Carnival of Souls (1962)

costitle

Ανατέλλον σωτήριο έτος 1962, με το ύψιστο “Carnival of Souls” του Herk Harvey, ένα μνημείο (και) εξπρεσιονιστικής τέχνης, το οποίο έχει – έτσι απλά – στιγματίσει, μεταξύ άλλων το 80’s darkwave κίνημα, μέσω της αισθητικής του. Από τα στασίδια της ασφυκτικής εκκλησίας, στην εγκαταλελειμμένη αποθήκη και το αποκρουστικό καρουζέλ, στους αναδυόμενους από τα νερά εφιάλτες και στο γνώριμο τρόπο του διαμερίσματος, το Carnival of Souls είναι από τις πιο τρομακτικές ταινίες όλων των εποχών.

 Ακολουθούν Spoilers:

 Εδώ έχουμε μια από τις εμφανίσεις του μοτίβου “νεκρή-που-δεν-το-ξέρει πρωταγωνίστρια”, το οποίο έχει ξεζουμιστεί για τα καλά από τότε. Που βρίσκεται ο τρόμος; Στην αριστουργηματική ασπρόμαυρη φωτογραφία – τέτοια χρήση σκιάς θέλω να βλέπω, αδρή και μελετημένη συνάμα, να κουλουριάζεται στο κατώφλι του οπτικού σου πεδίου. Στις ανήθικες συγχορδίες του εκκλησιαστικού οργάνου που ασελγούν επί του χώρου, και βεβηλώνουν το ναό. Άλλωστε τι πιο βλάσφημο από μια ανεπιτήδευτα κακοπροαίρετη μελωδία σε έναν καθαγιασμένο μέρος, ιδιαίτερα όταν παίζεται από μια μουσικό που εκτελεί το επάγγελμα καθαρά βιοποριστικά, δίχως θρησκευτικό αίσθημα; Στους ανελέητους δερβισισμούς της κάμερας όταν η πραγματικότητα γίνεται ασαφής, οι οποίοι κλείνουν το μάτι στη βωβή εποχή. Αλλά πάνω και πέρα απ’ όλα στον ίλιγγο της πρωταγωνίστριας όταν υποσυνείδητα αρχίζει να μυρίζεται πως ο περίγυρός της είναι ένα κέλυφος που έχει δημιουργήσει γύρω της η προσφάτως απολεσθείσα θνητότητά της. Με άλλα λόγια, στη σπηλαιώδη απελπισία της όταν υποπτεύεται πως κάτι δεν πάει καλά, όταν αργότερα αντιλαμβάνεται πως ότι αντικρίζει εδώ και μία εβδομάδα είναι τα τελευταία τηλεγραφήματα που ανταλλάζει με τον κόσμο των ζωντανών.

Carnival

 Η Candace Hilligoss, όταν ξεπερνά την αρχική κυνικότητά της, αρχίζει να εντοπίζει λάθη στην καθημερινότητά, ανθρώπους που την αγνοούν επιδεικτικά, χρονικά παράδοξα, και τη μυρωδιά μιας τεράστιας προσωπικής wasteland πίσω από τον καμβά του περιβάλλοντος κόσμου. Μυσταγωγικό κατά βάση, δίχως ελπίδα, χτίζει μια αποκαλυπτική ατμόσφαιρα χωρίς να βασίζεται σε ιδιαίτερα εφέ. Πάρε και τον ανατριχιαστικό χορό με τους αποτρόπαια (με την καλή έννοια) μακιγιαρισμένους νεκρούς (;), μια σκηνή που κατ’ εμέ είναι η κορωνίδα της ταινίας. Ο David Lynch και ο George Romero, θεωρούν το Carnival of Souls μεγάλη επιρροή, και μια ματιά στο έργο τους είναι ικανή να το επιβεβαιώσει (ιδιαιτέρως του Lynch). Αρκετά άγνωστη, ακόμη και σήμερα, αυτή η ΤΑΙΝΙΑΡΑ πατάει κάτω το 90%(και βάλε) των horror films.

http://www.imdb.com/title/tt0055830/

Advertisements

Gnome – Under the Blackmoon demo (1996)

gnome

Τις προάλλες έκανα μια πρόχειρη αναζήτηση στο metal-archives για black metal μπάντες από Ιαπωνία. 128 συγκροτήματα, εκ των οποίων τα μισά χαρακτηρίζονταν ως black/insert-οποιοδήποτε-άλλο-παρακλάδι υβρίδια. Από αυτόν τον συρφετό, με μια πολύ πρόχειρη ακρόαση όσων δειγμάτων κατάφερα να βρω (ελάχιστα) κατάφερα να ξεχωρίσω 5-6 μπάντες, τις οποίες πάνω κάτω ήξερα. Μια εκ των οποίων οι Gnome, του Masanori “Wood” Haruta. Ο Wood έχει αρκετά απλωμένη παρουσία στο χώρο, με άλλες 3 μπάντες τουλάχιστον πέρα από τους Gnome, οι οποίες όμως δε μου κίνησαν το ενδιαφέρον.

Το 1996 η one man band από την Οσάκα “κυκλοφόρησε” το “Under the Black Moon” demo (ούτε λόγος για εταιρία διανομής, έχω την εντύπωση πως σε αντιγραμμένη κασέτα βγήκαν τα όποια αντίτυπα). Θες πλαστικά πλήκτρα, τυρένια όσο πρέπει; Θες και-καλά-απειλητική ατμόσφαιρα μπολιασμένη στα 90’s; Θες μια πιο λαοφιλή (εύκολη, κακά τα ψέματα) εκδοχή των μαστόρων της παλιακής εποχής; Look no further. Εδώ έχουμε 2 κομμάτια, το ένα εκ των οποίων (“La Foret”) αποτίει φόρο τιμής πρώτα και κύρια στο πρώτο άλμπουμ του Vikernes και στο “In the Nightside Eclipse”, τόσο μέσω νυχτερινής ριφολογίας, όσο και λόγω φωνητικών, τα οποία έχουν μαστουρώσει με τις λυκοκραυγές του Varg (πολύ ύπουλα κρυμμένα υπάρχουν και κάποια υμνικά κλαψουρίσματα). Μέσα σε όλα αυτά όμως υπάρχει και ένα εμβόλιμο μεσαίο μέρος, το οποίο ρίχνει τις ταχύτητες και αφήνει τη lead κιθάρα να πορευτεί με σχεδόν σόλο άποψη, ενώ δίνει παράλληλα και χώρο στο μπάσο να αναπνεύσει με σχεδόν πειραματικό τρόπο. Στα σχεδόν 16 λεπτά της εξέλιξής του, το “La Foret” επιδεικνύει φρεσκάδα, δεν κουράζει, και κερδίζει τις εντυπώσεις μέσω της σχεδόν εφηβικής ψυχής.

Το instrumental “La mer” εκδύεται των συνηθισμένων οργάνων, κρατώντας μόνο τα keyboards. Ένας ambient παιάνας με διπλές στρώσεις πλήκτρων, πρίμο ambience περιτύλιγμα (που πρωταγωνιστεί συχνά), και lead Mortiis-ικές μελωδίες. Στο μείγμα προσθέτεις και μια πρέζα θαλασσινών samples, όχι ασύνδετων με τον τίτλο του κομματιού. Οι σύγκριση με τα instrumental των Burzum είναι αδόκιμη, ο προαναφερθείς Mortiis είναι μια πιο ρεαλιστική επιλογή. Αλλά εν συγκρίσει με τα πρώτα (και ουσιαστικά) άλμπουμ του Νορβηγού, το “La mer” είναι πολύ πιο μαζεμένο στις εκδηλώσεις του, ίσως επειδή διέπεται από μια (προσοχή, στερεότυπο!) άπω-ανατολίτικη συστολή, αλλά και μια άλλη οπτική της νοσταλγίας.

Πέρα από το “Under the Blackmoon” οι Gnome κυκλοφόρησαν ένα ακόμη demo, και 2 split. Ήπιων τόνων συγκρότημα, το οποίο πιθανώς χάθηκε λόγω της project μανίας του Wood. Η εν λόγω κυκλοφορία στέκεται θαρραλέα στο γενικό χρονικό πλαίσιο που ηχογραφήθηκε, και δείχνει ότι κάτι αναμόχλευε τότε στην Ιαπωνία πέρα από τους μεγάλους Sigh και Sabbat.

http://youtu.be/L2dByQCBsCA

The Innocents (1961)

the-innocents

Το “Στρίψιμο της Βίδας” είναι από τα πιο ύπουλα βιβλία τρόμου. Ύπουλο γιατί σε ταΐζει με στιγμές (μεταφορικά) ηλιόλουστης μακαριότητας όσον αφορά την προσωπικότητα των δύο παιδιών, χώνοντας παράλληλα σφήνες υπονοούμενων χυδαιοτήτων στη συμπεριφορά τους. Και κλιμακώνει αρκετά περίεργα, με μακαβριότητα καμουφλαρισμένη σε ηθελημένα ασαφές νόημα. Η πρώτη μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη, το “The Innocents” του 1961 από τον Jack Clayton, πιάνει με άριστο τρόπο (τηρουμένων των κινηματογραφικών αναλογιών) το μοχθηρό πνεύμα του βιβλίου. Ασπρόμαυρο, εναλλαγή θρησκευτικών σχεδόν (όσον αφορά τη μυστικιστική φωτεινότητα – θυμάστε εκείνα τα παλιά χριστιανικά παιδικά βιβλία με τις ασφυκτικά καθωσπρεπικής τεχνοτροπίας απεικονίσεις της οικογένειας; κάπως έτσι είναι και οι ιλαρές στιγμές της ταινίας) σκηνών με βαρβάτο γοτθικό ντουμάνιασμα.

Innocents The 1961 movie pic

Τα 2 παιδάκια απεικονίζουν εξαιρετικά τους αντίστοιχους χαρακτήρες του βιβλίου, έχοντας καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας προσωπεία χερουβικής αγαλλίασης, με το φάσμα της διαστροφής να κρέμεται από πάνω τους, πάντα φευγαλέο. Οι εμφανίσεις των δύο -χμμμ- φαντασμάτων(;) είναι υπέρ το δέον λειτουργικές και ατμοσφαιρικές, με απουσία ανάλαφρης διακοσμητικής διάθεσης. Από τη μία η ανατριχίλα στο παράθυρο που λέγεται Peter Quint, δίχως περιττά φτιασιδώματα να είναι το πρόσωπο της διαφθοράς της ίδιας (ο Πονηρός που λέγαμε και παλιά, και όσο φαιδρή και να ακούγεται η λέξη, η παρουσία του τσιμπάει επώδυνα το συνειδητό υπογάστριο του θεατή). Από την άλλη η δις Jessel, μια απομακρυσμένη φιγούρα, δίχως εμφανή χαρακτηριστικά, που κάλλιστα θα μπορούσε να υπάρχει σε ένα προραφαηλιτικό πίνακα ιδωμένο μέσα από λαβκραφτικό πρίσμα. Εδώ το στήσιμο της θα θυμίσει και Ιαπωνικό τρόμο όσον αφορά την ασάφεια, τη λιτότητα της μορφής, την ακαμψία εν τέλει. Κερασάκι στην τούρτα της σαστιμάρας ο εκκλησιασμός των παιδιών, η όλη πορεία έως εκεί όπου σκάνε επιβεβαιωτικά ψήγματα της πραγματικής φύσης τους, αλλά και η ελαφρά δυσανασχέτηση ως προς το άγιο μέρος (πολύ απαλή, καμία σχέση με την αντίδραση του Damien για παράδειγμα, στο πρώτο Omen). Το Innocents είναι τρόμος πάνω απ’ όλα γιατί παίζει με την παιδική αθωότητα, την ξεφλουδίζει σιγά σιγά, και δείχνει στο τέλος πόσο παραφυσική είναι η διάβρωσή της. Σα να βλέπεις μωρά να σου ψιθυρίζουν εδάφια του Μαλντορόρ λίγο πριν κοιμηθείς ένα πράγμα.

http://www.imdb.com/title/tt0055018/

Thorns – Trøndertun

thorns-trndertund

Thorns λοιπόν. “Trøndertun” demo του 1992, πρώτη μη-κυκλοφορία (χέρι με χέρι μοιράστηκε η κασέτα, ούτε λόγος για εξώφυλλο) της μπάντας του Snorre με απαρτία οργάνων (ναι, έχει και φωνητικά – του ιδίου). Το “Grymyrk” του προηγούμενου έτους είχε φυτέψει το βασικό σπόρο αυτού που πλέον αποκαλούμε μαυρομεταλλικό riffing στα αυτιά των εκλεκτών, με μόνους οδηγούς την κιθάρα και το μπάσο. Δεν άργησε να ανθίσει ο μαύρος λωτός, η νορβηγική σκηνή βιαζόταν να αποτινάξει από πάνω της το κουκούλι της επιφανειακής συσχέτισης με τα άλλα είδη του ακραίου μέταλ, να μετουσιωθεί σε αυτό που έγινε το πιο “σοβαρό” (με την έννοια του joyless) παρακλάδι του ήχου για εκείνη τη δεκαετία. Όχι τυχαία, ο Fenriz αναφέρει πως ο Snorre μαζί με τον Euronymous και τον Varg ήταν οι υπεύθυνοι για το σμίλευμα του πρωτόλειου bathory-ικού κιθαριστικού παιξίματος στην αυστηρή φαντασμαγορία της Σκηνής. Δεν ξεχνάμε άλλωστε πως οι ιδέες του “De Mysteriis” ανήκουν και στον Snorre.
Trøndertun είναι το όνομα του μουσικού κολεγίου, στο οποίο ηχογραφήθηκε το εν λόγω demo, το οποίο περιέχει 2 κομμάτια, το γνωστό “Ærie Descent” και το “Funeral Marches to the Grave”. Κάτι παραπάνω από 10 λεπτά, που ήταν αρκετά για να δείξουν που θα μπορούσε να φτάσει αυτή η μπάντα αν έβγαζε full length εκείνη την εποχή. Ήχος πηχτός, με εμφανείς τις μπασογραμμές, σε αντιδιαστολή με τη νεογέννητη τότε άποψη που ήθελε το μαύρο μέταλλο σκελετωμένο και σνομπ προς την παρουσία του τετράχορδου όργανου.
Οι slow προς mid tempo βασικές ταχύτητες του “Ærie Descent”, γκαστρωμένες με την προαναφερθείσα λασπουριά στον ήχο, προσεγγίζουν εικαστικά τη βαριά ομίχλη που κινείται ανάμεσα στους τάφους κάτω από το φεγγαρόφως (“The moon rose, was crimson in color “). Τα φωνητικά του Snorre, ελάχιστα γρυλίσματα ενός ιερουργού που οδεύει προς την αποκάλυψη του Μυστηρίου (“Oh lord I kneel in front of secret council” απαγγέλλει με κατανυκτική φωνή στο μέσο περίπου του κομματιού), αναμοχλεύουν το βλάσφημο ηχητικό τοπίο. Οι κιθάρες έρπουν σε κάποιες από τις τελειότερες πορείες που έχουν χαραχθεί από καταβολής του Είδους, πρωτοστατώντας στη δημιουργία της ατμόσφαιρας, ενώ δε διστάζουν να ανεβάσουν ταχύτητες πριν το ανυπέρβλητο “kingdom…Lost!” προς το τέλος.
Το “Funeral Marches to the Grave” ξεκινά με σκέρτσα που θυμίζουν death-metal-era Darkthrone, πριν σοβαρευτεί ριφολογικά για την κατάβαση στο άδυτο του φέρετρου. Ανεβασμένες σε σχέση με το Ærie ταχύτητες, που εναλλάσσονται με αργόσυρτα (όσον αφορά το ρυθμικό και φωνητικό σκέλος, η κιθάρα οργιάζει εμπροσθίως) σημεία. Η φωνή, σαφώς πιο αβυσσαλέα εδώ, κοντράρεται με τα έγχορδα, σε σημείο να αναρωτιέται ο ακροατής: ποιο όργανο εν τέλει κατέχει τον κυρίως αφηγηματικό ρόλο; Λύτρωση δεν υπάρχει, μόνο ένα ερημικό ηχοτοπίο που επανέρχεται, και καταλήγει στην εφιαλτική άρνηση κορύφωσης.
Οι Thorns μετά από το “Trøndertun” έκαναν 10 χρόνια να κυκλοφορήσουν κάτι καινούριο, λόγω γνωστών ιστοριών και τραβηγμάτων του Snorre με τη δικαιοσύνη. Όταν εν τέλει κυκλοφόρησε ο ομώνυμος δίσκος του 2001 έκλεισε κάθε στόμα που τόλμησε να αμφιβάλλει, παρουσιάζοντας ένα μνημείο δεκαετίας, το οποίο ακόμη και τώρα, 12 χρόνια μετά, δεν έχει αξιοποιηθεί ουσιαστικά από τη σκηνή. Ο δίσκος αυτός ελάχιστες ομοιότητες έχει με τα early 90’s μονοπάτια που βάδιζαν την εποχή των demo τους. Και μένουμε με την απορία του πως θα ηχούσε ένα ολοκληρωμένο τους άλμπουμ κάπου εκεί το 1993-4.

http://youtu.be/EvgUbiC5wDM