Stranger Things

GS-header2

Κάπου στα μέσα του Ιουλίου, έχοντας τελειώσει μια σεζόν κάποιας σειράς της οποίας δεν μπορώ να θυμηθώ το όνομα, έκανα την συχνή αναζήτηση περί καινούριων sci-fi και fantasy τηλεοπτικών σειρών. Μεταξύ αποτελεσμάτων που ή τα έχω δει ή λόγω περιγραφής μου φάνηκαν αδιάφορα, είδα και την αναφορά σε μια νέο-εμφανισθείσα σειρά, η λιτή περιγραφή της οποίας περιλάμβανε την εξαφάνιση ενός αγοριού και την παράλληλη εμφάνιση ενός κοριτσιού με νοητικές υπερδυνάμεις. Αυτό που κυρίως με ιντρίγκαρε ήταν ο συγκριτικός βαθμός “stranger”, αρκετά ασυνήθιστος για τίτλο· πιο παράξενα από τι; (Έχει μια αίσθηση κύλισης ο συγκριτικός βαθμός εδώ: πράγματα που γίνονται πιο παράξενα από κάποια άλλα (τα αρχικά θεωρούμενα ως φυσιολογικά) και τα οποία στη συνέχεια θα χάσουν την παραξενιά τους λόγω της εμφάνισης άλλων που θα είναι πιο παράξενα από αυτά, και ούτω καθεξής. Ο υπερθετικός βαθμός απλά θα βάπτιζε κάποια πράγματα ως τα πλέον παράξενα, οδηγώντας σε στασιμότητα).

Η σειρά κατέβηκε και ειδώθηκε εντός ημερών δύο, με τα επτά (αν θυμάμαι καλά) εκ των οκτώ επεισοδίων να καταβροχθίζονται σε μια ημέρα. Το ζήτημα των αναφορών της σειράς σε ένα γαλαξία 80s κινηματογραφικών αναμνήσεων το έμαθα λίγο πριν ξεκινήσω, και αποδείχτηκε ικανά τοποθετημένο εντός του δημιουργήματος, έτσι ώστε να μην αναλώνεται σε μια απλή παράθεση νοσταλγίας. (αυτό εδώ το βίντεο περιλαμβάνει όλα τα κινηματογραφικά κλεισίματα ματιού στην συγκεκριμένη δεκαετία)

Νοσταλγία, λοιπόν. Ένα αίσθημα ικανοποίησης (συνδυασμένο με μια στυφή αίσθηση απώλειας) που νιώθεις όταν έρχεσαι σε επαφή με κάτι το οποίο σε έχει ευχαριστήσει (ή νομίζεις πως το έχει κάνει) σε μεγάλο βαθμό στο παρελθόν, το οποίο είναι αλληλένδετο με προσωπικά βιώματα (πιθανώς γυαλισμένα λόγω του διαστήματος που έχει περάσει, αλλά και λόγω της οπτικής με τα οποία τα είχες βιώσει όταν αυτά συνέβησαν) τα οποία είτε παραπέμπουν γενικότερα σε μια βαθροποιημένη περίοδος της ζωής σου, είτε είναι τα ίδια τόσο ευχάριστα ώστε να ξεχωρίζουν ως βιωτικά εκθέματα. Η νοσταλγία εμπεριέχει τη διαλεκτική της ευχαρίστησης που προσφέρει η βύθιση σε ένα κουκούλι το οποίο είναι σχεδόν ιδανικά πλασμένο, και του πόνου ή αίσθησης απώλειας που νιώθεις με τη γνώση ότι αυτό δε συμβαίνει τώρα (χωρίς να είναι απαραίτητα για πάντα χαμένο στο παρελθόν – το βασικό είναι ότι βρίσκεται εκτός του παρόντος). Προκύπτει μια λατρεία, λοιπόν, ενός χρονικού διαστήματος της ζωής σου, μέσω της εκ των υστέρων αγιοποίησης κάποιων εμπειριών εκείνης της περιόδου.

Στην προκειμένη τώρα, και όσον αφορά εμένα, κάποιες από τις ταινίες στις οποίες αποτίει φόρο τιμής το Stranger Things, λειτουργούσαν, όταν τις έβλεπα στην παιδική ηλικία, ως γεννήτριες ειδώλων (simulacra) του εαυτού μου, εικόνων ενός εγώ που κινείται μέσα σε ένα ιδανικό για μένα σύμπαν καταστάσεων. Τα παιδιά των Goonies, για παράδειγμα, ζούσαν μια κατάσταση περιπέτειας που εγώ μέχρι τότε δεν ήξερα (συγκεκριμενοποιημένα τουλάχιστον) ότι ήθελα να βιώσω, με αποτέλεσμα να μου σερβιριστεί μια απτή μορφή περιπέτειας/δραπέτευσης από την κανονικότητα (η ανάγκη για αυτή την περιπέτεια θαρρώ πως προϋπήρχε, και μάλλον είναι δύσκολο να ανιχνευτεί στην πηγή της). Δημιούργησε η ταινία πρότυπα προσωπικοτήτων και καταστάσεων, σύμφωνα με τις οποίες προσωπικότητες προσπαθούσα να διαμορφώσω τον εαυτό μου, με την ελπίδα ότι έτσι θα εμφανίζονταν εν τέλει και οι πρότυπες καταστάσεις. Όταν λοιπόν έχεις να κάνεις με κάτι που σου έχει διαμορφώσει ένα τμήμα της προσωπικότητας που ακόμη θεωρείς ως πολύ θετικό, τότε η μετέπειτα επαφή μαζί του είναι καταδικασμένη να κυριαρχείται αφενός από πλήθος θετικών συναισθημάτων, αλλά και αφετέρου από μια λαχτάρα για επαναπροσέγγιση της πρώτης επαφής, του σημείου μηδέν, έτσι ώστε να ξανανιώσεις την πλήρη δύναμη με την οποία εισχώρησε μέσα στον εαυτό σου η Επιρροή – κάτι σαν θρησκευτική εμπειρία, άμεση επαφή με το Θεϊκό, Θεοφάνεια.

download

Ένα από τα κοινά σημεία μεταξύ Goonies και Stranger Things είναι η επιβεβαίωση του μυθικού/φανταστικού ως πραγματικό (στους μεν Goonies ο θρύλος του πειρατικού πλοίου και θησαυρού αποδεικνύεται αληθινός, στο δε Stranger Things μια πτυχή του κόσμου του D&D εισχωρεί στην πραγματικότητα). Η επιβράβευση της εμμονής στην άποψή σου (όσο μη συμβατική και να είναι αυτή), η πανηγυρική εξύψωση του Πείσματος ως δύναμη ικανή να διαμορφώσει την πραγματικότητα. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα από τη σειρά είναι ίσως η Joyce Byers, η μητέρα του εξαφανισμένου Will, η οποία κρατιέται γαντζωμένη πάνω στην ελπίδα (ότι αυτός είναι ακόμη ζωντανός) από μεταφυσικές κλωστές, ακόμη και όταν όλα σχεδόν συνηγορούν πως θα έπρεπε να την εγκαταλείψει. Η σκηνή στο νεκροτομείο, στην οποία αρνείται να υπογράψει πως το πτώμα που βρέθηκε είναι ο γιος της, παρόλο που έχει δει την ομοιότητα με τα μάτια της, είναι χαρακτηριστική – I don’t care if anyone believes me, that thing is not my son. Το πείσμα κάνει καλό, διαμορφώνει την πραγματικότητα, μπορεί να υπερνικήσει ακόμη και το θάνατο – κακά τα ψέμματα, αυτός είναι ένας κόσμος στον οποίο αξίζει να ζεις. Καμία υποταγή στην εξουσία της κυρίαρχης πραγματικότητας (τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως*). Κανένας συμβιβασμός με το πρόσχημα των ψυχολογικών προβλημάτων/παραισθήσεων. Και όταν έρχονται κάποια άτομα, σαν σωστά τοποθετημένα μεταξύ τους γειτονικά κομμάτια παζλ, που επιβεβαιώνουν ένας ένας τις «παραισθήσεις» της Joyce, ο θεατής δε μπορεί παρά να νιώσει διαδοχικά σκιρτήματα ικανοποίησης, βλέποντας πως τελικά άξιζε η με νύχια και δόντια αφοσίωση στο απίστευτο.

*εδώ βέβαια ελοχεύει το εξής παράδοξο: η επιβεβαίωση του φανταστικού ως κάτι το πραγματικό επιβεβαιώνει εν τέλει την κυριαρχία της (κυρίαρχης) πραγματικότητας, μιας και η ανάγκη του να αποδεχτεί και ο υπόλοιπος κόσμος ως πραγματικό αυτό που εσύ πιστεύεις σημαίνει ότι έχεις αποδεχτεί την ενσωμάτωσή σου μέσα σε μια παντοδύναμη μορφή της πραγματικότητας. Θέλεις δηλαδή να φέρεις το δικό σου φανταστικό στα μέτρα της πραγματικότητας, έτσι ώστε αυτό να αποδειχτεί ότι υπάρχει, με αποδείξεις που απορρέουν από την πραγματικότητα, και όχι να αλλάξεις την οπτική των άλλων, να χαλαρώσεις τη δύναμη που ασκεί το κυρίαρχο πρίσμα στην αντίληψή τους.

Αυτή η εναντίωση στην κυρίαρχη εξουσία (ποικίλης μορφής) βρίσκεται αρκετά βαθιά εντός της σειράς, με την El(even) να είναι το κυρίως όχημα (όσον αφορά κυρίως τον πρακτικό τομέα, λόγω των υπερδυνάμεων που έχει) προέλασης (της εναντίωσης). Όπως και με το σύνολο σχεδόν των υπερηρωικών αφηγήσεων, έτσι και εδώ υπάρχει η λαχτάρα για ταύτιση με ένα χαρακτήρα που ξεχωρίζει από το μέσο άτομο, που έχει τη δυνατότητα να αντισταθεί στη δύναμη της μάζας, στην εξουσία, στην κυριαρχία της πλειοψηφίας (και ενίοτε βέβαια να επιβάλει τη θέση του), να κάνει αυτό που θέλει (το τι θέλει βέβαια, και από που προέρχεται αυτό, είναι μεγάλο κουβάρι, με διάφορες προεκτάσεις, από ιστορικοκοινωνικές μέχρι μεταφυσικές) χωρίς επιπτώσεις, εν τέλει να διαμορφώνει την πραγματικότητα σύμφωνα με τις βουλές του.

Εδώ έχει ενδιαφέρον το εξής απόσπασμα από το Primitive Mythology του Joseph Campbell:

“We have noted that in the world of the infant the solicitude of the parent conduces to a belief that the universe is oriented to the child’s own interest and ready to respond to every thought and desire. This flattering circumstance not only reinforces the primary indissociation between inside and out, but even adds to it a further habit of command, linked to an experience of immediate effect. The resultant impression of an omnipotence of thought—the power of thought, desire, a mere nod or shriek, to bring the world to heel—Freud identified as the psychological base of magic, and the researches of Piaget and his school support this view. The child’s world is alert and alive, governed by rules of response and command, not by physical laws: a portentous continuum of consciousness, endowed with purpose and intent, either resistant or responsive to the child itself. And as we know, this infantile notion (or something much like it) of a world governed rather by moral than by physical laws, kept under control by a super-ordinated parental personality instead of impersonal physical forces, and oriented to the weal and woe of man, is an illusion that dominates men’s thought in most parts of the world—or even most men’s thoughts in all parts of the world—to the very present. We are dealing here with a spontaneous assumption, antecedent to all teaching, which has given rise to, and now supports, certain religious and magical beliefs, and when reinforced in turn by these remains as an absolutely ineradicable conviction, which no amount of rational thought or empirical science can quite erase.”

Είναι λοιπόν η ταύτιση με τον εκάστοτε υπερήρωα μια λαχτάρα για επιστροφή σε εκείνη την προ-παιδική κατάσταση στην οποία ο κόσμος διαμορφώνονταν σύμφωνα με τις βουλές του ατόμου.

netflix-stranger-things-trailer

Το ζήτημα όμως με την εξουσία εντοπίζεται και αλλού: οι νυχτερινές εξορμήσεις/σκασιαρχεία από το σπίτι, επιβεβαιώνουν τη μη παντοδυναμία των κυρίως ατόμων που έχουν δύναμη επιβολής πάνω σου όταν είσαι παιδί, δηλαδή των γονιών σου. Οι περισσότεροι από τους ενήλικες της σειράς είναι εχθρικά (ως ένα βαθμό) προς τους παιδικούς πρωταγωνιστές  άτομα, βρίσκονται στην άλλη πλευρά, πέρα από τον φράχτη της ενηλικίωσης. Υπάρχουν δυο εξαιρέσεις, πέρα από την (σχετικά απομονωμένη από τα πρωταγωνιστικά παιδιά) Joyce:

Ο ενήλικος που συμμαχεί με τα παιδιά, κόντρα στην πραγματικότητα από την οποία είναι πολύ περισσότερο διαβρωμένος από ότι το παιδί, έχει ιδιαίτερη σημασία. Πρόκειται για κάποιο άτομο που αποφασίζει να πιστέψει (ή έστω να αναζητήσει μπαίνοντας σε μια διάθεση δεκτικότητας προς το αλλοπρόσαλο – οι επιρροή από τον Mulder των X-Files είναι εμφανής στη σκηνή που διαλύει ολόκληρο το σπίτι του ψάχνοντας για κοριούς), μια φιγούρα από τον άλλο κόσμο, τον κόσμο των μεγάλων, ο οποίος γίνεται σύμμαχος. Στο Stranger Things ο σερίφης γίνεται ένας από τους πιο αγαπημένους χαρακτήρες γιατί πρόκειται για έναν ενήλικα που τα βάζει με την κυρίαρχη απρόσωπη δομή, που παίρνει το μέρος της αδύναμης μειοψηφίας. Από την άλλη, ο καθηγητής φυσικής είναι επίσης εξαιρετικά συμπαθής, αλλά υπό άλλη μορφή. Πρόκειται για έναν ενηλικιωμένο αντικατοπτρισμό των παιδιών, ελαφρώς διαθλασμένο από το πέρασμα στην άλλη πλευρά (των ενηλίκων), αλλά όχι τόσο ώστε να μη βρίσκει σημείο γείωσης με τα παιδιά (προσέχουμε ότι γνωρίζει από D&D, στο σημείο που του αναφέρουν για το Vale of Shadows).

vlc 2016-08-04 15-57-33-48

Μια από τις πιο δυνατές για εμένα σκηνές είναι η στιγμή που τα παιδιά αντιλαμβάνονται που ακριβώς βρίσκεται ο Will, δηλαδή στο Vale of Shadows (λέγε με Plane of Shadow), ένα σκιώδες καθρέφτισμα του εδώ κόσμου. Η λύση μέρους του μυστηρίου έρχεται μέσω των γνώσεων που έχουν αποκτήσει μέσω των αγαπημένων τους ασχολιών. Η ικανοποίηση είναι μεγάλη όταν χρειαστεί να χρησιμοποιήσεις τις γνώσεις που αποκτάς μέσω κάποιων ασχολιών οι οποίες φαντάζουν τελείως ξένες με την πρακτικότητα της πραγματικότητας. Εκεί λοιπόν που τα Role Playing Games, η παιδική λογοτεχνία φαντασίας και μυστηρίου, οι μη πρακτικές επιστημονικές γνώσεις, απορρίπτονται ως φαντασιοπληξίες χωρίς νόημα, η οποιαδήποτε χρήση γνώσεων που έχουν προέλθει από αυτές σε πρακτικές συνθήκες είναι ένα τρίψιμο στη μούρη των κυνικών. Αυτό βέβαια είναι για μια ακόμη φορά ήττα του Φανταστικού, μιας και καταλήγεις να θέλεις να επιβεβαιώσεις την ασχολία σου με τους όρους των άλλων – εντός της πραγματικότητας.

Εν τέλει το Stranger Things είναι ένα έργο τέχνης που κουβαλάει μέσα του την παιδική αντιδραστικότητα και εναντίωση σε οποιαδήποτε (προφανής) μορφής κυριαρχία επί του ατόμου. Όπως ξανά-ανέφερα, είναι μια ωδή στο Πείσμα, στην διαμόρφωση του κόσμου μέσω της θέλησης (χωρίς ομως να καταπιάνεται με το πως διαμορφώνεται αυτή η θέληση), στην ικανοποίηση που προσφέρει η επιβεβαίωση του Φανταστικού (έστω και εντός της κυρίαρχης πραγματικότητας), στην διάρρηξη της καθημερινότητας. Όλα αυτά διαποτισμένα με κιλά νοσταλγίας δημιουργούν έναν κόσμο όπου μπορείς να ποδηλατήσεις μέσα σε ρεύματα Μαγείας, κάνοντας σλάλομ ανάμεσα στις αλυσίδες της Κυριαρχίας, φτάνοντας σε μια ελαφρά γείωση όσον αφορά την τελική αναγκαστική (;) θυσία της El, αφήνοντας όμως να πέφτει μια δέσμη αστρικού φωτός από το παραθυράκι που σχηματίζεται με την τελική σκηνή του Will.

Keyholes and the Uncanny, Part 1: General Remarks

CaveKey

The closed door of a room during night-time is, for that room’s inhabitant, a sign of security and isolation at the same time. Many a child has been torn before the dilemma of an opened or closed bedroom door. And perhaps it is not so rare the person that covers the keyhole opening, either with the corresponding key, a cloth, or even stuffs it with plain paper, so as to avoid the possibility of an unwanted gaze penetrating it and falling upon him during the small hours of the night.

General Remarks

Concerning the keyhole:

The bedroom doors, as well as most of the interior ones in contemporary houses, are the ones still retaining the kind of keyhole with an aperture large enough for an eye to look through, or to be used as passageway for a thin object. This is the keyhole of interest for this text, the one that could be said to contain two functions:

peering through (which in the more sophisticated doors of nowadays has been transferred – taking into account the impregnable to the eye secure lock – to the spy-hole/peep-hole (or the electronic camera even)),

securing the door (which function has remained with the lock even in doors with more modern locking mechanisms).

Of all the interior spaces guarded by locks of the aforementioned kind that is of interest to us, I mostly focus upon the bedroom in this text, since sleep and keyholes seem to have a highly peculiar relationship.

A door shut

In the case where the door is closed and/or locked but the keyhole is empty, it (the keyhole) provides a sensory connection between the outside and the inside. It is a window. But whereas the house window is usually an opening directed almost exclusively from inside to outside*, it seems that some of us mostly experience this particular window in reverse. We know the space outside the door; it is the space of our house. We do not need to look upon what lies outside the room, or rather we should not have to look – the space should correspond to what we have in our mind. The only being having a reason to look through is a stranger gazing into the room from the outside, trying to know what lies on the inside.

The keyhole is the most vulnerable part of a closed door, its thinner part, the one most easily violated. It is also its only immaterial part; it is a passage, whereas all other parts of the door are barriers or tools with a solid nature. It is a crack in an otherwise solid object, in this object’s continuous and sometimes seamless surface (the space beneath the door is also a vulnerable spot, but it is outside the bounds of the door per se). But while being the door’s weakest point from a physical point of view, the keyhole is at the same time its more essential one, as far as control over it is concerned, for it is through the keyhole that the door can be more safely secured. It is also the only part which connects the two spaces, inside and outside, which are otherwise separated by the existence of the closed door.

2863810_orig

If someone is outside the door, hidden, waiting, and we are gazing through the keyhole, that person can easily surprise us if it suddenly brings its eye to look through the other side of the hole. It is a fear of the suddenness of this surprise (along of course with the possibility of the confirmation of the existence of a stranger) which can create anxiety to the one being on the inside. And it is not only the gaze that can come through the hole, but any imagined kind of murder weapon or even a voice, which can even be disembodied, without a perceptible in the observer’s field of vision body. One may well stuff the keyhole with a suitable material, but then, there is always the possibility of an entity on the outside pushing it back, resulting in (from the insider’s point of view) the apparent self-motion of an inanimate object, hence uncanniness.

It is also one of the two parts with which one can interact with the door (the other being the door handle). But, while the door handle interacts directly with the user’s body, the keyhole does so indirectly, through the use of the key. It is thus the only part of the door adding a third component to the system consisting of the door and the person behind it, namely the object responsible for its existence: the key.

Because of the opening’s smallness, gazing through the keyhole has a sense of the forbidden. Such small, narrow fields of vision are outside the normal, everyday experience, more reminiscent of static optic organs than anything else. They imply difficulty and constraints, restrictions in one’s visual appropriation of space, thus limits in one’s power, leading to the creation of a certain degree of helplessness. But the fact that those small and rigid fields of vision are outside the everyday experience makes them exotic, mysterious, something to be tasted with guilty pleasure. The fact that only our eye could be perceptible from the door’s other end (and this only if one focuses one’s gaze upon the lock) creates a sense of privacy, of isolation, perhaps of undetectability. The interplay between these two, somehow conflicting senses (namely that of restriction and helplessness, and that of impregnable isolation and untraceability) could be considered as the root for much of the beholder’s (on either side of the door) state of feelings and/or mind.

*Georg Simmel, “Bridge and Door,” in Rethinking Architecture, trans. Edward Shils, ed. Neil Leach (London: Routledge, 1997), 67

Funestus – In Perpetual Silence (Self-Released)

cover

Gazing upon the lovely, primitively impressionist-like cover of Chile’s Funestus first demo, Descent with capital D comes into mind. A wintry barren wood, the crescent moon just above the center, like an eye distorted looking down, where an overflow of light seems to imply an abyss ready to receive the invisible wanderer treading upon the landscape’s path; even the clouds themselves seem to ripple downwards. A descent which, sound-wise, is materialised via an amalgamation of Judas Iscariot-esque majestic ferocity and Xasthur’s dungeon wanderings, all wrapped in a raw, somehow thin production that is however far from being bothersome or unlistenable.

The idea is quite simple, true to the teachings of Darkthrone: repetition of long-winded yet simple (structurally) riffs, crispy guitar sound which sometimes verges on the mechanical due to a weird distortion, drums that are especially fond of their metal components. Harsh screams are sporadically flickering, sometimes approaching Akhenaten’s lordly hue and articulation (like in “Nightside Of The Storm”), yet never quite grasping it – there is obviously the issue of Hiem Egregor’s (the band’s one and only member) not being a native English speaker. Of tempo variances there are fluctuations between slow and hyperblasting moments, contrasting otherworldly wanderings with wintry charges. Biting frost and relentless battle are the main ingredients of this release’s atmosphere; a sense of subterranean melancholy is embedded in most of the riffs, more prominent during the slower parts, as well as in the acoustic interludes. There are some executional mistakes, especially on drums and tempo changes, but as far as first demo releases go, this one is surprisingly elaborate.

All in all, the thing that Funestus succeed in almost flawlessly with their first demo is that the release grasps and retains this ravishing grimness that is the core essence of golden-era Darkthrone, as well as the raw splendour that was the trademark of Akhenaten’s discography. A demo that creates high expectations about this project, highly recommended for fans of traditional, grim yet atmospheric 90s black metal.

Haxen – Haxen (Eternal Death records)

haxen haxen

Haxen have apparently been around since 2000, releasing a steady (if a bit sparse) stream of demo releases, yet it took some 16 years in order for their eponymous debut full-length to be finalised. Though hailing from the west coast of the Atlantic, the band seems to be wholeheartedly devoted to European scenes of yore, especially the Norwegian and the French (Les Legions Noires era) one, creating an album which revels in its rawness under the night skies.

Things are quite straightforward, as far as composition is concerned, yet not in a simpleton way. While many bands try to up the complexity of their musical structures, striving to establish their extremity that way, Haxen embrace rawness both sound- and composition-wise. Songs are rather short (most of them under the five minute marker), each permeated by a small number of tight-wrapped riffs, not much caring for progression, but rather holocaust-winding their way through the soundscapes of the release. Crispy guitars, a bass that is not as inaudible as one would expect, and a host of scratchy, harsh vocals make up the material building blocks of this release, while there is a hint (to say the least) of live recording in several tracks, distinct in the sound directness which mortars the whole. Yet melody is never far – listen to the mid-tempo decadent majesty of “Abismo” for instance.

If one is to name bands that seem to have influenced this creation, three groups stand out: Mutiilation (which can be held responsible for the romantic, archaic darkness evident in several tracks – for instance “Sleepwalking”), Carpathian Forest (to which is owed much on the aggressiveness and riff departments, as well as on the origins of thin layer of grooveness that appears sometimes) and Høstmørke-era Isengard (responsible for the slight thrashy edge, as well as the mosquito-buzz-like riffs – remember “Total Death”). One could deduce a triptych: dark and archaic grim melody, furious (sometimes bordering on death metal) riffing that strays on the chaotic, and a pinch of creative insectoid black thrash. In essence, this is distilled European blackness coming from the far side of the Atlantic. Nothing spectacularly original, but an album that is very well-written, and thrives like a parasite on the listener’s cravings for well-executed (mostly) 90s black metal.

Sun Worship – Pale Dawn (Golden Antenna Records)

sunworshippaledawn

The lone and wandering riff is perhaps the quintessential black metal music-component figure. Dismal yet passionate, adventurous, trying to break the shackles of time and history, a candlelight gliding through perennial corridors. It is ideally without beginning and end, just fading in and out of our perception, yet eternally there. And if the riff is the microcosm of the genre itself, then one can perceive black metal as a being against time, striving to be out-of-time itself, to haunt and wander eternally, like a pure force of nature, free of human concepts. Germany’s Sun Worship, with their sophomore album, “Pale Dawn,” embody this aspect of black metal, creating a monolithic album that resembles a massive monument to eternity. One could say that it captures the image of a frigid, pale dawn, and then it fossilizes it upon a wall that is outside the cosmos.

Elder Giants,” the band’s debut, was an excellent take upon the Scandinavian sound, and how one could distill its iciness and barren glory. It was quite doubtful whether the band could surpass this masterpiece, and their participation in the 4-way split “Into The Vortex” with an ambient track, made me anxious of a musical direction change. Thankfully, from the first notes of “Pale Dawn” it becomes apparent that Sun Worship have retained their trademark sound.

The core materials are well known: Norwegian riffing, of the “Transilvanian Hunger” and “De Mysteriis..” school, filtered through a less dark, more icy prism. Each song is built around a riff (lone and wandering as aforementioned), long-winded, ecstatic as the figure of Zephyrous on the “A Blaze In The Northern Sky” cover. They keep unwinding, like from a never-ending ball of yarn, with laconic fluctuation, imprinting upon the listener the granite of timelessness; due to this backbone each track resembles an icebreaker. Beyond each of the basic riffs however one can discover a few melodic guitar mannerisms, some almost-thrashy moments, mid-tempo deep breaths. Vocals are desperate, coming from beyond, flickering like fog for a while, then returning to uncreation, or just beyond creation. But there is also beauty in here, harsh or otherwise (like in the amazing hymnal vocals of the last track (“Perihelion”) which evoke the ritual majesty and sombreness of the namesake track of “De Mysteriis Dom Sathanas”). What ultimately dominates here is a single-minded passion, a mania one could say; but due to the inhuman quality of this artifact it is not so easy for one to get away with such terms, mostly associated with human feelings and states of mind. Better use descriptive imagescapes:

Giant plateaus of pure majestic inhumanity, now and forever reclaimed by the elements; stone figures standing unmoving; the moment of arctic dawn after months of darkness, forever frozen in time. That’s the spirit of “Pale Dawn.” I cannot yet say whether it surpasses its predecessor, but it is definitely close to achieving it. Still, this is not really something that matters. What matters is that this band from Germany has managed to capture the essence of northern black metal, much better than most of recent band hailing from the far North in question. A study in pale frost – and how it immobilizes time.

 

Isolert – No Hope, No Light…Only Death (Ogmios Underground)

isolert

Besides the genre’s name, there are albums of the black metal variety, that are not prone to being transmitters of utter-darkness soundscapes. Even some of the 90s masters’ albums are testimonies of this; for in albums such as “Battles In The North” or “Frost” darkness is a distant second entity being evoked, majestic frigidness being by far more dominant. The cold, unforgiving yet filled with unparalleled majesty side of Nature is an essential part of the black metal multifaceted entity. That is where lie the banners of Greece’s Isolert, a band that firstly appeared roughly a year before, with the “Isolated Soul” demo. Reviewing that short release  I had concluded that “it is a somewhat rushed release, that nevertheless creates promises about the future.” Luckily, it seems that these promises are more or less fulfilled with the band’s debut album, “No Hope, No Light…Only Death,” released earlier in 2016.

What becomes apparent from almost the beginning is that Isolert have a thing for melody, mainly of the icy quality, not unlike that of the mid-/late-90s Swedish scene. But, as it was also the case in “Isolated Soul” the Scandinavian influence is filtered through a Greek prism; what comes to mind is Naer Mataron’s first period – a fine tutor, to say the least. Guitars make long-winded appearances, zealously emphasizing the atmospheric parts of most riffs – passion is a thing to be reckoned in here. A passion, traces of which can also be found in the definitely improved (in comparison to the demo) vocals, which traverse the spectrum demarcated by the growling core hues and the clean, almost epic clamours and narration. Yet, despite all the melody talk, the band also knows how to incorporate some thrashy and hyperblasting inferno in their music. Structure-wise things are not overly complex, yet this simplicity is quite effective from an atmospheric point of view. Speed varies, from mid-tempo clarity to blastbeat exaltation. The production is typical for this kind of sound, grim and clear – nothing spectacular.

Isolert kicks off its formal discography with a very good album, steeped in the genre’s tradition. It may have a few shortcomings – namely lack of innovation (if such things are of concern in black metal) and some variance in the composition quality department – yet it is a much too enjoyable (and even nostalgic) an album to be shadowed by them. The band sports a much more polished and well-structured facade in comparison to their last year demo, bringing into fruition the past promises.

Præternatura – Symmetry Of The Void

Præternatura

There is, inside the black metal edifice, a certain niche, down there, at the basement or dungeon level, which borders on the space of two particular sub-genres: namely the catacombs of depressive black metal and the etheric thunderbolts of the kind of black/death that was showcased by Bölzer. It is this marginal space that hosts such acts as UK’s Swarþ and the band in question, Præternatura (solo project of Matron Thorn – see Ævangelist, Death Fetishist, etc). Moving beyond such base human feelings as discomfort and despair which are usually associated with depressive/suicidal black metal, yet remaining in the realm of shadows, not reaching up to the Olympian majesty of the Bölzer school, this particular sub-genre retains the ritual side of the dungeon space, as well as the sheer mass of black/death. At the intersection of these two schools lies a ghost wandering through endless corridors, which has long shed its last drops of human nature. A dark, cavernous specimen, with a suffocating density.

Consisting of four long-winded tracks, “Symmetry Of The Void” revels in its own complexity, sporting a multi-layered structure. The guitar work shines, both in technicality and in elegance, spewing forth torturous walls of dissonance (on which the claustrophobic, eerie atmosphere is based) along with threads of eerie, finespun guitar riffs that emerge from the rather more voluptuous aforementioned walls. In other words, the tortuous and thick body of orthodox-like black metal, layered with death metal frosting, is grafted with a slithering and technical riff mobility, precise and evocative as the chime of midnight bells, with subtle hints of melody too. In many points throughout the record, one feels like being circled by swarms of spirits and shrapnel (there are a few hints of almost mechanized – industrialized if you prefer – repetition). Lastly, I could not ignore the allure of a Necromantia- or Cultes Des Ghoules-esque, bass-dominant moment on the last, namesake track.

Tempo-wise, the album twists around both mid-tempo, almost doom-ish speed, and blastbeat moments that reach towards the depths of subterranean lakes. Vocals are guttural, death metal-like growls from the deep, quite thick in the articulation of (the sadly unavailable) lyrics. Graced with a precise yet not clinical production, the compositions shine – if one devotes time in order to penetrate the apparent complexity of them. Be warned, the four tracks are quite diverse throughout their length, and things shift with mercurial frequency. The album, like a grand ritual, demands attention, yet its rewards are ample. “Symmetry Of The Void” could be considered as an aesthetic aspect of the poetics of otherworldliness, massive and eerie at the same time. Præternatura seem to make an excellent discographic debut with this release.