Μπενβενούτο Τσελίνι: Όταν το Κολοσσαίο ξεχείλισε με φαντάσματα

English version here.

Το έτος είναι 1535 και πρωταγωνιστής ο Ιταλός Μπενβενούτο Τσελίνι, homo universalis (χρυσοχόος, γλύπτης, πολεμιστής, μουσικός, κτλ), με πιθανώς γνωστότερο έργο του το άγαλμα του Περσέα που κραδαίνει το κεφάλι της Μέδουσας. Τη χρονιά εκείνη, λοιπόν, ο Τσελίνι βρισκόταν στη Ρώμη, όπου και ήρθε σε επαφή με ένα Σικελό ιερέα. Στις κουβέντες τους αποκαλύφθηκε σταδιακά η αγάπη αμφότερων για τον αποκρυφισμό. Όταν δε ο ιερέας ανέφερε την ευγενή τέχνη της Νεκρομαντείας, ο Τσελίνι ενθουσιάστηκε, μιας και ήταν κάτι που πάντα τον γοήτευε.

Γρήγορα κανονίστηκε μια σχετική μαγική εργασία, στο νυχτερινό, άδειο Κολοσσαίο, με τον καθένα από τους δύο άντρες να φέρνει κι έναν βοηθό. Ο ιερέας, έμπειρος μάγος, χάραξε έναν πολύπλοκο μαγικό κύκλο στο έδαφος, μες στον οποίο μπήκαν και οι τέσσερις συμμετέχοντες. Καθένας ανέλαβε μια εργασία (επίβλεψη φωτιάς και κάψιμο βοτάνων, κράτημα της σφραγίδας με την πεντάλφα, απαγγελία) και η τελετή ξεκίνησε. Σύντομα εμφανίστηκαν λεγεώνες πνευμάτων, αρκετές για να γεμίσουν σχεδόν το Κολοσσαίο. Ο ιερέας παρότρυνε τον Τσελίνι να ζητήσει κάτι από τα φαντάσματα, και αυτός δήλωσε την επιθυμία του να ξανασυναντήσει την Αντζέλικα, γυναίκα με την οποία ήταν ερωτευμένος. Παρόλο που δεν πήρε κάποια απάντηση, ο Τσελίνι δήλωσε άκρως ενθουσιασμένος με τα γεγονότα της νύχτας.

Σύντομα κανονίστηκε η επόμενη τελετουργία, στο ίδιο μέρος. Ο ιερέας συμβούλεψε τον Τσελίνι να φέρει μαζί του κι ένα μικρό παρθένο αγόρι, όπως και έγινε (ένα δωδεκάχρονο βοηθό που είχε στο μαγαζί). Εκείνη τη νύχτα έφτασαν στο Κολοσσαίο πέντε συνολικά άτομα: ο ιερέας, ο Τσελίνι, δυο φίλοι και το αγόρι. Αυτή τη φορά ο Τσελίνι ανέλαβε να κρατάει τη σφραγίδα ψηλά, και να τη στρέφει με βάση τις υποδείξεις του ιερέα. Το αγόρι παράλληλα καθόταν κάτω από τη σφραγίδα και λειτουργούσε κατά βάση ως μέντιουμ, βλέποντας όσα δεν μπορούσαν να αντιληφθούν οι ενήλικες.

Ο ιερέας ξεκίνησε την τελετή επικαλούμενος πλήθος θεϊκών ονομάτων (τόσο ιουδαιοχριστιανικών όσο και ελληνορωμαϊκών), και οι νεκροί που εμφανίστηκαν ήταν ακόμη περισσότεροι από την προηγούμενη φορά: ολόκληρο το Κολοσσαίο έσφυζε με φάσματα. Ο ιερέας προειδοποίησε τον Τσελίνι να διατηρήσει το κουράγιο του, γιατί μαζί τους βρίσκονταν κάποια από τα πλέον επικίνδυνα πνεύματα. Ο πρωταγωνιστής ζήτησε για μια ακόμη φορά να συναντήσει την Αντζέλικα, και έλαβε την απάντηση των πνευμάτων μέσω του ιερέα: εντός ενός μήνα θα βρισκόταν μαζί της.

Το αγόρι, παράλληλα, ανέφερε κατατρομαγμένο πως έβλεπε το ατέλειωτο σμάρι των νεκρών να τους περιτριγυρίζει απειλητικά, να πυκνώνει ολόγυρά τους. Και πως πέρα από αυτούς, τέσσερις πελώριοι γίγαντες προσπαθούσαν να πλησιάσουν τον κύκλο. Παρά τις προσπάθειες του Τσελίνι να εμψυχώσει το νεαρό, αυτός πανικοβλήθηκε όταν, ανοιγοκλείνοντας για λίγο τα μάτια, ψέλλισε πως έβλεπε ολόκληρο το Κολοσσαίο τυλιγμένο σε φλόγες που τους έζωναν γοργά.

Τότε οι δύο ενήλικες βοηθοί κλήθηκαν να κάψουν μεγάλες ποσότητες βοτάνων που ήταν ανάθεμα για τα φαντάσματα (assafetida: μηδικό σύλφιο). Ένας εξ αυτών, όντας ξέχειλος με τρόμο, αφόδευσε ηχηρά καθώς κινήθηκε προς την τελετουργική κάμινο. Σύμφωνα με τον Τσελίνι, η μυρωδιά και ο τρανός θόρυβος συντέλεσαν στη σταδιακή εξαφάνιση των πνευμάτων, αλλά και στην άνοδο του ηθικού. Σιγά σιγά τα πνεύματα αραίωσαν, επιτρέποντας στους ζωντανούς να βγουν από τον κύκλο. Παρόλα αυτά, σύμφωνα με το παιδί, στο δρόμο της επιστροφής υπήρχαν δυο πνεύματα που τους ακολουθούσαν, πότε ακροβατώντας στις σκεπές και πότε γλιστρώντας στο έδαφος. Εκείνη τη νύχτα όλοι ονειρεύτηκαν διαβόλους.

Κατόπιν ο ιερέας ήθελε να πάρει τον Τσελίνι στα βουνά της Νόρτσια, για μια τελετή καθαγίασης ενός βιβλίου. Η περιοχή εκείνη ήταν ευνοϊκή για τέτοιες εργασίες, λόγω πλούσιας παράδοσης, αλλά κι επειδή οι χωρικοί που την κατοικούσαν είχαν διατηρήσει γνώσεις της παλιάς Τέχνης και ήξεραν την αξία της διακριτικής σιωπής. Δυστυχώς ο Τσελίνι αναγκάστηκε άμεσα να εγκαταλείψει την πόλη, και δεν κατάφερε να συμμετάσχει και να καταγράψει την τελετή. Όμως πράγματι, εντός ένα μήνα, δίχως κάποια συνεννόηση, βρέθηκε με την Αντζέλικα στη Νάπολη.

Πηγές:
The Autobiography of Benvenuto Cellini, Benvenuto Cellini
Geosophia: The Argo of Magic, Jake Stratton-Kent

1535: Necromancy in the Coliseum

Greek version here.

It is the year 1535. Our protagonist is the Italian Benvenuto Cellini, homo universalis (goldsmith, sculptor, fighter, musician, etc), whose most renowned creation is probably the statue of Perseus holding Medusa’s head. It was during this year that Cellini who was residing in Rome, came into contact with a Sicilian priest. During their conversations, it was gradually revealed that both men nurtured a love for all things occult. When the priest mentioned the noble art of Necromancy, Cellini was excited, for the specter of this forbidden craft had always cast a seduction upon him.

It was not long before a relevant magical working was arranged in the nocturnal empty grounds of the Coliseum, each man accompanied by an assistant friend. The priest, being a magus of experience, cast an elaborate magic circle in the ground, in which all four participants proceeded to enter. To each was given a task (tending the fire for the herbs’ burning, holding the pentacle, reciting evocations) and the ritual begun. Soon legions of spirits appeared, enough to almost fill the huge building. The priest urged Cellini to request something of the ghosts, and he complied, asking of them to reconnect with Angelica, the Sicilian lady with whom he was enamored. Though he received no answer, Cellini was ecstatic with this night’s events.

It was soon arranged for a second ritual to take place, again in the Coliseum. The priest asked of Cellini to bring along a young virgin boy, and so the man did (he brought a 12 year old aide from his shop). This particular night five persons reached the Coliseum: the priest, Cellini, two assistants and the boy. Cellini was given the task of holding high a pentacle, which he was to turn according to the priest’s indications. The boy was standing beneath the pentacle, acting essentially as an oracle, seeing what the adults couldn’t.

The priest commenced the ritual by invoking a multitude of divine names (both Judaeo-Christian, Greek and Latin); the legions of the dead that appeared were far more than the previous time – the whole Coliseum brimmed with specters. The priest warned Cellini to keep his resolve, for here were the most dangerous of the infernal spirits.. The hero asked once more for a reunion with Angelica, and the spirits – using the priest as their mouthpiece – answered that within one month’s time he would hold her again.

Meanwhile, the lad with the oracle function claimed that beyond the throngs of the normal-sized dead, he beheld four enormous giants who were trying to approach the circle. Despite Cellini’s attempts in encouragement, the youth was panicking, especially when, after closing and opening his eyes, he beheld the Coliseum wreathed in flames that were speeding towards them.

It was then that the priest ordered the two assistants to burn large qualities of the assafetida herb, which had banishing properties. One of them, being full of fear as he moved towards the brazier, defecated and farted loudly. According to Cellini the smell and the loud noise from this activity contributed to the scattering of the dead as well as the reinstatement of morale among the living, which in a short while were able to exit the circle, most of the spirits having departed. However, according to the child-medium, two spirits followed them on their way home, skipping along the roofs and sometimes moving on the ground. This night they all dreamed of devils.

Subsequently the priest desired to take Cellini with him in the mountains of Norcia, where he wanted to cast a ritual of book consecration. This area was favorable for such workings, its folklore being rich, while its peasants were knowledgeable in the olden ways and their silence assured. Unfortunately, Cellini was forced almost immediately to flee Rome, and as a result was unable of participating and recording the said ritual. Still, confirming with the spirits’ promise, within one month’s time he was surprisingly reunited with Angelica in Naples.

Sources:
-The Autobiography of Benvenuto Cellini, Benvenuto Cellini (http://www.gutenberg.org/ebooks/4028)
-Geosophia: The Argo of Magic, Jake Stratton-Kent (https://scarletimprint.com/publications/geosophia)

Η αρχέγονη πόλη, Clark Ashton Smith

Η Αρχέγονη Πόλη (The Primal City) βασίζεται σε ένα όνειρο του Κλαρκ Άστον Σμιθ, όπως αναφέρει ο ίδιος στην αλληλογραφία του με τον Λάβκραφτ. Η ιστορία ολοκληρώθηκε το 1934 και εκδόθηκε το Νοέμβριο του ίδιου έτους στις σελίδες του περιοδικού The Fantasy Fan, ενώ προηγουμένως είχε απορριφθεί από το Weird Tales ως πεζό ποιήμα δίχως ουσιαστική πλοκή (συνηθισμένο φαινόμενο όσον αφορά την αντιμετώπιση του ΚΑΣ από τα παλπ περιοδικά της εποχής).
Πνευματικά, το διήγημα βρίσκεται πολύ κοντά στην Αναγέννηση του Λόρδου Έρνι (The Regeneration of Lord Ernie) του Άλτζερνον Μπλάκγουντ – και οι δυο ιστορίες καταπιάνονται με το στοιχειακό μεγαλείο καθώς αυτό αποκαλύπτεται στο τραχύ βουνό. Όσον αφορά το μυστηριακό μοτίβο της ορεινής ανάβασης, το διήγημα θυμίζει και την έτερη ιστορία από τη συλλογή Incredible Stories του Μπλάκγουντ, τη Θυσία (The Sacrifice).
Το στοιχείο (του αέρα στην προκειμένη) παρουσιάζεται με υπόσταση και ζωντάνια, με φύση ακατάληπτη και μεγαλειώδη, επικίνδυνη και μη ανθρώπινη. Ο συγγραφέας δεν προσπαθεί να φέρει το στοιχειακό στα μέτρα μας, αλλά μέσω της γλώσσας να φέρει τον άνθρωπο κοντά στην εμπειρία του αγέρα και της καταιγίδας και του νυχτοκτόνου κεραυνού. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα παθητικό,άψυχο τερέν που αποτελεί αντικείμενο προς ανθρώπινη εκμετάλλευση, μα με έναν ανιμιστικό, πανζώντανο, πραγματικό κόσμο του οποίου ο άνθρωπος δεν είναι κυβερνήτης και εξουσιαστής μα απλά ένα (μη ιεραρχημένο)τμήμα.
Μελανό σημείο της ιστορίας η αντιμετώπιση του ιθαγενή οδηγού από τον συγγραφέα, όπου (ακολουθώντας την αναμενόμενη για την εποχή ρατσιστική αντίληψη) τον περιγράφει ως έναν χαμηλότερης νοημοσύνης άνθρωπο.

Τώρα που τα γεγονότα αυτά αποτελούν παρελθόν και μια ακλόνητη αμφιβολία λεηλατεί τις αναμνήσεις μου, δεν είμαι σίγουρος για το λόγο που μας οδήγησε σε εκείνη την απάτητη περιοχή. Θυμάμαι πάντως πως τη μνημόνευε ξεκάθαρα ένα βιβλίο, του οποίου εμείς κατείχαμε το μοναδικό αντίτυπο: στις σελίδες του υπήρχαν αναφορές σε κάποια αχανή προανθρώπινα ερείπια που βρίσκονταν κάπου ανάμεσα στα γυμνά υψίπεδα και τις βλοσυρές κορυφές εκείνης της έκτασης. Δε θυμάμαι πώς είχε φτάσει στην κατοχή μας αυτός ο τόμος. Ξέρω όμως πως εγώ και ο Σεμπάστιαν Πόλντερ είχαμε αφιερώσει τα περισσότερα από τα χρόνια μας στην αναζήτηση απόκρυφης γνώσης – και αυτό το βιβλίο ήταν η επιτομή όλων των πραγμάτων που οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει ή αγνοήσει στην επιθυμία τους να αποκηρύξουν το ανεξήγητο.

Όντας ερωτευμένοι με το μυστήριο και ψάχνοντας αέναα για όσα έχει παραβλέψει η επιστήμη, γοητευτήκαμε από τις σελίδες του βιβλίου, γραμμένες καθώς ήταν σε ένα αρχαϊκό αλφάβητο‧ η σκέψη μας αλυσοδέθηκε πάνω τους. Η τοποθεσία των ερειπίων αναφερόταν ξεκάθαρα, έστω και με όρους μιας απαρχαιωμένης γεωγραφίας‧ και θυμάμαι ακόμη τον ενθουσιασμό μας όταν σημειώσαμε σε μια υδρόγειο σφαίρα την τοποθεσία. Μας πλημμύρησε μια άγρια προσμονή για την παράξενη αυτή πόλη, όντας πλέον σίγουροι πως μπορούσαμε να τη βρούμε. Ίσως θέλαμε να επιβεβαιώσουμε μια παράξενη και φοβερή θεωρία που είχαμε σχηματίσει σχετικά με τη φύση των πρωταρχικών κατοίκων της γης‧ ίσως ψάχναμε για τα θαμμένα αρχεία μιας χαμένης επιστήμης… ή ίσως υπήρχε κάποιο άλλος, σκοτεινότερος στόχος.

Δε θυμάμαι τίποτα από την πρώτη φάση του ταξιδιού μας – οι αποστάσεις που είχαμε καλύψει πρέπει να ήταν μεγάλες, μα άχαρες και κουραστικές. Θυμάμαι όμως χαρακτηριστικά πως ταξιδεύαμε για μέρες μέσα από γυμνά, άδεντρα οροπέδια που υψώνονταν σαν αναχώματα, το ένα μετά το άλλο προς τις παρατεταγμένες πυραμιδοειδείς κορυφές που φύλαγαν τον προορισμό μας. Είχαμε για οδηγό ένα νωθρό και λιγομίλητο ιθαγενή, που η νοημοσύνη του φαινόταν ελάχιστα μεγαλύτερη από αυτήν των λάμα που κουβαλούσαν τις προμήθειές μας. Δεν είχε επισκεφτεί ποτέ τα ερείπια, αλλά μας είχε διαβεβαιώσει πως γνώριζε το δρόμο – ήταν ένα μυστικό που το ήξεραν κάποιοι από το λαό του. Όσο για τις παραδόσεις της περιοχής σχετικά με τα ερείπια που ψάχναμε και τους κατασκευαστές τους, αυτές ήταν σπάνιες και ελλιπείς‧ παρά τις ερωτήσεις μας, δεν μπορέσαμε να μάθουμε κάτι που δεν γνωρίζαμε ήδη από το πανάρχαιο βιβλίο. Φαίνεται πως η πόλη δεν είχε όνομα και η περιοχή ήταν απάτητη από ανθρώπους.

Η λαχτάρα και η περιέργεια μας κατέτρωγαν τα σωθικά σαν τροπικός πυρετός‧ ποσώς νοιαζόμασταν για τους κινδύνους και δυσκολίες που μπορεί να έκρυβε η εξερεύνηση. Πάνω μας απλωνόταν το αιώνιο κυανό των καθαρών ουρανών, πλήρως εναρμονισμένο με το άδειο τοπίο. Η διαδρομή έγινε απότομη‧ μπροστά μας πλέον υπήρχε μια ερημιά από γκρεμούς, σπασμένα βράχια και άγρια χάσματα, όπου κατοικούσαν μονάχα οι πιο μοχθηροί από τους ευρύφτερους κόνδορες.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που χάναμε οπτική επαφή με τις ρωμαλέες κορυφές που είχαμε βάλει για σημάδι. Ο οδηγός μας όμως δεν έχανε το δρόμο, σαν να τον οδηγούσε κάποιο ένστικτο πιο βαθύ από τη μνήμη ή την νοημοσύνη‧ δε δίστασε σε κανένα σημείο. Ανά διαστήματα συναντούσαμε τα σπασμένα απομεινάρια ενός λιθόστρωτου δρόμου που κάποτε πρέπει να διέσχιζε ολάκερη αυτήν την ρημαγμένη περιοχή: φαρδιές, κυκλώπειες πλάκες από γνευσίτη, που θαρρείς τις είχαν τοποθετήσει καταιγίδες αιώνων παλιότερων από την ανθρώπινη ιστορία. Σε κάποια από τα βαθύτερα χάσματα είδαμε τις διαβρωμένες βάσεις από τρανές γέφυρες που κάλυπταν το κενό σε αλλοτινές εποχές. Αυτά τα ερείπια μας καθησύχασαν, γιατί στον αρχέγονο τόμο υπήρχαν αναφορές σε τεράστιες γέφυρες και μια λεωφόρο που οδηγούσε στη θαυμαστή πόλη.

Ο Πόλντερ κι εγώ ενθουσιαστήκαμε με την ανακάλυψη‧ παράλληλα όμως μας διαπέρασε ένας παράξενος τρόμος καθώς προσπαθήσαμε να διαβάσουμε κάποιες επιγραφές που ήταν βαθιά χαραγμένες στις φθαρμένες πέτρες. Κανείς ζωντανός, όσο εμβριθής κι αν ήταν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, δε θα μπορούσε να αποκρυπτογραφήσει αυτούς τους χαρακτήρες‧ ίσως ήταν αυτή η φύση τους που μας είχε φοβίσει, τόσο απομακρυσμένη από καθετί καταγεγραμμένο. Γιατί, μπορεί να ήμασταν δυο άνθρωποι που είχαμε ψάξει επιμελώς κατά τη διάρκεια πολλών επίπονων ετών για οτιδήποτε μπορεί να υπερβαίνει την ίδια την έννοια της θνητότητας μέσω της ιλιγγιώδους ηλικίας ή παραξενιάς‧ μπορεί να είχαμε λαχταρίσει με ζήλο το απόκρυφο και το παράδοξο‧ όμως μια τέτοια λαχτάρα δεν είναι ασύμβατη με το φόβο και την αποστροφή. Εμείς ξέραμε, καλύτερα από όσους έχουν μείνει εντός των φυσιολογικών μονοπατιών της έρευνας, τους κινδύνους που ελλοχεύουν στις εξωφρενικές και μοναχικές αναζητήσεις μας.

Είχαμε συζητήσει πολλές φορές για το αίνιγμα της βουνόχτιστης πόλης, επιδιδόμενοι σε εικασίες ποικίλης αξιοπιστίας. Αλλά καθώς φτάναμε στο τέλος του ταξιδιού μας, καθώς τα απομεινάρια του αρχαϊκού αυτού λαού πλήθυναν ολόγυρά μας, η σιωπή μας όλο και μάκραινε, σαν να κοινωνούσαμε από τη λακωνικότητα του ατάραχου οδηγού μας. Από το μυαλό μας πέρναγαν σκέψεις υπερβολικά παράξενες για να εκφραστούν δυνατά. Το ψύχος αρχαίων αιώνων ξεγλίστρησε από τα ερείπια, τυλίχτηκε στις καρδιές μας και θρονιάστηκε εκεί.

Συνεχίσαμε μοχθώντας ανάμεσα σε έρημους βράχους και στείρους ουρανούς. Η ατμόσφαιρα είχε αραιώσει από το υψόμετρο κι έκανε τα πνευμόνια να πονάνε σε κάθε εισπνοή λες και ρουφούσαν κοσμικό αιθέρα. Το μεσημέρι φτάσαμε σε ένα στενό, μακρύ φαράγγι. Στην πέρα άκρη του είδαμε, μέσω μιας ιλιγγιώδους προοπτικής, να υψώνεται μπροστά μας η πόλη που ψάχναμε – αυτή που αναφερόταν ως ανώνυμο ερείπιο στον τόμο εκείνον που προϋπήρχε κάθε γνωστού βιβλίου.

Το μέρος ήταν χτισμένο πάνω σε μια ενδότερη κορυφή της οροσειράς, η οποία περιτριγυριζόταν από άλλα αχιόνιστα υψώματα, ελαφρώς πιο απότομα και ψηλά από την ίδια. Από τη μια πλευρά της η βουνοκορφή σχημάτιζε έναν απότομο γκρεμό εκατοντάδων μέτρων‧ από την άλλη, κατέβαινε κλιμακωτά σαν ζιγκουράτ‧ η τρίτη της πλευρά, αυτή που μας αντίκριζε, ήταν μια απότομη ανηφόρα με σπασμένα σκαλοπάτια και καμινάδες, μα δεν φαινόταν να αποτελεί σημαντική πρόκληση για έμπειρους ορειβάτες. Ο βράχος ολάκερης της πλαγιάς ήταν κομματιασμένος και, παραδόξως, καψαλισμένος. Εξίσου φθαρμένα και σπασμένα ήταν τα τείχη της πόλης που είδαμε να στεφανώνουν την κορφή του βουνού, χιλιόμετρα ακόμη μακριά μας.

Ο Πόλντερ κι εγώ ατενίσαμε τον καρπό της αναζήτησής μας, δίχως να δώσουμε φωνή στις σκέψεις και τα συναισθήματά μας. Ο ντόπιος δεν έκανε κάποιο σχόλιο, παρά μόνο έδειξε αδιάφορα προς την κορφή με το ερειπωμένο στεφάνι. Επιταχύναμε, θέλοντας να φτάσουμε όσο υπήρχε ακόμη φως‧ και αφού περάσαμε μέσα από μια αβυσσαλέα κοιλάδα, αρχίσαμε, το απόγευμα, την ανάβαση της πλαγιάς προς την πόλη.

Εντυπωσιαστήκαμε ξανά από την παράδοξη μαυρίλα του βράχου, από τις πάμπολλες σχισμές που τον διέτρεχαν. Ήταν σαν να σκαρφαλώναμε ανάμεσα στις γκρεμισμένες, καψαλισμένες πέτρες ενός κάστρου φτιαγμένου από Τιτάνες. Όλη η πλαγιά είχε σχιστεί και διαχωριστεί σε τεράστιες γωνιώδεις επιφάνειες‧ κάποιες από αυτές μάλιστα είχαν υαλοποιηθεί, δυσκολεύοντας την ανάβασή μας. Φαίνεται πως κάποια στιγμή στο παρελθόν μια τερατώδης θερμότητα είχε αγγίξει όλον αυτόν τον τόπο, παρόλο που δεν υπήρχαν ηφαιστειακοί κρατήρες στα γύρω βουνά. Εξαιρετικά προβληματισμένος, θυμήθηκα ένα χωρίο από τον αρχαίο τόμο, το οποίο υπονοούσε με διφορούμενο τρόπο τη σκοτεινή μοίρα που είχε αφανίσει πριν ανυπολόγιστο καιρό τους κατοίκους της πόλης: «Είχαν υψώσει τα τείχη και τους πύργους τους πολύ ψηλά, φτάνοντας στη γη των νεφών‧ και τα σύννεφα μες στο θυμό τους κατέβηκαν και κατατρόπωσαν την πόλη με τρομερές φλόγες‧ και εφεξής στο μέρος αυτό δεν κατοικούσαν οι πρωταρχικοί γίγαντες που το είχανε χτίσει‧ μονάχα τα σύννεφα έστεκαν ως φύλακες του τόπου.» Από αυτό όμως το εδάφιο δεν μπορούσα να βγάλω κάποιο σαφές συμπέρασμα: η ιδέα παραήταν φανταστική για να την εκλάβω ως οτιδήποτε άλλο πέρα από ένα αμφίβολο σχήμα λόγου.

Είχαμε αφήσει τα τρία λάμα στη βάση της πλαγιάς, και πήραμε μονάχα όσες προμήθειες θα χρειαζόμασταν για μια νύχτα. Έτσι λοιπόν, δίχως αξιοσημείωτο φορτίο, προχωρήσαμε γοργά παρά τα ποικιλόμορφα εμπόδια που πρότασσαν εναντίον μας οι σπασμένοι γκρεμοί. Μετά από λίγο φτάσαμε στην αρχή μιας λαξευμένης κλίμακας που ανέβαινε προς την κορυφή‧ τα σκαλιά της όμως είχαν φτιαχτεί για κολοσσιαία πόδια, ενώ σε αρκετά σημεία είχαν την τύχη των υπόλοιπων κατεστραμμένων ερειπίων‧ για αυτό και δε διευκόλυναν ιδιαίτερα την ανάβασή μας.

Ο ήλιος ήταν ακόμη ψηλά πάνω από το δυτικό πέρασμα πίσω μας‧ για αυτό και, καθώς προχωρούσαμε, εξεπλάγην από το ξαφνικό σκοτείνιασμα της καρβουνιασμένης μαυρίλας των βράχων. Κοιτώντας πίσω είδα πως αρκετές γκρίζες αέριες μάζες – θα μπορούσαν να είναι σύννεφα ή καπνός – μαζεύονταν αργά γύρω από τις κορφές που δέσποζαν πάνω από το πέρασμα‧ και μια από αυτές τις μάζες, υψώνοντας ένα ανάστημα δίχως μέλη, όρθια, κολοσσιαία, είχε παρεμβληθεί ανάμεσα σε εμάς και τον ήλιο.

Το πρόσεξαν κι οι άλλοι δύο. Το καλοκαίρι η νέφωση είναι πρωτόγνωρο φαινόμενο για αυτά τα άνυδρα βουνά, ενώ και η παρουσία καπνού θα ήταν δύσκολο να εξηγηθεί. Και πέρα από όλα αυτά, οι γκρίζες μάζες ήταν αυστηρά αποκομμένες η μια από την άλλη, και κατείχαν μια περίεργη αδιαφάνεια και οξύτητα περιγράμματος. Με μια πιο προσεκτική ματιά δεν έμοιαζαν με κανένα σύννεφο που είχαμε δει στη ζωή μας – είχαν μια περίεργη υπόνοια βάρους και στερεότητας. Έμοιαζαν να φουσκώνουν και να υψώνονται, πλησιάζοντάς μας μέσα από έναν γαλανό ουρανό όπου μέχρι στιγμής δεν υπήρχε ίχνος πνοής ανέμου. Πετούσαν με τρόπο ευθυτενή που θύμιζε τεράστιες κολώνες αλλά και γίγαντες που διασχίζουν μια απέραντη πεδιάδα.

Θαρρώ πως όλοι νιώσαμε μια προειδοποίηση, ασαφή αλλά άκρως επιτακτική. Μας είχανε μαντρώσει άγνωστες δυνάμεις – ήμασταν αποκομμένοι από κάθε οδό διαφυγής. Ξαφνικά, οι αχνοί θρύλοι του αρχαίου τόμου είχαν μετατραπεί σε απειλητική αλήθεια. Είχαμε φτάσει σε ένα μέρος κρυμμένων κινδύνων – και οι κίνδυνοι αυτοί μας είχαν εντοπίσει. Υπήρχε κάτι σβέλτο κι αδυσώπητο στην κίνηση των σύννεφων, κάτι που υπονοούσε νοημοσύνη. Τρομαγμένος ο Πόλντερ, είπε αυτό που ήδη σκεφτόμουν:

«Είναι οι φρουροί αυτού του τόπου! Μας εντόπισαν!»

Ακούσαμε μια άγρια φωνή από τον ιθαγενή. Ακολουθώντας το βλέμμα του είδαμε πως αρκετές από τις αφύσικες νεφομορφές είχαν εμφανιστεί στην κορυφή προς την οποία ανεβαίναμε, πάνω από το μεγαλιθικά ερείπια. Κάποιες υψώνονταν μισοκρυμμένες ακόμη από τα τείχη, σαν να ανέβλυζαν από τους προμαχώνες‧ άλλες στέκονταν στους ψηλότερους πύργους και πολεμίστρες, σφύζοντας με δυσοίωνη απειλή σαν την αντάρα της καταιγίδας.

Τότε με τρομερή ταχύτητα, πλήθος ακόμη νεφελώδεις παρουσίες υψώθηκαν ταυτόχρονα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, αναδυόμενες πίσω από τις σκελετωμένες κορυφές ή υλοποιούμενες ξάφνου στη μέση του ουρανού. Με την ίδια αστραπιαία ταχύτητα, σαν να υπάκουσαν σε μια σιωπηρή εντολή, μαζεύτηκαν όλες μαζί σε συγκλίνουσες γραμμές πάνω από τα απρόσιτα σαν αετοφωλιά ερείπια. Ολάκερη η πλαγιά γύρω μας, καθώς και η κοιλάδα πιο κάτω, βυθίστηκαν σε ένα παράξενο και φοβερό λυκόφως που θύμιζε ολική έκλειψη.

Ακόμη δε φύσαγε ούτε πνοή ανέμου. Η ατμόσφαιρα όμως είχε βαρύνει και μας πίεζε λες και κουβαλούσε τα φτερά μυριάδων κακοδαιμόνων. Συνειδητοποίησα πως ήμασταν σε εκτεθειμένη θέση, μιας και είχαμε σταματήσει σε ένα πλατύσκαλο της βουνοσκαμμένης σκάλας. Θα μπορούσαμε να είχαμε κρυφτεί ανάμεσα στα πελώρια θραύσματα της πλαγιάς‧ αλλά επί της παρούσης ήταν αδύνατο να κάνουμε έστω και την παραμικρή κίνηση. Η αραιή ατμόσφαιρα μας είχε αφήσει αδύναμους, λαχανιασμένους, ενώ το ψύχος του υψομέτρου μας είχε κατακλύσει.

Τα Σύννεφα συναθροίστηκαν ολόγυρα, πάνω μας. Υψώθηκαν στο ζενίθ, απλώθηκαν σε μια ανυπέρβλητη απεραντοσύνη. Οι μορφές τους σκοτείνιασαν σαν τους Τιτάνες στα Τάρταρα. Ο ήλιος είχε εξαφανιστεί‧ ούτε μια ισχνή αχτίδα δεν υπήρχε σαν ένδειξη πως το άστρο της ημέρας δεν είχε πέσει από τους αιθέρες, πως έστεκε ακόμη και δεν είχε καταστραφεί.

Ένιωσα να συντρίβομαι πάνω στο βράχο από το αόμματο βλέμμα της τρομερής αυτής ομήγυρης‧ ήταν σαν να με κρίνει και καταδικάζει. Είχαμε καταπατήσει μια περιοχή που προ πολλού είχε κυριευτεί από παράξενες στοιχειακές οντότητες. Είχαμε προσεγγίσει το ίδιο τους το κάστρο – και τώρα θα βρίσκαμε το χαμό μας, καταδικασμένοι από την βιασύνη και την απροσεξία μας. Αυτές οι σκέψεις πέρναγαν από το μυαλό μου σαν μαύροι κεραυνοί.

Τότε, για πρώτη φορά, άκουσα ένα ήχο – αν η λέξη αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάτι τόσο πρωτόγνωρο. Ήταν λες και η πίεση που ένιωθα απέκτησε φωνή, σαν απτοί κεραυνοί να χιμούσαν γύρω μου. Τους ένιωθα, τους άκουγα με κάθε νεύρο‧ βρυχιόνταν μέσα στο κεφάλι μου σαν νεροποντές που ξεχύνονται από τις ανοιχτές πύλες ενός τρομερού φράγματος που κρατάει πίσω του έναν κόσμο πνευμάτων.

Οι νεφελώδεις σύντροφοι κατέβηκαν αγριεμένοι πάνω μας με Ατλάντιες δρασκελιές δίχως να έχουν ανάγκη από άκρα. Είχανε την ορμητικότητα των ανέμων που σαρώνουν τις βουνοπλαγιές. Η ατμόσφαιρα σχίστηκε με τον σάλο χιλίων καταιγίδων και γέμισε με άμετρη στοιχειακή μοχθηρία. Θυμάμαι αποσπασματικά τα γεγονότα που ακολούθησαν‧ αλλά η εντύπωση μιας αφόρητης σκοτεινιάς, ενός δαιμονικού σάλου και ποδοπατήματος, και η πίεση θυελλωδών βαριών βηματισμών, θα παραμένει για πάντα ανεξίτηλη στο μυαλό μου. Ολόγυρα αντηχούσαν φωνές σαν πολεμικές σάλπιγγες θεών, αρθρώνοντας δυσοίωνες συλλαβές, ακατάληπτες από ανθρώπινα αυτιά.

Δεν μπορούσαμε ούτε στιγμή να σταθούμε μπροστά σε αυτές τις εκδικητικές Μορφές. Ριχτήκαμε με μανία στα σκοτεινιασμένα σκαλοπάτια της πελώριας σκάλας. Ο Πόλντερ και ο οδηγός ήταν λίγο πιο μπροστά μου: τους είδα μέσα σε αυτό το οδυνηρό λυκόφως, μέσα από χείμαρρους ξαφνικής βροχής, στην άκρη ενός βαθιού χάσματος που είχαμε παρακάμψει ανεβαίνοντας. Τους είδα να πηδούν μαζί – και όμως ορκίζομαι πως δεν έπεσαν μέσα στο χάσμα: καθώς αυτοί πήδηξαν μια από τις Μορφές συστράφηκε, τους έφτασε κι έσκυψε πάνω τους. Υπήρξε μια βλάσφημη, αδιανόητη συγχώνευση μορφών, σαν τα θεάματα που αποκαλύπτει ο υψηλός πυρετός‧ για μια στιγμή οι δύο άντρες ήταν σαν ατμοί που διογκώθηκαν, στροβιλιστήκαν και υψώθηκαν καθώς η γιγαντιαία μορφή τους κάλυψε. Το αποτρόπαιο σύνολο ήταν ένας ομιχλώδης Ιανός, δυο κεφάλια και σώματα που συντήκονταν έχοντας χάσει την ανθρωπιά τους μέσα σε αυτήν την υπερφυσική στήλη…

Μετά από αυτό δε θυμάμαι τίποτα, εκτός από μια αίσθηση ιλιγγιώδους πτώσης. Χάρη σε κάποιο θαύμα πρέπει να έφτασα στην άκρη του χάσματος και να έπεσα μέσα, δίχως να με αρπάξει κάποια μορφή όπως τους άλλους δύο. Το πώς δραπέτευσα από αυτήν την καταδίωξη των νεφελωδών Φυλάκων θα παραμείνει αιώνιο αίνιγμα. Ίσως, για κάποιο ανεξιχνίαστο δικό τους λόγο, μου επέτρεψαν να φύγω.

Όταν ξύπνησα, τα αστέρια έλαμπαν πάνω μου σαν παγωμένα αδιάφορα μάτια που ξεπροβάλουν από μαύρα οδοντωτά πέτρινα χείλη. Το δριμύ κρύο της ορεινής νύχτας κυριαρχούσε. Το σώμα μου πόναγε σε αμέτρητα σημεία και το δεξί μου χέρι αποδείχτηκε άκαμπτο και αχρηστευμένο όταν προσπάθησα να σηκωθώ. Μια σκοτεινή ομίχλη τρόμου κατέπνιγε τη σκέψη μου. Σηκώθηκα με επίπονη προσπάθεια και φώναξα, παρόλο που ήξερα πως κανείς δε θα απαντούσε. Έπειτα, άναψα σπίρτα, το ένα μετά το άλλο, και επιβεβαίωσα πως ήμουν ολομόναχος στο χάσμα. Δεν υπήρχε πουθενά κανένα ίχνος των συντρόφων μου: είχαν χαθεί τελείως – όπως χάνονται τα σύννεφα…

Παρά το σπασμένο χέρι, εκείνη τη νύχτα κάπως κατάφερα να βγω από την απότομη σχισμή, να κατέβω την τρομακτική βουνοπλαγιά και να αφήσω πίσω μου εκείνη την ανώνυμη, φυλαγμένη, στοιχειωμένη περιοχή. Θυμάμαι πως ο ουρανός ήταν καθαρός και πως κανένα σύννεφο δε θόλωνε τα αστέρια. Κάπου στην κοιλάδα βρήκα ένα από τα λάμα που είχαμε αφήσει, φορτωμένο ακόμη με τις προμήθειές μας…

Καταφανώς οι Φύλακες δε με κυνήγησαν. Ίσως τους απασχολούσε μονάχα η φύλαξη της μυστηριώδους αρχέγονης πόλης από ανθρώπινους εισβολείς. Δεν πρόκειται ποτέ να μάθω το μυστικό αυτών των ερειπωμένων τειχών και κατεστραμμένων οχυρών, ούτε την τύχη των συντρόφων μου. Αλλά ακόμη, στα νυχτερινά μου όνειρα και τα ημερινά μου οράματα, οι σκοτεινές εκείνες Μορφές κινούνται με το θόρυβο και τη βροντή χιλίων καταιγίδων‧ και η ψυχή μου συντρίβεται επί της γης με το φορτίο της εγγύτητάς Τους‧ Αυτοί περνάνε πάνω μου με την ταχύτητα και την απεραντοσύνη εκδικητικών θεών‧ κι εγώ ακούω τις φωνές Τους να ηχούν σαν ουράνιες σάλπιγγες, με δυσοίωνες συλλαβές που σείουν τον κόσμο, ασύλληπτες από το ανθρώπινο αυτί.

Μετάφραση: Χρυσόστομος Τσαπραΐλης

The Cult of Seryia in east Thessaly

I recently wrote a folk horror short story for a local literary magazine. The plot changed quite a lot during writing and some of the changes were due to my thinking of how the material could be also used as the basis for a small-scale RPG setting. Here are most of the salvageable aspects:

Amidst the tree-nurtured shadows of west Pelion mountain (or any other seaside wilderness) survives a centuries-spanning cult. This cult worships Seryia, a woman chained at the bottom of the Pagasetic bay (/in the bottom of the nearest sea). A thousand years ago she was a great artisan who sculpted stones into people – such was her skill, such the life-likeness of the forms she created out of rock, that the sculpted stones were convinced that they were humans and so they walked, breathed and talked. They even built a small village, promptly forgetting that they ever were stones.

A lawful goddess (Holy Mary in the story) was enraged with Seryia; she could not abide the chaos and fluidity of forms that the latter’s art expressed and realised. She descended to the unnamed village one day and whispered to the ear of every villager, reminding them that they never stopped being rocks. As soon as the words were said, each villager turned back into plain, formless stone. The village was lost and angels scattered the stones all over the sea and mountain.

Seryia was imprisoned beneath the waves, bound with chains made of constellations and sunlight. Her needles, the tools of her trade, were hidden by the goddess/Mary. Seryia has since been in an unbreakable underwater slumber. Only when the night sky is covered with clouds does the bonds’ strength lessen somewhat, and Seryia’s dreams start looking for her needles. Their shadow can be seen in sea caves, beneath the waves and in silent beaches.

The cult appeared almost immediately after Seryia’s imprisonment and has been searching ever since. Their uttermost goal is of course to liberate their artisan/saint. This involves not only finding the exact location of Seryia’s prison, but also finding her two needles, the only items supposedly able to shatter her bonds.

Being unable to locate either, the members of the cult wander the countryside and the sea all year round, looking for the stones that the goddess/Mary scattered in earth and sea. The ones they find they place on the  cliffs above the sea. One night per year, on the anniversary of Seryia’s imprisonment, they visit those standing stones and carve faces and bodies on them with their nails and burned sticks, and then they proceed to question them in a ritualized way, for directions about the needles’ location. Sometimes the faces answer, albeit in cryptic fashion.

Some facts about the cultists:

  • They wear thick long dresses drenched in sea salt and dark mud. They are difficult to visually spot in the night, though the salty smell can betray them if far from the sea.
  • Their figures are horrible to behold; even faeries and goblins (the latter like to dance with their gold coins) run in terror when they appear.
  • When searching, their figures are short, gnarly and resemble ruined wells. Salt water always trickles from their right sleeve. When standing still they can be mistaken for an abandoned well – any who tries to look down the well hole may fall in their enormous pockets.
  • They wear metal fingernails which plow the ground, tracing strange patterns throughout the countryside. Some of these trails are magical; if crossed by a non-cultist they may create various effects (cause a very localised rain of frogs, sound a hollow bell-like alarm, turn back the clock by half an hour, etc)
  • When on land they mostly wander through wind-lashed coasts and low trees.
  • They search in natural holes of the earth and in any abandoned chimneys they can find (sometimes in working chimneys, too).
  • They open graves so as to shake the longer bones, to listen if the goddess/Mary hid the needles inside.
  • They take the oars from any grounded boat, and break them upon rocks to reveal their insides.

Abhartach – Το Κελτικό βαμπιρικό ελατήριο

Ο πιο ενστικτώδης αλλά και λιγότερο πρακτικός ή αποτελεσματικός τρόπος για να διαβάσεις μια εγκυκλοπαίδεια ή λεξικό είναι να ξεκινήσεις από την αρχή. Το ότι η αποδοτικότητα είναι μια απείρως υπερεκτιμημένη έννοια κάνει αυτομάτως συμπαθή αυτόν τον τρόπο ανάγνωσης. Επίσης, μιας και τα γράμματα των αλφάβητων φέρουν αρκετή δύναμη από μόνα τους ως σύμβολα που έχουν φορτιστεί από εκατομμύρια/δισεκατομμύρια ατόμων, η γραμμική πορεία εντός μιας εγκυκλοπαίδειας μπορεί να είναι μια εν δυνάμει μαντική υπόθεση (όπως μαντικές τεχνικές μπορεί να είναι και το άνοιγμα τόμων σε τυχαίες σελίδες ή το πάτημα τυχαίου λήμματος στη Wikipedia).  Δυστυχώς, το ζήτημα με τις κοινές εγκυκλοπαίδειες είναι πως αναπόφευκτα, λόγω του θεματικού εύρους των περιεχομένων τους, η πλειοψηφία των θεμάτων θα είναι εκτός των ενδιαφερόντων των περισσοτέρων αναγνωστών, και άρα βαρετή για αυτούς.

Στην περίπτωση όμως ειδικευμένων εγκυκλοπαιδειών, θεματικά περιορισμένων, τα πράγματα αλλάζουν. Εκεί υπάρχει μια θάλασσα από λήμματα σχετικά με το αντικείμενο της εκάστοτε εγκυκλοπαίδειας – για να ανοίξει κάποιος την όποια θεματική εγκυκλοπαίδεια, οι πιθανότητες λένε πως έχει ένα άλφα ενδιαφέρον για το εν λόγω θέμα.

Το αντικείμενο της Encyclopedia of Vampire Mythology της Theresa Bane είναι προφανές από τον τίτλο. Ξεκίνησα λοιπόν να τη διαβάζω από την αρχή, από το “A”, μιας και δύσκολα θα θεωρήσω ως ενοχλητικά αδιάφορη κάποια μυθολογική βαμπιρική καταχώρηση. Μπορεί το πρώτο λήμμα, Abchanchu (Βολιβιανό βαμπίρ με τη μορφή καλόβολου γέρου), να μην άφηνε πολλά περιθώρια σχολιασμού, το αμέσως επόμενο όμως ήτανε άκρως σαγηνευτικό.

Ένα από τα αρχαιότερα βαμπιρικά πλάσματα της Δυτικής Ευρώπης είναι ο πάλαι ποτέ Κέλτης Abhartach, που έδρασε πριν αρκετούς αιώνες στην περιοχή Slaghtaverty της σημερινής Βορείου Ιρλανδίας. Τρία ήταν τα χαρακτηριστικά του Abhartach: τυραννικός άρχοντας, ισχυρός μάγος και ανάστημα αφύσικα κοντό (τα δυο τελευταία στις νησιώτικες Κελτικές χώρες εύκολα σηματοδοτούν αλλόκοσμη προέλευση).

Οι ιστορίες συμφωνούν στα εξής: ο Abhartach ήταν ένας δεσποτικός άρχοντας που καταδυνάστευε τους υποτελείς του. Όταν πέθανε (εδώ υπάρχει μια διχογνωμία ως προς τον τρόπο, βλέπε παρακάτω) θάφτηκε όρθιος μέσα στον τάφο, σύμφωνα με το συνήθειο για τους αρχόντους της εποχής. Την επόμενη κιόλας ημέρα, ο Abhartach επέστρεψε στον οικισμό και απαίτησε από όλους τους υπηκόους του να ματώσουν μέσα στο προσωπικό του δοχείο για να πιει – κανονικός φόρος αίματος. Ο Abhartach ξαναθανατώνεται έπειτα από κάποιες μέρες (πάλι υπάρχουν διαφορές ανάλογα με την εκδοχή), αλλά επιστρέφει αμέσως, σα να μην έγινε τίποτα, ζητώντας το καθιερωμένο ξέχειλο κύπελλο. Εν τέλει απαιτείται η συμβολή ενός δρυίδη, ο οποίος συμβουλεύει το σωστό τρόπο ταφής: ο νεκροζώντανος πρέπει να θαφτεί κατακόρυφα, με το κεφάλι κάτω όμως (σε κάποιες εκδοχές πρέπει προηγουμένως να τρυπηθεί με ραβδί από πουρνάρι), και από πάνω του να υψωθούν λιθάρια. Έτσι το πλάσμα παγιδεύεται, δίχως όμως να πεθάνει πραγματικά – ακόμη και σήμερα είναι επικίνδυνο για όποιον πλησιάσει στον τάφο του.

Όσον αφορά το πως πεθαίνει αρχικά ο Abhartach, οι περισσότερες εκδοχές αναφέρουν πως ο απηυδισμένος λαός ζήτησε από τον πολέμαρχο Fionn mac Cumhaill να φονεύσει τον τύραννο. Στην εκδοχή που υπάρχει στην Encyclopedia της Theresa Bane, ο νάνος-μάγος τρέφει τρομερή κτητικότητα και ζήλια για τη γυναίκα του· ένα βράδυ σκαρφαλώνει στον τοίχο του σπιτιού τους, προσπαθώντας να φτάσει στο παράθυρο της κρεβατοκάμαρας με την ελπίδα να την πιάσει σε κάποια απιστία. Γλιστράει όμως στο πρεβάζι και σκοτώνεται από την πτώση.

Όπως και να έχει, ο Abhartach είχε προνοήσει να κάνει contingency ξόρκι, έτσι ώστε με το θάνατό του να γίνει νεκροζώντανος. Ένα πλάσμα κυριολεκτικά απέθαντο: ο δρυίδης αναγνωρίζει πως το πλάσμα δε γίνεται να πεθάνει αμετάκλητα, παρά μόνο να παγιδευτεί μέσα στο σκάμμα του τάφου με τα λιθάρια άνωθεν. Ο ήλιος δε φαίνεται να ενοχλεί το ον, μιας και αναφέρεται ρητά πως είναι μέρα όταν έρχεται στον οικισμό για το φόρο αίματος.

Σχετικά με τους μετέπειτα θανάτους του Abhartach, στην εκδοχή που ο Fionn mac Cumhaill είναι ο αρχικός φονιάς, το ίδιο άτομο συνεχίζει να σκοτώνει ανεπιτυχώς το νεκροζώντανο. Στην εκδοχή της Bane οι υποτελείς μισθώνουν κάποιο δολοφόνο για να κάνει τη δουλειά.

Υπάρχει μια διαμάχη όσον αφορά το κατά πόσο οι βαμπιρικές, αιματολαγνικές λεπτομέρειες του θρύλου έχουν προστεθεί πολύ πρόσφατα, ιδίως γιατί ο θρύλος έχει χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη της Ιρλανδικής αφετηρίας του Bram Stoker όσον αφορά το Dracula. Αυτή η διαμάχη είναι κάτι που δεν αφορά το παρόν κείμενο· ο συγκεκριμένος θρύλος έχει μια συνολική δύναμη ως έχει, άσχετα αν κάποια τμήματά της είναι χιλιετίες νεότερα από κάποια άλλα.

Ίσως το πιο αξιοσημείωτο από τα περιεχόμενα της ιστορίας είναι ο τρόπος με τον οποίο το νεκροζώντανο πλάσμα επιστρέφει μετά από κάθε φορά που πεθαίνει: πηγαίνει στους υποτελείς του και απαιτεί το φόρο αίματος, χωρίς ωστόσο να κάνει κάποια νύξη για τις απόπειρες εναντίον της ζωής του, λες κι αυτές δεν έγιναν ποτέ. Είναι σαν ένα ελατήριο που λυγίζει ασύγχρονα με το Χρόνο, σαν ένα παθιασμένο αυτόματο εκτός Ιστορίας: ένα πλάσμα που έχει ξεφύγει από τον κυκεώνα των συνεπειών, από το αίτιο και το αιτιατό. Αυτό είναι που δίνει και τον άκρως παράκοσμο αέρα στο πλάσμα, πέρα και πάνω από την ίδια την απέθαντη φύση του. Δεν είναι μόνο ο φαινότυπος και η διατροφή που τον ξεχωρίζουν από τους ζωντανούς, αλλά και η ίδια η συμπεριφορά όσον αφορά τη μνήμη και τα συμβάντα. Αυτό είναι το σημάδι ενός πραγματικά μη ανθρώπινου πλάσματος, και όχι κάποιο τρομακτικό κάλυμμα που απλά κρύβει από κάτω ανθρώπινα χαρακτηριστικά προσωπικότητας και συμπεριφοράς.


Βιβλιογραφία:

Encyclopedia of Vampire Mythology, Theresa Bane

The Dolmens of Ireland, Borlase

Folklore and the Fantastic, Harris

 

 

 

 

 

Knowledge & Conversation of the Holy Guardian Owls

Ο σημαντικότερος ίσως στόχος του οικοδομήματος της Δυτικής Μαγείας (τουλάχιστον για όσους από εμάς δεν τον έχουμε πετύχει ήδη) είναι η επιτυχημένη σύνδεση με την αξιοπερίεργη οντότητα Holy Guardian Angel μας, διαδικασία γνωστή ως Knowledge & Conversation of the Holy Guardian Angel. Ουσιαστικά μια επαφή με κάτι τελείως εκτός της συνείδησης: θεότητα, ανώτερος εαυτός, συμβουλάτορας υπάλληλος των Ακασσικών Αρχείων, μια έλλογη κύστη του γιουνγκιανού συλλογικού ασυνείδητου, η νοημοσύνη του υπέρ-οργανισμού του οποίου είμαστε κύτταρα, κουκουβάγιες, ή οτιδήποτε άλλο. Η οποία επαφή αυτή αλλάζει το μάγο ριζικά – ο Crowley θα έλεγε πως τον εναρμονίζει με το Πραγματικό Θέλημά του. Όχι μονάχα προνόμιο της δυτικής παράδοσης, η ρηξικέλευθη αυτή επαφή με μια διάνοια εκτός της συνείδησής, είναι λίγο πολύ στα θεμέλια κάθε μαγικής παράδοσης, από τον (δια των πνευμάτων) διαμελισμό και επανακατασκευή του σαμάνου ως τις μάχες υπέρβασης και κατακερματισμού του υπάρχοντος Εγώ στην ανατολή. Το τί γίνεται μετά την Συνομιλία, το πώς αλλάζει η μονάδα-μάγος, και κυρίως το πως κινείται και αλληλεπιδρά μέσα σε ένα κόσμο τον οποίο πλέον βιώνει διαφορετικά, είναι μια συνεχής πραγματική απορία μου, τουλάχιστον μέχρι να επιτύχω κι εγώ τη Γνώση και Συνομιλία.

Ξαναείδα τις τελευταίες εβδομάδες τις δύο παλιές σεζόν του Twin Peaks, έχοντας στο μυαλό μου ένα ποστ φίλου στο οποίο ανέφερε πως αυτό που κάνει τον Agent Cooper τόσο απολαυστικό και συμπαθή χαρακτήρα είναι το ότι πρόκειται για έναν ενήλικο που έχει αποκτήσει Σοφία, κι έπειτα, οπλισμένος με αυτή, έχει επανέλθει σε μια παιδική θέαση/θεώρηση του κόσμου (worldview – επίσης δεν υπάρχει καμία αρνητική χροιά στη λέξη «παιδική» εδώ). Οπλισμένος με τη σειρά μου με το πρίσμα του εν λόγω ποστ, συνειδητοποίησα, από τα αρχικά επεισόδια της πρώτης σεζόν ακόμη, πως ο αγαπητός Dale Cooper απεικονίζει θεσπέσια το πως μπορεί ένα ενήλικο άτομο να κυριαρχείται από τον παιδικό τρόπο αντίληψης και αντίδρασης – έναν κατεξοχήν μαγικό τρόπο, σίγουρα διάφορο του αμιγώς ορθολογιστικού – και συνάμα να μην φαντάζει γκροτέσκο ή αστείο, αλλά απλά αξιοζήλευτο.

Ο Cooper, πέρα από την εκπαίδευση και την έως τώρα εμπειρία του, εμπιστεύεται τα όνειρά του και τη μαντική τέχνη όσον αφορά την πορεία του τόσο εντός της ζωής όσο και των υποθέσεων που καλείται να εξιχνιάσει. Και αποκομίζει το όφελος αυτής της εμπιστοσύνης, καθώς η πραγματικότητα γύρω του ανταποκρίνεται, υπακούοντας στους οιωνούς και αλλοιώνοντας τους θεωρούμενους ως άθραυστους φυσικούς νόμους του κυρίαρχου παραδείγματος – όπως ακριβώς βλέπει τον κόσμο ένα παιδί, ειδικά στα νεότατα χρόνια του. Ο Cooper δείχνει μια παντελή έλλειψη κυνισμού, σαρκασμού και ειρωνείας, τούτων των τοξικότατων αποσκευών της ενήλικης ζωής. Ένας Cooper που βυθίζεται με όλο του το είναι στην απόλαυση μιας μηλόπιτας (δίχως να σνομπάρει τις φαινοτυπικές αντιδράσεις της απόλαυσής του) και εξωτερικεύει με σχεδόν απίθανη ειλικρίνεια τα συναισθήματά του. Κάτι το ιδιαιτέρως αναζωογονητικό εν μέσω ενός ίντερνετ που έχει τοτεμοποιήσει λατρευτικά το μηδενισμό, το σκεπτικισμό και την αποστασιοποίηση από τον αγνό ενθουσιασμό. Και το μαγικό στοιχείο με όλο αυτό είναι το προαναφερθέν: δε δείχνει γκροτέσκος, ή ηλίθιος, όπως είθισται να θεωρείται όποιο άτομο δε συμβαδίζει συμπεριφορικά με τον αποδεκτό για την ηλικία του τρόπο σκέψης (ειδικά αν ολισθαίνει προς τα πίσω στον ηλικιακό άξονα). Σε αυτό βοηθάει σίγουρα το γεγονός πως ο Cooper πατάει γερά τα πόδια του και στις δυο όψεις του κόσμου (μαγική και κυρίαρχη), και δεν ξεχνάει τις περισσότερες από τις κοινωνικές ή επαγγελματικές συμβάσεις, τουλάχιστον όταν πραγματικά αυτές χρειάζονται.

Μια παρατήρηση εδώ: αναγνωρίζω πως η ανοχή της συμπεριφοράς του Agent Cooper έχει σίγουρα να κάνει και με την προνομιούχα θέση του, ως πράκτορα του FBI και ως λευκού άνδρα. Ειδικά το πρώτο έχει μεγάλη βαρύτητα, τουλάχιστον εντός του law enforcement κύκλου στον οποίο κινείται κατά τη διάρκεια των ερευνών – έχει την εξουσία να προτείνει και να επιβάλλει τις ανορθόδοξες μεθόδους του (και φυσικά η δεκτικότητα τόσο του Deputy Hawk όσο και του Sheriff Truman ως προς το υπερφυσικό τον βοηθούν). Σε άλλη περίπτωση θα μπορούσε κάλλιστα να είχε καταλήξει σε ψυχιατρείο, ως αντικείμενο χλεύης, ή ως κάτι το ακίνδυνα αξιοπερίεργο, ένας τρελός του χωριού, μια Log Lady.

Εικάζω πως η κοσμοθεώρηση του Cooper και η εκπορεύουσα εξ αυτής συμπεριφορά είναι μια πολύ πιθανή εκδοχή του πώς μπορεί να είναι ένα άτομο μετά την Knowledge & Conversation of the Holy Guardian Angel. Επανάκτηση της μαγικής θεώρησης της παιδικής ηλικίας, ενισχυμένης με την εμπειρία και σοφία της έως τώρα πορείας, με αποτέλεσμα ένα κράμα που σχεδόν εκπέμπει φως κανονικό φως, σε φάση να σε ζεσταίνει και να σε φωτίζει λίγο. Μέσα από αυτή τη θεώρηση η μαγεία αρχίζει να λειτουργεί – οι οιωνοί του Cooper είναι ολόσωστοι και η μαντική τελετή πετυχαίνει θριαμβευτικά, το δαχτυλίδι του πράγματι εξαφανίζεται στην κατοχή του Γίγαντα έως τη στιγμή που πρέπει, κ.ο.κ. Και αυτό το κλικ του μαγικού διακόπτη δεν είναι ακριβώς θέμα πεισματικής πίστης, αλλά κυρίως ριζικής αλλαγής οπτικής, μια μετάβαση από ένα νοητικό «Πιστεύω ή δεν πιστεύω ή θα ήθελα να πιστεύω πως ο κόσμος λειτουργεί έτσι» σε ένα ολόσωμο και ολοπνεύματο «Ξέρω και πάντα ήξερα πως έτσι λειτουργούσε, έστω κι αν κάποτε ξέχασα για ένα διάστημα». Στο βιβλίο “The Re-enchantment of the World” ο Morris Berman καταλήγει στο προσωπικό συμπέρασμα πως κατά το Μεσαίωνα (ή γενικότερα προ Διαφωτισμού) όταν οι άνθρωποι έβλεπαν μάγισσες να πετάνε, το μόλυβδο να μετατρέπεται σε χρυσό, τα πνεύματα των δέντρων να μιλάνε, αυτά τα φαινόμενα όντως συνέβαιναν γιατί η μαγική κοσμοθεωρία έχει τα εργαλεία για να τα αντιληφθεί. Έτσι και η Knowledge & Conversation of the Holy Guardian Angel του σήμερα θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένας τρόπος επανάκτησης του τρόπου θέασης μιας άλλης οργάνωσης της πραγματικότητας.

Τέλος μια προβολή της πορείας του Cooper στην ανοδική πορεία του μάγου επί του Καβαλιστικού Δέντρου της Ζωής: Αν κατά την ανάβαση του Δέντρου η Knowledge & Conversation βρίσκεται στο Τίφαρεθ, το έκτο Σέφιροθ, και αν πρέπει να προηγηθεί αυτής η Dark Night of the Soul, τότε πολύ πιθανώς η Γνώση & Συνομιλία να έλαβε χώρα κάπου μετά τον τραυματισμό του Cooper από τον πρώην συνάδελφό του, Windom Earle, κάποια χρόνια πριν έρθει στο Twin Peaks. Από την άλλη, η ανάβαση στο Δέντρο δε σταματάει στο Τίφαρεθ. Η άβυσσος παρεμβάλλεται ανάμεσα στην «κάτω» επτάδα και την ανώτερη σεφιροθική τριάδα. Το Black Lodge κάλλιστα θα μπορούσε να είναι αυτή η άβυσσος, την οποία πρέπει να διασχίσει η οντότητα στην πορεία προς την ανώτερη τριάδα του Δέντρου. Και στα 25 χρόνια που παραμένει στην άβυσσο διασχίζοντάς την ο Dale Cooper, το κλιφοθικό του είδωλο αφήνει μαλλί και αποκτά ένα γούστο για τα δερμάτινα καθώς οργώνει τον απάνω κόσμο.

The Nacirema people

north_america_1797

The life of the Nacirema people of North America, a tribe with a surprisingly developed market economy, is characterized by rituals and practices that we would consider alien, barbarous, and even going contrary to the self-preservation instincts. The late anthropologist Horace Miner’s extensive studies of the tribe culminated in the “Body Ritual among the Nacirema” paper*, originally published in 1958. Let’s take a look at a few selected parts, the first of them concerned with the ritual visits of the tribesmen to a member of a sacerdotal order:

In addition to the private mouth–rite, the people [of the Nacirema tribe] seek out a holy–mouth–man once or twice a year. These practitioners have an impressive set of paraphernalia, consisting of a variety of augers, awls, probes, and prods. The use of these objects in the exorcism of the evils of the mouth involves almost unbelievable ritual torture of the client. The holy–mouth–man opens the client’s mouth and, using the above mentioned tools, enlarges any holes which decay may have created in the teeth. Magical materials are put into these holes. If there are no naturally occurring holes in the teeth, large sections of one or more teeth are gouged out so that the supernatural substance can be applied. In the client’s view, the purpose of these ministrations is to arrest decay. The extremely sacred and traditional character of the rite is evident in the fact that the natives return to the holy–mouth–men year after year, despite the fact that their teeth continue to decay.

[…]One has but to watch the gleam in the eye of a holy–mouth–man, as he jabs an awl into an exposed nerve, to suspect that a certain amount of sadism is involved. If this can be established, a very interesting pattern emerges, for most of the population shows definite masochistic tendencies. It was to these that Professor Linton referred in discussing a distinctive part of the daily body ritual which is performed only by men. This part of the rite involves scraping and lacerating the surface of the face with a sharp instrument.”

Upon reading this excerpt for the first time, an image that came into my mind was that of a sacred mountainous retreat (namely the seat of power of the holy men) and a winding, narrow path, upon which the tribesmen traveled each year on their pilgrimage to the holy-mouth-men. Though never mentioned inside the text, a mountain (or at least a hilltop) is a somewhat obvious locale for the temple: in the text it is strongly implied that the people of the tribe consider the holy men keepers of power and somewhat apart and above them; it is also implied that the Nacirema travel to visit the holy-mouth-men in a sort of yearly pilgrimage; “the people seek out a holy–mouth–man once or twice a year” – “seek out” has a tone of the adventurous, of a quest for something that is not readily available, something or someone outside the daily-life plateau. Even the “naturally occurring holes in the teeth” evoke images of caves and rock formations. As for the sadism and masochistic aspects of Nacimera, they are already established via the horrendous practices mentioned above.

The following excerpt concerns ceremonies taking place in specialized temples named latipso:

The latipso ceremonies are so harsh that it is phenomenal that a fair proportion of the really sick natives who enter the temple ever recover. Small children whose indoctrination is still incomplete have been known to resist attempts to take them to the temple because “that is where you go to die.” Despite this fact, sick adults are not only willing but eager to undergo the protracted ritual purification, if they can afford to do so. No matter how ill the supplicant or how grave the emergency, the guardians of many temples will not admit a client if he cannot give a rich gift to the custodian. Even after one has gained admission and survived the ceremonies, the guardians will not permit the neophyte to leave until he makes still another gift.

The supplicant entering the temple is first stripped of all his or her clothes. In everyday life the Nacirema avoids exposure of his body and its natural functions. Bathing and excretory acts are performed only in the secrecy of the household shrine, where they are ritualized as part of the body–rites. Psychological shock results from the fact that body secrecy is suddenly lost upon entry into the latipso . A man, whose own wife has never seen him in an excretory act, suddenly finds himself naked and assisted by a vestal maiden while he performs his natural functions into a sacred vessel. This sort of ceremonial treatment is necessitated by the fact that the excreta are used by a diviner to ascertain the course and nature of the client’s sickness.[…] From time to time the medicine men come to their clients and jab magically treated needles into their flesh. The fact that these temple ceremonies may not cure, and may even kill the neophyte, in no way decreases the people’s faith in the medicine men.

A place closer to the underworld (“that is where you go to die”), an occult temple of a rich religious elite which must be gorged in gifts. Even the removal of the clothes is reminiscent of cthonic mythology (for instance Ishtar’s descent to the Underworld involves the gradual discarding of her clothes and ornaments).

The fact that the Nacirema in everyday life avoid exposure of their bodies and their natural functions (i.e. excretory acts), if taken into account along with their earlier mentioned obsession with the extraction of teeth and the scraping of the face, leads to the image of a tribe that has demonized the body. It considers it shameful and glorifies pain inflicted upon it as purificatory. Note also the largely patriarchal nature of the latipso temple clergy: the vestal maidens assist, while the medicine men are those having a substantial, energetic, leading role in the healing rituals.

The final excerpt refers to the tribe’s reproductive taboos:

Reference has already been made to the fact that excretory functions are ritualized, routinised, and relegated to secrecy. Natural reproductive functions are similarly distorted. Intercourse is taboo as a topic and scheduled as an act. Efforts are made to avoid pregnancy by the use of magical materials or by limiting intercourse to certain phases of the moon. Conception is actually very infrequent. When pregnant, women dress so as to hide their condition. Parturition takes place in secret, without friends or relatives to assist, and the majority of women do not nurse their infants.

As with the other bodily functions, intercourse is taboo among the Nacirema – it is obvious that these people have a deeply instilled fear and abhorrence of their bodies. All things coming out of the body are shameful, even infants, which are born in secrecy and are not even nursed by their mothers in most cases. See also how intercourse is limited by the lunar phases, a clear indication of its ritualized nature.

—————————————————————————————————————————–

Let’s change the subject: Palindromes are (among other things) words that read the same backwards as forward. Two of the most famous palindromes are the Byzantine “ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ” and the Roman “SATOR AREPO TENET OPERA ROTAS.” They usually offer a pleasant sense of fulfillment if someone discovers their palindrome nature on his own. (This paragraph contains a hint towards another layer of the Nacirema peoples)

*Body Ritual Among The Nacirema