The Cult of Seryia in east Thessaly

I recently wrote a folk horror short story for a local literary magazine. The plot changed quite a lot during writing and some of the changes were due to my thinking of how the material could be also used as the basis for a small-scale RPG setting. Here are most of the salvageable aspects:

Amidst the tree-nurtured shadows of west Pelion mountain (or any other seaside wilderness) survives a centuries-spanning cult. This cult worships Seryia, a woman chained at the bottom of the Pagasetic bay (/in the bottom of the nearest sea). A thousand years ago she was a great artisan who sculpted stones into people – such was her skill, such the life-likeness of the forms she created out of rock, that the sculpted stones were convinced that they were humans and so they walked, breathed and talked. They even built a small village, promptly forgetting that they ever were stones.

A lawful goddess (Holy Mary in the story) was enraged with Seryia; she could not abide the chaos and fluidity of forms that the latter’s art expressed and realised. She descended to the unnamed village one day and whispered to the ear of every villager, reminding them that they never stopped being rocks. As soon as the words were said, each villager turned back into plain, formless stone. The village was lost and angels scattered the stones all over the sea and mountain.

Seryia was imprisoned beneath the waves, bound with chains made of constellations and sunlight. Her needles, the tools of her trade, were hidden by the goddess/Mary. Seryia has since been in an unbreakable underwater slumber. Only when the night sky is covered with clouds does the bonds’ strength lessen somewhat, and Seryia’s dreams start looking for her needles. Their shadow can be seen in sea caves, beneath the waves and in silent beaches.

The cult appeared almost immediately after Seryia’s imprisonment and has been searching ever since. Their uttermost goal is of course to liberate their artisan/saint. This involves not only finding the exact location of Seryia’s prison, but also finding her two needles, the only items supposedly able to shatter her bonds.

Being unable to locate either, the members of the cult wander the countryside and the sea all year round, looking for the stones that the goddess/Mary scattered in earth and sea. The ones they find they place on the  cliffs above the sea. One night per year, on the anniversary of Seryia’s imprisonment, they visit those standing stones and carve faces and bodies on them with their nails and burned sticks, and then they proceed to question them in a ritualized way, for directions about the needles’ location. Sometimes the faces answer, albeit in cryptic fashion.

Some facts about the cultists:

  • They wear thick long dresses drenched in sea salt and dark mud. They are difficult to visually spot in the night, though the salty smell can betray them if far from the sea.
  • Their figures are horrible to behold; even faeries and goblins (the latter like to dance with their gold coins) run in terror when they appear.
  • When searching, their figures are short, gnarly and resemble ruined wells. Salt water always trickles from their right sleeve. When standing still they can be mistaken for an abandoned well – any who tries to look down the well hole may fall in their enormous pockets.
  • They wear metal fingernails which plow the ground, tracing strange patterns throughout the countryside. Some of these trails are magical; if crossed by a non-cultist they may create various effects (cause a very localised rain of frogs, sound a hollow bell-like alarm, turn back the clock by half an hour, etc)
  • When on land they mostly wander through wind-lashed coasts and low trees.
  • They search in natural holes of the earth and in any abandoned chimneys they can find (sometimes in working chimneys, too).
  • They open graves so as to shake the longer bones, to listen if the goddess/Mary hid the needles inside.
  • They take the oars from any grounded boat, and break them upon rocks to reveal their insides.

Abhartach – Το Κελτικό βαμπιρικό ελατήριο

Ο πιο ενστικτώδης αλλά και λιγότερο πρακτικός ή αποτελεσματικός τρόπος για να διαβάσεις μια εγκυκλοπαίδεια ή λεξικό είναι να ξεκινήσεις από την αρχή. Το ότι η αποδοτικότητα είναι μια απείρως υπερεκτιμημένη έννοια κάνει αυτομάτως συμπαθή αυτόν τον τρόπο ανάγνωσης. Επίσης, μιας και τα γράμματα των αλφάβητων φέρουν αρκετή δύναμη από μόνα τους ως σύμβολα που έχουν φορτιστεί από εκατομμύρια/δισεκατομμύρια ατόμων, η γραμμική πορεία εντός μιας εγκυκλοπαίδειας μπορεί να είναι μια εν δυνάμει μαντική υπόθεση (όπως μαντικές τεχνικές μπορεί να είναι και το άνοιγμα τόμων σε τυχαίες σελίδες ή το πάτημα τυχαίου λήμματος στη Wikipedia).  Δυστυχώς, το ζήτημα με τις κοινές εγκυκλοπαίδειες είναι πως αναπόφευκτα, λόγω του θεματικού εύρους των περιεχομένων τους, η πλειοψηφία των θεμάτων θα είναι εκτός των ενδιαφερόντων των περισσοτέρων αναγνωστών, και άρα βαρετή για αυτούς.

Στην περίπτωση όμως ειδικευμένων εγκυκλοπαιδειών, θεματικά περιορισμένων, τα πράγματα αλλάζουν. Εκεί υπάρχει μια θάλασσα από λήμματα σχετικά με το αντικείμενο της εκάστοτε εγκυκλοπαίδειας – για να ανοίξει κάποιος την όποια θεματική εγκυκλοπαίδεια, οι πιθανότητες λένε πως έχει ένα άλφα ενδιαφέρον για το εν λόγω θέμα.

Το αντικείμενο της Encyclopedia of Vampire Mythology της Theresa Bane είναι προφανές από τον τίτλο. Ξεκίνησα λοιπόν να τη διαβάζω από την αρχή, από το “A”, μιας και δύσκολα θα θεωρήσω ως ενοχλητικά αδιάφορη κάποια μυθολογική βαμπιρική καταχώρηση. Μπορεί το πρώτο λήμμα, Abchanchu (Βολιβιανό βαμπίρ με τη μορφή καλόβολου γέρου), να μην άφηνε πολλά περιθώρια σχολιασμού, το αμέσως επόμενο όμως ήτανε άκρως σαγηνευτικό.

Ένα από τα αρχαιότερα βαμπιρικά πλάσματα της Δυτικής Ευρώπης είναι ο πάλαι ποτέ Κέλτης Abhartach, που έδρασε πριν αρκετούς αιώνες στην περιοχή Slaghtaverty της σημερινής Βορείου Ιρλανδίας. Τρία ήταν τα χαρακτηριστικά του Abhartach: τυραννικός άρχοντας, ισχυρός μάγος και ανάστημα αφύσικα κοντό (τα δυο τελευταία στις νησιώτικες Κελτικές χώρες εύκολα σηματοδοτούν αλλόκοσμη προέλευση).

Οι ιστορίες συμφωνούν στα εξής: ο Abhartach ήταν ένας δεσποτικός άρχοντας που καταδυνάστευε τους υποτελείς του. Όταν πέθανε (εδώ υπάρχει μια διχογνωμία ως προς τον τρόπο, βλέπε παρακάτω) θάφτηκε όρθιος μέσα στον τάφο, σύμφωνα με το συνήθειο για τους αρχόντους της εποχής. Την επόμενη κιόλας ημέρα, ο Abhartach επέστρεψε στον οικισμό και απαίτησε από όλους τους υπηκόους του να ματώσουν μέσα στο προσωπικό του δοχείο για να πιει – κανονικός φόρος αίματος. Ο Abhartach ξαναθανατώνεται έπειτα από κάποιες μέρες (πάλι υπάρχουν διαφορές ανάλογα με την εκδοχή), αλλά επιστρέφει αμέσως, σα να μην έγινε τίποτα, ζητώντας το καθιερωμένο ξέχειλο κύπελλο. Εν τέλει απαιτείται η συμβολή ενός δρυίδη, ο οποίος συμβουλεύει το σωστό τρόπο ταφής: ο νεκροζώντανος πρέπει να θαφτεί κατακόρυφα, με το κεφάλι κάτω όμως (σε κάποιες εκδοχές πρέπει προηγουμένως να τρυπηθεί με ραβδί από πουρνάρι), και από πάνω του να υψωθούν λιθάρια. Έτσι το πλάσμα παγιδεύεται, δίχως όμως να πεθάνει πραγματικά – ακόμη και σήμερα είναι επικίνδυνο για όποιον πλησιάσει στον τάφο του.

Όσον αφορά το πως πεθαίνει αρχικά ο Abhartach, οι περισσότερες εκδοχές αναφέρουν πως ο απηυδισμένος λαός ζήτησε από τον πολέμαρχο Fionn mac Cumhaill να φονεύσει τον τύραννο. Στην εκδοχή που υπάρχει στην Encyclopedia της Theresa Bane, ο νάνος-μάγος τρέφει τρομερή κτητικότητα και ζήλια για τη γυναίκα του· ένα βράδυ σκαρφαλώνει στον τοίχο του σπιτιού τους, προσπαθώντας να φτάσει στο παράθυρο της κρεβατοκάμαρας με την ελπίδα να την πιάσει σε κάποια απιστία. Γλιστράει όμως στο πρεβάζι και σκοτώνεται από την πτώση.

Όπως και να έχει, ο Abhartach είχε προνοήσει να κάνει contingency ξόρκι, έτσι ώστε με το θάνατό του να γίνει νεκροζώντανος. Ένα πλάσμα κυριολεκτικά απέθαντο: ο δρυίδης αναγνωρίζει πως το πλάσμα δε γίνεται να πεθάνει αμετάκλητα, παρά μόνο να παγιδευτεί μέσα στο σκάμμα του τάφου με τα λιθάρια άνωθεν. Ο ήλιος δε φαίνεται να ενοχλεί το ον, μιας και αναφέρεται ρητά πως είναι μέρα όταν έρχεται στον οικισμό για το φόρο αίματος.

Σχετικά με τους μετέπειτα θανάτους του Abhartach, στην εκδοχή που ο Fionn mac Cumhaill είναι ο αρχικός φονιάς, το ίδιο άτομο συνεχίζει να σκοτώνει ανεπιτυχώς το νεκροζώντανο. Στην εκδοχή της Bane οι υποτελείς μισθώνουν κάποιο δολοφόνο για να κάνει τη δουλειά.

Υπάρχει μια διαμάχη όσον αφορά το κατά πόσο οι βαμπιρικές, αιματολαγνικές λεπτομέρειες του θρύλου έχουν προστεθεί πολύ πρόσφατα, ιδίως γιατί ο θρύλος έχει χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη της Ιρλανδικής αφετηρίας του Bram Stoker όσον αφορά το Dracula. Αυτή η διαμάχη είναι κάτι που δεν αφορά το παρόν κείμενο· ο συγκεκριμένος θρύλος έχει μια συνολική δύναμη ως έχει, άσχετα αν κάποια τμήματά της είναι χιλιετίες νεότερα από κάποια άλλα.

Ίσως το πιο αξιοσημείωτο από τα περιεχόμενα της ιστορίας είναι ο τρόπος με τον οποίο το νεκροζώντανο πλάσμα επιστρέφει μετά από κάθε φορά που πεθαίνει: πηγαίνει στους υποτελείς του και απαιτεί το φόρο αίματος, χωρίς ωστόσο να κάνει κάποια νύξη για τις απόπειρες εναντίον της ζωής του, λες κι αυτές δεν έγιναν ποτέ. Είναι σαν ένα ελατήριο που λυγίζει ασύγχρονα με το Χρόνο, σαν ένα παθιασμένο αυτόματο εκτός Ιστορίας: ένα πλάσμα που έχει ξεφύγει από τον κυκεώνα των συνεπειών, από το αίτιο και το αιτιατό. Αυτό είναι που δίνει και τον άκρως παράκοσμο αέρα στο πλάσμα, πέρα και πάνω από την ίδια την απέθαντη φύση του. Δεν είναι μόνο ο φαινότυπος και η διατροφή που τον ξεχωρίζουν από τους ζωντανούς, αλλά και η ίδια η συμπεριφορά όσον αφορά τη μνήμη και τα συμβάντα. Αυτό είναι το σημάδι ενός πραγματικά μη ανθρώπινου πλάσματος, και όχι κάποιο τρομακτικό κάλυμμα που απλά κρύβει από κάτω ανθρώπινα χαρακτηριστικά προσωπικότητας και συμπεριφοράς.


Encyclopedia of Vampire Mythology, Theresa Bane

The Dolmens of Ireland, Borlase

Folklore and the Fantastic, Harris






Knowledge & Conversation of the Holy Guardian Owls

Ο σημαντικότερος ίσως στόχος του οικοδομήματος της Δυτικής Μαγείας (τουλάχιστον για όσους από εμάς δεν τον έχουμε πετύχει ήδη) είναι η επιτυχημένη σύνδεση με την αξιοπερίεργη οντότητα Holy Guardian Angel μας, διαδικασία γνωστή ως Knowledge & Conversation of the Holy Guardian Angel. Ουσιαστικά μια επαφή με κάτι τελείως εκτός της συνείδησης: θεότητα, ανώτερος εαυτός, συμβουλάτορας υπάλληλος των Ακασσικών Αρχείων, μια έλλογη κύστη του γιουνγκιανού συλλογικού ασυνείδητου, η νοημοσύνη του υπέρ-οργανισμού του οποίου είμαστε κύτταρα, κουκουβάγιες, ή οτιδήποτε άλλο. Η οποία επαφή αυτή αλλάζει το μάγο ριζικά – ο Crowley θα έλεγε πως τον εναρμονίζει με το Πραγματικό Θέλημά του. Όχι μονάχα προνόμιο της δυτικής παράδοσης, η ρηξικέλευθη αυτή επαφή με μια διάνοια εκτός της συνείδησής, είναι λίγο πολύ στα θεμέλια κάθε μαγικής παράδοσης, από τον (δια των πνευμάτων) διαμελισμό και επανακατασκευή του σαμάνου ως τις μάχες υπέρβασης και κατακερματισμού του υπάρχοντος Εγώ στην ανατολή. Το τί γίνεται μετά την Συνομιλία, το πώς αλλάζει η μονάδα-μάγος, και κυρίως το πως κινείται και αλληλεπιδρά μέσα σε ένα κόσμο τον οποίο πλέον βιώνει διαφορετικά, είναι μια συνεχής πραγματική απορία μου, τουλάχιστον μέχρι να επιτύχω κι εγώ τη Γνώση και Συνομιλία.

Ξαναείδα τις τελευταίες εβδομάδες τις δύο παλιές σεζόν του Twin Peaks, έχοντας στο μυαλό μου ένα ποστ φίλου στο οποίο ανέφερε πως αυτό που κάνει τον Agent Cooper τόσο απολαυστικό και συμπαθή χαρακτήρα είναι το ότι πρόκειται για έναν ενήλικο που έχει αποκτήσει Σοφία, κι έπειτα, οπλισμένος με αυτή, έχει επανέλθει σε μια παιδική θέαση/θεώρηση του κόσμου (worldview – επίσης δεν υπάρχει καμία αρνητική χροιά στη λέξη «παιδική» εδώ). Οπλισμένος με τη σειρά μου με το πρίσμα του εν λόγω ποστ, συνειδητοποίησα, από τα αρχικά επεισόδια της πρώτης σεζόν ακόμη, πως ο αγαπητός Dale Cooper απεικονίζει θεσπέσια το πως μπορεί ένα ενήλικο άτομο να κυριαρχείται από τον παιδικό τρόπο αντίληψης και αντίδρασης – έναν κατεξοχήν μαγικό τρόπο, σίγουρα διάφορο του αμιγώς ορθολογιστικού – και συνάμα να μην φαντάζει γκροτέσκο ή αστείο, αλλά απλά αξιοζήλευτο.

Ο Cooper, πέρα από την εκπαίδευση και την έως τώρα εμπειρία του, εμπιστεύεται τα όνειρά του και τη μαντική τέχνη όσον αφορά την πορεία του τόσο εντός της ζωής όσο και των υποθέσεων που καλείται να εξιχνιάσει. Και αποκομίζει το όφελος αυτής της εμπιστοσύνης, καθώς η πραγματικότητα γύρω του ανταποκρίνεται, υπακούοντας στους οιωνούς και αλλοιώνοντας τους θεωρούμενους ως άθραυστους φυσικούς νόμους του κυρίαρχου παραδείγματος – όπως ακριβώς βλέπει τον κόσμο ένα παιδί, ειδικά στα νεότατα χρόνια του. Ο Cooper δείχνει μια παντελή έλλειψη κυνισμού, σαρκασμού και ειρωνείας, τούτων των τοξικότατων αποσκευών της ενήλικης ζωής. Ένας Cooper που βυθίζεται με όλο του το είναι στην απόλαυση μιας μηλόπιτας (δίχως να σνομπάρει τις φαινοτυπικές αντιδράσεις της απόλαυσής του) και εξωτερικεύει με σχεδόν απίθανη ειλικρίνεια τα συναισθήματά του. Κάτι το ιδιαιτέρως αναζωογονητικό εν μέσω ενός ίντερνετ που έχει τοτεμοποιήσει λατρευτικά το μηδενισμό, το σκεπτικισμό και την αποστασιοποίηση από τον αγνό ενθουσιασμό. Και το μαγικό στοιχείο με όλο αυτό είναι το προαναφερθέν: δε δείχνει γκροτέσκος, ή ηλίθιος, όπως είθισται να θεωρείται όποιο άτομο δε συμβαδίζει συμπεριφορικά με τον αποδεκτό για την ηλικία του τρόπο σκέψης (ειδικά αν ολισθαίνει προς τα πίσω στον ηλικιακό άξονα). Σε αυτό βοηθάει σίγουρα το γεγονός πως ο Cooper πατάει γερά τα πόδια του και στις δυο όψεις του κόσμου (μαγική και κυρίαρχη), και δεν ξεχνάει τις περισσότερες από τις κοινωνικές ή επαγγελματικές συμβάσεις, τουλάχιστον όταν πραγματικά αυτές χρειάζονται.

Μια παρατήρηση εδώ: αναγνωρίζω πως η ανοχή της συμπεριφοράς του Agent Cooper έχει σίγουρα να κάνει και με την προνομιούχα θέση του, ως πράκτορα του FBI και ως λευκού άνδρα. Ειδικά το πρώτο έχει μεγάλη βαρύτητα, τουλάχιστον εντός του law enforcement κύκλου στον οποίο κινείται κατά τη διάρκεια των ερευνών – έχει την εξουσία να προτείνει και να επιβάλλει τις ανορθόδοξες μεθόδους του (και φυσικά η δεκτικότητα τόσο του Deputy Hawk όσο και του Sheriff Truman ως προς το υπερφυσικό τον βοηθούν). Σε άλλη περίπτωση θα μπορούσε κάλλιστα να είχε καταλήξει σε ψυχιατρείο, ως αντικείμενο χλεύης, ή ως κάτι το ακίνδυνα αξιοπερίεργο, ένας τρελός του χωριού, μια Log Lady.

Εικάζω πως η κοσμοθεώρηση του Cooper και η εκπορεύουσα εξ αυτής συμπεριφορά είναι μια πολύ πιθανή εκδοχή του πώς μπορεί να είναι ένα άτομο μετά την Knowledge & Conversation of the Holy Guardian Angel. Επανάκτηση της μαγικής θεώρησης της παιδικής ηλικίας, ενισχυμένης με την εμπειρία και σοφία της έως τώρα πορείας, με αποτέλεσμα ένα κράμα που σχεδόν εκπέμπει φως κανονικό φως, σε φάση να σε ζεσταίνει και να σε φωτίζει λίγο. Μέσα από αυτή τη θεώρηση η μαγεία αρχίζει να λειτουργεί – οι οιωνοί του Cooper είναι ολόσωστοι και η μαντική τελετή πετυχαίνει θριαμβευτικά, το δαχτυλίδι του πράγματι εξαφανίζεται στην κατοχή του Γίγαντα έως τη στιγμή που πρέπει, κ.ο.κ. Και αυτό το κλικ του μαγικού διακόπτη δεν είναι ακριβώς θέμα πεισματικής πίστης, αλλά κυρίως ριζικής αλλαγής οπτικής, μια μετάβαση από ένα νοητικό «Πιστεύω ή δεν πιστεύω ή θα ήθελα να πιστεύω πως ο κόσμος λειτουργεί έτσι» σε ένα ολόσωμο και ολοπνεύματο «Ξέρω και πάντα ήξερα πως έτσι λειτουργούσε, έστω κι αν κάποτε ξέχασα για ένα διάστημα». Στο βιβλίο “The Re-enchantment of the World” ο Morris Berman καταλήγει στο προσωπικό συμπέρασμα πως κατά το Μεσαίωνα (ή γενικότερα προ Διαφωτισμού) όταν οι άνθρωποι έβλεπαν μάγισσες να πετάνε, το μόλυβδο να μετατρέπεται σε χρυσό, τα πνεύματα των δέντρων να μιλάνε, αυτά τα φαινόμενα όντως συνέβαιναν γιατί η μαγική κοσμοθεωρία έχει τα εργαλεία για να τα αντιληφθεί. Έτσι και η Knowledge & Conversation of the Holy Guardian Angel του σήμερα θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένας τρόπος επανάκτησης του τρόπου θέασης μιας άλλης οργάνωσης της πραγματικότητας.

Τέλος μια προβολή της πορείας του Cooper στην ανοδική πορεία του μάγου επί του Καβαλιστικού Δέντρου της Ζωής: Αν κατά την ανάβαση του Δέντρου η Knowledge & Conversation βρίσκεται στο Τίφαρεθ, το έκτο Σέφιροθ, και αν πρέπει να προηγηθεί αυτής η Dark Night of the Soul, τότε πολύ πιθανώς η Γνώση & Συνομιλία να έλαβε χώρα κάπου μετά τον τραυματισμό του Cooper από τον πρώην συνάδελφό του, Windom Earle, κάποια χρόνια πριν έρθει στο Twin Peaks. Από την άλλη, η ανάβαση στο Δέντρο δε σταματάει στο Τίφαρεθ. Η άβυσσος παρεμβάλλεται ανάμεσα στην «κάτω» επτάδα και την ανώτερη σεφιροθική τριάδα. Το Black Lodge κάλλιστα θα μπορούσε να είναι αυτή η άβυσσος, την οποία πρέπει να διασχίσει η οντότητα στην πορεία προς την ανώτερη τριάδα του Δέντρου. Και στα 25 χρόνια που παραμένει στην άβυσσο διασχίζοντάς την ο Dale Cooper, το κλιφοθικό του είδωλο αφήνει μαλλί και αποκτά ένα γούστο για τα δερμάτινα καθώς οργώνει τον απάνω κόσμο.

The Nacirema people


The life of the Nacirema people of North America, a tribe with a surprisingly developed market economy, is characterized by rituals and practices that we would consider alien, barbarous, and even going contrary to the self-preservation instincts. The late anthropologist Horace Miner’s extensive studies of the tribe culminated in the “Body Ritual among the Nacirema” paper*, originally published in 1958. Let’s take a look at a few selected parts, the first of them concerned with the ritual visits of the tribesmen to a member of a sacerdotal order:

In addition to the private mouth–rite, the people [of the Nacirema tribe] seek out a holy–mouth–man once or twice a year. These practitioners have an impressive set of paraphernalia, consisting of a variety of augers, awls, probes, and prods. The use of these objects in the exorcism of the evils of the mouth involves almost unbelievable ritual torture of the client. The holy–mouth–man opens the client’s mouth and, using the above mentioned tools, enlarges any holes which decay may have created in the teeth. Magical materials are put into these holes. If there are no naturally occurring holes in the teeth, large sections of one or more teeth are gouged out so that the supernatural substance can be applied. In the client’s view, the purpose of these ministrations is to arrest decay. The extremely sacred and traditional character of the rite is evident in the fact that the natives return to the holy–mouth–men year after year, despite the fact that their teeth continue to decay.

[…]One has but to watch the gleam in the eye of a holy–mouth–man, as he jabs an awl into an exposed nerve, to suspect that a certain amount of sadism is involved. If this can be established, a very interesting pattern emerges, for most of the population shows definite masochistic tendencies. It was to these that Professor Linton referred in discussing a distinctive part of the daily body ritual which is performed only by men. This part of the rite involves scraping and lacerating the surface of the face with a sharp instrument.”

Upon reading this excerpt for the first time, an image that came into my mind was that of a sacred mountainous retreat (namely the seat of power of the holy men) and a winding, narrow path, upon which the tribesmen traveled each year on their pilgrimage to the holy-mouth-men. Though never mentioned inside the text, a mountain (or at least a hilltop) is a somewhat obvious locale for the temple: in the text it is strongly implied that the people of the tribe consider the holy men keepers of power and somewhat apart and above them; it is also implied that the Nacirema travel to visit the holy-mouth-men in a sort of yearly pilgrimage; “the people seek out a holy–mouth–man once or twice a year” – “seek out” has a tone of the adventurous, of a quest for something that is not readily available, something or someone outside the daily-life plateau. Even the “naturally occurring holes in the teeth” evoke images of caves and rock formations. As for the sadism and masochistic aspects of Nacimera, they are already established via the horrendous practices mentioned above.

The following excerpt concerns ceremonies taking place in specialized temples named latipso:

The latipso ceremonies are so harsh that it is phenomenal that a fair proportion of the really sick natives who enter the temple ever recover. Small children whose indoctrination is still incomplete have been known to resist attempts to take them to the temple because “that is where you go to die.” Despite this fact, sick adults are not only willing but eager to undergo the protracted ritual purification, if they can afford to do so. No matter how ill the supplicant or how grave the emergency, the guardians of many temples will not admit a client if he cannot give a rich gift to the custodian. Even after one has gained admission and survived the ceremonies, the guardians will not permit the neophyte to leave until he makes still another gift.

The supplicant entering the temple is first stripped of all his or her clothes. In everyday life the Nacirema avoids exposure of his body and its natural functions. Bathing and excretory acts are performed only in the secrecy of the household shrine, where they are ritualized as part of the body–rites. Psychological shock results from the fact that body secrecy is suddenly lost upon entry into the latipso . A man, whose own wife has never seen him in an excretory act, suddenly finds himself naked and assisted by a vestal maiden while he performs his natural functions into a sacred vessel. This sort of ceremonial treatment is necessitated by the fact that the excreta are used by a diviner to ascertain the course and nature of the client’s sickness.[…] From time to time the medicine men come to their clients and jab magically treated needles into their flesh. The fact that these temple ceremonies may not cure, and may even kill the neophyte, in no way decreases the people’s faith in the medicine men.

A place closer to the underworld (“that is where you go to die”), an occult temple of a rich religious elite which must be gorged in gifts. Even the removal of the clothes is reminiscent of cthonic mythology (for instance Ishtar’s descent to the Underworld involves the gradual discarding of her clothes and ornaments).

The fact that the Nacirema in everyday life avoid exposure of their bodies and their natural functions (i.e. excretory acts), if taken into account along with their earlier mentioned obsession with the extraction of teeth and the scraping of the face, leads to the image of a tribe that has demonized the body. It considers it shameful and glorifies pain inflicted upon it as purificatory. Note also the largely patriarchal nature of the latipso temple clergy: the vestal maidens assist, while the medicine men are those having a substantial, energetic, leading role in the healing rituals.

The final excerpt refers to the tribe’s reproductive taboos:

Reference has already been made to the fact that excretory functions are ritualized, routinised, and relegated to secrecy. Natural reproductive functions are similarly distorted. Intercourse is taboo as a topic and scheduled as an act. Efforts are made to avoid pregnancy by the use of magical materials or by limiting intercourse to certain phases of the moon. Conception is actually very infrequent. When pregnant, women dress so as to hide their condition. Parturition takes place in secret, without friends or relatives to assist, and the majority of women do not nurse their infants.

As with the other bodily functions, intercourse is taboo among the Nacirema – it is obvious that these people have a deeply instilled fear and abhorrence of their bodies. All things coming out of the body are shameful, even infants, which are born in secrecy and are not even nursed by their mothers in most cases. See also how intercourse is limited by the lunar phases, a clear indication of its ritualized nature.


Let’s change the subject: Palindromes are (among other things) words that read the same backwards as forward. Two of the most famous palindromes are the Byzantine “ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ” and the Roman “SATOR AREPO TENET OPERA ROTAS.” They usually offer a pleasant sense of fulfillment if someone discovers their palindrome nature on his own. (This paragraph contains a hint towards another layer of the Nacirema peoples)

*Body Ritual Among The Nacirema

Keyholes and the Uncanny, Part 1: General Remarks


The closed door of a room during night-time is, for that room’s inhabitant, a sign of security and isolation at the same time. Many a child has been torn before the dilemma of an opened or closed bedroom door. And perhaps it is not so rare the person that covers the keyhole opening, either with the corresponding key, a cloth, or even stuffs it with plain paper, so as to avoid the possibility of an unwanted gaze penetrating it and falling upon him during the small hours of the night.

General Remarks

Concerning the keyhole:

The bedroom doors, as well as most of the interior ones in contemporary houses, are the ones still retaining the kind of keyhole with an aperture large enough for an eye to look through, or to be used as passageway for a thin object. This is the keyhole of interest for this text, the one that could be said to contain two functions:

peering through (which in the more sophisticated doors of nowadays has been transferred – taking into account the impregnable to the eye secure lock – to the spy-hole/peep-hole (or the electronic camera even)),

securing the door (which function has remained with the lock even in doors with more modern locking mechanisms).

Of all the interior spaces guarded by locks of the aforementioned kind that is of interest to us, I mostly focus upon the bedroom in this text, since sleep and keyholes seem to have a highly peculiar relationship.

A door shut

In the case where the door is closed and/or locked but the keyhole is empty, it (the keyhole) provides a sensory connection between the outside and the inside. It is a window. But whereas the house window is usually an opening directed almost exclusively from inside to outside*, it seems that some of us mostly experience this particular window in reverse. We know the space outside the door; it is the space of our house. We do not need to look upon what lies outside the room, or rather we should not have to look – the space should correspond to what we have in our mind. The only being having a reason to look through is a stranger gazing into the room from the outside, trying to know what lies on the inside.

The keyhole is the most vulnerable part of a closed door, its thinner part, the one most easily violated. It is also its only immaterial part; it is a passage, whereas all other parts of the door are barriers or tools with a solid nature. It is a crack in an otherwise solid object, in this object’s continuous and sometimes seamless surface (the space beneath the door is also a vulnerable spot, but it is outside the bounds of the door per se). But while being the door’s weakest point from a physical point of view, the keyhole is at the same time its more essential one, as far as control over it is concerned, for it is through the keyhole that the door can be more safely secured. It is also the only part which connects the two spaces, inside and outside, which are otherwise separated by the existence of the closed door.


If someone is outside the door, hidden, waiting, and we are gazing through the keyhole, that person can easily surprise us if it suddenly brings its eye to look through the other side of the hole. It is a fear of the suddenness of this surprise (along of course with the possibility of the confirmation of the existence of a stranger) which can create anxiety to the one being on the inside. And it is not only the gaze that can come through the hole, but any imagined kind of murder weapon or even a voice, which can even be disembodied, without a perceptible in the observer’s field of vision body. One may well stuff the keyhole with a suitable material, but then, there is always the possibility of an entity on the outside pushing it back, resulting in (from the insider’s point of view) the apparent self-motion of an inanimate object, hence uncanniness.

It is also one of the two parts with which one can interact with the door (the other being the door handle). But, while the door handle interacts directly with the user’s body, the keyhole does so indirectly, through the use of the key. It is thus the only part of the door adding a third component to the system consisting of the door and the person behind it, namely the object responsible for its existence: the key.

Because of the opening’s smallness, gazing through the keyhole has a sense of the forbidden. Such small, narrow fields of vision are outside the normal, everyday experience, more reminiscent of static optic organs than anything else. They imply difficulty and constraints, restrictions in one’s visual appropriation of space, thus limits in one’s power, leading to the creation of a certain degree of helplessness. But the fact that those small and rigid fields of vision are outside the everyday experience makes them exotic, mysterious, something to be tasted with guilty pleasure. The fact that only our eye could be perceptible from the door’s other end (and this only if one focuses one’s gaze upon the lock) creates a sense of privacy, of isolation, perhaps of undetectability. The interplay between these two, somehow conflicting senses (namely that of restriction and helplessness, and that of impregnable isolation and untraceability) could be considered as the root for much of the beholder’s (on either side of the door) state of feelings and/or mind.

*Georg Simmel, “Bridge and Door,” in Rethinking Architecture, trans. Edward Shils, ed. Neil Leach (London: Routledge, 1997), 67

Layers of Fear & Uncanny Space

Layers Of Fear 2016-02-17 18-43-30-08

From the homely house to the haunted house there is a single passage, where what is contained and safe is therefore secret, obscure, and inaccessible, dangerous, and full of terrors.

Δεν ξέρω πόσοι από εσάς έχετε νιώσει αυτή την διόλου ευχάριστη αίσθηση που συνοδεύει την ανακάλυψη ενός άρθρου που προλαβαίνει κάποιο δικό σου. Δηλαδή, έχοντας ετοιμάσει ένα κείμενο, ή έστω ένα προσχέδιο αυτού, να ανακαλύπτεις πως κάποιος σε πρόλαβε ήδη, καθώς κατέληξε στα ίδια περίπου ή ακριβώς σημεία με εσένα, όσον αφορά την άποψή του. Εν τη προκειμένη, ο λόγος περί του Layers Of Fear (LoF από εδώ και πέρα), ενός νέου indie horror game (το adventure μάλλον δεν είναι ο κατάλληλος όρος για να παρεισφρήσει στον χαρακτηρισμό, παρά την ύπαρξη υποτυπωδών μηχανισμών πρόκλησης – δύσκολα τους λες γρίφους) το οποίο έκανε εδώ και μήνες αρκετό θόρυβο μέσω της early access εκδοχής του – την οποία δεν άγγιξα παρά για ελάχιστα λεπτά, επιμένοντας στην αντιπάθεια μου προς τις ανολοκλήρωτες αυτές μορφές παιχνιδιών. Το LoF το έπαιξα σχεδόν με το που κυκλοφόρησε επισήμως τον Φλεβάρη, το ολοκλήρωσα σε κάτι λιγότερο από 4 ώρες (είναι πάρα μα πάρα πολύ μικρό), και για να διαβάσετε ένα κανονικό review που με βρίσκει απολύτως σύμφωνο μπορείτε να πάτε εδώ. Εγώ από την άλλη, πέρα από μια μικρή παρουσίαση του LoF στην αρχή, θα επικεντρωθώ ειδικότερα στο γιατί εν τέλει δεν επιτυγχάνει πλήρως στον τομέα του τρόμου το παιχνίδι, και με αφορμή αυτό θα γράψω λίγα πράγματα γενικότερα περί τρόμου και χώρου.

LoF παρουσίαση

Στο LoF ξεκινάς με μηδενική γνώση περί του σεναριακού υπόβαθρου, αναλαμβάνοντας τον έλεγχο του ανώνυμου (μέχρι ενός σημείου) χαρακτήρα/πρωταγωνιστή με το που αυτός πατάει το πόδι του εντός του σπιτιού στο οποίο θα διαδραματιστεί ολόκληρο το παιχνίδι. Στο πρώτο και πολύ σύντομο μέρος του (εν είδει προλόγου) δίνεται στον παίκτη η δυνατότητα εξερεύνησης κάποιων χώρων του κτιρίου αυτού, με σχετική ελευθερία κινήσεων, και χτίσιμο μιας πολύ αξιοπρεπούς ατμόσφαιρας η οποία στηρίζεται στον υπαινιγμό και το εξαιρετικό ντεκόρ· ο εικαστικός τομέας είναι μάλλον ο πλέον δυνατός του παιχνιδιού, στηριζόμενος σε καταπληκτικά, ρεαλιστικά μοντέλα που εποικίζουν το σπίτι και του δίνουν μια σχεδόν μπαρόκ νότα, αναμενόμενη μεν, αλλά απολαυστικότατη δε. Στα ίδια επίπεδα κινείται και ο ήχος του παιχνιδιού, τόσο αναφορικά με τα μουσικά θέματα, όσο και με τα εφέ, που ειδικά σε τίτλους αυτού του είδους είναι άκρως σημαντικά. Το πέρασμα από το πρώτο στο δεύτερο τμήμα, το οποίο σηματοδοτεί δυο καίριες αλλαγές που θα αναφέρω στη συνέχεια, συμβαίνει πολύ γρήγορα, και ενώ αρχικά πιθανολογείς (με βάση τη λογική τόσων ακόμη horror games και όχι μόνο) πως αυτά που βιώνεις είναι μια γκροτέσκα παρένθεση, εν τέλει η παρένθεση αυτή περιλαμβάνει ολόκληρο το υπόλοιπο παιχνίδι.

Layers Of Fear 2016-02-17 18-36-37-35

Όσον αφορά τις δυο αλλαγές από το πρώτο στο δεύτερο (και βασικό) τμήμα του LoF: Η δυνατότητα ελεύθερης μετακίνησης εντός του χώρου ουσιαστικά εξατμίζεται, κάνοντας το παιχνίδι να ορίζεται από μια αβάσταχτη γραμμικότητα. Κατά κανόνα, άπαξ και διαβείς μια πόρτα, αυτή κλείνει και κλειδώνει πίσω σου, είναι σαν να μετατρέπεται αίφνης σε έναν αδιαπέραστο τοίχο (αυτή βέβαια η σύμβαση υπάρχει για να αυτοανερεθεί σε κάποιο σημείο, προσφέροντας ένα ευχάριστο jump scare). Ακόμη και στους ανελκυστήρες λειτουργεί μόνο μια κατεύθυνση ανά πάσα στιγμή. Η σύγκριση με τραινάκι του τρόμου σε λούνα παρκ είναι επιβεβλημένη. Και όπως στο τρενάκι γνωρίζεις πως η ασφάλειά σου είναι δεδομένη, έτσι και στο παιχνίδι, μετά από λίγο συνειδητοποιείς πως το “survival” στον χαρακτηρισμό του στη Wikipedia είναι κατά βάση ανυπόστατο – δεν υπάρχει κάποιος κίνδυνος για τον πρωταγωνιστή. Σε αυτόν τον τομέα το LoF μοιάζει με τα πλέον παραδοσιακά adventures, τα οποία βγάζουν τελείως εκτός την συνισταμένη του άγχους για τον πιθανό θάνατο του χαρακτήρα. Η διαφορά με το τρενάκι του τρόμου είναι πως δεν υπάρχει κάποιου είδους χρονικός περιορισμός στη βίωση του θεάματος, βγάζοντας ακόμη έναν αγχωτικό παράγοντα από τη μέση. Η δεύτερη αλλαγή από το πρώτο στο δεύτερο τμήμα του LoF είναι η ελαχιστοποίηση της έννοιας του σταθερού χώρου· ενώ στο πρώτο μέρος ο παίκτης δύναται να φτιάξει έναν mental map πλοηγούμενος εντός ενός σπιτιού με σταθερά σημεία αναφοράς, στο δεύτερο τα πάντα είναι ρευστά, και κάθε προσπάθεια χαρτογράφησης καταρρέει υπό το βάρος αυτής της ρευστότητας. Ο ίδιος ο χώρος χάνει μια πολύ βασική ιδιότητά του, την σταθερότητα, και η κατάρριψη της πίστης μας σε αυτήν είναι (τουλάχιστον αρχικά) ένα πολύ λειτουργικό εργαλείο τρόμου.

Όσον αφορά τους γρίφους αυτούς καθ’ εαυτούς, είναι ελάχιστοι, με τις λύσεις τους να υπάρχουν στον άμεσα προσπελάσιμο χώρο (καθετί άλλο θα οδηγούσε σε αδιέξοδες καταστάσεις λόγω της γραμμικότητας και της απροσπελασιμότητας ανά δεδομένη χρονική στιγμή όλου το προηγούμενου χώρου), κάτι που καθιστά την πρόκληση του παιχνιδιού πολύ μικρή (εφόσον δεν υφίσταται και ο κίνδυνος θανάτου του χαρακτήρα). Από την άλλη βέβαια, αυτό σημαίνει πως εκ των πραγμάτων δεν υφίσταται backtracking σε κανέναν βαθμό, κάτι το οποίο είναι γενικά καλοδεχούμενο (αν και κάποια στιγμή πρέπει να πούμε δυο λόγια παραπάνω για τη λειτουργία του backtracking όσον αφορά το γέμισμα του χρόνου παιχνιδιού αλλά και τη βοήθεια οικειοποίησης του χώρου μέσω αυτού του μηχανισμού).

Layers Of Fear 2016-02-17 18-55-00-43

Εν τέλει, αναφορικά με την γενική εικόνα του παιχνιδιού, το LoF είναι ένα είδος διαδραστικού μουσείου* του γκροτέσκου, στο οποίο όμως, αντί για ελευθερία κίνησης στις διάφορες πτέρυγές της, ο παίκτης έχει την ατυχία να πέσει πάνω σε μέρα όπου υπάρχει αναγκαστική ξενάγηση με την οποία πρέπει να συμπορευτεί. Το παιχνίδι περιέχει μια ισορροπημένη αναλογία jump scares και υποβλητικής ατμόσφαιρας, και όσον αφορά τον καλλιτεχνικό τομέα είναι κάτι που καλό είναι να βιώσει όποιο άτομο αρέσκεται στην απομύζηση αυτόνομων θραυσμάτων τρόμου, έστω κι αν το άθροισμα αυτών κρίνεται κάπως δυσλειτουργικό στη συνολική του εικόνα. Ένα τελευταίο θετικό στοιχείο, για το οποίο όμως δε μπορώ να επεκταθώ ιδιαίτερα χωρίς να κάνω spoiler, είναι η κυκλική (έναντι στην κυρίαρχη γραμμική ή ιστορική) θεώρηση του χρόνου με όχημα την τελετουργικότητα.

*Δώστε βάση στη σχέση μεταξύ της δυνατότητας zoom-in με το δεξί click, και την μουσειακή αναλογία· μπορεί να παραλληλιστεί αυτή η οικειοθελής επικέντρωση του βλέμματος πάνω στο έκθεμα με την παθητικότητα και δεκτικότητα των μουσειακών εκθεμάτων στο βλέμμα του επισκέπτη.

Οικειοποιημένος χώρος και το ανοίκειο

Το LoF είναι μια καλή αφετηρία ή αφορμή για να δει κάποιος τι μπορεί να πάει στραβά σε μια δημιουργία που στοχεύει στον τρόμο, αλλά είναι επίσης και κατά κάποιο τρόπο μια σπουδή πάνω σε κάποια από τα βασικά συστατικά του αλλόκοτου/ανοίκειου (αυτό που στα αγγλικά λέγεται uncanny και στα γερμανικά unheimlich, και η ελληνική μετάφραση δεν πιάνει επακριβώς το νόημά του) χώρου.

008Το βασικό πρόβλημα του παιχνιδιού είναι το ότι δεν προσφέρει γείωση σε όλο αυτό το παραληρηματικό σουρεαλιστικό/μεταφυσικό υλικό το οποίο παρουσιάζει στον παίκτη. Πέρα από την εισαγωγή, η παρέλαση του αλλόκοτου και του horror στοιχείου είναι ασταμάτητη, καταλήγοντας στον γρήγορο κορεσμό και αναισθησία του παίκτη απέναντι σε αυτό, μιας και δεν υφίστανται ενδιάμεσες παρεμβολές κανονικότητας, οάσεις επαφής με το «γήινο», έτσι ώστε να ο παίκτης να μπορεί, μέσω αντιπαραβολής, να συνειδητοποιήσει τον τρόμο αυτού που του συμβαίνει και το μεταφυσικό να διατηρήσει την αλλοκοσμικότητά του. Αυτή η σχέση μεταξύ οικείου και αλλόκοτου, και η εξάρτηση του δεύτερου από το πρώτο ώστε αυτό να είναι βαθιά λειτουργικό στον ανθρώπινο δέκτη είναι βασικό χωρικό σημείο του τρόμου, το οποίο λίγο πολύ το αντιλαμβανόμαστε υποσυνείδητα. Ακολουθεί μια συνειδητή ανίχνευσή του:

Στο βιβλίο Human Space, ο O.F. Bollnow, προσπαθώντας να ορίσει τον οικείο χώρο, αναφέρει πως για να μπορέσει ο άνθρωπος να κατοικίσει σε ένα συγκεκριμένο μέρος της Γης, δεν αρκεί μόνο να εγκατασταθεί φευγαλέα σε κάποιο αυθαίρετο μέρος, αλλά απαιτείται από αυτόν ιδιαίτερη προσπάθεια. Πρέπει να γειωθεί στο σημείο αυτό, πρέπει κατά κάποιο τρόπο να χωθεί [μεταφορικά] μέχρι ενός σημείου σε αυτό, έτσι ώστε να επιβεβαιώσει τον ίδιο του τον εαυτό [μέσω του σταθερού σημείου] απέναντι στην επίθεση του κόσμου, που μπορεί να τον αποσπάσει ξανά από αυτό το σημείο. Έτσι λοιπόν, το να κατοικείς σημαίνει ουσιαστικά το να έχεις ένα σταθερό σημείο εντός του χώρου, να ανήκεις σε αυτό το μέρος και να είσαι γειωμένος σε αυτό. ” Ο τρόπος με τον οποίο επιτυγχάνεται η γείωση είναι με την βίωση του συγκεκριμένου χώρου, με την αποκομιδή εμπειριών από αυτόν, αλλά και τον εμπλουτισμό αυτού με εμπειρίες, με δυο λόγια με την αμοιβαία τριβή ατόμου και μέρους. Αν λοιπόν κάποιο άτομο δεν έχει βιώσει κάποιον χώρο, έτσι ώστε να τον οικειοποιηθεί έστω και σε μικρό βαθμό, τότε ούτως ή άλλως δεν μπορεί να επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από οποιαδήποτε παράλογη αλλαγή σε αυτόν.

Τόσο ο Freud όσο και οι αδερφοί Grimm, εντοπίζουν τη στενή λεξιλογική σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο οικείο (heimlich) και το ανοίκειο (unheimlich), ανιχνεύοντας μάλιστα την αρχή του ανοίκειου στο ίδιο το οικείο, μέσω της σημασίας του οικείου: σε πρώτο επίπεδο αυτό σημαίνει κάτι γνώριμο, που μας κάνει να νιώθουμε άνετα, κάτι ευχάριστο και, κυρίως, κάτι που έχει σχέση με το σπίτι, ή όποιον άλλο χώρο μας κάνει να αισθανόμαστε περισσότερο άνετα. Σε δεύτερο όμως επίπεδο, αυτό που είναι στο σπίτι (ή στον αντίστοιχο οικειοποιημένο εσωτερικά χώρο) είναι το αντίθετο του δημόσιου, είναι το ιδιωτικό, το κρυμμένο από τον έξω κόσμο (άρα το ασφαλές), το μυστικό, και κατ’ επέκταση μέσω ενός μικρού νοητικού άλματος το μαγικό, το αλλόκοσμο. Οικείο και αλλόκοτο λοιπόν είναι πολύ πιο κοντά από όσο φαίνονται αρχικά, με την πράξη της παράδοξης αλλαγής κάποιου χαρακτηριστικού του οικείου να είναι αυτή που αλλάζει τη νοηματοδότηση: είναι ο οικείος χώρος αυτός μέσα στον οποίο εμφανίζεται μια παραδοξότητα, και που τελικά γίνεται έτσι αλλόκοτος.

Layers Of Fear 2016-02-17 19-58-17-06

Αυτό λοιπόν που κάνει λάθος το LoF είναι πως δεν δίνει τη δυνατότητα στον παίκτη να βιώσει το σπίτι στο οποίο διαδραματίζεται ως έναν χώρο στον οποίο μπορεί να γειωθεί – με δυο λόγια να μπορέσει να κυκλοφορήσει ελεύθερα σε κάποιο μέρος του σπιτιού, να βιώσει μέσω της ροής την κανονική, μη υπερφυσική μεριά του, ακόμη και να το δει υπό το φως της ημέρας – γιατί αφενός δεν προλαβαίνει στο πολύ μικρό introduction, αφετέρου, μετά την έναρξη του κυρίως ειπείν παιχνιδιού, κάθε έννοια προσανατολισμού και κάθε προσπάθεια άδραγματος κάποιου είδους σταθερού σημείου εντός του χώρου είναι καταδικασμένες στην αποτυχία, όπως ανέφερα. Κάποια δωμάτια επανεμφανίζονται στην πορεία ως «σταθμοί του τρένου», και εκεί φαίνεται πως τα πράγματα είχαν τα φόντα να είναι πολύ καλύτερα, αλλά καταλήγουν να είναι σταγόνες σε έναν ωκεανό διαδοχικών χώρων δίχως ειρμό (η πόρτα από την οποία πέρασες από το Α στο Β δωμάτιο, το αμέσως επόμενο λεπτό θα σε οδηγεί σε ένα Γ δωμάτιο – αν δεν παραμείνει ερμητικά κλειδωμένη όπως η τεράστια πλειοψηφία των πορτών στο παιχνίδι). Το παράλογο/αλλόκοτο, ιδιαίτερα το χωρικό, σε μικρές δόσεις είναι ικανό να υποβάλει ιδανικά τον δέκτη σε μια κατάσταση τρόμου ή/και αγωνίας, αλλά σε υπέρογκες δόσεις, ιδίως εντός ενός μη βιωμένου και τελείως ρευστού χώρου, καταλήγει να τον αναισθητοποιεί.

Αν το δούμε από μια διαφορετική οπτική, ο άνθρωπος χρειάζεται την ύπαρξη μιας σαφής διάκρισης μεταξύ των δύο ειδών χώρου (του εξωτερικού, επικίνδυνου, απειλητικού χώρου, και τον εσωτερικό χώρο, περιοχή της ανάπαυσης και της ηρεμίας, χώρου όπου οι άμυνες μπορούν να χαλαρώσουν) για να μην είναι ένας αιώνια κυνηγημένος φυγάς μέσα σε έναν κόσμο απειλών. (Human Space) Στο LoF από την άλλη, παρά το ότι διαδραματίζεται στο εσωτερικό ενός κτιρίου έχει μονάχα εξωτερικό, με αυτήν την έννοια χώρο, με αποτέλεσμα ο παίκτης να νιώθει όντως ως αιώνια κυνηγημένος φυγάς, κάτι το οποίο έρχεται σε σύγκρουση με το αδύνατο του θανάτου του χαρακτήρα, καταλήγοντας σε κάτι το αποστειρωμένο. Στην τελική ισχύει αυτό που αναφέρει το Afternoons of Alterity: “Η εισβολή του τερατώδους χώρου στον φυσικό ανθρώπινο χώρο προκαλεί μια σύγχυση της ταυτότητας. Ο τερατώδης φυσικός χώρος βρίσκεται στα όρια του ανθρώπινου κόσμου, και είναι σκοτεινός και τρομακτικός. Έτσι λοιπόν, για την ύπαρξη της ανθρώπινης ταυτότητας είναι απαραίτητο αυτή να βρίσκεται σε ένα ξεχωριστό (από το τερατώδες) μέρος”. Το ζητούμενο είναι μεν η σύγχυση της ταυτότητας, αλλά προέχει η ίδια η ύπαρξη/σχηματισμός αυτής, μέσω των διακριτών ειδών χώρου.

Τερατώδης χώρος, ή μια βόλτα στο μουσείο του αλλόκοτου

Ως μουσείο (ή έστω ακίνδυνο θέαμα) του γκροτέσκου, το LoF έχει πλειάδα δειγμάτων αλλόκοτου χώρου, πολλά από τα οποία είναι case studies ιδιοτήτων (ή τεχνικών προς δημιουργία, θα μπορούσε να πει κάποιος) αυτού. Μπορεί να μην είναι πλήρως λειτουργικά στο δέσιμό τους για λόγους που ανέφερα, αλλά αρκετά από αυτά αντιστοιχούν σε θεωρητικά ανιχνεύσιμες ιδιότητες του ανοίκειου χώρου. Παρακάτω εξετάζω κάποιες από τις βασικές αυτές ιδιότητες, με ενίοτε αναφορές εντός του παιχνιδιού.

Ο Thomas De Quincy θεωρεί ως μια έκφραση του χωρικού ανοίκειου τις χαώδεις επαναλήψεις του φαντασιακού κενού (για παράδειγμα την αέναη προέκταση των σκαλών προς μια κατεύθυνση, παγιδεύοντας τον χαρακτήρα σε έναν λαβύρινθο αιώνιας και παράλογης πορείας χωρίς προορισμό). Στο LoF υπάρχει αυτή η αίσθηση τόσο σε διαδρόμους, φαινομενικά προεκτεινόμενους για πάντα, όσο και στο κρυφτό στο οποίο μπλέκεται ο παίχτης με την ύπαρξη κάποιων πορτών. Ένα άλλο παράδειγμα είναι ένας πίνακας, ο οποίος σταδιακά γεμίζει εσωτερικά με ολοένα και μικρότερες μικρογραφίες τους εαυτού του, καταλήγοντας σε μια φαινομενικά ατέρμονη άβυσσο που καταβροχθίζει τον εαυτό της. Μια ακόμη γεννήτρια ανησυχίας, η οποία βρίσκει εδώ εφαρμογή, είναι το παράλογο κάλυμμα ανοιγμάτων του σπιτιού, δηλαδή η ύπαρξη χτισμένων παράθυρων ή πορτών, ιδιαίτερα όταν αυτό το κάλυμμα είναι με τη σειρά του κρυμμένο πίσω από την φυσιολογική κάλυψη του ανοίγματος, δηλαδή την ίδια την πόρτα. Η αντίθεση που προκαλεί η παράλληλη ύπαρξη ερειπωμένων/παρηκμασμένων και καλοδιατηρημένων τμημάτων του ίδιου κτιρίου κινείται στο ίδιο μήκος κύματος, δηλαδή στην παράλογη συνύπαρξη αντιφατικών χαρακτηριστικών εντός της ίδιας οντότητας. Εκεί μπορεί να καταταχθεί και η αλλόκοτη «ζωτικότητα» του ίδιου του σπιτιού ή/και τμημάτων αυτού: η κίνηση αντικειμένων δίχως φυσική αιτία και η άρνησή τους να παραμείνουν εντός των ορίων του φυσικού τους ρόλου (καθρέφτες που δεν αντανακλούν το παρόν, βρύσες που δεν βγάζουν νερό αλλά κάτι άλλο, κεριά που δεν φωτίζουν αλλά ψιθυρίζουν, κτλ) είναι πλήρως λειτουργικά όσον αφορά το αλλόκοτο, λόγω της αντιφατικότητας των χαρακτηριστικών αυτών με την συνηθισμένη, οικεία εικόνα που έχουμε για αυτά και το ρόλο τους.

Η φόρτιση του χώρου με πλήθος κρυψώνων, σημείων απροσπέλαστων από ένα γενικό, μαζικό βλέμμα, στα οποία μπορεί να γαντζωθεί και να αναπτυχθεί η υπόνοια της παρουσίας του υπερφυσικού, λειτουργεί υπέρ του εμπλουτισμού του κτιρίου με τις σκεπτομορφές που εκπέμπει ή λαμβάνει το άτομο που βιώνει το χώρο. Κάποιος (όπως είναι δικαίωμά του) μπορεί να αμφιβάλλει για τη μη φαντασιακή ποιότητα αυτής της φόρτισης σε μια υπαρκτή τοποθεσία. Όμως σε έναν χώρο όπου δεν περιορίζεται από τους (υποτιθέμενους, γιατί υπάρχει σαφώς και το δικαίωμα της άλλης πλευράς στην αμφιβολία) περιορισμούς του φυσικού κόσμου, όπως αυτός τον παιχνιδιών τρόμου για παράδειγμα, η εμπειρία που δημιουργείται από αυτήν την φόρτιση είναι πλήρως αληθινή και λειτουργική.

Τέλος, στα πιο τεχνικά θέματα, η ανελέητη παράδοση του φωτισμού στο κιαροσκούρο, ιδίως σε καίρια σημεία του LoF, συμβαδίζει με την Γοτθική παράδοση του ασθενικού φωταγωγικού τρέμουλου, ανασύροντας στην επιφάνεια για άλλη μια φορά το δίπολο οικείο-ανοίκειο, ενώ παράλληλα δημιουργεί πλήθος ακόμη κρυφών, απρόσβλητων στην όραση σημείων ανάπτυξης υπονοιών.

Ακολουθούν κάποια παραδείγματα των προαναφερθέντων ιδιοτήτων του χώρου:


Ο πίνακας που αυτοκαταβροχθίζεται, σχηματίζοντας μια ατέρμονη άβυσσο



Αποτελέσματα της ζωτικότητας του ίδιου του σπιτιού, το χάος μέσα στην εστία, την έδρα της σπιτικής θαλπωρής


Αλλαγή στοιχείων του χώρου, με σαφή προώθηση της παρακμής ως ζωτικής σήψης



Αέναα προεκτεινόμενοι διάδρομοι, οπτικοποίηση της πυρετικής παραζάλης



Η πανταχού παρούσα σκιά, καλύπτει πλήθος κρυφών σημείων ανάπτυξης υπονοιών και κατ’ επέκτασης τρομομορφών



Human Space, Otto Friedrich Bollnow

Afternoons of Alterity A Codex of the Medieval and the Monstrous, Maura Whitman et al.

The Architectural Uncanny: Essays in the Modern Unhomely, Anthony Vidler