved, especially plot-wise, but as a debut it is impressive.