Το Δάσος του Άλμπεϊ (μέρος 4ο)

(το τρίτο μέρος εδώ )

VIΙ Αραζίγκι

chaotic.bird.head

   «Αραζίγκι, ανατολικά της γης των Χετταίων η πόλη» λέγαν οι Αιγύπτιοι, και ξόρκιζαν το όνομα με μια χειρονομία προς τον ήλιο. «Αραζίγκι, παραδομένη στα φτερά του Κέκου, υπνωτισμένη αιώνια στα κοάσματά του,» προσέθεταν οι ιερείς δαγκώνοντας τη γλώσσα τους και φτύνοντας αίμα. «Αραζίγκι, που η κόρη της περπατάει στα δύο πόδια και δρέπει τα πρωτότοκα,» σκούζαν οι μανάδες, και τάιζαν τη σπιτική φωτιά γιατί ψύχραινε απότομα ο αέρας.

«Άνοιξα απρόθυμος τα μάτια ξένε, γιατί η Σιφ είχε σαλέψει γυρίζοντας προς την άκρη της στέγης. Εκεί που μέχρι πριν λίγο ανεμπόδιστη διέτρεχε η ματιά μου την απέραντη πόλη, τώρα ένα άγαλμα γκρίζο, ελάχιστα ψηλότερό μου, ατένιζε τις αστικές εκτάσεις με πλάτη γυρισμένη προς εμάς. Μου φάνηκε πως άνηκε σε γυναίκα η κορμοστασιά του, κρυμμένη κι ας ήταν ολάκερη σχεδόν, ανάμεσα σε λαξευμένα φτερά. Μαρμάρινα μαλλιά και φτέρωμα, αδιάσειστα ενωμένα έστεκαν όπως το κοίταζα από πίσω, μπλεγμένα στους αιώνες από του ανώνυμου γλύπτη τη σμίλη. Η Σιφ προχώρησε προς το μέρος του επιφυλακτικά, έκανε να το αγγίξει, πισωπάτησε απότομα.

«Ρόμπερτ,» με απορία δονήθηκε η φωνή της, «είναι ο Μέλλικενς, ο άρχων του Άγριου Κυνηγιού. Αδιάφορη είναι η εξωτερική του εμφάνιση για τις αισθήσεις μου, όσο ελλιπείς και να είναι τον αναγνωρίζω. Πρέπει να μας ακολούθησε εδώ, παραβλέποντας την επιρροή που έχουν πάνω του αυτά τα μέρη. Ήδη ο αδερφός μου τον είχε σημαδέψει ανείπωτα, διαρρηγνύοντας το όνομά του καθώς μας είπε, μα αυτός επέλεξε  να αψηφήσει το ρίσκο, κρεμώντας την υπόστασή του στη μύτη ενός καρφιού. Και ιδού το αποτέλεσμα. Αυτός που κάποτε ήταν ο μέγας Μιχάναελ Μέλλικενς, περήφανος ηγέτης της Εκδικητικής Ορδής, τώρα μαρμαρωμένος στέκεται να θωρεί τον ίσκιο της παλιάς γενέτειράς του. Αναγνωρίζω το πνεύμα του, μα όχι την αποφασιστικότητα και την απρόσκοπτη σκέψη του, αυτή που με άθλους τιτάνιους κατάφερε να στιλβώσει μέσα από χιλιετηρίδες ανέλιξης. Κύλησε πάλι στα άνυδρα μονοπάτια της Μεσοποταμίας, εδώ μέσα σε αυτό το αντίγραφο της αρχαίας φωλιάς του.»

«Αραζίγκι, η πόλη των μαύρων φτερών, η μήτρα του Μέλλικενς,» μου είπε. «Ο αδερφός μου πρέπει να άντλησε τις παλαιότερες μνήμες του Κυνηγού, όταν τον κράτησε εδώ αιχμάλωτο, και από αυτές ξεχώρισε όσες αφορούσαν την πόλη αυτή. Ανατολικά των Χετταίων κούρνιαζε πριν τον κατακλυσμό, η μελανότερη σελίδα της ιστορίας των οικισμών, ένα συνονθύλευμα κατοικιών αόμματων τρόμων και έρπουσας τρέλας, η Αραζίγκι. Εκεί πρωτοεμφανίστηκε ο Μιχάναελ, με άλλη μορφή και όνομα από αυτά που ξέρουμε. Γυναίκας φτερωτής ήταν το κορμί του, και το ίδιο όνομα είχε με την πόλη των σκιών, Αραζίγκι.»

«Από τις εύφορες κοιλάδες των μεγάλων ποταμών, από τις απάνθρωπες ερήμους της Ασίας, πλησίαζαν στην πόλη σκουντουφλώντας οι παράφρονες. Σερνόντουσαν μέχρι τα παράθυρα της Αραζίγκι οι στιγματισμένοι εγκληματίες, όσοι κρίνονταν άξιοι εξοστρακισμού από τους συμπατριώτες τους. Και έπρεπε καθένας που γλιστρούσε προς αυτήν να φέρει μια θυσία αντάξια της πόλης. Λένε πως κλάματα βρεφών βασάνιζαν τα αυτιά των κατοίκων της μακρινής Αράφκα όταν ο άνεμος φύσαγε από την κατεύθυνση της Αραζίγκι. Λένε πως φτερωτοί όγκοι σάλευαν στις κορυφές των πιο σκοτεινών νεφών που πλησίαζαν από την κατεύθυνση της Αραζίγκι. Και κάποτε λέγαν πως οι νεκροί που οι τάφοι τους κοίταζαν ανεμπόδιστα προς την πόλη των μαύρων φτερών, νοσταλγούσαν τους ζωντανούς συγγενείς τους, και έσπαζαν από μέσα τα μνήματα για να τους αγκαλιάσουν ξανά. Ήρθε όμως το σφυρί του κατακλυσμού και ισοπέδωσε για πάντα τα σκιερά σοκάκια της πόλης, και πήρε μαζί του στον ωκεανό κάθε πέτρα και γυαλί που άνηκε στα κτίρια της παραφροσύνης.»

«Αυτές τις μνήμες της Αραζίγκι ανέσυρε από τον Μέλλικενς ο Νέλτον, και τις εφάρμοσε στην κατασκευή της πόλης που βρισκόμαστε τώρα. Ο Μέλλικενς δεν περίμενε να βρει εδώ το παρελθόν που έχει απαρνηθεί, και θαρρώ πως σείστηκε συθέμελα η ύπαρξή του. Αναρωτιέμαι…»

Όσο τα λόγια της έθρεφαν τα αυτιά μου, εγώ είχα προσεγγίσει το άγαλμα με επιφυλακτικότητα, και λαχτάρισα να δω το πρόσωπό του. Έκπληξη όμως με διαπέρασε κάνοντας τον κύκλο του, γιατί από όποια πλευρά και να το κοίταζα, μονάχα το πίσω μέρος, η υπονοούμενη πλάτη με αντίκριζε. Τι ξόρκια ή παράνοιες έκρυβε το κουκούλι αυτό δεν μπορούσα να φανταστώ. Το άγγιξα με το αριστερό χέρι και ένοιωσα κρύα φτερά να σαλεύουν στο πέρασμα της παλάμης μου, ψευδαίσθηση αποκαλύφθηκε η μαρμάρινη εμφάνιση. Βύθισα το χέρι μου ακόμη βαθύτερα στο φτέρωμα, χωρίς να συναντήσω αντίσταση. Όσο πιο βαθιά προχωρούσε η παλάμη, τόσο πιο παγωμένα ένοιωθα τα πούπουλα, αλλά με πείσμα συνέχιζα την αναζήτησή μου.

Η Σιφ πρέπει να είχε σταματήσει να μιλάει, γιατί τώρα έφτανε στα αυτιά μου ένα ανεπαίσθητο βουητό  από το εσωτερικού του πράγματος, το οποίο δεν άκουγα προηγουμένως. Θύμιζε τον ήχο κορακιού που τινάζει τις φτερούγες του στη βροχή. Γέμισε ο αέρας με οσμή λιβανιού, και είδα πως δίχως να το συνειδητοποιήσω είχα χωθεί σχεδόν ολόκληρος μέσα στο ζωντανό γλυπτό. Προσπάθησα να τραβηχτώ, αλλά με έκοβαν από παντού τα φτερά, που είχαν γίνει σαν ξυράφια σκληρά, σαν τον ξηρό νοτιά του καλοκαιριού χαράκωναν το κορμί μου. Θέριωσε μέσα μου οργή και λύσσα επιβίωσης, και σημαδεύοντας το χέρι μου σε αμέτρητα σημεία, κατάφερα να τραβήξω το πιστό μαχαίρι μου. Με μανία θέριζα το φτερωτό παλίμψηστο, άπειρα στρώματα είχε η επιφάνειά του, αλλά κατάφερα να ελευθερωθώ, αιμορραγώντας σαν μάρτυρας, η όψη μου για πάντα ρημαγμένη από τότε.

Η Σιφ είχε στραμμένο το πρόσωπό της πάνω στην τερατωδία από την οποία είχα ξεφύγει, αυτό τον όγκο από φτερά και μαλλιά που πετάριζε μπροστά μας, αυτόν που μέχρι πρόσφατα ένας ισόθεος ήταν. Το μαχαίρι μου παρέμενε σαν πρόκληση απέναντί του, σταθερό στο κράτημά μου. Το πλάσμα που λέγονταν Αραζίγκι, θρόιζε ολόκληρο μπροστά στη λεπίδα που κάποτε, με άλλο όνομα, μου είχε πουλήσει. Τρύπωσε η φωνή της στα αυτιά μου, και έσερνε μαζί της νύχτες σπασμένων καθρεφτών και ανοιχτών μνημάτων.

   «Επέστρεψα Κόρη του Λόγου, από τη σιωπή χιλιετηρίδων. Θαμμένη κάτω από τα πυκνά χαλιά της Δομημένης Σκέψης, αφορισμένη πλάγιαζα και το βασίλειο της Αραζίγκι κατέρρευσε κάτω από τα πλοκάμια της Προόδου, αλλά κοίτα με πως πνίγω ήδη αγέλες εντόμων και νεογνών μέσα στα μάτια μου. Αδελφοκτόνε, από τις πτυχές μου έκλεψες τα ξυράφια των χειλιών, σαν λωποδύτης και χιλιοπρόσωπος Ιανός πλησιάζετε, ω θα συρθώ πάνω σε τρυφερές οικογένειες για αιώνες.»

Ανήλθε στον φόντο του γκρίζου στερεώματος, αόρατη σχεδόν, και ήταν η δόξα που εξέπεμπε ισάξια με εξαπτέρυγου αρχάγγελου, και έπεφτε η σκιά της πηχτή πάνω στις δικές μας, ξεσκίζοντάς τες, ρουφώντας τα ξέφτια τους με απόλυτη ησυχία. Όταν σου λυμαίνονται τον ίσκιο τα δόντια σου κροταλίζουν, οι κόρες των ματιών συσπώνται και γυρίζουν ανάποδα στις κόγχες, και το ψύχος που κουλουριάζεται στην καρδιά σου είναι ανυπολόγιστο. Αισθάνεσαι να βιάζεται η σπίθα της ζωής σου. Έτρεμα στην αγκαλιά των απτών σκοταδιών.

ψρος

Μα αυτό που κράδαινα στο χέρι μου δεν είχε εγκαταλείψει την ελπίδα. Φως έλαμψε πρισματικό από την Λεπίδα των Στεναγμών, φως που απλώθηκε γύρω μας όμοιο με σεληνιακή άλω, πεινασμένο για τα απρόσιτα σε προσευχές μέρη. Άκουσα μέσα μου λόγια μιας γλώσσας άγνωστης να υψώνονται σε μια περιφρονητική προς την Ορδή ελεγεία, λέξεις που με ατσάλωναν, στίχοι που ξεπερνούσαν το μυαλό μου. Βοήθεια άνθιζε μέσα μου, θαρρείς πως κάποιος είχε αγανακτήσει με την ανημποριά μου, και ύψωνε πλάι στο μαχαίρι την ψυχή του, ενάντια στην Αραζίγκι, κάποιος αθάνατος, πανίσχυρος σαν κοσμική δύναμη.

Όρμισα μισότρελος προς αυτήν, αγνοώντας τις τρεις οργιές ουρανού που μας χώριζαν. Το αιωρούμενο σχήμα άρχισε να περιστρέφεται, γυρνούσαν τα φτερά και οι τρίχες του σε ομόκεντρους κύκλους. Στο κέντρο αυτών, κυριαρχούσε ένα σημείο μαλακό στην όψη, συστρεφόμενο με ασύγχρονη σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα ταχύτητα, και έμοιαζε σαν μια σκούρα κουρτίνα να αποτραβιόταν. Τριγμοί κοκάλων ήχησαν.

«Ρόμπερτ, απέστρεψε το βλέμμα σου!», φώναξε η Σιφ. «Η Αραζίγκι απογυμνώνει το πρόσωπό της! Ο Μέλλικενς χωρίς περικεφαλαία! Φυλάξου από την όψη του!»

Προσπάθησα να υπακούσω, αλλά η φλόγα που έκαιγε μέσα μου, αυτός ο άλλος που μου έδινε πυγμή γιγάντων, κράτησε τα μάτια μου καρφωμένα πάνω στην αυλαία του παραλόγου. Και είδα, για μια στιγμή μόνο, πριν καρφώσω τη λεπίδα στο αριστερό μου μάτι, αναγκάζοντας έτσι και το δεξί να κλείσει τρομαγμένο. Ένα μάτι θυσίασα για να σώσω τα ψήγματα λογικής που μου είχαν απομείνει. Τι είδα δε θα σου περιγράψω ξένε, γιατί αυτά που κρύβονται κάτω από τις φτερούγες των νυχτοπουλιών της ερήμου δεν είναι προορισμένα μήτε για μάτια, ούτε για αυτιά νοημόνων όντων. Κι έτσι ήταν που με έσωσε το μαχαίρι δυο φορές εκείνη τη μέρα, χάρη του απέφυγα μοίρα χειρότερη από θάνατο, κι ας ήταν το τίμημά βαρύ.

Πεσμένος μέσα στο αίμα μου, σφαδάζοντας από τον πόνο στο μάτι, άκουσα τη Σιφ να προκαλεί την Αραζίγκι, ή να της απευθύνει έκκληση, αδυνατούσα να καταλάβω. Λιποθύμησα ευθύς και ήταν η τελευταία φορά που άκουσα τη φωνή της Κόρης του Λόγου.»

 

VIIΙ: Οι φλόγες τη σκέψης Του

flames

«Το χέρι που μου προτάθηκε είχε όψη γέρικου κορμού σφενδάμου, διάσπαρτο με ρόζους και ρετσίνι θαρρείς πως ήταν, στιγματισμένο από τα νύχια του μόχθου. Το άδραξα αδύναμα, ενώ με το καλό μου μάτι είδα τη γυναίκα στην οποία άνηκε, ένα πλάσμα όμοιο με βουνοκορφή. Κοίτες ρυακιών και χειμάρρων χαραγμένες στο μωσαϊκό του δέρματός της από τα χρόνια· σαν θίνες δημιουργημένες από τον σιμούν ανυψώνονταν πολλαπλά οιδήματα πάνω στο κορμί της, το ανάστημα του οποίου όμως έστεκε περήφανο ακόμη. Με ρώτησε η γριά αν ένοιωθα καλά, αν με είχαν ρημάξει ληστές και με παράτησαν εκεί πλάι στο δρόμο αρπάζοντας τα υπάρχοντα και το μάτι μου, από την κόγχη του οποίου ένοιωθα πύον να αργοκυλά πάνω σε πηγμένο αίμα. Μου πρόσφερε τροφή ταπεινή, φρούτα και ένα μπαγιάτικο καρβέλι.

Αγκάλιασα με τα μάτια μου τον περίγυρο, ψηλές ερυθρελάτες συγχρωτιζόμενες με οξιές θρόιζαν ολόγυρα, περικυκλώνοντας τα χαμηλά τείχη μιας πόλης, ανθρώπινης, κοσμικής, κατοικημένης, όσο μπορούσα με ανακούφιση να δω.

«Που βρίσκομαι σεβάσμια κυρά;»

«Στη Λειψία παιδί μου, πλάι στη νότια πύλη της, αυτή που κάθε μέρα διαβαίνω για να μαζέψω το εμπόρευμά μου», απάντησε αυτή.

Σηκώθηκα και την ακολούθησα εντός των οχυρώσεων, ενώ το δερμάτινο φουστάνι της ανέμιζε με τη χάρη κατολίσθησης από αλπικά ύψη.

 

Από τότε έζησα όλη μου τη ζωή στην πόλη της Λειψίας, χωρίς να αποκτήσω οικογένεια, κι έφτασα στα γεράματα, ογδόντα ετών, χωρίς ζώσα κληρονομιά να έχω αφήσει πίσω μου, παρά μόνο τα έργα των χεριών μου, γραπτά και μη. Μια ζωή εκ του ασφαλούς βιωμένη, δίχως εξάρσεις και συγκινήσεις μετά το ταξίδι εκείνο. Εδώ και ένα μήνα όμως αδυνατούσα να βρω ηρεμία μέσα στους τοίχους της οικίας μου, και βάλθηκα να περιδιαβαίνω ολοένα και μακρύτερα έξω από τα τείχη της πόλης. Μαζί μου παίρνω σε κάθε περίπατο το κρυφό πακέτο της Σιφ, που όλο με καλεί να το ανοίξω τώρα που ο θάνατος πλησιάζει καλπάζοντας. Απόψε με πρόλαβε το σκοτάδι, χαμένος καθώς ήμουν στις ονειροπολήσεις μου, και δίχως τη θαλπωρή που μου προσέφερες δεν ξέρω αν το αύριο θα ξημέρωνε για μένα.»

«Πες μου ευλογημένε ξένε το όνομά σου, για να σε μνημονεύω στις προσευχές μου ως σωτήρα. Δείξε μου το πρόσωπό σου, για να κουβαλώ στη μνήμη μου τα χαρακτηριστικά σου, όσο καιρό έχω ακόμη στον κόσμο αυτόν.»

Ο ακροατής αγνόησε τις ερωτήσεις, προτίμησε να αντιπαραβάλει μία δικιά του:

«Έχεις μαζί σου εκείνο το πακέτο απόψε γερό-Ρόμπερτ;»

«Μάλιστα άρχοντά μου.»

«Νομίζω πως είναι η νύχτα αυτή κατάλληλη για να αντικρίσεις επιτέλους το μυστικό που τόσα χρόνια απέφευγες.»

Ζαλισμένος, ο Ρόμπερτ είδε τα ίδια του τα χέρια να βουτάνε μέσα στο σάκο του, να βγάζουν το δερμάτινο μπόγο, και να τον ξεδιπλώνουν με λαχτάρα. Υφή ονείρου είχαν οι πράξεις του. Κάτω από τα δέρματα, για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, ανάσανε μια πλάκα ξύλινη, επίπεδη από τη μια μεριά της. Πάνω της ήταν ζωγραφισμένη μια σκηνή, με τεχνοτροπία ρεαλιστικότατη, μια σκηνή όμοια σχεδόν με αυτή που εξελισσόταν γύρω από τη φωτιά. Να ο γέρο-Ρόμπερτ τυλιγμένος με την κάπα του, να διηγείται. Να και ο ξένος με το πρόσωπό του αποκαλυμμένο, που όμως δε βρίσκεται απέναντι του, αλλά στο πλάι του, χαμογελαστός, κραδαίνοντας ατσάλι. Να πως το υψώνει για να σκίσει το σώμα του γέρου.

Είδε το πρόσωπο του ξένου στην ξυλογραφία ο Ρόμπερτ, και χτύπησε γοργά η καρδιά του. Γιατί αυτό το πρόσωπο το ήξερε καλά, πάμπολλες φορές το είχε δει στον καθρέφτη του όταν ήταν νεότερος. Σήκωσε το βλέμμα και είδε απέναντί του δίχως κουκούλα τον ευεργέτη του, και τρόμαξε όπως ποτέ ξανά. Γιατί ήταν ο νεαρός εαυτός του που τον κοίταζε χαμογελαστός, τον παρατηρούσε με τα μάτια της νιότης του, γκρίζα σαν την φθινοπωρινή ανατολή. Εκεί, στην άλλη μεριά της φωτιάς ήταν το προ εξηκονταετίας είδωλό του, απαράλλαχτο, σαν τότε που ξεκινούσε το ταξίδι με τη Σιφ.

Έκανε να τραβήξει το μαχαίρι από τη ζώνη του, μα πανικόβλητος διαπίστωσε πως δεν ήταν εκεί. Πέρα από τη λάμψη της φωτιάς κοίταξε, και εκεί βρίσκονταν το προδοτικό όπλο, φώλιαζε στο αριστερό χέρι του νεαρού «Ρόμπερτ». Τα λόγια της Σιφ αντήχησαν στο μυαλό του:

   «Για την ώρα σιωπάει το μαχαίρι αυτό, μα πρόσεχε τη στιγμή που θα αναγνωρίσει τον πραγματικό του αφέντη, μην είσαι στη λάθος πλευρά του.»

Κατάλαβε τότε, και έσκουξε δυνατά, με τρόμο, ο Ρόμπερτ. Γιατί απέναντί του ο Νέλτον Ταρέναερ καθόταν, και γύρω τους το δάσος απέβαλε το μανδύα των ψευδαισθήσεων, αποκαλύπτοντας την αρρωστημένη φύση των κυρτωμένων δέντρων του Άλμπεϊ. Ούρλιαξε δυνατά ο Ρόμπερτ, γιατί κατάλαβε πως ποτέ δεν είχε αφήσει το καταραμένο Δάσος, και πως όλα τα χρόνια αυτά, για πάνω από μισό αιώνα, κάτοικος της έρημης, κολασμένης Αραζίγκι ήταν. Άκουσε το προδοτικό μέταλλο να βρυχάται μπρος στη φλόγα, και οι στάχτες όρμησαν πάνω του. Ήταν καταδικασμένος, στη λάθος πλευρά της λεπίδας αβοήθητος.

Γελώντας, ο Νέλτον προχώρησε προς τον γερό-Ρόμπερτ, με αργά βήματα, τρεκλίζοντας. Με τη Λεπίδα των Σπαραγμών του άνοιξε το κορμί, από την κλείδα ως το βουβώνα. Ένας καταρράκτης από λευκά σκουλήκια, νεκρά, ανέβλυσε από την τομή, αφήνοντας μετά την κάθοδό τους ένα κενό κουκούλι από ανθρώπινο δέρμα.

«Καλέ μου homunculus, άρτια με υπηρέτησες,» μονολόγησε ο Νέλτον. «Της αδερφής μου τα βίτσια υπέμεινες, και τις επιδιώξεις της κατάφερες να στρεβλώσεις, έστω κι ακούσια. Μου έφερες το κλειδί του κελιού μου. Πως θα μπορούσες άλλωστε να κάνεις αλλιώς; Με τέχνη άγνωστη στους ανθρώπους επεξεργάστηκα τα δέρματα των Αλανών, έραψα μέσα τους νεογέννητα σκουλήκια από το χώμα της φυλακής μου. Και το έστειλα με μια ανυποψίαστη γυναίκα στη Νυρεμβέργη. Πως φάνηκε στη μάνα σου το δωρισμένο φόρεμα, πως της ταίριαζε όταν αυτό ζευγάρωνε μαζί της, πως έκαιγε από ηδονή όταν συνέλαβε εσένα, ενώ ο άνδρας που θεωρούσες πατέρα σου κοιμόταν δίπλα; Πως ένοιωσε η στείρα ψυχή σου όταν τεμάχιζες το κορμί της αδερφής σου, όπως προσπάθησα ο ίδιος κάποτε να τεμαχίσω τη Σιφ; Δε σου χρωστάω βέβαια εξηγήσεις,» είπε φτύνοντας το ανθρώπινο τομάρι.

«Επιτέλους ελεύθερος.» μουρμούρισε χώνοντας το μαχαίρι στην ξυλογραφία, καταστρέφοντας την απεικόνιση του εαυτού του. «Μισητή μου Σιφ, κάπου εκεί έξω, στις πόλεις αυτού του κόσμου περιδιαβαίνει το άδειο βλέμμα σου. Ένα λαό καταδίκασα σε άχρονα βασανιστήρια, το Άγριο Κυνήγι αλλοίωσα για πάντα, ισχυρός σαν τις φλόγες του μυαλού μου θα βαδίσω στον κόσμο. Άκουσέ τη σκιά μου να σέρνεται και απελπίσου αδερφή μου!» Χάθηκε μέσα στο δάσος, ένα ασυνάρτητο βουητό ήταν το δώρο του στα κοιμισμένα πλάσματα της γης.

Τέλος

Advertisements

Το Δάσος του Άλμπεϊ (μέρος 3ο)

( το δεύτερο μέρος εδώ )

V. Στο Δάσος του Άλμπεϊ

albay8

«Δεν είσαι χώμα, μήτε σάρκα αγκαλιάζει τα οστά σου. Εμείς διψάμε για τα ζεστά σημεία κάτω από την πέτσα του δάσους, κάτω από τους βωμούς του σάπιου κρέατος, κάτω από τις κουβέρτες της σκέψης. Τη βρώμα των καιόμενων οπλών που περιστρέφονται γύρω από προσωπεία λαχταράς, το Κενό Ευαγγέλιο θα σου διδάσκουμε διδάσκοντας τον εαυτό μας. Πεθαίνουμε κάθε στιγμή πάνω στα νεογέννητά μας, η Λεγεώνα είναι αιώνια, με το βουητό της μύγας σέρνεται πάνω σε άκρα δύο. Νομίζει αυτός πως τα τυφλά μας σώματα ορίζει, αλλά τα άκρα του τα ίδια ξεχειλίζουν από το πύον μας. Νεκρός βασιλιάς στους λόφους με τις πόλεις των πτωμάτων είσαι, γιε μας.»

Αναθεματισμοί σαν αυτούς με τυραννούσαν μέχρι να ανακτήσω τις αισθήσεις μου. Από ότι μου είπε αργότερα η Σιφ, το ιλιγγιώδες ταξίδι διαμέσου των μονοπατιών που κρύβονται πίσω από τον κόσμο, όπως και το αίσθημα του χαμού που το συνόδευε, δε διήρκεσε παρά στιγμές μόνο. Μα εγώ σημαδεύτηκα από φλεγόμενους αιώνες, τροχούς πύρινους, και ήταν μεγάλη η προσπάθεια να επανορθώσω το μωσαϊκό της υπόστασής μου.

Κοιτώντας γύρω διέκρινα ένα πνιχτό υφαντό από δέντρα. Ιτιές, έλατα, δρύες, και άλλα που δεν είχα ποτέ αντικρίσει στα δάση της πατρίδας μου, όριζαν το αποπνικτικό τοπίο. Ήταν οι κορμοί τους πορώδεις, τουλούπες αχλής σχηματίζονταν γύρω τους, σα να εξέπνεε κάθε φυτό με σπαραγμούς μακάβριους. Ο ουρανός ήταν χαμένος ανάμεσα στα κλαδιά και τα αρρωστημένα φύλλα, όπως απόψε ξένε. Το έδαφος πλημμυρισμένο με τεράστιους μύκητες, γυάλιζε από την υγρασία, και έδειχνε να σαλεύει, λες και τεράστια σκουλήκια κατοικούσαν στις αρτηρίες του. Τα χνώτα του κάποιος δαίμονας πρέπει να είχε αφήσει κοντά μας, γιατί πως να εξηγήσεις αλλιώς τη βρώμα που μας έπνιγε;

Πεσμένος στα ριζά ενός άγνωστου δέντρου γέμιζα με αποτροπιασμό για τη μοίρα που μας έφερε σε αυτή την αρχέγονη κόλαση. Να σηκωθώ δεν πρόλαβα πριν η Σιφ σταθεί μπροστά μου, με οργή απέραντη στο πρόσωπό της.

«Με την κοιλιά να σέρνεσαι όσο να διατάξω αλλιώς,» βούισε η φωνή της με απόκρυφο δηλητήριο, και αχρηστεύτηκαν τα άκρα μου. Έμεινα να σφαδάζω εκεί σα φίδι χτυπημένο, ενώ αυτή απομακρύνθηκε, χάθηκε στις σκιές του στοιχειωμένου δάσους. Έλεγα μέσα μου πως προτιμούσα την καθαρή αιχμή του Άγριου Κυνηγιού από αυτή τη μοίρα του παράλυτου. Και εκλιπαρούσα όποιους θεούς άκουγαν, εκεί μέσα στις λόχμες, να με λυτρώσουν με ένα γοργό κεραυνό, με τα δόντια ενός αρπακτικού, με τρόπο αστραπιαίο να μου πάρουν τη ζωή, γιατί οι αναθεματισμοί των σκουληκιών του νου μου επέστρεφαν:

«Όταν σηκώνεις το βλέμμα στα αστέρια, τα παρατηρούμε και τα χλευάζουμε. Γιατί εμείς είμαστε το αμόνι, το καθαρτήριο και ο απόπατος μαζί. Όταν κοιμόμαστε δεν αναπαυόμαστε πια, η μικρή δημιουργός μας βάζει γκέμια και σχοινιά, και με το βλέμμα του ήλιου δεν ξυπνάμε γιατί δεν κοιμηθήκαμε ποτέ. Η Λεγεώνα υπακούει στο Λύκο, ταπεινωτικά. Στο Θρόνο του δέρματος μας έχρισαν βασιλιά, όχι υπήκοο. Κενή ποτέ η φιλοδοξία μας, μόνο η βούλησή μας ραγίζει.»

albay7

Η Σιφ επέστρεψε μετά από λεπτά ή ώρες, αδύνατο μου ήταν να μετρήσω το πέρασμα του χρόνου, καθώς ούτε ήλιος, ούτε αστέρια διαπερνούσαν τα βλέφαρα του δάσους. Επέστρεψε όμως η κοπέλα, και στάθηκε μπροστά μου, και σταμάτησαν οι φωνές, και είδα πως ήταν κάτασπρο το δέρμα της, περισσότερο από άλλες φορές, και ήταν τα γόνατά της ματωμένα. Και μου μίλησε με φωνή ήρεμη, ψυχρή κι αποφασισμένη, σαν τη λεπίδα που φώλιαζε στη ζώνη μου:

«Χρόνια πολλά, κάποιους αιώνες πρωτύτερα, γεννήθηκα στο Βορρά. Οι γονείς μου ήταν εξόριστοι, διωγμένοι από τις πατρίδες τους, τόσο μακρινές η μία από την άλλη. Ο πατέρας μου παιδί του κόσμου μας, η μητέρα μου κυνηγημένη από τις πύλες του δικού της. Παιδί του Λόγου με λένε, και αυτή είναι η πατρική κληρονομιά μου, δύναμη και αδυναμία μου. Κόρη της Λίστια με λένε, και έχω για μητρική κληρονομιά έναν κόσμο ολόκληρο. Με δίδαξαν και οι δυο τους, μου έμαθαν να ζω με την αναπηρία μου. Με δίδαξαν και τα άστρα στο σκοτάδι, όλοι τους δάσκαλοι που δε μπορώ ποτέ να αντικρίσω. Έμαθα για τις στράτες που μπορώ να διαβώ, για τις εμπειρίες που περιμένουν να τρυγηθούν σε ολόκληρη τη δημιουργία. Έμαθα και για το θάνατο, και ορκίστηκα ποτέ να μην του υποταχθώ, να μην αφήσω τον συλλέκτη των ψυχών να με χωρίσει από τα θαύματα που ακόμη δεν έχω βιώσει. Με υπάκουσε τότε ο θάνατος, γιατί είμαι κόρη του Λόγου και είναι κι αυτός υποτελής του πατέρα μου, κι ας μην το γνώριζε έως τότε.»

«Είχα έναν αδερφό μικρότερό μου, δυο χρόνια μας χώριζαν. Και αν ήμουν εγώ τέκνο του Λόγου, αυτός από τα σκέλια του Παραλόγου προήλθε, από τις άγονες σκιές του παρελθόντος και του μέλλοντος, από τη σκόνη του ασυνείδητου χρόνου. Αυτός ήταν που μου έμαθε για το θάνατο, ενώ με μια λεπίδα διαπερνούσε τα πλευρά μου ένα βράδυ στο δάσος. Με την ίδια λεπίδα που βρήκε το δρόμο για τα χέρια σου, αυτή που συνεχίζεις να κουβαλάς πάνω σου, παρά την προειδοποίησή μου. Και εκεί, αιμορραγώντας ανάμεσα στους άκαμπτους συντρόφους της παιδικής μου ηλικίας, πήρα τον όρκο της αθανασίας, εκεί πέρασα χαλινάρι στο θανατικό. Και τον αδερφό μου τον κυνήγησα μέσα στη νύχτα της σκοτεινής ψυχής του, και τον έπιασα, και τον έδεσα με τη μιλιά μου για χρόνια αμέτρητα να τριγυρνά σε ένα τοπίο πιστό αντίγραφο της μοχθηρίας του, πίνακα τεχνοτροπίας αντίστοιχης με αυτήν της τρέλας του. Εκεί να κλωσάει το δηλητήριό του, να γεμίζει με αυτό τα βέλη του, αποκομμένος από την υπόλοιπη πλάση, τόσο ακίνδυνος για τον κόσμο όσο ο θάνατος για μένα.»

«Μα είναι το Ένστικτο ισάξιο της αδερφής του, της Λογικής. Να σπάσει τα δεσμά μου δε μπορούσε ο αδερφός μου, αλλά να τα λυγίσει στις άβουλες ορέξεις του κατάφερε, κι έτσι το Δάσος του Άλμπεϊ, όπως το ξέρεις, φυλακή του δίχως ρωγμή, ανέβλυσε στον κόσμο μας, μακριά στις ερημιές της Ανατολής, μέσα στο κουφάρι ενός άλλου πανάρχαιου άλσους. Σαν κακοφορμισμένο τραύμα στο σώμα, μπολιάστηκε με παράσιτες επιθυμίες και πλάσματα αφοδευμένα από τα όνειρα των ανθρώπων. Σαν καρκίνος μεταστάθηκε πέρα από την αρχική του τοποθεσία, καταπίνοντας έναν λαό στα βάθη του, απεριόριστο από τα δεσμά που θέτει η πραγματικότητα στα όντα της.»

«Είχα υπόνοιες, προαισθήματα, που όμως για χρόνια γλιστρούσαν από το νου μου πριν δώσουν προειδοποιητικούς καρπούς. Όταν κατάλαβα πως η φυλακή του σέρνεται στον κόσμο, ταξίδεψα σε εκείνα τα βουνά, στη σκιά των οποίων λέγανε πως εμφανίστηκε. Μα ήταν ήδη αργά και μόνο ελάχιστα απομεινάρια της φυλής που καταβρόχθισε κατάφερα να βρω. Ένα από αυτά κουβαλάω από τότε, μια παράξενη εικόνα που κρύβω πάνω μου, για την οποία με ρώτησες χτες. Είναι αντίγραφο μιας τοιχογραφίας που βρήκα κάτω από τον Καύκασο, σε βάθη που αμφιβάλλω αν πλάσμα που αναπνέει είχε βρεθεί ποτέ ξανά. Ένα κομμάτι του αινίγματος κι αυτό, όπως και τα αποψινά λόγια του Μέλλικενς, γλιστράνε όλα μαζί αργά στη θέση τους μέσα στο καλειδοσκόπιο του μυαλού μου. Έτσι ήταν που γλίστρησε γύρω μας απόψε αναπάντεχα και η θηλιά της παγίδας του Νέλτον, του αδερφού μου. Έτσι λοιπόν εσύ κι εγώ, τραγικό παιδί της Νυρεμβέργης, βρισκόμαστε στο Δάσος του Άλμπεϊ, στη φυλακή του αίματός μου.»

«Πραγματικός προορισμός μου ήταν αυτό το δάσος, το μόνο ψέμα που σου έχω πει, για να δεχτείς να βάλεις τα μάτια σου στη δούλεψή μου. Γιατί τα μάτια σου Ρόμπερτ είναι ανάμεσα στα ελάχιστα αυτού του κόσμου που μπορούν να διαπεράσουν το πέπλο που ρίχνει πάνω του το Άλμπεϊ όταν θέλει να μείνει άφαντο. Και αυτό το χάρισμα προέρχεται από το παρελθόν σου Ρόμπερτ, από λεπτομέρειες άγνωστες, σχετικές με την κύηση, ίσως και με τη σύλληψή σου. Οι αισθήσεις μου πολλές φορές σωπαίνουν όταν εξηγήσεις ζητώ για τις πληροφορίες που μου παρέχουν.»

«Μα δεν σκόπευα ποτέ να βρεθούμε εντός των γενειοφόρων αλσών, μονάχα στην περιφέρειά του να πλοηγηθώ μαζί σου, και να προσπαθήσω να εξορίσω από τη γη αυτή τη φυλακή του αδερφού μου. Κι όμως, άφησα την οργή μου να είναι πλοηγός μέσα στις αίθουσες της Άγκαρθα, τα περάσματα πίσω από τον κόσμο, που χρησιμοποιήσαμε για να ξεφύγουμε από τον Άρχοντα του Άγριου Κυνηγιού, και δίχως δυσκολία μας άρπαξε η γροθιά του αιχμαλώτου, σέρνοντάς μας με τους δικούς του όρους στο βασίλειό του.»

«Ήταν η οργή μου αυτή που προήλθε από την ιστορία της παρανοϊκής δολοφονίας που κρυβόταν στους αραχνιασμένους διαδρόμους του μυαλού σου. Δίκαια μου την έκρυψες, όπως την έκρυβες από τη συνείδησή σου, αλλά τραύματα σαν αυτό αργοχύνουν πύον και σκουλήκια μέσα σου, όσο βαθιά και να κοιμούνται. Λίγο από αυτό το φαρμάκι έσταξε πάνω μου όταν είδα την τραγική ομοιότητα της μοίρας των τέκνων της οικογένειάς σου με αυτή της δικιάς μου. Κάτι έσπασε μέσα μου σαν σκέφτηκα πως ενός αθάνατου το αίμα άφθονο θα έρεε για να καλύψει ενός θνητού αδελφοκτόνου την απόδραση, ενός μιάσματος ίδιου με τον αδερφό μου.»

«Με θυμό δυσθεώρητο σε εγκατέλειψα εδώ, φροντίζοντας να είσαι αβοήθητος, μια πράξη άσχημη, εξευτελιστική, που δεν έχει προηγούμενο στον μέχρι τώρα βίο μου. Βάδισα στα μονοπάτια του δάσους, κραδαίνοντας σαν σκοτεινό πυρσό την απελπισία, γιατί σίγουρη ήμουν πως βοήθεια καμία δε θα έβρισκα στο Δάσος. Κι όμως, κάτι σάλεψε ανάμεσα στις βρυοκάλυπτες πέτρες που κάποτε ήταν τα κόκαλα ενός υπαίθριου βωμού, αφιερωμένου σε κάποια ξεχασμένη θεότητα των στεπών. Ο ίσκιος ενός παλιού προσκυνητή ήταν, σχεδόν εξαϋλωμένος από τους εφιάλτες αυτών των χωμάτων. Τον στήριξα όμως, και του έδωσα τροφή κατάλληλη για τις σκιές, και μου μίλησε με τον τρόπο που μιλάνε οι ίσκιοι. Έμαθα πολλά, αλήθειες ανάκατες με ψέμματα πολλά υποψιάζομαι, γιατί γνωρίζω πως κι αν αγαθή έμοιαζε η ξεφλουδισμένη ύπαρξη του αρχαίου φάσματος, τα δάχτυλα του αδερφού μου είναι πανταχού παρόντα μέσα στο Δάσος, όπως και οι φλόγες της τρέλας του.»

«Ρόμπερτ, αληθινά τώρα γνωρίζω πως είσαι ένα ξέφτι στο υφαντό της ειμαρμένης, φταίξιμο δε σου προσάπτω, όσο και να κρύβεται στη φωνή σου το ασυνάρτητο γέλιο του Νέλτον, εκείνο που θρυμμάτιζε τα αυτιά μου όταν προσπάθησε να με σκοτώσει. Είναι σαρκαστική η μοίρα, και επινοεί ειρωνείες τραγικές, στις οποίες όσο κι αν αρνούμαι να συμμετάσχω, μπροστά μου ανοίγεται η αυλαία τους. Μονάχα να μπορούσα το πρόσωπό σου να κοιτάξω, όπως κάποτε λαχταρούσα το πρόσωπο του αδερφού μου να διακρίνω. Περπατά ο θάνατος μαζί σου Ρόμπερτ, μέσα σου, μα όσο είσαι πλάι μου σου ορκίζομαι, με λέξη και νύχια και με το αίμα μου το αθάνατο θα σε κρατήσω μακριά του. Σήκω παιδί της μοίρας, και είθε ποτέ ξανά τα άκρα σου μη σε προδώσουν.»

Καθώς επανακτούσα των έλεγχο των μελών μου, μυριάδες ερωτήματα μου ταλάνιζαν το μυαλό, και έκαιγε η ψυχή μου για απαντήσεις. Κρυπτικά ήταν πολλά από τα λεγόμενα της Σιφ. Ψιθύριζε μέσα τους η ελπίδα για συμβιβασμό με τις επαναποκτηθείσες μνήμες μου, όμως ήταν το δηλητήριο των σκουληκιών νωπό από τις ομιλίες τους μέσα στο μυαλό μου, μου έπνιγε τη σκέψη, αβάσιμο μένος μου δημιουργούσε, και μια υποψία φρικτή:

«Με ξεγέλασες Σιφ, νομίζοντας πως ποτέ δε θα επέτρεπα στα πόδια μου να διαβούν το κατώφλι αυτού του καταραμένου μέρους. Εγώ σου είχα υποσχεθεί πως ακόμη και στο Δάσος του Άλμπεϊ θα σε συντρόφευα για τη βοήθεια που πρόσφερες στο σώμα και την ψυχή μου, και να που σκοτεινός οιωνός αποδείχθηκαν εκείνα τα ασύνετα λόγια. Μα εσύ, πρώτα σαν κουφάρι με αφήνεις ανάμεσα στα σαλεμένα δέντρα, κι έπειτα γυρνάς συγχώρεση κρυφή να μου ζητήσεις.»

«Απάντα κόρη αιώνια σε αυτή μου την ερώτηση, πριν λυτρωτικά για σένα αποφασίσω να σε ακολουθήσω. Είναι από τότε που σε γνώρισα ο ύπνος μου βαθύς, δίχως όνειρα κάθε βράδυ, αλλά καμία ανακούφιση σωματική δε μου προσφέρει. Τα μέλη μου γιατί σα γέρου τα νοιώθω κάθε πρωινό, σα να έτρεχα ολοβραδίς μέσα σε λαγκάδια κυνηγώντας; Πως γίνεται και είναι κάθε μέρα η φωτιά μας γεμάτη με φρέσκο κρέας;»

Θλίψη διαγράφηκε στο πρόσωπό της, μαζί με κάτι άλλο, που εγώ μέσα στην αργόσυρτη μανία μου εξέλαβα για ενοχή. Και πριν προλάβει να απαντήσει, έφτυσα λόγια πάνω της, κουβέντες αλόγιστες και κατάρες:

«Γυμνώθηκε απόψε η φύση σου, διεστραμμένη είσαι, σαν τις αρχαίες μάγισσες από τις οποίες σίγουρα κατάγεσαι, και μέσα σου έρπουν φίδια και γεννοβολάν οι έχιδνες. Ξέρε λοιπόν πως μόνος μου θα πορευτώ στο εξής, ώσπου να καταφέρω να επιστρέψω στον κόσμο που με γέννησε, ειδάλλως θα πεθάνω προσπαθώντας. Μακριά οι όρκοι σου, μακριά το δηλητήριό σου από μένα.»

albay9

Έφυγα τρέχοντας, μισότυφλος μέσα στα παρανοϊκά μονοπάτια του Άλμπεϊ. Τόξο και βέλη είχα αφήσει πίσω στο ξέφωτο του κόσμου μας, μόνο το πιστό μου μαχαίρι είχα για να προστατευτώ από τους εφιάλτες που θαρρούσα πως με παρατηρούσαν από τις σάπιες κουφάλες και τους αμαρτωλούς θάμνους. Σίγουρα σώφρων άνθρωπος ποτέ δε θα άντεχε τη μαρτυρική αυτή πορεία που ακολούθησα τότε, μέσα από ρεματιές αιώνια μολυσμένες από τις φωνές φασματικών νυμφών. Κρύφτηκα πλάι σε έλη βρωμερά που έβριθαν με κοάσματα νεογέννητων αμφιβίων, το σύρσιμό τους μια επίκληση για τροφή προς τους κυρτωμένους τριχωτούς γονείς τους. Φωσφορισμοί αερίων προμήνυαν θάνατο με κάθε σπίθα τους που θύμιζε φωτιές του Αγίου Έλμο. Τα δέντρα, αυτοί οι μοχθηροί καλόγεροι, με είδαν να έρπω κάτω από θάμνους που διύλιζαν τις υγρές ουσίες πρησμένων πτωμάτων. Πίσω από τα φυλλώματα αγκαθωτών κισσών αόρατα στόματα μου απεύθυναν ερωτήσεις άξιες μόνο για φιλοσοφικές συζητήσεις ανάμεσα σε αφρίζοντες τρελούς. Πέρασα γύρω από ένα φυτικό αμφιθέατρο όπου, αυτοπροσδιοριζόμενες ως σοφές, ρίζες μανδραγόρα δίδασκαν σε ανθρώπινες τρίχες πως να βαδίζουν κάτω από τον συννεφιασμένο νυχτερινό ουρανό στην αναζήτηση τροφής. Γεύτηκα τους ατμούς που άχνιζαν από μια χοάνη στο αρρωστημένο χώμα, στα τοιχώματα της οποίας φώλιαζαν κινούμενοι μύκητες και προσευχές μαινάδων που δόξαζαν τις ασυνάρτητες σκέψεις της ιερής μέθης τους. Οι ατμοί αυτοί με ζάλισαν, αποκαλύπτοντάς μου πως όχι ένας αλλά τρεις ήμουν, τρία μυαλά ξέχωρα εντός μου, που έτυχε να γεννηθούν στο ίδιο κουκούλι. Σκεφτήκαμε και οι τρεις, και συμφωνήσαμε πως ήταν συνετό να σχίσουμε τις μεμβράνες που μας κράταγαν δέσμιους, και να χαράξει ο καθένας μας πορεία προς το εσωτερικό της τρύπας που εξέπνεε στοργικά πάνω μας. Διαφωνία όμως υπήρχε για τη σειρά με την οποία θα παρουσιάζαμε τις προσφορές μας στη Μητέρα Τρύπα, και συνέχισε η διαφωνία μέχρι που ένα φως μας άγγιξε και καθάρισε από πάνω μου τις ψευδαισθήσεις και ήμουν ξανά ένας και όχι τρεις σε έναν.

«Συγχώρα με» είπε η Σιφ ακτινοβολώντας σαν φάρος ανάμεσα στις ομίχλες της Παράνοιας, «μα ήταν σκέτη τρέλα να σε αφήσω μόνο να πλανιέσαι στο μυαλό του αδερφού μου δίχως την προστασία που μπορώ να σου προσφέρω. Πράγματι,» απολογήθηκε, σφίγγοντας τις γροθιές της στις πτυχές της κάπας, «μάντεψες σωστά πως ο ύπνος σου μόνο ως ασυνήθιστος μπορεί να περιγραφεί. Μόλις τα μάτια σου έκλειναν, το λογικό σου ταξίδευε στα χείλη μου, εισέπνεα τη συνείδησή σου, κι έμενε το σώμα σου ένας ναός του ενστίκτου, άξιος κυνηγός, άξιος ιχνηλάτης, άφθαρτος απέναντι στην κούραση. Έτσι ήταν λοιπόν που εξασφαλίζαμε τροφή, γιατί μήτε εγώ με το ανάστημά μου, ούτε εσύ με την αρχική σου εξάντληση, μπορούσαμε να ψάξουμε για φαγητό που σου ήταν απαραίτητο. Λάθος μου ίσως είναι που δε στο ανέφερα πρωτύτερα, αλλά όταν με της αβύσσου τη γέφυρα ασχολείσαι, κάποιοι κανόνες σε δεσμεύουν. Ξέρε όμως Ρόμπερτ πως είσαι πια απρόσβλητος από τα Λόγια αυτά. Δεν έχω εξουσία πάνω σου, προστασία σου προσφέρω ελεύθερα, για την ατιμία που σου έκανα. Μείνε κοντά μου Ρόμπερτ όσο βαδίζουμε στο δάσος. Μείνε κοντά στη Λογική.»

Με ζέστανε το φως της, και ηρέμησε ο νους και το σώμα μου. Έπεσα στα πόδια της να απολογηθώ, γιατί ήξερα πως δίχως τη Σιφ θα είχα πεθάνει από πείνα και τρέλα προ πολλού, μα αυτή με σήκωσε, και μου ψιθύρισε:

«Είσαι τα μάτια και των δυο τώρα Ρόμπερτ. Οδήγησε κι εγώ θα ακολουθήσω, θαμπωμένες είναι οι εσωτερικές αισθήσεις μου μέσα στους ιστούς του αδερφού μου.»

«Την ανατολή και τη δύση αδυνατώ να καθορίσω, χαμένοι ο βοριάς κι ο νότος, δίχως αστέρια είναι ο κολασμένος ουρανός πάνω μας. Αδύνατο μου είναι να προσανατολιστώ, αλίμονο, αν η αόμματη εμπιστεύεται τον τρελό να ακολουθήσει, τότε χαμένοι είμαστε.»

Όμως δεν πρόλαβα να αποτελειώσω την πρόταση, και ένοιωσα μια θέρμη στη μέση μου, εκεί όπου το κυνηγετικό μαχαίρι αναπαυόταν στη ζώνη μου.

«Μα στάσου!» φώναξα. «Πνοή φυσά από εκεί που η σκοτεινιά δείχνει να κυριαρχεί λιγότερο, και ήχο τρεχούμενου νερού αρχίζω να ακούω. Δώσε μου το χέρι σου.»

Και παίρνοντας την παλάμη της στη δικιά μου, ακολούθησα ανάποδα τη ροή ενός ρυακιού που χύνονταν στην τρύπα η οποία κόντεψε να γίνει τάφος μου. Δεν το είχα προσέξει μέχρι τότε μέσα στην παρανοϊκή φυγή μου. Τώρα έβλεπα, καθώς βαδίζαμε στην αριστερή όχθη του, πως πήγαζε από μια πόλη που αχνά διακρινόταν στον ομιχλιασμένο από υγρασία και μοχθηρά φυτά ορίζοντα. Το ρεύμα του αργοκυλούσε, διάστικτο με φυσαλιδωτές φρικαλεότητες, που σε συνδυασμό με το γκρίζο χρώμα του μου θύμιζαν το άγαλμα έξω από εκείνο το πανδοχείο στη Νυρεμβέργη. Μακρινό παρελθόν μου έμοιαζε η ανάμνηση, όμως θυμήθηκα την επιγραφή του σιντριβανιού, “Tarenaer Homunculi”, και σκέφτηκα να ρωτήσω τη Σιφ για αυτήν, καθώς το επώνυμό της οικογένειάς της ήταν το πρώτο σκέλος του ρητού.

Σταμάτησε ευθύς το βήμα της, και έμεινε να συλλογίζεται. Τα χαρακτηριστικά της πρόδιδαν τις αρχές μιας φρικιαστικής αποκάλυψης που λάμβανε χώρα στο μυαλό της.

«Ρόμπερτ, σου υπόσχομαι πως ψέμα πια δε θα σου πω,» δίστασε στρεφόμενη μακριά μου. «Είναι κάποια πράγματα, υπόνοιες ακόμη στο μυαλό μου, πλάνες ή αλήθεια δε γνωρίζω, που δε μπορώ με καλή θέληση να σου αποκαλύψω. Για το δικό σου το καλό, γιατί στο άκουσμά τους θαρρώ πως θα κομματιαστεί εκείνη η γέφυρα που τόσο γλαφυρά μου περιέγραψες όταν πρωτοσυναντηθήκαμε, η γέφυρα της λογικής. Όμως σου δίνω τώρα το φορτίο μου, αυτό που έφερα μαζί μου από της στέγη του κόσμου. Αν θες να κολυμπήσεις στην άβυσσο της τρέλας δε θα σε εμποδίσω, μπορείς να χαρίσεις στα μάτια σου την εικόνα που κρύβεται κάτω από αυτά τα δερμάτινα καλύμματα και να μάθεις για το νόημα του αγάλματος της πηγής,» είπε περνώντας μου το πακέτο που δεν ήταν βιβλίο. «Αλλά σου επαναλαμβάνω πως η πλάνη είναι τρανή αρχόντισσα μέσα σε αυτό το βασίλειο που διαβαίνουμε, και όσο αθώα κι αν θέλουν να παρουσιαστούν τα μυριάδες αγγίγματά της, ξέρε πως δολερό είναι το τομάρι που ενδίδονται.»

Περιεργάστηκα το μπογαλάκι. Ήταν ελαφρύ, ελαφρύτερο από όσο έμοιαζε. Το δέρμα που το κάλυπτε ήταν επεξεργασμένο, στο χρώμα κακοφορμισμένης πληγής. Σημάδια ή σύμβολα δεν διέκοπταν τη μουντή επιφάνεια. Στο εσωτερικό φώλιαζε κάτι άκαμπτο, στο μέγεθος μικρής ταφόπλακας, σαν αυτές που είχαμε τοποθετήσει πρόχειρα πλάι στη μεγάλη πυρά της πόλης. Θέριεψε η περιέργειά μου, έψελναν και τα σκουλήκια του νου μου υπέρ της αποκάλυψης. Όμως ξένε, αν είχες στα χέρια σου βουλωμένη επιστολή που έκρυβε τη μέρα του θανάτου σου, αναρωτιέμαι αν θα έβρισκες κουράγιο να την διαβάσεις, ξέροντας έπειτα πως κάθε ανάσα που τραβάς θα είναι σαν κόκκος αριθμημένος στην κλεψύδρα της ζωής σου; Έτσι ένοιωσα, φόβος με έπιασε, και έκρυψα το πράγμα στα υπάρχοντά μου, για κάποια άλλη μέρα που το θάρρος μου θα υποσκέλιζε τη σωφροσύνη. Μάζεψα ένα σπασμένο κλαδί φλαμουριάς από κάτω και χάραξα πορεία προς τα κτίρια που γυάλιζαν στον ορίζοντα.

VI. Αλανοί

albay10

Η πόλη μας υποδέχτηκε δίχως κωδωνοκρουσίες, σιωπηλή κι έρημη. Τα κτίρια της ξένα και εχθρικά φάνταζαν στα μάτια μου υπό το φως της ημισελήνου που μας προϋπάντησε ξανά. Αμφιβάλλω κατά πόσο ο αρχιτέκτονας είχε κατά νου κατοικίες ανθρώπων όταν συνέλαβε τα σχέδια των δημιουργημάτων του. Ήταν φτιαγμένα από γυαλιστερές πέτρες εκατοντάδων αποχρώσεων, παρόμοιες στην υφή με οψιδιανό, και από χρωματιστό γυαλί, όλα μαζί εγκιβωτισμένα σε πλαίσια από κάποιο άγνωστο σκούρο μέταλλο, τα οποία υψώνονταν προς τον ουρανό σαν κισσοί – η κατέρχονταν προς το κρύο έδαφος σαν απορριφθέντες προσευχές. Έδιναν την εντύπωση τα κτίρια πως κάθε όψη τους ήταν ένα τεράστιο παρανοϊκό βιτρό, οριακά θυμίζοντας αυτά που κοσμούσαν τον ανατολικό τοίχο του Ναού του Καρλομάγνου στη Νυρεμβέργη. Η ομοιότητα με τις καθαγιασμένες εικόνες περιοριζόταν στη μίμηση της τεχνικής και στο αίσθημα δέους που απέπνεαν. Μα, ενώ στο μεγάλο ναό της πατρίδας μου απεικονίζονταν σεμνές σκηνές από τον λυρικό βίο του παλιού αυτοκράτορα, οι παραστάσεις των κτιρίων αυτών χάραζαν τα μάτια μου με τον παραλογισμό τους. Υπήρχε θαρρώ κάποιο παν-αστικό μοτίβο που συνέδεε αυτές τις τερατώδεις προσωπίδες και τους απέδιδε νόημα, μα θα έπρεπε κάποιο ον με δυσνόητο εύρος βλέμματος να τις ατενίσει για να συλλάβει το σύνολο της μαρτυρίας.

Εγώ με την ταπεινή θνητή ματιά μου περιεργαζόμουν σε μια πλευρά κυκλικές μορφές με προβοσκίδες για άκρα, να ενσωματώνονται σε λανθασμένες γωνίες με κουκούλια γυαλιστερά, που φαίνονταν καμπύλα από κάποιες θέσεις, γωνιώδη από κάποια άλλα σημεία παρατήρησης. Αυτό συνέβαινε επειδή η όψη κάθε κουκουλιού είχε υπεράριθμες για το ανθρώπινο μυαλό έδρες, και ίλιγγος με έπιανε αν τα κοίταζα για πάνω από λίγες στιγμές. Ένα άλλο κτίριο, ψηλότερο των γειτόνων του απεικόνιζε τον τρόπο εκταφής που προτιμούσε κάποια προϊστορική φυλή, μα δε θα επεκταθώ σε βέβηλες λεπτομέρειες που θα κάνουν τη φωτιά ανάμεσά μας να τρίξει οργισμένη. Υπήρχε και ένα κυβικό κτίσμα, το οποίο έμοιαζε να δονείται και να παφλάζει εξωτερικά, κατακερματισμένοι καθώς ήταν οι τοίχοι του, από το όραμα του καλλιτέχνη που το σχεδίασε. Οι υαλογραφίες υπερτερούσαν εκεί έναντι των λίθινων διάκοσμων, και καθώς διαθλούσαν το σεληνόφως, έμοιαζαν να κινούνται σαν φτερούγες τα μεταλλικά δοκάρια του σκελετού, δίνοντας έτσι την αίσθηση του παφλασμού που ανέφερα.

Βαδίζαμε αργά μέσα στην πόλη, και φθονούσα τα ανύπαρκτα μάτια της Σιφ. Μιλιά δεν ανταλλάξαμε, παρά μονάχα όταν πίσω μας είχαν μείνει οι πρώτες συναθροίσεις οικημάτων, και ατένισα ένα κολοσσιαίο κτίσμα που μας έκανε να σταθούμε ακίνητοι. Ένας τεράστιος τροχός, σαν μύλου με μεταλλικό άξονα, γύριζε στην πρόσοψή του, σε κάθε πλάκα της περιφέρειάς του δεμένο ένα γδαρμένο ανθρώπινο ον. Όλοι αόμματοι ήταν, κι όμως διάβαζαν δυνατά ένα βιβλίο ο καθένας:

Ψηλά, στους ανέμους που ουρλιάζουνε στο οροπέδιο των Γκίζι, θα θυσιάσεις την πιο χαμηλή ανοησία σου για να πετάξει ο μέγας ΞΑΡΓΚΙ τσόφλια από τα αυγά του.”

Χιονίζει και καίει όταν σύει τα φτερά του ο ΚΟΥΤΚΧ, και εγώ γελάω πολύ σθεναρά για να πυρπολήσω τον αέρα, να ρουφήξω τις στάχτες του, πάντα γελαστός στο κελάρι μου.”

Μια νύχτα ζήτησα από τον ΟΥΧΑΑ ΣΟΛΜΠΟΝ να με πετάξει στην Άβυσσο. Τα αγρίμια χόρεψαν μαζί μου και μου δώσαν τα τομάρια τους για να σκυλεύω τους αδερφούς μου πάντα. Δόξα στον ΟΥΧΑΑ ΣΟΛΜΠΟΝ!”

Οι ασυναρτησίες των καταραμένων δέσμιων με έκαναν να ικετεύω τα πόδια μου για φτερά, να με κουβαλήσουν μακριά από το ναό αυτό της μωρολογίας. Μα η Σιφ μου κράτησε το χέρι σφιχτά και χάθηκαν οι φωνές των κολασμένων.

«Δεν είχα καταλάβει το εύρος των μαρτυρίων που επιφύλαξε η μοχθηρία του Νέλτον σε όσους άθελά τους βρέθηκαν στον ιστό της φυλακής του. Ούτε μπορώ την ευθύνη του εαυτού μου να αποποιηθώ. Τα άτομα που βλέπεις Ρόμπερτ, αυτά τα δοχεία γεμάτα με το φαρμάκι του αδερφού μου, ήταν κάποτε Αλανοί, ελεύθεροι πρόγονοί μου από την πατρική μου πλευρά. Ένας λαός χάθηκε στις ρίζες της τρέλας και στων αλόγιστων πνευμάτων τις διαθέσεις. Μονάχα αιώνια λήθη μπορώ να τους προσφέρω, άγευστο λυτρωτικό ποτήρι.» Η φωνή της έτρεμε. «Στην κορυφή αυτού του κτιρίου οδήγησέ με Ρόμπερτ, έκκληση και όχι εντολή σου απευθύνω.»

Χωρίς ελπίδα επιστροφής στην πατρική μου γη, δίχως θάρρος να αντιμετωπίσω το χωρισμό μου από τη Σιφ, συμμορφώθηκα με την ικεσία της. Μέσα από κάρβουνα και νύχια περάσαμε, γιατί αυτά ήταν οι φύλακες της εισόδου. Η αιώνια κόρη τα αντιμετώπισε. Μέσα από αγκάθι και οπλή ανεβήκαμε, γιατί αυτά ήταν τα κόκαλα του κτιρίου. Η Σιφ Ταρέναερ τα υπέταξε. Πάνω σε γλώσσες ακατάληπτες πατήσαμε στην στέγη, γιατί αυτές ήταν τα σπασμένα μάτια του οικήματος. Τις έκανε να σωπάσουν η κόρη του Λόγου.

Έτσι, εξουθενωμένοι μα όρθιοι, σταθήκαμε στην κεκλιμένη στέγη. Πίσω μας, κρυμμένος από το βλέμμα μου, ο τροχός συνέχιζε να γυρνά με τον μακάρια μακρινό ήχο των προσευχών των κατακρημνισμένων Καυκάσιων. Μπροστά μας το φεγγάρι αποκάλυπτε το ανείπωτο μέγεθος της πόλης, συντριπτικής στην έκτασή της, μέχρι τα όρια της όρασής μου. Η Σιφ δίπλα μου αιμορραγούσε από δεκάδες πληγές, μαυρισμένα από τις φλόγες ήταν τα χέρια της. Μικρή απόγονος των Αμαζόνων, άξια του προγονικού παρελθόντος, με σθένος που ταπείνωνε αυτοκράτορες και δήθεν περήφανους πολεμιστές. Πλάι της εγώ, ένα παιδί δυο δεκαετιών, ακέραιο το σώμα μου, μα λαβωμένο το μυαλό μου. Εκεί πάνω στη σάρκινη στέγη, έσκυψα και τη φίλησα την κοπέλα των άστρων, με δέος μα και πόθο φλογερό. Και αυτή το ανταπέδωσε και ένοιωσα σαν μια ψυχή στα αμόνια των άστρων, να φλέγεται η ουσία μου και να ξεφτίζουν οι έγνοιες των εμπειριών. Για μια στιγμή μονάχα κράτησε το άγγιγμά μας, και κατάλαβα πως καμία άλλη κόρη ανθρώπου ή θεού στο εξής δε θα έκανε τα μάτια μου με επιθυμία να στραφούν επάνω της.»

Εδώ το τέταρτο και τελευταίο μέρος.

Pagan Black Metal albums (part 5)

links για part1, part2, part3, και part4

Ulver – Bergtatt – Et Eeventyr I 5 Capitler
ulver-bergtatt

Είναι το παραμύθι παγανισμός; Σαφέστατα, το προχριστιανικό φολκλόρ άλλωστε διατηρήθηκε, είτε ακέραιο, είτε συγκαλυμμένο, στις λαϊκές παραδόσεις. Από αυτές αντλούν οι Ulver τη θεματική ιστορία του ντεμπούτου τους, και μας διηγούνται το παραμύθι της Βουνοπαρμένης (Bergtatt). Σε αρχαϊκά σκανδιναβικά μας εξιστορούν την πορεία μιας κοπέλας προς τα βουνά, όπου παρασυρμένη από Τρολλ χάνεται για πάντα.

Η μουσική επένδυση του μύθου είναι ποικίλη, σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι στα 2 επόμενα (επίσης αριστουργηματικά) άλμπουμ. Ακολουθεί με αφοσίωση τη ροή της ιστορίας, άλλοτε με κάνω-περίπατο-στο-δάσος mid-tempo ρυθμούς (απόσταξη της αμέριμνης απογευματινής θαλπωρής), άλλοτε με φρενήρες κυνηγητό σε καταιγιστικές ταχύτητες. Οι ακουστικές κιθάρες σα να παρουσιάζουν τα ξέφωτα του ταξιδιού. Ο δίσκος μυρίζει έλατο και ξερά φθινοπωρινά φύλλα, ο δε Garm εδώ έχει αέρινη υπόσταση (με κάποια από τα πιο όμορφα καθαρά φωνητικά του είδους), χωρίς να διστάσει να εμφανίσει τα δόντια του στη διήγηση των μανιασμένων τμημάτων. Το αποκορύφωμα στο πέμπτο και τελευταίο κεφάλαιο, εκεί όπου η κοπέλα νοηματοδοτεί πλήρως τον τίτλο της Βουνοπαρμένης (Capitel V: Bergtatt – Ind i fjeldkamrene : Βουνοπαρμένη – Μέσα στις Αίθουσες του Βουνού), είναι τεταμένο στην εσάνς, με κάποια από τα καλύτερα ριφ της μπάντας και όχι μόνο. Επίλογος με λησμονιά – κλεισμένη για πάντα στη σπηλιά, ξεχασμένη από όλους πλην των παραμυθάδων.

http://youtu.be/j4B7g8eefm8

Fiendish Nymph – The Sibyl of Elikona
fiendish nymph

Να και η μοναδική είσοδος ελληνικής μπάντας στο αφιέρωμα. Ένταξη στη λίστα με έμφαση προφανώς στο pagan και όχι στο viking. Πριν γίνουν Δαιμόνια Νύμφη και επαναπροσδιορίσουν το στυλ τους εκτός των μεταλλικών τοιχωμάτων, οι κύριοι αυτοί κυκλοφόρησαν λίγα πράγματα. Η κορυφή τους είναι μάλλον αυτό το ep του ’98, που περιέχει μόνο 2 κομμάτια, συνολικής διάρκειας 14 λεπτών.

Ελληνικός στίχος, που αντλεί από τη μυθολογία με έναν αθώο αλλά περιγραφικότατο τρόπο, χωρίς εθνικιστικές διαθέσεις. Αρχαία ελληνική ύπαιθρος λοιπόν, η οποία ζωντανεύει με φλάουτο, κάποια ακουστικά σημεία, και κυρίως μέσω αυτού του τόσο αναγνωρίσιμου ελληνικού black metal κιθαριστικού ήχου των 90‘s. Αναρριχώμενα ριφ, φωνητικά σχεδόν καθαρά, κάποιες γυναικείες σιβυλλικές απαγγελίες, και ο καπνός της δάφνης είναι σχεδόν αναγνωρίσιμος ηχητικά. 15λεπτη χωροχρονικη εκδρομή στα βουνά ενός φαντασιακού παρελθόντος.

http://youtu.be/XsE_92iMB6I

In the Woods.. – HEart of the Ages
inthewoods

Για το κλείσιμο κράτησα το δίσκο ο οποίος μάλλον ανταποκρίνεται με τον καλύτερο τρόπο στο πνεύμα αυτού του αφιερώματος. Για το Heart of the Ages δε θα πω πολλά πράγματα. Έχει μέσα του το δασικό παγανιστικό μεγαλείο, στέκεται σαν ομίχλη πάνω από το μαυρομεταλλικό και όχι μόνο στερέωμα, και είναι το πιο αυθεντικό από όσα άλμπουμ παρουσίασα μέχρι στιγμής. Δονήσεις.

Οι στίχοι του “In the Woods…” αντί επιλόγου:

Prologue

Pagan myths from the deep, eternal forests.
A true melancholic atmosphere,
Haunts this hidden world.
Where men, for hundreds of years,
Have immortalized their cult.

Moments of…

Down in the forest.
Or, wherever we may care to trend,
We are Gods.
Do not follow us as always, present icons.
Of your very own consciousness.

…Monarchs… Queens…

This we do know where our lands are laid down.
With strength of faith, (for honour),
We shall reign forever in loyalty,
For we are Gods, do not obey us…

Epilogue;

One with this world,
This is where I long to be.

http://youtu.be/MEDz_Y_6MaE

Το Δάσος του Άλμπεϊ (μέρος 2ο)

(Το πρώτο μέρος εδώ)

ΙΙΙ. Φρανκόνια
albay1

«Δέχτηκα λοιπόν να γίνω οδηγός της Σιφ, μέχρι να φτάσουμε στη Λειψία. Οι μέρες του ταξιδιού απλώνουν με αστίλβωτη καθαρότητα το περιεχόμενό τους στην περγαμηνή της μνήμης μου, ακόμη και τώρα. Από τα μάτια του τυραννικού ήλιου μας προστάτευαν οι πράσινοι γίγαντες, στη σκιά των οποίων από μικρός περιπλανιόμουν συχνά, γαλουχούμενος την αδίστακτη ελευθερία της φύσης. Τα βράδια, παρά την αδυναμία και κούραση – μετρέσες που δεν τους βάσταγε να με αποχαιρετήσουν – σκαρφάλωνα στις πιο ψηλές βελανιδιές για να ατενίσω το βραδινό ουρανό. Ο λαός μου, πριν στραφεί στην πίστη του Ιησού, πίστευε πως τα άστρα είναι τα σιδηρουργεία των ψυχών, πως στα κρύα αυτά φώτα γυρνάνε οι ουσίες των πεθαμένων. Στα αμόνια της νύχτας απαλλάσσονται από τις εμπειρίες τους, πριν καθαρές και λυτρωμένες από μνήμες, σφυρηλατηθούν εκ νέου για να επιστρέψουν στη γη.

Εκεί, στη βίγλα του δάσους, λυσσομανούσε κάθε βράδυ ο παγωμένος βόρειος άνεμος, σφυρίζοντάς μου μια συμφωνία απατηλή, κι εγώ έτρεμα. Ήταν ένα τραγούδι που ανέσυρε μια βαθιά θαμμένη εντός μου ανησυχία, γιατί πολύ νεότερος μόνο το είχα ξανακούσει, μετά από μια πράξη μου άδικη και απάνθρωπη. Η οποία όμως τότε, στην αρχή του ταξιδιού, ήταν από τη μνήμη μου λησμονημένη. Με γοργή την ανάσα από την παράλογη αίσθηση επικείμενης τιμωρίας, κατέβαινα από τα δέντρα. Πάνω μου το γέλιο του βοριά έφτανε σε κρεσέντο μιμούμενο τον ήχο φασματικών οπλών, σα μια ορδή εκδικητική, εκπρόσωπος ενός δικαίου βαρβαρικού, υπάκουη μονάχα στους νόμους του αίματος, να ήταν στο κατόπι μου. Και έσφιγγαν την καρδιά μου φόβοι απροσδιόριστοι, όπως έσφιγγα τον κορμό του δέντρου στην κατάβαση.
albay3

Ξένε, όταν μικρό παιδί πεντάχρονο ακόμη ήμουν, το μελανοδοχείο των θεών της τρέλας στάλαξε πάνω μου λίγες σταγόνες σκιερές. Είχα βλέπεις, μια αδερφή κατά δυο χρόνια μεγαλύτερη. Πέταγαν συχνά γύρω μας οι εξάπτερες έριδες της παιδικής ηλικίας, και ποτέ δεν πέρασε η ιδέα της ανακωχής από τα μυαλά μας, μονάχα διαρκή πόλεμο είχαμε κηρύξει μεταξύ μας. Κι ωστόσο πραγματικό κακό δεν είχε περάσει από το νου μας μέχρι τότε να κάνουμε ο ένας στον άλλον. Ένα απόγευμα όμως, μέσα στα δάση που ήταν το δεύτερο σπίτι μου, βρέθηκα δίχως να καταλάβω πώς, να καταστρώνω νοσηρό πλάνο για την εξ’ αίματος νέμεσή μου. Μάρτυρες μου ήταν οι σιωπηλοί λύκοι που με συντρόφευαν κάτω από τους πράσινους θόλους, μάρτυς και η φωνή της αδερφής μου που με έψαχνε εξημμένη στο δάσος για πολλοστή φορά. Μάρτυρες ήταν τα αιωνόβια φυτά καθώς με μια πέτρα τη χτύπησα στο κεφάλι, καθώς με το ίδιο λιθάρι της έσπασα το κρανίο, κι έπειτα την έσυρα στο ξέφωτο μου. Δικό μου το ονόμαζα τότε εκείνο το μέρος, γιατί συχνά το ένοιωθα να με καλεί. Καθόμουν ώρες πολλές παρέα με τους μεγάλιθους, μα όταν σκοτείνιαζε φόβος με γέμιζε και με δειλία το εγκατέλειπα.

Εκείνο το βράδυ, ανάμεσα στους μονόλιθους που έστεφαν το ξέφωτο, έκανα ανοσιουργήματα με τις μεγάλες πέτρες και το κορμί της αδερφής μου, πράξεις που δε μπορώ να σου περιγράψω. Όταν τελείωσα, το σώμα της έθρεφε τα βράχια, τα κατεργασμένα όχι από ανθρώπου χέρι καθώς μου είχε πει η μητέρα μου όταν της είχα μιλήσει για αυτό το μέρος. Την έψαξαν την αδερφή μου, μα δεν την βρήκαν ποτέ. Εγώ είχα ελάχιστες αναμνήσεις από το γεγονός και κράτησα το στόμα μου κλειστό, ακόμη κι όταν έρχονταν το βράδυ στο κρεβάτι μου οι γριές, με το κεφάλι της αδερφής μου στα χέρια τους. Εκείνες ήταν που μου τραγουδούσαν στο φως του λυχναριού το κατηγορώ των ενοχών, και μόνο εγώ τις άκουγα, μόνο εγώ τις έβλεπα. Μα ξεθώριασαν σύντομα, ίσως γιατί εκείνες οι στάλες τρέλας φύγαν από πάνω μου, και μαζί τους κάθε ανάμνηση του θανατικού.

Επανήλθε όμως η σκιά της ανάμνησης εκείνα τα πρώτα βράδια του ταξιδιού μου με τη Σιφ, δεκαπέντε χρόνια μετά. Και ήταν σαν σκουλήκια η παλλόμενη ανησυχία μέσα μου, απτή σχεδόν. Καθόμουν λοιπόν με το κορίτσι γύρω από τη φωτιά και της μίλαγα με τις ώρες, όπως κάνω με εσένα τώρα, ξεγέλαγα το μυαλό μου με την αφήγηση. Της έσπερνα ιστορίες στα αυτιά, λίγες δικές μου, λίγες που είχα ακούσει στο καπηλειό. Ήταν και δυο τρεις που μου τις είχαν ψιθυρίσει παλιά τα δέντρα στο δάσος, όταν αναπαυόμουν στη σκιά τους. Άκουγε η Σιφ αδιαμαρτύρητα, με ενδιαφέρον αντάξιο της εμφανούς ηλικίας της, ιδιαίτερα αυτές που αφορούσαν το δάσος του Άλμπεϊ και τους Αλανούς της Νυρεμβέργης. Ρώτησε μάλιστα για εκείνη την κοπέλα που είχε φιλοξενηθεί από τους γονείς μου:

«Το φόρεμα που χάρισε στη μάνα σου, σε αντάλλαγμα της οικογενειακής ανιδιοτέλειας, τι απέγινε;»

«Δεν το είδα εγώ, τουλάχιστον όχι όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Ήταν δερμάτινο, παχύ, για πιο κρύα κλίματα, μου είχε αναφέρει η μητέρα μου. Και πρέπει να το είχε κλειδωμένο στο μεγάλο μπαουλοντίβανο, έτσι τουλάχιστον μας είχε πει. Σκίαζαν τα μάτια της όταν μίλαγε για αυτό, σαν κάτι άσχημο να είχε μαζί του συνδέσει, το οποίο ούτε η ίδια μπορούσε να προσδιορίσει.»

Τελειώνοντας τις αφηγήσεις με κυρίευε η επιθυμία για ανάπαυση, και η Σιφ τότε μου τραγουδούσε τη μελωδία των άστρων, εξαργυρώνοντας την έως τότε αδιατάρακτη σχεδόν σιωπή της με νότες. Τη γλώσσα του παγωμένου νανουρίσματος δεν την καταλάβαινα, μα με έστελνε ταχιά σε ύπνο βαθύ δίχως όνειρα, μόνο μια μυρωδιά απάτητων κορφών και ομιχλιασμένων δασών σα να τρύπωνε στο υποσυνείδητό μου. Κάθε πρωί με ξύπναγε η μυρωδιά κυνηγιού στη φωτιά, και ένοιωθα τα μέλη μου βαριά από εξάντληση, λες και για την ηρεμία της ψυχής πλήρωνε τίμημα το κορμί μου.
albay4

Η συνοδοιπόρος μου είχε κι αυτή μυστικά, σφραγισμένα στο κορμί της, πίσω από τις κενές φωλιές των ματιών. Ένα όμως ήταν απτό, το πρόσεξα ένα βράδυ που επέστρεφα κοντά της φορτωμένος με κλαριά για τη φωτιά. Από μακριά, κρυμμένος πίσω από θάμνους, την είδα να περιεργάζεται ένα πακέτο που έκρυβε μέσα στις πτυχές της πρωτόγονης κάπας της. Έμοιαζε δερμάτινο, στο μέγεθος βιβλίου, σαν αυτά που είχα δει στην εκκλησία μας πολλάκις. Η περιέργεια νίκησε τη διακριτικότητά μου. «Τι γύρευε μια τυφλή με ένα δεμένο έγγραφο συντροφιά;» αναρωτήθηκα. Έτσι εκείνο το βράδυ της ξεδίπλωσα την απορία μου.

«Μάτια ποτέ δεν είχα, κι έτσι ποτέ δεν τα στερήθηκα, γιε του δάσους και της αποσύνθεσης,» μου απάντησε. «Όμως γνωρίζω πώς τα βιβλία να διαβάζω, από μικρή. Τι είναι άλλωστε τα μάτια παρά προεκτάσεις του μυαλού, όπως τα χέρια και τ’ αυτιά. Μη σκέφτεσαι πως με εμποδίζει η ατέλειά μου να μαζεύω τη γνώση από του κόσμου τα γραπτά.»

«Όχι», συνέχισε, «το φορτίο μου δεν κρύβει εμπειρίες καταγεγραμμένες με τον τρόπο που φαντάζεσαι, δε θα το έλεγες βιβλίο ποτέ. Μα φυλάξου από αυτό που δεν είναι ακόμη η ώρα σου να αντικρίσεις.»

Ντράπηκα, και δεν της είπα τίποτε άλλο, ούτε ιστορία εκείνη τη βραδιά. Μα εκείνη με ξάφνιασε, κάνοντας με τη σειρά της μια ερώτηση:

«Τα όπλα σου, που με τόση φροντίδα κρατάς πάνω σου όλη μέρα, μπορώ για λίγο να περιεργαστώ;»

Της πέρασα το τόξο, το καμάρι των χεριών μου. Γλίστρησε τα δάχτυλά της πάνω στις χαραγμένες μορφές του Άγριου Κυνηγιού, ενώ σιγομουρμούρισε κάτι ακατάληπτο.

«Είναι οι θεοί σου αυτοί;» με ρώτησε σηκώνοντας προς το μέρος μου το κεφάλι.

«Δεν τους λάτρεψα ποτέ», απάντησα μετά από σκέψη, «δεν έχω διαβάσει ύμνους προς τιμή τους. Δεν έχω θυσιάσει σε ανοιχτό βωμό για χάρη τους», πρόσθεσα με αβεβαιότητα. «Αλλά στις φλέβες μου κάποτε ένοιωσα το κάλεσμά τους. Ανάμεσα στα έλατα κάποιες νύχτες καρτερούσα τα βούκινα του Άγριου Κυνηγιού να ηχήσουν, και στο φως του φεγγαριού καλπάζοντας να με καλέσουν.»

«Είναι αρχαίοι θεοί,» μου είπε επιστρέφοντας το όπλο, «πριν την αυγή της λογικής κατάγονται. Βάδιζε προσεχτικά στο άκουσμά τους, βάλε το φόβο οδηγό, και όχι το σεβασμό που είναι μεταγενέστερος τους. Μυρίζουν τα ίχνη μας από τότε που αφήσαμε την πόλη. Λίγα μπορώ να κάνω για να σε προστατέψω απέναντι τους, ιδιαίτερα από τον ηγέτη τους,» είπε περισσότερο στον εαυτό της παρά σε εμένα και με παραξένεψε. «Και προστασία χρειάζεσαι Ρόμπερτ, γιατί εσύ είσαι η λεία τους. Οι στάχτες του παρελθόντος σου αναμοχλεύονται, δίχως να ξέρω από ποιανού το χέρι. Τα κάρβουνα μέσα τους δεν έχουν πεθάνει, και λάμπουν σαν φάρος για το Κυνήγι, έστω και αν είναι κρυμμένα από εμάς τους δύο.»

Τα λόγια της γλίστρησαν πάνω στην καταπακτή που σφράγιζε την ανάμνηση της αδελφοκτονίας, μα δε στάθηκαν ικανά να τη σηκώσουν, κι έμεινα ζαλισμένος να αναρωτιέμαι στα τυφλά.

«Δώσε μου τώρα το στιλέτο σου.»

Το κράτησε με το αριστερό χέρι, άτσαλα, σα να μην είχε αγγίξει λεπίδα ξανά, και ανέβασε τη αιχμή προς τις κόγχες της. Έγλειψε την κόψη, αίμα κύλισε από το σαγόνι πάνω στο μαχαίρι. Έτσι ματωμένο, το άγγιξε στο αριστερό αυτί της.

«Αυτό το όπλο σε βρήκε, σε περιεργάστηκε, και απόρησε. Μα εσύ το επέλεξες, και το απέκτησες με τον ιδρώτα σου. Είναι ατιθάσευτο μέταλλο, και το έχουν αγγίξει χέρια που στάζουν αίμα. Για την ώρα σιωπάει το μαχαίρι αυτό, μα πρόσεχε τη στιγμή που θα αναγνωρίσει τον πραγματικό του αφέντη, μην είσαι στη λάθος πλευρά του.»

Έκανε να μου το επιστρέψει, όταν τα δάχτυλά της άγγιξαν ακούσια κάποιο σημείο της λεπίδας. Μετέωρο έμεινε ευθύς το χέρι της, και είδα για πρώτη φορά στο πρόσωπό της ταραχή. Τρόμαξα από την αντίδραση και έγειρα να δω τι μελετούσε πάνω στο μαχαίρι. Ήταν τα αρχικά που είχε χαράξει ο τεχνουργός ή κάποιος προηγούμενος ιδιοκτήτης. “Ν. Τ. Φροκέρια”.

Μου επέστρεψε εν τέλει το όπλο, μα έβλεπα πως στριφογυρνούσε μέσα της μια ανησυχία απέραντη. Φοβήθηκα τότε, γιατί όπως συλλογιζόταν η Σιφ, μου φαινόταν και το έδαφος μαζί της να στοχάζεται, σα να ρεμβάζει κάτω μου, σα να συλλογίζονται οι ρίζες. Βρήκα το θάρρος και τη ρώτησα τι έγινε.

«Πες μου Ρόμπερτ,» σηκώθηκε όρθια και ήταν το πρόσωπό της στο επίπεδο του δικού μου, «Ρόμπερτ από τη Νυρεμβέργη, ποιος άνεμος έφερε αυτό το όπλο στα χέρια σου;» Η φωνή της σα να καλούσε αλυσίδες από τα σύννεφα, κι άγνωστο μου ήταν ποιον θα έδεναν σφιχτά.

«Το αγόρασα ένα βράδυ πριν τρία χρόνια,» της απάντησα, «από έναν τρανό αλλά μυστήριο έμπορο, περιπλανώμενο σε όλο το βασίλειο, τον απρόσωπο κύριο Καρντερόν. Το είχα δει ένα χρόνο πρωτύτερα, σε άλλη επίσκεψή του, και στοίχειωναν έκτοτε την επιθυμία μου η κόψη και η αριστοτεχνική του κατασκευή, τόσο που ορκίστηκα να το αποκτήσω. Κι έτσι όταν ροβόλησε στην πόλη μας ξανά η άμαξα του γυρολόγου, ένα σούρουπο Βαλπούργιας Νύχτας, τον επισκέφτηκα στα μυστικά, και αντάλλαξα τη λεπίδα με το κομπόδεμά μου. Ακούστηκε μάλιστα ικανοποιημένος όταν το πήρα στα χέρια μου, λέγοντας μέσα από τη μόνιμα χαμηλωμένη παρωπίδα του, πως ένας κύκλος είχε κλείσει.»

«Μα φαίνεται να ξέρεις κάτι για την υπογραφή στο μέταλλο,» συνέχισα, «η οποία ως τώρα αίνιγμα ήταν για μένα. Μπορείς να ρίξεις φως στο γρίφο της;»

«Είναι προδοτικό όπλο,» αρκέστηκε να μου πει, ενώ ρίγη τη διαπερνούσαν, και άγγιζε με τα χέρια της την αριστερή πλευρά της. «Θα σε συμβούλευα να το ξεφορτωθείς σύντομα, να απαλλάξεις από την παρουσία του τον εαυτό σου.»

Άλλη κουβέντα δεν της πήρα εκείνο το βράδυ, και ήταν δυσάρεστος ο ύπνος μου, γεμάτος με εφιάλτες για το φονικό που έκανα μικρός, μόλο που εξακολουθούσα στον ξύπνιο μου να μη θυμάμαι τίποτα για την τελευταία μέρα της αδερφής μου. Ξυπνώντας μέσα στα άγρια σκοτάδια κάθιδρος, μου φάνηκε πως άλλο όνειρο με προϋπάντησε, γιατί είδα τη Σιφ να είναι ξύπνια δίπλα στην ετοιμοθάνατη φωτιά. Ακούμπαγε τις παλάμες στη γη, χωμένα ήταν τα δάχτυλά της στο νοτισμένο χώμα, λες και προσπαθούσε να αναπαραστήσει τις ρίζες των δέντρων ολόγυρά μας. Πάγος και φλόγες διέτρεχαν το κορμί της, στοιχειακές σαλαμάνδρες εκμαυλισμένες από χιονονιφάδες. Η ίδια δε φαινόταν να έχει αντιληφθεί την παράσταση που παιζόταν πάνω στο σώμα της, μονάχα ψιθύριζε μια λέξη συνεχώς, προς τα κάτω, προς το χαλί του δάσους: «Κάλκουλους».

Δεν ξέρω αν ήταν φαντασία μου, ή έγινε στ’ αλήθεια. Γρήγορα πάντως ξαναπέταξα προς τις χώρες του ονείρου, και αργότερα με βρήκε το πρωινό, παραδόξως ξεκούραστο σε σχέση με τις προηγούμενες ημέρες. Τροφή στη φωτιά δεν υπήρχε, κάτι που θεώρησα καπρίτσιο της Σιφ σχετιζόμενο με το μαχαίρι. Απόρησα πολύ ξένε με αυτή της τη συμβουλή, γιατί ένα υπέροχο στιλέτο σαν κι αυτό δεν το αποχωρίζεται κανείς σώφρων άνθρωπος. Κοίτα την κόψη του, την απαστράπτουσα στη λάμψη της φωτιάς χάρη του.»

Ο ακροατής της ιστορίας, καλά τυλιγμένος σε μετάξια σκοτεινά, κοίταξε το όπλο μέσα από τις σκιές της κουκούλας του.

«Να που έμεινε στη δούλεψή σου τόσα χρόνια, μέχρι τα γεράματα,» είπε στο γέρο Ρόμπερτ. «Δεν είναι όλοι οι χρησμοί σωστοί, ούτε τα προαισθήματα, και είναι υπέροχη η δικαίωση όταν κανείς ενάντια στην υποτιθέμενη μοίρα πάει.»

«Σωστά μιλάς άρχοντα, κι όπως θα δεις αργότερα, βοήθεια μου προσέφερε η λεπίδα αυτή στο ταξίδι μας.»

ΙV. Οι στήλες του Κρίματος
albay5

«Ούτε ώρα μετά την αναχώρησή μας, οι ουρανοί ξύπνησαν οργισμένοι. Ρομφαίες αγγέλων όμοιοι ήταν οι κεραυνοί, διψούσαν για τα παιδιά του Ανθρώπου. Βαριά, καψαλισμένα σύννεφα θύμιζαν τις ορδές του Αττίλα, σκιρτούσε μέσα μου ο προγονικός φόβος για τα βαρβαρικά στίφη του ανατολικού ορίζοντα. Η βροχή μας ανάγκαζε να σερνόμαστε κάτω από τις πλατύτερες φυλλωσιές, κάνοντάς την πορεία μας όμοια με σκουληκιού στο βρεγμένο χώμα. Το μεσημέρι η καταιγίδα κόπασε, μα ζεστή ομίχλη τη διαδέχτηκε, μια αποπνιχτική καταχνιά από τα ανατολικά, σημάδι ότι είχαμε προσεγγίσει το ποτάμι περισσότερο από όσο απαιτούσε ο δρόμος μας. Διόρθωσα την κατεύθυνση προς βορειοδυτικά, με τον κουρνιαχτό της νωθρής υγρασίας να μας ακολουθεί κατά πόδας. Σύντομα πλέαμε πεζοί μέσα σε νέφη ομίχλης, σα να ήμασταν προσκυνητές θεών του κάτω κόσμου, χωμένοι εκεί που τα μάτια αχρηστεύονται, για να τελέσουμε ακατονόμαστες λατρευτικές πράξεις. Εν τέλει παραδέχτηκα την ήττα μας και θεώρησα σωστό να σταματήσουμε έως ότου να μπορώ να διακρίνω το περιβάλλον. Καθίσαμε και φάγαμε τα κρύα απομεινάρια του προηγούμενου γεύματος.

Όταν η ομίχλη άρχισε να διαλύεται είδα πως ήμασταν στις παρυφές ενός ξέφωτου. Με γοργό ρυθμό καθάριζε το τοπίο, και εξίσου ταχιά χτυπούσε η καρδιά μου, βλέποντας πως ήταν το ξέφωτο από το οποίο με χώριζε μια δεκαπενταετία, απαράλλαχτο. Ξεκίναγε επίπεδο στην περιφέρειά, κι ανέβαινε σταδιακά το ύψος του καθώς το προσέγγιζες από το νότο, όπως εμείς τότε, μέχρι να σχηματιστεί ο μικρός λοφίσκος της βόρειας πλευράς. Από το βορρά η κλίση ήταν απότομη, καθώς η κορυφή του λόφου άγγιζε σχεδόν τα δέντρα του δάσους, δεσποτική σε ύψος τεσσάρων μέτρων. Εκεί καθόντουσαν οι δέκα αιώνιοι πέτρινοι κάτοικοι του ξέφωτου μου, αδαμάντινοι απέναντι στη φθορά του χρόνου και της φύσης, και προς αυτούς η Σιφ άρχισε να βαδίζει, ανεβαίνοντας αργά τη φυσική ράμπα. Εγώ σαν τον παράλυτο έστεκα έξω από το ξέφωτο, γιατί ξένε, όταν αντιλήφθηκα που βρισκόμουν, γοργές ήρθαν οι μνήμες πίσω, πεντακάθαρες, και δεν έβρισκα το κουράγιο να ζητήσω συγχώρεση για αυτό που είχε γίνει εκεί παλιά. Έτρεμα, πως αν ξαναπατήσω το πόδι μου εκεί μέσα, το πόδι αδελφοκτόνου, χέρια θα βγουν από το έδαφος να με αρπάξουν και να με τραβήξουν στο σκοτάδι, να αναπνέω χώμα μαζί με τους ιδιοκτήτες τους.
albay6

Έχασα τις αισθήσεις μου από την ταραχή, στην άκρη του παλιού μου καρτεριού. Πρέπει να κοιμήθηκα κάποιες ώρες, γιατί όταν άνοιξα τα μάτια μου ο ήλιος είχε δύσει και το φεγγάρι με παρατηρούσε ανάμεσα από τις λαξευτές πέτρες του λοφίσκου, από το Βορρά. Το ξέφωτο ήταν διάσπαρτο με αιθέριο σεληνόφως. Ο βόρειος άνεμος κινούσε σπασμωδικά τις κορυφές των γύρω ελάτων, αλλά δεν έφτανε μέχρι εμένα η φωνή του.

Στο φεγγαρόφως ήταν που είδα να διαγράφονται δυο σιλουέτες πάνω στο λόφο και επέστρεψε ο τρόμος μέσα μου. Η μία ήταν παιδική σε μέγεθος, τυλιγμένη με λυκοτόμαρο, η Σιφ. Μα βλέποντας ένα κορίτσι να στέκεται εκεί ψηλά, στο ναό της ακολασίας μου, μακάβρια οράματα από εκείνο το μακρινό βράδυ με έζωσαν. Η άλλη μορφή ήταν ψηλότερη από μένα, όσο μπορούσα να υποθέσω από την απόσταση, ενώ φορούσε ενδυμασία περίεργη, που δεν την είχα ξαναδεί. Ένα καπέλο τρίκοχο προσέθετε στην επιβλητικότητα του, ενώ για κοστούμι είχε τις ανάγλυφες σκιές των δέντρων, έτσι τουλάχιστον μου φάνηκε από μακριά. Η Σιφ άγγιζε τον κεντρικό μονόλιθο, αυτόν που πάντα μου θύμιζε πετρωμένο κορμό, κουτσουρεμένο στο ύψος πόρτας. Ο άλλος έγερνε πάνω στον ίδιο βράχο, με έναν αέρα ιδιοκτησίας ή βαθιάς εξοικείωσης με το χώρο.

Θέλησα να πλησιάσω κοντά τους, γιατί άκουγα φωνές μα όχι το περιεχόμενο της συζήτησης. Πίστευα πως μυστικά και αλήθειες χαμένες αντάλλαζαν οι δυο τους μέσα στο ξέφωτο μου, και ένοιωθα πως είχα δικαίωμα να κοινωνήσω τα λόγια τους. Καθώς ο φόβος της εισόδου στα κάποτε βεβηλωμένα από εμένα χώματα παρέμενε μεγάλος, σκέφτηκα να βαδίσω περιμετρικά, και να φωλιάσω κοντά στη βάση της βόρειας απόκρημνης λοφοπλαγιάς. Τα βήματά μου αθόρυβα με μετέφεραν, γλιστρώντας πίσω από βατομουριές και χαμηλά πουρνάρια και πανταχού παρόντα έλατα, κρατώντας σε όλη τη διαδρομή μια ασφαλή απόσταση εντός του δάσους. Στο μικρό γκρεμό που ήταν ο στόχος μου έφτασα από δυτικά και τρύπωσα ανάμεσα σε καλυμμένες από βρύα πέτρες, μόλο που η οπτική επαφή με τους δύο συνομιλητές είχε χαθεί. Κάθισα εκεί σιωπηλός και άκουσα.

«Θυγατέρα της αδερφής μου,» ήταν μια αρσενική φωνή που κουβαλούσε βάρη ανυπολόγιστα μέσα της, «πολλά τα χρόνια πάνε από την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε, στην πόλη των Γλωσσών. Μα η ξεροκεφαλιά σου παραμένει αδιάσειστη σαν την ασπίδα του Γκιώνη. Είχες βαλθεί να περιδιαβείς ανάμεσα σε δήθεν συγγενικούς μας λαούς, στη σκιά των ψηλότερων κορυφών του τότε γνωστού κόσμου. Δεν ήταν ολότελα άκαρπη η άγνωστη σε εμένα έρευνά σου, από ότι μου λες, αλλά νέες έγνοιες να βαραίνουν την κορμοστασιά σου διακρίνω. Και κάτι χειρότερο φέρεις πάνω σου, χθόνιο φορτίο και αλυσίδα, που το μνημείο που πατάμε δε θα δεχθεί αδιαμαρτύρητα. Ακολούθα με, αίμα μου, κι ας είναι η μνήμη του αδερφού σου για πάντα εγκλωβισμένη σε αυτόν τον κόσμο της στάχτης. Βήματα ελάχιστα μας χωρίζουν από τους ουρανούς της πραγματικής σου κοιτίδας.»

«Κάλκουλους, δεν είμαι πια το κοριτσάκι που έπαιρνες στα γόνατά σου κάποτε,» θυμός ξεχείλιζε από τη φωνή της Σιφ. «Ούτε στα πόδια σου μπλέχτηκα ποτέ, ούτε τους ιστούς των εκατοντάδων σχεδίων σου κάθισα να ροκανίσω, ούτε χάρη σου ζήτησα ως τώρα. Σου είπα αυτό που έκρινα πως έπρεπε να μοιραστώ μαζί σου για το ταξίδι μου στον Καύκασο, παρόλο που γνωρίζω πόσο αδιάφορα κοιτάς τον κόσμο αυτό. Μακριά από μένα οι νουθεσίες της Φροκέρια, γιατί γνωρίζεις πόσο κοντά στην επιφάνεια κοχλάζει η οργή μου για εσάς. Τη βοήθειά σου μονάχα επικαλούμαι απόψε, με τη δύναμη του αίματος που μας ενώνει.»

Σιωπή ακολούθησε τα λόγια της, την οποία έσπασε η ίδια μετά από λίγο, με τόνο αλλαγμένο, διστακτικά ονειροπόλο:

«Έχω ένα οδηγό τώρα Κάλκουλους, ένα νεαρό άνδρα που κρύβει από τον εαυτό του μυστικά. Μόλις αντιλήφθηκα πως η φυλακή του Νέλτον μετακινείται αργά στον κόσμο μου, πάτησα τις παγωμένες κορυφές του Καυκάσου, σύρθηκα στις σήραγγες κάτω από αυτές, βάλθηκα να επανορθώσω το παλιό μου κρίμα. Τώρα είμαι κοντά του θείε, ποτέ δεν τον προσέγγισα τόσο πολύ, μα χρειάζομαι τα μάτια του Ρόμπερτ, του αγοριού, για να αποκτήσω πρόσβαση στο δάσος.»

«Η πόλη του πριν χρόνια δέχτηκε κάποιους πρόσφυγες από την Άπω Σκυθία. Την πρώτη μου μέρα έξω από τα τείχη της, ένοιωσα την αιώνια μνήμη τους, σε μια περιοχή πλάι στο ποτάμι. Ήταν αμυδρή η ανάσα τους στον αέρα, και κυριαρχούσε πάνω της ένα αποπνικτικό στοιχειό, παραδομένο στην παράνοια, γνήσιο τέκνο του αδερφού μου, αν και οι ρίζες του ήταν κατά πολύ αρχαιότερες του αίματός μας. Δάσος του Άλμπεϊ το ονομάζουν από ότι μου είπε το αγόρι, και λένε ότι αυτό εξαφάνισε τους Αλανούς πρόσφυγες από προσώπου γης, λίγο πριν γεννηθεί ο ίδιος. Μα κάτι άφησαν πίσω αυτοί εκτός από τους ίσκιους τους. Μια από τους Καυκάσιους δώρισε στην οικογένεια του Ρόμπερτ ένα δερμάτινο φόρεμα. Μπορείς να φανταστείς, όπως κι εγώ, τι είδους τομάρι χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του.»

«Με ζώνουν φόβοι πως κάτι άφησε μέσα στην ψυχή του αγοριού αυτό το τεχνούργημα, κάτι που αδυνατώ να προσδιορίσω. Από όταν αφήσαμε πίσω μας τη Νυρεμβέργη, στα όρια των αισθήσεών μου όλων, πλαταγίζει με μεμβράνες τρόμου μια αδίστακτη σκιά καλπάζουσα, δε λέει να με αποχωριστεί μια αίσθηση επικείμενης συνάντησης. Οιωνοί διάφοροι προσπαθούσαν να με ακουμπήσουν, σχεδόν καθημερινά, και εν τέλει μου ψιθύρισαν πως το Άγριο Κυνήγι βρίσκεται στο κατόπι μας, τον Ρόμπερτ καταδιώκοντας, μα άγνωστo παραμένει για μένα το κίνητρό τους. Χτες βράδυ μου έδειξε το μαχαίρι του το αγόρι, ατσάλι με υδράργυρο, σφυρηλατημένο στη Φροκέρια, με τα αρχικά Ν.Τ. χαραγμένα στη λεπίδα. Αδερφέ της μητέρας μου, αυτό είναι το όπλο που κάποτε με διαπέρασε. Ισχυρίζεται ο νέος πως από κάποιον Καρντερόν το αγόρασε, και ψέμα δε διέκρινα στα λεγόμενά του. Βρίθει αυτή η γη από σημάδια, μα δύσκολο μου είναι να τα αποκρυπτογραφήσω. Τι αναζητεί η ορδή της άγριας δικαιοσύνης από τον Ρόμπερτ Νάσυλ; Τι σκοτεινό φωλιάζει στου Ρόμπερτ το κεφάλι, μακριά από τη σκέψη του, ικανό να θέσει το Άγριο Κυνήγι στα ίχνη του; Και τι γυρεύει το μαχαίρι του αδερφού μου στην ιδιοκτησία αυτού του Νυρεμβέργιου;»

«Στα χέρια ενός παιδιού της Εύας η λεπίδα των Σπαραγμών», μονολόγησε ο άνδρας που άκουγε στο όνομα Κάλκουλους, χαμηλώνοντας τον ήχο της φωνής του. «Αυτό είναι..»

Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω πλέον λέξεις από το σημείο που βρισκόμουν, και απορροφημένος από τη συζήτηση, από τις υπόνοιες σχετικά με το παρελθόν μου, έκανα κάποια βήματα μπροστά, πατώντας άθελά μου το χώμα του ξέφωτου. Ευθύς ο Βοριάς λυσσομάνησε, ταλάνισε τα δέντρα συθέμελα με την οργισμένη πνοή του. Τα νυχτοπούλια πέταξαν μακριά, τρομαγμένα από την ξαφνική μανία του βασιλιά των αιθέρων. Τα λιγοστά σύννεφα πλανήθηκαν γοργά στο στερέωμα, μισοκρύβοντας τη Σελήνη. Και ο ήχος οπλών ακούστηκε από ψηλά, πιο δυνατός από ποτέ, θεϊκά πέταλα κατάπιναν αμύθητες αποστάσεις προσεγγίζοντάς μας.
albay2

Στη στιγμή, χωρίς να καταλάβω πώς, βρέθηκε πλάι μου η Σιφ, ανάστατη, με φόβο στο πρόσωπό της, μα και στυγνή αποφασιστικότητα. Με λευκά φίδια έμοιαζε η κόμη της καθώς πάλευε με τον πανταχού παρόντα άνεμο. Με έπιασε από το χέρι και μου έκανε ένα ανυπόμονο νόημα να την ακολουθήσω, ευθεία πάνω στο λόφο. Έκαιγε η παλάμη της με φεγγαρόφλογα, ήταν το άγγιγμα της, κόρης, μητέρας και γριάς μαζί. Σφάλισαν τα μάτια μου από τη λάμψη που ανέδυε, δυο βήματα έκανα στα τυφλά, κι έπειτα ανοίγοντας τα βλέφαρα βρέθηκα ανάμεσα στους μονόλιθους της κορυφής του λόφου, ανάμεσα στη Σιφ και τον εκθαμβωτικό συγγενή της.

Μια ματιά ξέκλεψα στο πρόσωπο του Κάλκουλους, και ευτυχισμένος θα άφηνα να θάψουν τα κόκαλά μου, αν ήξερα πως την εικόνα αυτή θα έπαιρνα πέρα από τον τάφο μαζί μου, στην αιωνιότητα. Μέσα στις σκιές του τρίκοχου φλέγονταν δυο κεχριμπαρένιες σφαίρες, μάτια θεού, μάτια εκείνη τη στιγμή ανυψωμένα στον ταραγμένο ουρανό. Τα χαρακτηριστικά που αναπτύσσονταν γύρω από αυτά λίγη σημασία είχαν, όσο βλοσυρά και τιμωρημένα από τους αιώνες και να ήταν. Λύθηκαν τα πόδια μου, ήθελα στα γόνατα να πέσω και να λατρέψω αυτόν, τον όμοιο με δύναμη της φύσης, όσο αδιάφορη και να του φάνταζε η πενιχρή εκδήλωσή μου. Το άγγιγμα της Σιφ όμως ήταν σίδερο και φωτιά, δε μου επέτρεπε υποταγή να δείξω σε κανένα.

«Ο Λόρδος των Όρκων καλπάζει» φώναξε πάνω από τη θύελλα ο Κάλκουλους. «Όλη η ορδή σαλεύει πίσω του, κλειδαμπαρώθηκε η Αυλή των Ερινύων, φωτιές δεν καίνε παγωμένες στα τζάκια της. Σιφ, ακολούθησε με κόρη μου, παράτα τούτο τον θνητό και τον κόσμο του, παράτα και τη σκέψη του αδερφού σου.»

«Θείε, αν έχεις σκοπό βοήθεια να μας προσφέρεις απέναντί τους, για χάρη της συγγένειάς μας, κάτσε στο πλάι μου και δόξασε με Λόγο και Ατσάλι για μια φορά ακόμη το όνομα Ταρέναερ. Μα αν ασήμαντη θεωρείς του θνητού αυτού τη φλόγα, τότε στρέψε την πλάτη ευθύς, εξαφανίσου πίσω στα δώματά σου, και αίμα σου μη με λογαριάζεις πια.»

Σπίθες διέτρεξαν το σακάκι του αλλόκοσμου, χαράζοντας ακατανόητα στη γεωμετρία τους σχέδια πάνω στις σάρκες των ίσκιων. Οσμή σπηλαίων απύθμενων διέγειρε της αισθήσεις μου, και είδα τον στρατηλάτη που στεκόταν πλάι μου, μέσα από το πρίσμα των αιώνων. Από τις κορυφές των Πυρηναίων ατένιζε τις ακούραστες λεγεώνες του να μάχονται με χιονοθύελλες, αυτός, ο Αννίβας, ο Καρχηδόνιος ήλιος, ορκισμένος εχθρός των Ρωμαίων, τους ευλογούσε με το ανάστημά του. Πλάι στο Καπιτώλιο αθέατος γευόταν τη λαχτάρα των λεηλατητών του αυτός, ο Αλάριχος· άκουγε τους επιθανάτιους ρόγχους της Αιώνιας Πόλης. Σε άγνωστους για την ανθρωπότητα τόπους, οδηγούσε μια χούφτα σκιών σε ένα νησί, ενώ κόχλαζαν τα σκοτεινά νερά τριγύρω τους. Τέλος, πέρα από θάλασσες, στις άγιες ερήμους της Ιερουσαλήμ, ανάμεσα σε σωρούς πτωμάτων χριστιανών έστεκε, μαύρα τα μάτια του από αποτροπιασμό και μανία. Όχι για τη σφαγή που αυτός προκάλεσε, μα για αυτή που έφεραν από τις πατρίδες τους οι καταραμένοι Ευρωπαίοι. Σφαγή ανυπόφορη, στο όνομα ενός αδιάφορου θεού. Ακόρεστη ήταν η πείνα του για αντίποινα σε αυτούς που τόλμησαν να τον συμπαρασύρουν στην άδικη Σταυροφορία. Αυτός που με θεούς και ανθρώπους έχει αναμετρηθεί στα αμέτρητα χρόνια του, αυτός που γεννήθηκε θνητός, στις φλέβες του οποίου αίμα σαν το δικό μου έρεε, ο Χασάν-ι-Σαμπάχ του Αλαμούτ, τότε αποκήρυξε για πάντα τον κόσμο μας, αποκαρδιωμένος από την ίδια τη φύση του είδους του.

Κι όμως, ιδού! Στο ξέφωτο της καταδίκης μου, αυτός τράβηξε από την κάπα του μια λόγχη, ελαφρώς κυρτή, ολόγυρα ντυμένη με ρούνους άγνωστους σε μένα. Για πρώτη φορά έστρεψε τα πυρακτωμένα μάτια του πάνω μου.

«Στάσου πίσω μας παιδί της Εύας, και ακίνητο σαν τους αυστηρούς βράχους να είναι το κορμί σου, απρόσιτο σε κάθε κυνηγό.»

«Στάσου πίσω μας Ρόμπερτ της Νυρεμβέργης, και όπως το φεγγάρι κρύβεται από τα σύννεφα, έτσι κρυμμένο από τα μάτια εχθρών να είναι το κορμί σου,» απήγγειλε η Σιφ στρεφόμενη σε μένα.

«Στάσου πίσω μας τροφή του τάφου, και ας είναι η μνήμη σου γερή σαν ρίζες απλωμένες, κι ας είναι το χέρι σου σταθερό όταν γέρος θα γράφεις για εμάς, για τα παιδιά των Ταρέναερ. Γιατί από τα βάσανα των γηρατειών δε θα σε χωρίσει κανείς σήμερα, εγώ ο Κάλκουλους Ταρέναερ, το ορκίζομαι στο αίμα που θα ποτίσει αυτές τις πέτρες των αιώνων.»

Προχώρησαν και οι δύο μπρος μου, κι έμεινα εγώ σαν άγαλμα, δίχως να μπορώ μήτε τα μάτια να κουνήσω. Έτσι ήταν που άκουσα τους καλπασμούς να ροκανίζουν εκκωφαντικοί τη μεταξύ μας απόσταση, και είδα το Πλήθος των Οργισμένων Ουρανών να κατεβαίνει στο κατώφλι των φρουρών μου. Εκεί, πλάι στις πέτρες που μη ανθρώπινο χέρι τις λάξεψε, μπροστά σε δυο αθάνατους, σταμάτησε η Ορδή. Εκεί, στον κύκλο του Κρίματός μου, ξεπέζεψε ο Πρίγκιπας του Άγριου Κυνηγιού, και θάμπωσε το λιγοστό φως γύρω μας από τη σκοτεινιά της περικεφαλαίας του, φτιαγμένης από μαύρους ιστούς και πέτρες ονείρων και μέταλλα από πέταλα εφιαλτών. Γύρω του ατίθασοι, έτρεμαν με ανυπομονησία οι μεγαλύτεροι κυνηγοί των αιώνων.

«Κόρη του Λόγου, Αφέντη των Μονοπατιών», τους αναγνώρισε με ένα νεύμα ο Άρχων του Πλήθους. Η φωνή του ηχούσε πεντακάθαρη, αναλλοίωτη από το ουρλιαχτό των ανέμων και των δέντρων έφτανε στα αυτιά μου, και με τη σειρά μου αναγνώρισα μέσα στην ανημποριά μου, τη χροιά του μεγάλου περιπλανώμενου εμπόρου, αυτού που κάποτε μου πούλησε το μαχαίρι μου, του Καρντερόν. «Σας χαιρετώ με το σημάδι του αγκαθιού και το χαμόγελο μου.»

«Άρχοντα των Θυμωμένων Ουρανών,» ανταπέδωσε ο Κάλκουλους με μια υπόνοια υπόκλισης· η λόγχη του όμως αγρυπνούσε επιφυλακτικά. «Χρόνια δυσθεώρητα μας χωρίζουν από την τελευταία μας συνάντησή. Χρόνια και αποστάσεις τεράστιες. Μακριά από τα παλάτια σου σε βρίσκει αυτή η νύχτα.»

«Η αναζήτηση της λείας μας δε γνωρίζει πατρίδες, μήτε μέρη απάτητα. Εδώ και νύχτες ψάχνουμε το θήραμά μας, Κόρη του Λόγου, αυτόν που με μαεστρία προσπαθείς κάθε βράδυ να κρύψεις από τα μάτια μας. Μα ξέρεις πως δεν έχει ο πατέρας σου παρά ελάχιστη εξουσία πάνω μου, ούτε κι εσύ. Ακούω την καρδιά του να χτυπά ξέφρενη, είναι κοντά μας, νομίζει κρυμμένος πως είναι, μα τα μάτια μου δε μπορείς να ξεγελάσεις εσύ, τυφλή Σιφ.»

Έκανε ένα βήμα μπρος, μα η μικρή που ως τότε σιωπούσε του έκλεισε το δρόμο και φώναξε, κάνοντας τη γη να τρέμει:

«Γιε του Ενστίκτου και της Δικαιοσύνης, σε δένω με το πραγματικό σου όνομα ΜΙΧΑΝΑΕΛ ΜΕΛΛΙΚΕΝΣ, σε δένω τρεις φορές, όσες οι νύχτες που έζησε ο γιος σου, σε δένω με τη δύναμη του Λόγου, πραγματικού πατέρα μου, από τα πόδια σε κρεμάω στα ουράνια νύχια, εσένα και το πλήθος που ορίζεις. Τρεις νύχτες να καλπάζετε στα αναθεματισμένα μονοπάτια ανάμεσα στα άστρα, εσείς, η ορδή της Μάταιης Εκδίκησης.»

Τα υποζύγια των καβαλάρηδων χλιμίντρισαν, έκρωξαν, κινήθηκαν ανήσυχα. Βαθιά ομίχλη εισέβαλε από τα ανατολικά, και μέσα της χάθηκε το Άγριο Κυνήγι. Μα ο Άρχων του μπρος στη Σιφ παρέμεινε, και το αθάνατο ελάφι μαζί του. Και γέλασε ο Μιχάναελ Μέλλικενς, γιατί είδε πως δεν είχε πάνω του εξουσία ο Λόγος ούτε η κόρη Του. Και τράβηξε τη λόγχη του από τη σέλα, κατάμαυρη, πέτρινη. Και έστρεψε την πολυεδρική αιχμή της προς τους δυο φύλακές μου.

«Γέννημα του Λόγου, δεν έχεις πάνω μου δικαιοδοσία, όπως προφήτεψα στιγμές πριν. Ανέσυρες από τις ομίχλες του χρόνου το όνομα που κάποτε κράταγα κρυφότερο του προσώπου μου. Μα όχι πια Σιφ,δεν υπάρχει ανάγκη να κρύβομαι, φρόντισε ο αδερφός σου για αυτό. Όταν απόξενε από πάνω μου το στίγμα της μητέρας μου, άθελά του καυτηρίασε και το όνομά μου. Εκεί, στη φυλακή που του χάρισες με δίκαιη απανθρωπιά, με αλλοίωσε για πάντα, όσο κι αν άργησα να το συνειδητοποιήσω. Δεν είμαι πια αυτός που κάποτε ένωσε μαζί σου λεπίδα και ρίμα ενάντια σε πολιτισμένα στίφη,» σημείωσε κοιτώντας τον θείο της Σιφ. «Στο όνομα της αδερφής σου Κάλκουλους, απευθύνω έκκληση σε εσένα να απομακρύνεις την ανιψιά σου. Μονάχα ενός Ταρέναερ το αίμα λαχταρά να γευτεί η Σχιζοφρένεια, και αυτός δεν είναι κάποιος από τους δυο σας. Αλλά κανείς δε στέκεται ανάμεσα στον Άρχοντα του Άγριου Κυνηγιού και το θήραμά του, όχι όταν η νύχτα σκούζει για Εκδίκηση.»

«Πες μου άρχοντα Μιχάναελ, τι έχει σημαδέψει τα χέρια του ανθρώπου αυτού, ποιανού το αίμα σας κάλεσε από τα άχραντα παλάτια, διψώντας για το δικό του; Σου λέω πως όρκο ιερό έχω μόλις πάρει, να μην αφήσω κακό να πέσει πάνω του όσο περνά από το στόμα και τη λόγχη μου. Μα στο όνομα περασμένων αγωνιών και σιωπηλών συζητήσεων που μοιραστήκαμε, αποκάλυψέ μου το λόγο για τον οποίο πρόκειται τη ζωή μου να πετάξω πάνω στη μαύρη Σχιζοφρένεια, αυτό το τεχνούργημα που πρώτη φορά αντικρίζω, δόρατο αντάξιο θεού.»

«Το φριχτότερο των αμαρτημάτων διέπραξε, αδελφοκτονία, στα χνάρια του Κάιν βάδισε. Την αδερφή του έχει σκοτώσει πριν χρόνια, και το αίμα της παγωμένο παρέμεινε στο έδαφος που πατάμε, κάτω από τις Πέτρες του Κρίματός του. Μα πάντα βρίσκει τρόπο η κραυγή του αδικοχαμένου να φτάσει στα παλάτια μου, και δε μπορώ να ηρεμήσω δίχως στυγερή δικαιοσύνη να παραδώσω. Για έναν αδελφοκτόνο θνητό θα θυσιάσεις το αίμα αιώνων Κάλκουλους; Κάνε στην άκρη, και πάρε τη Σιφ από το διάβα μου.»
scan0002

Ο Κάλκουλους γύρισε προς το μέρος μου, κι ένοιωσα τους κεχριμπαρένιους ήλιους να διαπερνούν την ψυχή μου, ψάχνοντας, γυρίζοντας τις σελίδες των αναμνήσεών μου. Η Σιφ, στο άκουσμα των τελευταίων λόγων του Μέλλικενς είχε στραφεί στιγμιαία προς εμένα, και ήταν η έκφρασή της λευκή απορία και μαύρη οργή. Επέστρεψε να αντικρίζει τον Άρχοντα, μα είχαν οι ώμοι της κυρτώσει, σα να τη βάραινε φορτίο ασήκωτο.

«Σιφ πάρε τον Ρόμπερτ και ακολουθείστε το μονοπάτι που με έφερε εδώ.» είπε στωικά ο Κάλκουλους ζυγιάζοντας τη λόγχη του στο αριστερό χέρι, στρεφόμενος προς τον αντίπαλό του. «Δεν οδηγεί στη Σουρμαέησλα,» είπε αισθανόμενος τη διστακτική άρνηση της Σιφ, «σε χώματα ασφαλή θα πατήσουν τα πόδια σας, χώματα αυτού του κόσμου. Βιαστείτε!», φώναξε καθώς ο Μέλλικενς με αφύσικη ταχύτητα έπεφτε πάνω του, μια βαθύτερη θολούρα στη σκοτεινιά της νύχτας, με αγκάθι τη μύτη του αεικίνητου δόρατός του.

Η Σιφ σαν χαμένη με τράβηξε από το χέρι, σπάζοντας τα ξόρκια της ακινησίας από πάνω μου. Με δύναμη απάνθρωπη με τράβηξε προς το σημείο που μέχρι πριν λίγα λεπτά καθόταν ο θείος της, εκεί που υπήρχε, όπως πρόσεξα για πρώτη φορά, ένας κύκλος στο γρασίδι οριοθετημένος από θραύσματα κάποιας γυαλιστερής πέτρας. Καθώς πατήσαμε εντός του, έριξα μια ματιά πίσω. Ο Κάλκουλους παρέμενε όρθιος κάτω από τις αμείλικτες επιθέσεις του Μέλλικενς, προσπαθώντας με υπεράνθρωπη δεξιότητα να αμυνθεί απέναντι στη λόγχη των Βοώντων Ουρανών, μα ήδη αιμορραγούσε, και το αίμα του είχε βάψει τις πέτρες του μνημείου. Έκλεισα τα μάτια δακρυσμένος, χολωμένος, καθώς γύρω μου ο κόσμος κατέρρεε με ασφυκτική ταχύτητα.»

Εδώ το τρίτο μέρος.