2014: Μια πρώτη ανασκόπηση

Καλή στιγμή για σούμες. 4 μήνες εντός του 2014, και μουσικά η χρονιά μας τα λέει πολύ καλά. Ακολουθούν ενδιαφέροντα ή όχι και τόσο πράγματα που άκουσα/βγήκαν φέτος, από το χώρο του black metal κυρίως(με λίγες death και post/punk εξαιρέσεις). Πρωτίστως για να έχω και ένα online σημείο αναφοράς, κατά δεύτερον για όποιον ενδιαφέρεται.

Αρχικά τα τσεκαρισμένα που ξεχώρισαν ήδη:

AubeDemo (Μίξη πρώιμων Christian Death και Bauhaus, πολύ ελπιδοφόρα deathrock κυκλοφορία) https://soundcloud.com/cvltnation/sets/aube-demo/

AurvandilThrones (Γαλλία, μεγαλεπήβολη παγωμάρα, βαβουριάρικη νορβηγίλα, τι να μη λατρέψω;) http://records.eisenton.de/album/thrones

BastSpectres (Σλατζομπλακοντουμ -λέει- γουργουριστό, με απίστευτες εξάρσεις όταν πιάνει ταχύτητες, από αυτά που με κάνουν να θέλω να πετάω κοτρόνια στις ταμπέλες του metal-archives) http://bastmusic.bandcamp.com/

EosL’Avalé demo (ατμοσφαιρικό black metal όπως πρέπει να παίζεται, ο Καναδάς δεν απογοητεύει) http://bandcamp.fallenempirerecords.com/album/laval

EpistasisLight through dead glass ep (Δύστροπο πειραματικό black, με κιθαριστικές απλωτές, η παραγωγή δε φοβάται κανένα όργανο) http://youtu.be/TpzZJq6Jc2c

Hail Spirit Noir – Oi Magoi (Τα έχω πει εδώ, δίσκαρος) http://youtu.be/58r8KXNVqxU

Jute Gyte – Vast Chains (Εδώ) https://jutegyte.bandcamp.com/album/vast-chains

Naðra – Eitur demo (Ισλανδία και ξερό ψωμί, δυο κομμάτια σε φάση Svartidauði και Wormlust, εξωφυλλάρα) http://nadra.bandcamp.com/

NorthwardIjsgang ep (Ατμόσφαιρα μέσω υπνωτικής μονοτονίας, δυστυχώς διαλύθηκαν. Το νέο Vemod αργεί – όβερ) http://youtu.be/0sDrck0HMc8

Skogen – I Doden (Εδώ) http://youtu.be/sog1bTY8GEo

Sorcier des Glaces – Ritual of the End (5ο άλμπουμ για τους Καναδούς, από τα καλύτερα της πορείας τους) http://youtu.be/7_1a85yZApA

Teitanblood – Death (review οσονούπω, ΝΕΚΡΟμεταλλικός δυναμίτης) http://youtu.be/yDmUagGCZX4

Thantifaxath – Sacred white noise(παρομοίως, review προ των πυλών) http://darkdescentrecords.bandcamp.com/album/sacred-white-noise

The Estranged – The Estranged ( Μπορεί να ξεσκοτείνιασαν κάπως, αλλά εδώ έχουμε το post/punk αριστούργημα της μέχρι τώρα χρονιάς. Εθιστικότατο) https://sabotagerecords.bandcamp.com/album/the-estranged-s-t-lp

Wederganger – Gelderse drek (demo) (Πήρε τα πάνω της η Ολλανδία, 2 κομμάτια που υπόσχονται πολλά) http://youtu.be/TWPgVb8pppw

Wildernessking – The Devil within ep (Νότια Αφρική και black metal γίνεται; Ναι, με ένα πολύ καλό δείγμα στιβαρής ατμόσφαιρας) http://wildernessking.bandcamp.com/album/the-devil-within

Εδώ τα ακούσματα του 2014 που είτε δεν τα έχω ακούσει ενδελεχώς, είτε δε μου είπαν πολλά πράγματα:

Annex – Annex ep (ενδιαφέρον post punk που πρέπει να ενηλικιωθεί όμως) https://soundcloud.com/cvltnation/sets/annex-annex-ep

Artificial Brain – Labyrinth Constellation (Έξυπνο, διαστημικό death, για το οποίο επιφυλάσσομαι, θέλει περισσότερες ακροάσεις. Λίγο αχταρμάς στην χαιρετούρα) http://profoundlorerecords.bandcamp.com/album/labyrinth-constellation

Avichi – Catharsis Absolute (εδώ) http://profoundlorerecords.bandcamp.com/album/catharsis-absolute

Fluisteraars – Drome (Ταυτότητα – δεν έχουν. Mid tempo μανιέρες που στερούνται ψυχής) http://youtu.be/XGQxZFVoIvw

Iskald – Nedom og Nord (ευχάριστη μετριότητα) http://youtu.be/TxeWSbAcg4E

Negativa – 01 (mid tempo ασκήσεις μεγαλείου, με έλλειψη προσωπικότητας όμως) http://negativa0.bandcamp.com/album/01

Sargeist – Feeding the Crawling Shadows (κατώτερο του “Let the Devil in”, αρκετά πιο lo-fi, αξιοπρεπές παρ’ όλα αυτά) http://youtu.be/aAezBLUXz4I

Svarttjern – Ultimatum Necrophilia (κλασσικό black που πέρασε και δεν άγγιξε) http://youtu.be/cFJhEmtrI_E

Tortorum – Katabasis (με μια πρώτη ακρόαση απογειώνεται από τη μέση κι έπειτα, αλλά θέλει λίγη παραπάνω μελέτη. Εκπληκτικό artwork στο booklet) http://youtu.be/fj6nBQ-hcTQ

Vredehammer – Vinteroffer (νορβηγικά χασμουρητά) http://youtu.be/7n8okyjUV7M

Worsen – Blood (Ψυχωμένο black metal που πάει να βγάλει σχεδόν punk γλώσσα, αλλά παθαίνει μια μικρή συνθετική κράμπα. To be watched nevertheless) http://worsenbm.bandcamp.com/

Και τέλος εδώ τα άλμπουμ που μέχρις στιγμής έχουν ανακοινωθεί πως θα κυκλοφορήσουν εντός της χρονιάς και για τα οποία τρέφω μικρές ή μεγάλες ελπίδες:

13th Moon – Abhorrence of Light http://13thmoon.bandcamp.com/

Alraune – full length http://alraune.bandcamp.com/

Arizmenda– full length https://crepusculonegro.bandcamp.com/track/scabbed-knees-rope-and-vaseline

Barghest – The Virtuous Purge http://barghestsoulless.bandcamp.com/

Black Fucking Cancer – full length http://blackfuckingcancer.bandcamp.com/

Bölzer – Soma https://soundcloud.com/bolzer/bolzer-steppes

FolteraarRituele Martelingen In De Naam Van Puur Zwart Kwaad ep https://soundcloud.com/thethroat/keel025-folteraar-rituele

Gzekhratüs Masters of universal mysteries ep http://youtu.be/_0Lj5fZrxKg

Grafvölluðr – Promo 2014 https://soundcloud.com/fetteredredwoods

Mayhem – Esoteric Warfare http://youtu.be/oh8e3d6h_a4

Mortuus – full length http://youtu.be/Dudt_YMrVSc

Nefandus – Reality Cleaver http://daemonworship.bandcamp.com/album/reality-cleaver

Rituaal – new release http://rituaal.bandcamp.com/

Sanctuaire – Helserkr demo (winter 2014) https://soundcloud.com/lph666/sanctuaire-gardien-du-nord

Spectral Lore – III http://spectrallore.bandcamp.com/

Svartidauði – The Synthesis Of Whore And Beast http://svartidaudi.bandcamp.com/

Tardigradafull length

Tombs – Savage Gold http://tombsbklyn.bandcamp.com/

Volahnfull length http://crepusculonegro.bandcamp.com/track/najtir-ichik

Vordefull length https://soundcloud.com/vorde

Wormreich – Wormcult revelations http://youtu.be/C8o_GCwrXp4

Advertisements

Dies Irae – Circle of Leth demo (1994)

Circle of Leth_inside

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν το norsksvartmetall.com (έχει πεθάνει εδώ και κάτι χρόνια). Ένα site θησαυρός για όλους εμάς που δεν παρακολουθήσαμε με μικροσκόπιο τη νορβηγική black metal σκηνή των 90‘s όταν έπρεπε. Συγκεντρωμένα εκεί υπήρχαν τα 100 καλύτερα -σύμφωνα με τον ιδιοκτήτη της σελίδας- άλμπουμ της σκηνής, συν τα 50 καλύτερα demo. Πολύ ψωμί για τους επίδοξους σκαπανείς. Από το ιστορικό πλέον αυτό site έμαθα αρκετά πράγματα, μεταξύ των οποίων και το “Circle of Leth” demo των τελείως obscure Dies Irae. Η εν λόγω κασετική κυκλοφορία του ’94 ήταν και η μοναδική τους υπό αυτό το όνομα (προηγουμένως λέγονταν Cruciamentum, και είχαν βγάλει ένα demo, το “Luctus Infinite” του ’93). Πληροφορίες για το συγκρότημα και τα μέλη ουσιαστικά δεν υπάρχουν. Κι όμως, το “Circle of Leth” βρισκόταν στη θέση 8 της 50άδας των demo (εδώ http://goo.gl/cG2DZI υπάρχει archived έκδοσή της), το ένα από τα δυο της πρώτης 10άδας -το άλλο είναι το “Satanic Overdose” των Dim Nagel– από άγνωστο τότε σε εμένα συγκρότημα. Η περιγραφή του περιεχομένου έδινε υποσχέσεις για lo-fi black metal με επιρροές από κλασσική μουσική. Κατέβασα και δεν απογοητεύτηκα.

Το πρώτο που κάνει εντύπωση στο “Circle of Leth” είναι οι τεράστιοι λατινικοί τίτλοι των κομματιών (τυχαίο παράδειγμα το δεύτερο track: Molto Presto-Intermezzo Tranquillamente con Dolore- Attacca: Cantus con Affizione “), οι οποίοι χρησιμοποιούν κλασσικομουσικούς περιγραφικούς όρους. Αυτό δυστυχώς άλλαξε στην βινυλιακή επανακυκλοφορία του 2006 από τη βελγική Painiac Records, όπου το tracklisting εκφυλίστηκε σε εύπεπτους μονολεκτικούς τίτλους. Στη συγκεκριμένη έκδοση υπάρχει και άλλο εξώφυλλο (http://goo.gl/j3cA20).

Η διαφορετικότητα της μουσικής του demo των Νορβηγών φαίνεται από το πρώτο κομμάτι, για το οποίο ο όρος intro είναι περιοριστικός. Συνθάτη μεσαιωνικούρα χωρίς πολλές φανφάρες, με ανάλαφρη διάθεση που δε γίνεται πανηγυρτζίδικη, ενώ η ατμόσφαιρα έχει κινηματογραφικές καταβολές. Με το μπάσιμο του πρώτου “κυρίως” κομματιού, αντιλαμβάνεσαι πως οι Dies Irae χτύπησαν φλέβα. Keyboards (που πολλάκις φλερτάρουν με ήχο εκκλησιαστικού οργάνου) σε lead ρόλο, πολύ μπροστά από το βαβουριάρικο-η παραγωγή είναι κακή- κιθαριστικό υπόστρωμα, δημιουργούν μια πολύ ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, που αργότερα προσπάθησαν εν μέρει να αναπαράγουν οι Tartaros, χωρίς όμως να φτάσουν στα επίπεδα του “Circle of Leth”. Τα γρήγορα σημεία έχουν μια σκοτεινά παραμυθένια χροιά, καθώς τα πλήκτρα πασπαλίζουν το σύνολο με εκείνο το μαγικό early 90’s φίλτρο που έθεσε τη Νορβηγία τόσο ψηλά. Τα φωνητικά είναι άκρως ιδιαίτερα, σχεδόν καθαρά, απαγγέλλουν τους στίχους με στόμφο εριστικού αρχιερέα (έχω την εντύπωση πως οι στίχοι είναι λατινικοί, χωρίς να κόβω το κεφάλι μου), και είναι σχεδόν συμπληρωματικά των πλήκτρων στη μίξη. Τέλος οι κιθάρες, σε κάποια σημεία που ξεπροβάλλουν μέσα από τον οχετό της παραγωγής, δείχνουν mid tempo πρωταγωνιστικό προσωπείο, που χωρίς να είναι ιδιαιτέρως σκοτεινό, έχει μαυρομεταλλική σφραγίδα. Συνοψίζοντας τα περί ήχου, τα γρήγορα σημεία του demo καλπάζουν στη στρατόσφαιρα με πληκτροκίνητο σκοτεινό άρμα, ενώ τα -πολυπληθή- ήρεμα διαλείμματα ή θα μαστουρώνουν με καμπάνα (υπάρχει μπόλικη) και ambience, ή θα είναι αρκετά ανάλαφρα, μεσαιωνικοφανή, και κιθαριστικώς στυλιζαρισμένα.

Οι Dies Irae χάθηκαν άδικα. Ένα full length, ή έστω ep με φυσιολογικό ήχο, μας λείπει από δαύτους (ή μήπως όχι; ίσως η μαγεία βρίσκεται και σε αυτήν τη χάλια παραγωγή ). Κατάφεραν σε μισή ώρα μουσικής να δημιουργήσουν κάτι πρωτότυπο, ένα avant-garde θησαυρό, ο οποίος δεν αγγίχτηκε από πολλούς, ούτε σαν επιρροή, ούτε σαν άκουσμα. Από τα καλά κρυμμένα μυστικά της νορβηγικής σκηνής. 

http://youtu.be/RB6EvPxJmww

Books of Blood 1 (part1)

Τα 3 πρώτα Βιβλία του Αίματος είναι ότι καλύτερο έχω διαβάσει σε σύγχρονη (μετά-50‘s)λογοτεχνία του τρόμου, και θρόνιασαν στο μυαλό μου τον Barker ως τον καλύτερο συγγραφέα του είδους στην post pulp περίοδο. Αισίως στην τέταρτη ανάγνωση για την οποία αφορμή έψαχνα και επί τη ευκαιρία πιάνω καθένα, ιστορία-ιστορία, για να τα εκθειάσω όπως τους αρμόζει. Αρχής γενόμενης από το πρώτο, το οποίο αδιαμφισβήτητα είναι και το κορυφαίο της σειράς.

booksofblood1

Το Βιβλίο του Αίματος:

Ένα στοιχειωμένο σπίτι, το οποίο αποτελεί κόμβο για τις λεωφόρους των νεκρών. Ένα fake medium, χαμένο ανάμεσα στην απληστία και το -απόλυτα κατανοητό- εφηβικό σεξουαλικό πάθος (κι ας είναι η αρχική ματιά του επ’ αυτού τελείως υλιστική/σωματική). Μια παραψυχολόγος ερευνήτρια με σκοπό ζωής την αντικειμενική καταγραφή έστω κι ενός σχετικού με του πεδίου της φαινομένου, η οποία όμως λαχταρά για το νεαρό κορμί του -εν μέρει- πειραματόζωού της. Η χαλαρότητα του φράγματος μεταξύ αυτού και του άλλου κόσμου.

Αυτά είναι τα στοιχεία που συνθέτουν την εισαγωγή του εξάτομου πρώτου έργου του Clive Barker, η οποία ξεπερνά τον χαρακτηρισμό της, νοηματοδοτώντας από μόνη της τον πυρήνα γύρω από τον οποίο θα εξελιχθούν τα υπόλοιπα διηγήματα, αλλά και στεκάμενη αυτούσια ως ένα κρυστάλλινο δείγμα αυτού που θα επακολουθήσει. Γραφή άμεση και συνάμα λυρική, μπολιασμένη με το υπερφυσικό. Η αρχαιοελληνική Ύβρις σε πρώτο πλάνο, αμείλικτη απέναντι στη θρασύτητα του αγύρτη. Τα πνεύματα δρέπουν βαρύ φόρο για τον εμπαιγμό τους. Ένα παλίμψηστο μεταθανάτιων εμπειριών που διασώζεται με την επιτέλους εκδηλωμένη επιθυμία της πρωταγωνίστριας. Μια εικονοπλασία που θαμπώνει ακόμη και σήμερα. Ένα βιβλίο γραμμένο σε αίμα.

Η Κρεοφόρος του Μεσονυχτίου:

Νέα Υόρκη, η πόλη των Απολαύσεων, το Απαγορευμένο Μήλο. Ένας καρπός που έδρεψαν οι άποικοι, δίχως να λογαριάσουν Αυτούς που ήταν εκεί πριν από τους ίδιους. Μια πόλη που γιγαντώθηκε χωρίς να αποτίσει φόρο τιμής στο παρελθόν. Εδώ ο Barker ξεγυμνώνει το προσωπείο ΤΗΣ Μεγαλούπολης του κόσμου, χωρίς να καταφύγει σε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Μέσω υπονοούμενων news titles οι οποίοι ελάχιστα θα εξέπλητταν το Νεοϋορκέζο του 80. Η αποκαθήλωση της ιδανικά πλασμένης (εκ του ασφαλούς, εκ της εξ αποστάσεως άγνοιας) εικόνας για την πρωτεύουσα του πλανήτη. Η αλήθεια είναι πως δεν παρουσιάζει κάτι καινούριο· πολύ πριν από αυτόν η εικόνα της Νέας Υόρκης είχε απογυμνωθεί μέσω της τέχνης. Καταφέρνει όμως μέσα σε ελάχιστες σελίδες να παρουσιάσει ένα παραμορφωμένο είδωλο της Πόλης, ως άλλον τεκνοβόρο Κρόνο.

Κάτω από το μυγιάγγιχτο προσωπείο του Νέου Άμστερνταμ κουλουριάζονται οι Πατέρες της πόλης, πάνω στους οποίους στηρίζεται η διαιώνιση του αμερικανικού ονείρου, με τίμημα λίγες από τις σάρκες των κατοίκων, απρόθυμων Ιφιγενειών. Με όχημα τον διακορευτή ηλεκτρικό, ο οποίος μετατρέπεται σε κινούμενο χασάπικο, μεταφέροντας σαν ομφάλιος λώρος την τροφή στα ανείπωτα πλάσματα των θεμελίων της πόλης. Η Λαβκραφτική ματιά είναι εμφανέστατη εδώ, στη σκιώδη περιγραφή του αρχέγονου πλάσματος μέσα στα σπλάχνα του Big Apple. Ο κανιβαλισμός αφενός πρόδηλος, καταρρίπτεται μέσα από την τεράστια απόσταση που χωρίζει τους Παλαιούς από τους νέους. Μόνο σημείο επαφής η γλώσσα, η οποία αποκόπτεται εν τέλει και κατασπαράζεται.

Η “Κρεοφόρος” είναι ίσως το πιο γνωστό διήγημα του Barker, έχει αποτελέσει σημείο έμπνευσης στη μετέπειτα τέχνη (μουσική και κινηματογράφος – δεν έχω δει την ταινία του 2008, και επιφυλάσσομαι), και ξεκινάει τη ροή των “κανονικών” διηγημάτων των Βιβλίων του Αίματος με τον καλύτερο τρόπο.

Το Φλυαρούδι και ο Τζακ:

Ένα ανάλαφρο διάλειμμα πολύ νωρίς. Το συγκεκριμένο διήγημα διαφέρει από τα υπόλοιπα λόγω ύφους, καθώς τη θέση του τρόμου καταλαμβάνει εδώ το χιούμορ. Το Φλυαρούδι, ένας άσιμος δαίμονας, έχει αναλάβει τον εκμαυλισμό του πρωταγωνιστή Τζακ, με απώτερο σκοπό να καταλήξει η ψυχή του Τζακ στα χέρια των αφεντών του (είθε να βασιλεύουν αιώνια, είθε να χέζουν ανάλαφρα στα κεφάλια των καταδικασμένων για πάντα). Ο Τζακ όμως αποδεικνύεται απαθέστερος πάντων, αντιμετωπίζοντας με φαινομενικά απύθμενη ψυχραιμία κάθε δεινό που σκάει το Φλυαρούδι πάνω του(μεταξύ των οποίων οι θεαματικοί θάνατοι των τριών γατιών του -Φρέντυ Πρώτος, Δεύτερος και Τρίτος.

Εκ πρώτης όψεως η ιστορία φαντάζει σχεδόν σαν μια παρανοϊκά ανεστραμμένη εκδοχή του Φάουστ. Από τη μια φτάνεις να λυπάσαι το καημένο το Φλυαρούδι, που άκαρπα προσπαθεί να αποτρελάνει το θνητό του θύμα. Η συμπεριφορά του Τζακ είναι όμως που καταλήγει να δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με την αξία της ψυχής ενός ατόμου, όταν η τύχη αυτής έρχεται σε οριακά ευθεία αντιπαράθεση με την ψυχική υγεία των παιδιών του. Το φινάλε ευτυχώς είναι αρκούντως συμμαζευτικό, σώζοντας μας και από -και καλά- δακρύβρεχτες απορίες του στυλ «ρε γαμώτο, που θα βρει τα λεφτά ο Τζακ να επανορθώσει το σαλόνι του που το έβαλε στο μπλέντερ το Φλυαρούδι;». Ένα μικρό κομψοτέχνημα που δεν το περιμένεις από τον Barker εκείνης της περιόδου.

The Castle of Otranto

otranto1

Γοτθική λογοτεχνία τρόμου. Ένα είδος το οποίο άνθισε τον 19ο αιώνα, και ευθύνεται για κάποια αριστουργηματικά μυθιστορήματα/διηγήματα. Στα πλαίσιά της εντάσσονται τα “Dracula” του Stoker, “Frankenstein” της Shelley, τα πιο ατμοσφαιρικά διηγήματα του Πόε, μεταξύ άλλων. Το “Κάστρο του Οτράντο”, από το Βρετανό Horace Walpole θεωρείται το πρώτο δείγμα του είδους, και εκδόθηκε το 1764. Ήταν από τα διηγήματα που είχα μάθει από την εξαιρετική μελέτη “Supernatural Horror in Literature” του Λάβκραφτ, εδώ και 13-14 χρόνια. Δεν είχε όμως τύχει να πέσει στα χέρια μου μέχρι πολύ πρόσφατα. Για να είμαι ειλικρινής είχα διαβάσει περί αυτού πως ήταν αρκετά πρωτόλειο και τυπικό στα θέματά του, χωρίς ιδιαίτερη αξία πέρα της προφανούς ιστορικής, κι έτσι δεν το κυνήγησα. Όταν όμως το πέτυχα σε μια συλλογή της Oxford Press (αυτές τις κλασσικές φθηνές με τα μικρά γράμματα και την ελάχιστη επιμέλεια) μαζί με άλλα 3 (“Vathek”, “The Monk”, και το “Frankenstein”) κατάλαβα πως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου.

Το “Κάστρο” είναι ένα σχετικά μικρό διήγημα, γραμμένο σε ύφος που μαρτυρά την ηλικία του. Η σύνταξη* είναι τουλάχιστον ανορθόδοξη για τη σημερινή εποχή, θέλει αρκετή προσοχή και νοητική επεξεργασία από τον αναγνώστη. Ομολογώ ότι με κούρασε, καθιστώντας μια ανάγνωση που λόγω μεγέθους θα έπρεπε να τελειώσει σε μια μέρα, χρονοβόρα διαδικασία. Το λεξιλόγιο κινείται αναλόγως σε παρελθοντικές φόρμες, χωρίς όμως να θέτει τρομερά εμπόδια στην κατανόηση. Ο λόγος του συγγραφέα κυριαρχείται από υπερβολή και μια χαριτωμένη φλυαρία, ακολουθώντας την άκαμπτη φόρμα που κυριάρχησε και στην κοινωνία μισό αιώνα αργότερα, κατά τη Βικτωριανή εποχή. Τα κοινωνικά στερεότυπα (στις σχέσεις των δυο φύλων, στην εκ γεννετής ανωτερότητα των ευγενών, στην υποταγή στην εκκλησία) βρίθουν. Οι γυναίκες είναι έρμαια των ανδρικών βουλών, ένας εκ των πρωταγωνιστών νοηματοδοτείται με κύρος στα μάτια του κόσμου μόνο μετά την αποκάλυψη της noble lineage του, ο τύραννος τρέμει τη θεϊκή καταδίκη (όπως αυτή εκφράζεται από τον ιερέα) των πράξεών του. Σίγουρα το διήγημα πρέπει να ιδωθεί υπό το πρίσμα της εποχής στην οποία γράφτηκε, αλλά ας μην ξεχνάμε πως αυτές οι νόρμες που έθεσε ο Walpole εδώ, στοιχειώνουν το γοτθικό είδος ακόμη και σήμερα.

otranto2

Όσον αφορά την ιστορία, το διήγημα ξεκινά με ένα σουρεαλιστικό γεγονός: ένας νεαρός πρίγκηπας που οδεύει προς το γάμο του πεθαίνει συνθλιμμένος από ένα ουρανοκατέβατο(?) τεράστιο κράνος. Τα όσα ακολουθούν θυμίζουν αρχαία τραγωδία, μπλέκοντας οριακή αιμομιξία, αδιαφιλονίκητη ειμαρμένη, αμαρτίες γονέων. Το προγονικό φάσμα ίπταται πάνω από κάθε σελίδα, στιγματίζοντας τη συμπεριφορά βασικών χαρακτήρων. Εδώ υπάρχει το σαφώς φαλλοκρατικό μοτίβο της ανάγκης για αρσενική συνέχεια της γενεαλογικής γραμμής. Τα πάθη είναι γιγαντωμένα και ορμητικά, παρασέρνοντας στο διάβα τους τις αμπάρες της λογικής.

Σχετικά με το υπερφυσικό, αυτό σέρνεται αδρά εντός του κάστρου, φορώντας σκοτεινά παραμυθένια μάσκα. Κάποιος υπηρέτης ανοίγει μια πόρτα για να αντικρίσει ένα πελώριο ιπποτικό χέρι. Ένα φάντασμα στέκεται μπροστά στο βωμό, κατακεραυνώνοντας τις αμαρτωλές σκέψεις του παρείσακτου:

[…]and then the figure, turning slowly round, discovered to Frederic the fleshless jaws and empty sockets of a skeleton, wrapt in a hermit’s cowl.

Angels of grace protect me!” cried Frederic, recoiling.

Deserve their protection!” said the Spectre. Frederic, falling on his knees, adjured the phantom to take pity on him.

Dost thou not remember me?” said the apparition. “Remember the wood of Joppa!”[…]

Η παραμυθένια αύρα διακρίνεται και στη λεπτομερή περιγραφή της πομπής που συνοδεύει εντός της αυλής του κάστρου ένα τεράστιο σπαθί, υπό το βάρος του οποίου λυγίζουν εκατό ιππότες. Ο τρόμος του βιβλίου από την άλλη, δεν έχει σχέση με τα δεδομένα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Είναι μαζεμένος, μυσταγωγικός, ασκητικός και θρησκευτικός. Εν ολίγοις δεν πρόκειται να χάσει κανείς τον ύπνο του διαβάζοντάς το σήμερα, αλλά στο (βαθιά θρησκευόμενο) κοινό του 18ου αιώνα η επίδραση πρέπει να ήταν σαφώς οξύτερη.

Το “Κάστρο του Οτράντο” είναι ένα ιστορικό ανάγνωσμα, το οποίο ουσιαστικά δημιούργησε το γοτθικό τρόμο, μαζί με τις αντίστοιχες γερμανικές νουβέλες που κυκλοφόρησαν λίγο αργότερα (κάποιες από τις οποίες οποίες επηρέασαν τους Byron, Shelley, και Polidori την εποχή της θρυλικής Villa Diodati). Το βιβλίο δεν είναι αποκάλυψη για το σημερινό αναγνώστη, είναι βαρύ λόγω γραφής, αλλά έχει μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, η οποία ακροβατεί μεταξύ υπερβολικής σοβαρότητας και σουρεαλιστικού παραμυθιού. Συστήνεται με επιφύλαξη.

* Δεν έχω διαβάσει την ελληνική μετάφραση, η οποία μπορεί να “κατεβαίνει” ευκολότερα.

Black Metal ενάντια στον Πρωτοδισκακισμό

link for the english version

Πολλάκις σε συζητήσεις με φίλους έχει πέσει το θέμα του πρωτοδισκακισμού, δηλαδή του σχεδόν συμπαντικού (κατά τους πρωτοδισκάκιες) νόμου, σύμφωνα με τον οποίον ο πρώτος δίσκος ενός συγκροτήματος είναι ο καλύτερος. Πολλοί οι λόγοι πίσω από αυτό. Το πρώτο άλμπουμ μιας μπάντας συνήθως περιέχει υλικό το οποίο τα μέλη επεξεργάζονταν/προετοίμαζαν για χρόνια, το έχουν δουλέψει μέσα από demo/ep/split κυκλοφορίες, εν αντιθέσει με τους επόμενους δίσκους που μπορεί να βγουν διαδικαστικά υπό την πίεση ενός deadline. Ο νεανικός ενθουσιασμός είναι σίγουρα παράγοντας, σε μπάντες οι οποίες ξεκινάνε από μικρά σε ηλικία μέλη. Η ίδια η διάβρωση των μουσικών από τη βιομηχανία, αλλά και από τις απαιτήσεις που έχουν οι οπαδοί από αυτούς, ακόμη και από ένα εξουθενωτικό πρόγραμμα συναυλιών, δεν είναι αμελητέα. Τέλος, όταν έχεις στιγματιστεί από τον ήχο του ντεμπούτου σου, ιδιαίτερα όταν αυτό είναι επιτυχημένο, θέλει κουράγιο η αλλαγή μουσικής πλεύσης. Έτσι πολλοί καλλιτέχνες κάθονται και αναμασούν για μια δισκογραφία το ύφος του πρώτου δίσκου, καταλήγοντας σε κακέκτυπα του εαυτού τους.

Αναγνωρίζω πως ο νόμος του πρωτοδισκακισμού εφαρμόζεται σε πάμπολλες περιπτώσεις, αλλά από αντίδραση προσπάθησα να φτιάξω μια 15άδα άλμπουμ, από σχετικά γνωστά συγκροτήματα του black metal χώρου, τα οποία ξεπέρασαν το ντεμπούτο. Στη μεγάλη πλειοψηφία τους είναι οι δεύτεροι δίσκοι (μόνο ένας είναι ο τέταρτος), γεγονός που δείχνει πως το ζουμί της δισκογραφίας εντοπίζεται κατά βάση στα αρχικά δισκογραφικά βήματα.

Υ.Γ.: Οι Deathspell Omega είναι ιδιάζουσα περίπτωση. Θεωρώ καλύτερη τη δεύτερη περίοδό τους, στην οποία όμως άλλαξαν τελείως πρόσωπο, σε βαθμό που να είναι ένα διαφορετικό συγκρότημα. Βέβαια επί της δεύτερης περιόδου του ο πρωτοδισκακισμός ισχύει για μένα, καθώς θεωρώ το πρώτο άλμπουμ της (“Si Monumentum”) το καλύτερο. Καταπιάνομαι εδώ μόνο με τα δύο αρχικά άλμπουμ της πρώτης περιόδου.

Abigor – Nachthymnen (1995)

abigor

Οι Αυστριακοί ξεκίνησαν με ένα μέτριο προς καλό ντεμπούτο, το “Verwüstung” του ’94, αλλά ήταν με το δεύτερο άλμπουμ, το “Nachthymnen”, που ξεχώρισαν για τα καλά. Νυχτερινή ατμόσφαιρα, λεπτή παραγωγή, μεσαιωνικούρα στο έπακρο. Η πρόοδος είναι σαφής σε όλους τους τομείς. Το υπέρτατο “Scars in the Landscape of God” εντυπώνεται από το πρώτο κιόλας άκουσμα στη μνήμη (τα γυναικεία φωνητικά δεν ξενίζουν). Η κορυφαία στιγμή τους, και από τα αψεγάδιαστα δείγματα mid 90’s black metal.

Absu –The Sun of Tiphareth (1995)

absu

Το “V.I.T.R.I.O.L.” ήταν ένας δίσκος καλοπαιγμένου death metal, με thrash απολήξεις και τελετουργική εσάνς. Με το “Sun of Tiphareth” όμως, οι Absu καταστάλαξαν σε ένα στυλ, το οποίο ο όρος “black/thrash” φαντάζει μικρός για να το περιγράψει. Μακροσκελείς συνθέσεις, φίσκα σε κιθαριστικές ιδέες οι οποίες εξαφανίζουν την κόπωση του ακροατή. Πλήκτρα και ακουστικά περάσματα προσδίδουν ακόμη περισσότερο στην ποικιλία (αλησμόνητο το α λα Emperor σημείο στη μέση του “Apzu”). Άλμπουμ σταθμός.

Akercocke –The Goat of Mendes (2001)

akercocke

Έχοντας ένα προειδοποιητικό “Rape of the Bastard Nazarene” στις πλάτες τους, οι Βρετανοί το 2001 με το “Goat of Mendes” άφησαν σύξυλο πολύ κόσμο. Κινηματογραφικό black/death, σατανίλα στο έπακρο (με b-movie-ική αφετηρία), και ένα υπέροχο δίπολο φωνητικών. Μεθυστικός δίσκος όπου δύσκολα ξεχωρίζεις κομμάτι (ίσως το “A skin for dancing in” να είναι ένα σκαλί παραπάνω στο μυαλό μου). Εκεί που οι Cradle of Filth έδειχναν τα πρώτα σημάδια κορεσμού, οι Akercocke πήραν τη σκυτάλη όσον αφορά το εκ Γηραιάς Αλβιόνας ορμώμενο ακραίο metal.

Bathory –Under the Sign of the Black Mark(1987)

bathory

Είμαι ο τελευταίος που θα αμφισβητήσει την ποιότητα και την επιρροή των 2 πρώτων δίσκων του Quorthon. Όμως το 1987 ο ψηλός ανέβηκε πολλά επίπεδα, αναπτύσσοντας το ακατέργαστο χυμαδιό των “Bathory” και “Return..”, μπολιάζοντάς το με ατμόσφαιρα (“13 Candles”), ψήγματα επικούρας (“Enter the Eternal Fire”, ή το δεύτερο μισό του “Equimanthorn”) που προϊδέασαν για τη συνέχεια, και με ακόμη περισσότερο σκοτάδι. Η συνθετική ενηλικίωση του Quorthon, ο οποίος παρέδωσε με το “Under the Sign..” ένα μνημείο που στοιχειώνει το πρώτο κύμα του black metal.

Burzum – Det Som Engang Var(1993)

burzum

Εδώ δυσκολεύουν τα πράγματα. Το ντεμπούτο του Varg είναι μνημειώδες από πολλές απόψεις (χρονολογία, ήχος, ακόμη και το one man band μοτίβο), κι έχει βαρύ οπλοστάσιο διεκδίκησης των πρωτείων. Από την άλλη, υπάρχουν και τα αριστουργήματα “Hvis Lysset..” και “Filosofem”, που μαλλιοτραβιούνται μεταξύ τους για τον τίτλο του καλύτερου άλμπουμ. Σφήνα εκεί χώνεται το 2ο διαμάντι του Vikernes, το οποίο είναι αρκετά μεταβατικό, ισορροπώντας παρελθόν και μέλλον. Μελωδία (το τελείωμα του “Key to the Gate”) και προφητικός μινιμαλισμός (“Snu Mikrokosmos Tegn”) μπλέκονται έξοχα, σε ένα δίσκο που χάνεται λίγο μέσα στη δισκογραφία των Burzum, αλλά για μένα ξεπερνάει στα σημεία το ομώνυμο.

Cradle of Filth –Dusk & her Embrace(1996)

cradleoffilth

Καλό το “Principle..” και άγιο το “Vempire”, αλλά εδώ τυποποιήθηκε πλήρως ο ήχος της πρώτης και ουσιαστικής περιόδου του συγκροτήματος. Γοτθικό black, που χρωστάει πολλά στο κλασσικό heavy (εμφανείς οι Mercyful Fate και Maiden επιρροές στις κιθάρες), πλήκτρα με ΝΟΗΜΑ, love them or hate them φωνητικά, στίχοι που προσεγγίζουν σε μήκος διήγημα (ποτισμένοι από το wit του Dani, ο οποίος τότε ήταν σε μεγάλα κέφια). Αριστουργήματα σαν τα “Funeral in Carpathia” και “Gothic Romance” δεν έχουν προηγούμενο ή επόμενο. Η κορωνίδα των Filth, ένας δίσκος ο οποίος χλευάστηκε από πολλούς trve τύπους, οι οποίοι πολύ θα ήθελαν να έχουν γράψει έστω κι ένα κομμάτι του.

Darkthrone – A Blaze in the Northern Sky/Under a Funeral Moon/Transilvanian Hunger(1992-93-94)

darkthrone

Κλέβω γιατί δεν μπορώ να ξεχωρίσω μεταξύ 2ου, 3ου και 4ου άλμπουμ των Darkthrone. Το καθένα έχει προσωπικό ύφος, με το “Blaze..” να κινείται σε απόκοσμα, σχεδόν υπερβατικά, μονοπάτια, το “Under..” να είναι το πιο βατό αλλά και δηλητηριώδες της τριάδας, ενώ το “Transilvanian” στέκεται μονάχο μέσα στην απάνθρωπη μονοτονία του. Το ντεμπούτο “Soulside Journey” ήταν εξαιρετικό δείγμα τεχνικού death, αλλά κακά τα ψέμματα, τα αριστουργήματα κυκλοφόρησαν όταν οι Darkthrone αποφάσισαν να μαυρίσουν, από το δεύτερο δίσκο κι έπειτα.

Deathspell Omega –Inquisitors of Satan(2002)

dsoinqu

Δε θα καταπιαστώ με τη δεύτερη (και καλύτερη) περίοδο των Γάλλων, καθώς η αλλαγή του ύφους ήταν σχεδόν ανυπολόγιστη. Όσον αφορά όμως τα 2 πρώτα τους, το “Inquisitors” είναι μίλια μπροστά σε σχέση με το πολύ μέτριο πρώτο “Infernal Battles”. Νορβηγοπρεπές, με riff διαμάντια, παθιασμένο μέχρι τα μπούνια (“Our Skies are forever black!βρυχάται με το καλημέρα ο Shaxul), το “Inquisitors” διαπνέεται από κολασμένη δαιμονικότητα, την οποία ταβάνιασαν οι Deathspell εδώ, κλείνοντας πανηγυρικά την πρώτη εποχή τους. 2 χρόνια μετά αλλάξανε για πάντα το black metal χάρτη, αλλά το δεύτερο άλμπουμ ακόμη σκορπά παραδοσιακό δηλητήριο.

Dodheimsgard –Monumental Possession(1996)

dhg

Κινούμενο σε γνωστά για την εποχή χωράφια, το “Kronet til Konge” δεν εξέπληξε, αλλά ήταν αξιοπρεπές. Έλα όμως που στο “Monumental Possession” οι Dodheimsgard σοβαρεύτηκαν, μοίρασαν το ύφος (καθαρόαιμο οξύ/black-thrash/πνιγερό avant-garde) και τα φωνητικά στα 3 (ο Vicotnik κλέβει την παράσταση για μένα με την σκατοψυχίλα του), έσπειραν παρανοϊκούς thrash ορυμαγδούς και έδρεψαν αποκαλυπτικούς εφιάλτες. Εδώ φαίνεται πλέον το μέγεθος του συγκροτήματος, που λίγα χρόνια μετά γκρέμισε τα πάντα στο διάβα του.

Gehenna –Seen through the Veils of Darkness(1995)

gehenna

Το κατά πόσο το “First Spell” θεωρείται πρώτο full-length δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρο λόγω της διάρκειάς του, αλλά η μπάντα φαίνεται να το τοποθετεί ως ντεμπούτο. Το “First Spell” λοιπόν ήταν ένα άρτιο δείγμα (του αυτοχαρακτηριζόμενου από το συγκρότημα ως) “ghost metal”, αλλά μας άφησε διψασμένους για περισσότερο υλικό. Το Second Spell ικανοποίησε και με το παραπάνω, διευρύνοντας το όραμα των Gehenna, μη διστάζοντας να ενσωματώσει λίγα heavy στοιχεία, ενώ όταν ήθελε να γίνει μεγαλειώδες τα κατάφερνε καλύτερα από τους περισσότερους (χαρακτηριστική η εξύψωση του ομώνυμου και η αφήγηση του “A Myth..”). Majestic black metal στα καλύτερά του.

Immortal –Pure Holocaust(1993)

immortal

Το “Diabolical Fullmoon Mysticism” μπορεί να είναι ένα συμπαθητικό ντεμπούτο, αλλά οποιαδήποτε σύγκρισή του με τον ογκόλιθο “Pure Holocaust” είναι εξίσου γραφική με το “Call of the Wintermoon” video-clip. Οι παγοκολώνες εδώ υψώθηκαν ψηλότερες από κάθε άλλη φορά, η καταχνιά των “Unsilent storms in the Northern Abyss” δεν ξεπεράστηκε ποτέ, ο ήλιος από τότε ανατέλλει κουρασμένος. Πάρτε και ένα ανάποδα παιγμένο Empire theme από Star Wars στο ομώνυμο που κλείνει το δίσκο, πάρτε και το περιηγητικό “As the Eternity opens”. Και το επόμενο “Battles in the North” ξεχώρισε, αλλά το σκοτεινό ψύχος του “Pure Holocaust” στέκει ανεξίτηλο στο φως των ετών.

Leviathan –Massive Conspiracy against all life(2008)

Leviathan

Τέταρτο άλμπουμ του Wrest, ο οποίος είχε μέχρι τότε κυκλοφορήσει ένα κάρο πράγματα. Το κύκνειο άσμα του (όπως νομίζαμε τότε) είναι και ότι ουσιαστικότερο προσέφερε στο Είδος, μαζί με το “Lurker of Chalice”. Μεγαλειώδεις, στρυφνές δομές, δασύπτυχος ήχος με βασανιστικά αργά σημεία να διαδέχονται τις λυτρωτικές, σχεδόν θρησκευτικές εξάρσεις ταχύτητας. Ορθόδοξο στην ψυχή αλλά όχι στη λογική του, το “Massive conspiracy..” στέκει ως ορόσημο, όχι μόνο του US, αλλά ολόκληρου του μαυρομεταλλικού χώρου των 00’s. Απαραίτητο.

Marduk –Opus Nocturne(1994)

marduk

Οι Σουηδοί έδωσαν προσωπικό στίγμα με το “Those of the Unlight”, το οποίο εν μέσω τυπικού μαύρου μέταλλου περιείχε κάποια κλασσικά πλέον κομμάτια. Το βήμα παραπάνω όμως ήρθε με το δεύτερο δίσκο, το φανταστικό “Opus Nocturne”. Πολεμοχαρές (με πολύ πιο ύπουλο τρόπο από το “Panzer Division Marduk”), νυχτερινό, μελωδικό επί της ουσίας. Ακρογωνιαίος λίθος του σουηδικού black metal, το “Opus Nocturne” έχει μεν διακριτά υπερέπη, αλλά παράλληλα δε χάνει τη συνοχή του, κυλώντας ως ένας ιδιαίτερα ευκολοάκουστος δίσκος.

Satyricon – The Shadowthrone(1994)

satyricon

Το “Shadowthrone” δεν είναι ο καλύτερος δίσκος των Satyricon. Είναι όμως με διαφορά καλύτερος από το “Dark Medieval Times”, το οποίο ναι μεν πατάει κάτω πολλούς δίσκους της εποχής, αλλά χωλαίνει τόσο σε παραγωγή, όσο και συνθετικά. Ο δεύτερος δίσκος των Νορβηγών ξεκινά με το ανυπέρβλητο “Hvite Krists Dødτο οποίο δείχνει τη βελτίωση της μπάντας σε όλους τους τομείς. Η ποικιλία είναι μεγάλη, τόσο εντός των κομματιών, όσο και στο σύνολο του άλμπουμ. Από Enslaved-inspired viking black στο “Vikingland”, έως κοκαλωμένα/παγωμένα ριφ (άκου το “Dominions of Satyricon” μετά το πρώτο λεπτό). Οι Satyricon αργότερα εξέλιξαν τον ήχο τους, το “Shadowthrone” δε χάνει όμως τίποτα από την αίγλη του ακόμη και σήμερα.

Summoning – Minas Morgul(1995)

summoning

Αρχίσαμε με Αυστρία και με αυτή θα κλείσουμε. Οι Summoning άλλωστε είναι σχεδόν αδελφοποίητοι με τους Abigor. Και αυτοί, στον πρώτο δίσκο (“Lugburz”) παρουσίασαν ευχάριστο αλλά τυπικό υλικό, χωρίς να εντυπωσιάσουν. Στο “Minas Morgul” της ίδιας χρονιάς (1995) αλλάζουν το πρόσωπό τους, αποποιούμενοι το καθαρό black για χάρη ενός αρκετά synth-based ήχου, ο οποίος θυμίζει soundtrack. Ευτυχώς οι κιθάρες δε χάνονται στο βωμό των πλήκτρων, και κεντάνε ανατριχιαστικά, μακροσκελή riffs, τα οποία κολλάνε στη μνήμη σα βεντούζα, χωρίς να ξεφεύγουν από mid-tempo ταχύτητες. Η δισκογραφία τους από το “Minas Morgul” κι έπειτα διατηρήθηκε σε υψηλό επίπεδο, αλλά εδώ ξεκίνησαν ουσιαστικά όλα.