Βετεράνος των Ψυχικών Πολέμων (μέρος 2)

Το πρώτο μέρος εδώ


Medieval_City_01_by_RafaelCastro14

ΙΙΙ: Ουροβόρες Ρίζες

Ήταν κάποτε που θέριεψε η απέχθεια του Μέλλικενς για τη βραδύτητα του ανόθευτου νου. Το λάβδανο έρεε στον οργανισμό του εξίσου άφθονο με τη στυφή βρώμα του χαραμισμένου στο πάτωμα -σα σπονδή σε τρυγικούς θεούς- κρασιού. Τη σαμχαϊνική νύχτα εκείνη, στο μισθωμένο δωμάτιο του δευτέρου ορόφου του πανδοχείου, άλλοτε γνωστό και ως αίθουσα της Χλωμής Ετικέτας, θαλπωρούσανε τρία μέλη της συνήθης εννιάδας των οπιόφιλων αργόσχολων. Η φλόγα δύο τεράστιων τζακιών χάριζε στη σάλα φως αντάξιο πυράς που καλοδέχεται τους κατάκοπους ταξιδιώτες· αυτής της φλόγας που αισιοδοξεί, ενώ το άλικο σέλας αγκαλιάζει τα αθάνατα πνεύματα των νεκρών συνοδοιπόρων. Μα το διαβρωτικό ψύχος του αρκτικού ανέμου, με τις σιωπηλές και μη ιαχές που εξαπολύει ενάντια στις πενιχρές απόπειρες προστασίας των διαβατών, έχει αποθαρρύνει τους μεγαλύτερους σε ηλικία.

Η σπινθηροβόλα στην αναμονή της για την επερχόμενη καταιγίδα ομίχλη, αργοπάφλαζε στα ρηγματώδη μονοπάτια της γειτονιάς, πλημμυρίζοντας με φωσφορισμούς τις κλεφτές ματιές που αποτολμούσαν οι πιο θαρραλέοι οικόκλειστοι. Παράδοξα, ο αχός της κεντρικής αίθουσας του πανδοχείου αντιλαλούσε ακόμη και δύο ορόφους πάνω, σαν βουητό ασκεριού εξισωμένου ηχητικά με νεωτεριστικό θίασο αηθών ερασιτεχνών ηθοποιών, μετριάζοντας τη ρέμβη της εξαιρετικά νηφάλιας για τα δεδομένα της, τριάδας. Το δείπνο είχε ήδη εναποτεθεί από την καμαριέρα έξω από την πόρτα -η συμφωνημένη διακριτικότητα αμείβονταν ικανώς- εδώ και μισή ώρα, καταβροχθίστηκε με την πρέπουσα άνεση που προσφέρει η απομόνωση, και οι εν ψυχεδέλεια μα και αίμα σύντροφοι περίμεναν το χτύπημα του υπηρέτη που θα σηματοδοτούσε την εξώθυρη παρουσία της φιάλης αψεντιού. Γι’ αυτό και γριφώδες θεώρησαν, το άνευ προειδοποίησης άνοιγμα της στιβαρής ερυθρέλατης πόρτας, κοσμούμενης με εγχάρακτη αναπαράσταση του ενήλικου Αρποκράτη, ελληνιστικού θεού της σιωπής.

Οι τρεις κύριοι, που δικαιολογημένα θορυβήθηκαν με την ασέβεια προς την ιδιότητα της αρχαίας θεότητας (χρόνια είχανε να τροφοδοτηθούν με λάδι οι μεντεσέδες), ήταν τρία αδέρφια, γόνοι της οικογενείας Άλλιδερς, παλαιάς δυναστείας γαιοκτημόνων. Όταν τον όψιμο Μεσαίωνα ο μορφωμένος για την εποχή έμπορος Κίθιλ Άλλιδερς συνέπλεκε τις τύχες των δύο γιων του με κόρες εξόριστων φράγκων ευγενών, έβαζε τα θεμέλια του μεγαλείου που θα ακολουθούσε. Πριν ακόμη από τον πόλεμο των Ρόδων, οι Άλλιδερς είχαν εγκατασταθεί στο κάστρο τους στην πόλη, από εκεί υφαίνοντας τους ιστούς της φεουδαρχικής ηγεμονίας. Η πολυπόθητη κομητοποίηση ήρθε επί Ελισάβετ της Πρώτης, για τη στελέχωση των ναυσιπλοϊκών τάξεων των διακορευτών της Ισπανικής Αρμάδας, μαζί με τον οποίο τίτλο ευγενείας εκκολαφθηκαν προνόμια εξερεύνησης και εκμετάλλευσης του Νέου Κόσμου λίγα χρόνια αργότερα. Όταν ο Κρόμγουελ παρουσιάστηκε ως δύναμη υπολογίσιμη, αυτοί είχαν ήδη ταχθεί με τα νερά του, και παράλληλα οργάνωναν κολοσσιαίο για ιδιώτες (ακόμη και τιτλούχους) εμπορικό στόλο.

Μα το ξέφτι στο υφαντό των Άλλιδερς διαιωνιζόταν πλάι στη γιγάντωση του κύρους τους, ένα σκοτεινό νήμα μπολιασμένο στον κορμό του απαστράπτοντος εργόχειρου που έπλεκαν για αυτούς οι Μοίρες. Ποτέ μέλος της οικογένειας δεν ξεπέρασε την τέταρτη δεκαετία της ζωής του, παρά τη συνδρομή δεκάδων ανά τη μακρά τους ιστορία εξεχόντων γιατρών, αλλά και θεραπευτών μικρότερης ακαδημαϊκής αναγνώρισης. Οι Άλλιδερς επέμεναν να αποκόπτονται άξαφνα από τα εγκόσμια, κάποια στιγμή μεταξύ των τριάντα και σαράντα ετών, σαν κάποιος θεϊκός αγγειοπλάστης να είχε ξεμείνει από πρώτη ύλη στην κατασκευή του δοχείου εμφιάλωσης του ιχώρα της οικογενείας. Στους αμαθείς κύκλους των υποτελών τους κυκλοφορούσαν σκοτεινότερες φήμες, εφαπτόμενες με την αναμενόμενη δεισιδαιμονία, τόσο για τον παράξενο τρόπο που επιδρούσαν τα χρόνια πάνω στους αφέντες τους, όσο και για την οριστική ανάπαυση των λειψάνων τους. Τα τέλη του 14ου αιώνα, ο φροντιστής των βιβλιοθηκών του κάστρου, εμφανίστηκε κάθιδρος και φανερά καταπονημένος ένα πρωί στο ναό της Αγίας Σκέπης, ζητώντας μετάληψη, με το πέρας της οποίας κατέθεσε ενυπόγραφα στον αρχαιότερο ιερωμένο τα ακόλουθα (σύμφωνα με αυτόν) γεγονότα:

ΙV: Αναγνωστικό Απόρρητο

«Την προχτεσινή ημέρα, δωδέκατη του Νοεμβρίου του 1587ουέτους από τη γέννηση του Σωτήρος μας, επέθανε η κυρά μου Κέηθριν Άλλιδερς, μην έχοντας καν κλείσει την τρίτη δεκαετία της στην πλάση. Ο γιατρός Έσμιθ αποφάνθηκε καρδιακό πρόβλημα, όπως και δήλωσε στο επίσημο έγγραφο που συνέταξε ο κύριος μου Όλιβερ, αδερφός της μακαρίτισσας. Ξέραμε βέβαια όλο το προσωπικό, πως παρασάγγας απείχε η επίσημη γνωμάτευσή του από την πραγματικότητα που αντικρήσαμε σοκαρισμένοι πριν ένα μήνα να ξετυλίγεται στο πρόσωπο της αξιότιμης κυράς μας. Η ίδια, από μικρό παιδί που την θυμάμαι, πιότερο με αγόρι την έκανες παρά με δεσποσύνη· περισσότερο ρωμαλέα έμοιαζε, λέγανε χασκογελώντας οι εργάτες, από τον αδερφό της. Και στις πορείες μέχρι τις εποχιακές αγορές, πάντα ξεθώριαζε από το βλέμμα μας προτού η ακολουθία της καμτσικώσει τ’ άλογα με το πέρασμα της τάφρου του κάστρου.

Μα είναι φαρμακωμένη η γενιά των κυριών μου. Ο πατέρας της, και ο δικός του πριν αυτόν, διαγράφηκαν από το μανουσκρίπτο του Θεού μας πριν καν έχουν δει σαράντα θερισμούς στην ευλογημένη γη. Η δύστυχη, τρεις Κυριακές πριν τη σημερινή, μετά από διήμερη απομόνωση στις κάμαρές της (εξαφανίσεις που τόσο συνήθιζε η ίδια όσο και ο αδερφός της), κάλεσε την προσωπική της υπηρέτρια, βγαίνοντας στο πλατύσκαλο του ορόφου. Τι κρίμα είναι τα μάτια ενός ταπεινού γέροντα να αντικρίζουν σώμα, που μέχρι πρότινος εξέπεμπε της νιότης το βαλσάμι, τώρα στης γηρατιάς το αδράχτι να έχει ζευτεί. Σαν της αράχνης τον ιστό είχαν λεπτύνει τα μαλλιά της, λευκότερα της πάχνης φαίνονταν. Τα μάτια της, τραγουδισμένα από περαστικούς μενεστρέλους, είχαν οργωθεί από αυλάκια ρυτίδων και η θολούρα της ηλικίας τα είχε καλύψει. Σταυροκοπήθηκαν οι άλλοι δυο υπηρέτες που την είδαν, εγώ κατάφερα να κρύψω την ταραχή μου. Μαύρες μνήμες ξεπήδησαν στο λογικό μου, κενά χρόνων γεφυρώθηκαν, και ολοζώντανα είδα μπρος μου τις εικόνες των προγόνων της να στέκονται σε αυτό το κάστρο εξίσου πρόωρα κι αφύσικα γηραλέοι, σαν κάποιο κρίμα από πολύ παλιά να τυραννά το όνομα Άλλιδερς.

Από τότε δεν την ξαναείδε κανείς εκτός του κυρίου Όλιβερ, του γιατρού Έσμιθ, και της καμαριέρας της, παρά μόνο προχτές που πληροφορηθήκαμε ότι απέπνευσε εις Κύριο. Σέβη δε μας επέτρεψαν να αποτίσουμε, μα εμένα λόγω γραμματοσύνης με κάλεσαν να υπογράψω εκ μέρους του προσωπικού κάποια χαρτιά. Νόμιζα πως ήξερα τι να περιμένω, όταν, προχωρώντας αργά προς το γραφείο με το έγγραφο, έριξα δειλό βλέμμα προς την εντυπωσιακή κλίνη στην οποία αναπαυόταν το πτώμα της αδικοχαμένης. Μα αυτό που αντίκρισαν τα μάτια μου έκανε τα γόνατά να λυθούν, και το σημάδι του σταυρού επιβεβλημένα αναγκάστηκα να σχηματίσω. Στο σημείο που περίμενα πτώμα γριάς να κείτεται, το φως του καντηλιού αργοσάλευε πάνω σε μια μακάβρια κοροϊδία. Πως αλλιώς να περιγράψω αυτό που θύμιζε νεογνό ούτε εξαμηνίτικο, πνιγμένο με τον ίδιο του τον ομφάλιο λώρο από παραδομένη σε σαββατιανές μαγείες παραμάνα. Λώρο που η ίδια πιθανότατα είχε κρατήσει ξεραμένο μέσα σε φίλτρα ρυπαρά, από τα έμμηνα της παρασκευασμένα, και με το Μαύρο Άνθρωπο σε σταυροδρόμι, κάτω από γιοφύρι αχρείαστο, τα είχε κεντήσει σε νύχτα αφέγγαρη. Σα να είχε σαβανωθεί σε εμπαιγμό της ιερής φροντίδας των νεκρών, με σκούρους κισσούς και άλλα αγκάθια -που δόξα τον Παντοδύναμο ως θεοσεβούμενος άνθρωπος δεν τα αναγνωρίζω. Φρίκη ανέβλυσε, με μιαρή χολή μέσα μου, και με τρεμάμενα χέρια αποτελείωσα την υποχρέωση, πριν αλαφιασμένος αφήσω την ανίερη κάμαρα.

Όταν αργότερα αποτραβήχτηκα στη βιβλιοθήκη προσπαθώντας να ηρεμήσω, καμώθηκα να πλάθω ιστορίες που θα διέψευδαν τα τεκμήρια των ματιών μου, και δίχως αμφιβολίες θα απέστραπταν ξανά την οικογενειακή εικόνα των κυριών μου. Η αφοσίωσή μου τόσων ετών, υπερίσχυσε εν τέλει και ανέθρεψε την ανήθικη, μα αφάνταστα πιο καταπραϋντική για την ψυχή μου, θεωρία της εγκυμοσύνης της νεκρής, δεχόμενος πως τα φθαρμένα μάτια μου πλανήθηκαν ελαφρώς από το νεκροστολισμένο σώμα ενός νόθου παιδιού, ενώ αλλού βρισκόταν η κυρά μου.

Την ακόλουθη μέρα τελέσθηκε η κηδεία στο παρεκκλήσι του κάστρου παρουσία όλων, μα το φέρετρο είχε σφραγισθεί αυστηρά, αποσύροντας για πάντα τη δυνατότητα τελευταίας θέασης της νεκρής. Με το πέρας της τελετής, τέσσερις χωρικοί από κάποιο διπλανό οικισμό που είχανε μισθωθεί για αυτό ακριβώς το σκοπό, εξαφανίσθηκαν με την κάσα στο κατηφορικό μονοπάτι που οδηγεί στο παραδοσιακό εσωτερικό κοιμητήριο των μελών της οικογενείας, ακολουθούμενοι από τον κύριο Όλιβερ. Το υπόλοιπο της δυσάρεστης ημέρας μου κύλισε εντός της βιβλιοθήκης, αντιγράφοντας μια παρτίδα υμνικών περγαμηνών που είχε την καλοσύνη να μας παραχωρήσει προσωρινά το ουαλικό μοναστήρι του Αγίου Μαυρικίου. Μα σε όλο το διάστημα, τα ερπετά ενός ενδόμυχου τρόμου κουλουριάζονταν στις πτυχές του ασθενούς μου πνεύματος. Δεν ξέρω ποιος πειρασμός εισχώρησε εντός μου, αγνοώντας τα παραπέτα των καθημερινών προσευχών, μα αυτή η δαιμόνια επιρροή στο νου μου κατάντησε απύθμενη την περιέργειά, και βάλθηκα να καταστρώνω ευθύς σχέδιο κατάβασης στο άβατο προγονικό κοιμητήριο των Άλλιδερς. Έπρεπε σύντομα να ξεδιαλύνω το μυστήριο, και κάποιες δερματόδετες μελέτες επί σκοτεινών πτυχών της προ Χριστού ελεύσεως Βρετανικής θρησκείας δε βοήθησαν στο κλάδεμα της ανυπομονησίας.

the-catacombs-richard-wetterer

Η σελήνη είχε εν τέλει καταβροχθιστεί για αυτό το μήνα, καθιστώντας με ευνοημένο συνεργό της. Φως δε χρειαζόμουν, παρά τον περασμένο χρόνο από τη δύση του ηλίου· τουναντίον, εχθρό θα το χαρακτήριζα έως να παραβιάσω την θυρική κιγκαλερία με το “άρχον κλειδί”, που για παν ενδεχόμενο μου είχε παραχωρήσει πριν χρόνια ο κλειδοτεχνίτης αδερφός μου, δυνάμενο να ανοίξει οιοδήποτε λουκέτο. Γνωρίζοντας κάθε γωνιά των εδαφών των αφεντών μου, έχοντας τα περιδιαβεί αμέτρητες φορές στον μισό αιώνα υπηρεσίας, γοργά αντιμετώπισα την παμπάλαια κλειδαριά, και άνοιξα με όνειδος ψυχής την είσοδο του υπόγειου μαυσωλείου, ακριβώς στη βάση και σκιά του Βράχου του Ταλιέσιν. Αυτού του μεγαλειώδους μονόλιθου, το ουράνιο ύψος του οποίου ορθώς οι αρχαιότεροι κατασκευαστές του κάστρου σεβάστηκαν και ταπεινά δεν ξεπέρασαν με την ανθρώπινη κτίση τους. Τα κατηφορικά σκαλοπάτια αντηχούσαν παράξενα τα βήματά μου, θα ορκιζόμουν πως τα χρονικά διαστήματα ανάμεσα στο βήμα καθεαυτό και τον ήχο που έστελνε στα αυτιά μου, όχι μόνο δεν ήτανε ανύπαρκτο όπως θα έπρεπε, μα μεταβαλλόταν από πάτημα σε πάτημα. Είδα στην πλάκα της φαντασίας μου ξανά την επιγραφή που με επιτηρούσε αυστηρά από το αέτωμα άνωθεν της σιδερένιας πύλης του τυμβικού συμπλέγματος: “ Τριαδικός νους, Φόβου τον Καταφράκτη ιππότη της κλεψύδρας, Ελευθερία δίνει στο ανθρωπάριο που δέσμιο βρίσκεται ανατολικά του Δυστυχούς Ανακτόρου”, και απόρησα για αμέτρητη φορά περί του νοήματος των γλωσσικών αυτών αινιγμάτων.

Την πορεία από εκεί και πέρα μπορώ να διηγηθώ μονάχα περιληπτικά και ανολοκλήρωτα, καθώς οι ανέλπιστες δικλίδες διατήρησης της ψυχικής υγείας έχουν λυτρωτικά λειτουργήσει και μετριάσει τις αναμνήσεις από την κατάβαση στους τάφους ανεξιχνίαστων περιεχομένων. Αυτό που λάμπει στη μνήμη μου σαν μαύρος αστέρας, μα μόνο εξομολογητικά αποφάσισα να αποθέσω σε γραφή (εκλιπαρώντας τον Παντοδύναμο για γλυκιά λήθη), είναι οι σκιές που συνάντησα χτυπώντας το κράσπεδο του τέλους των σκαλιών, ακολουθώντας για ελάχιστα μέτρα το διάδρομο που συνέχιζε προς αριστερά, ενάντια σε κάθε θεόφιλη αρχιτεκτονική μα και ενάντια στην ειρήνη των ενταφιασμένων. Το αμυδρό φως του λυχναριού που ανέσυρα από μια εσοχή του βραχώδους εσωτερικού κατά την είσοδό μου στην κρύπτη, τρεμόπαιξε πάνω σε ένα βαθύτερο σκότος του χώρου. Στο οποίο εσφιγμένος καρδίας αναγνώρισα, παραλυμένος από μακάβριο δέος, τα χαρακτηριστικά του φάσματος του προαναφερθέντος αδερφού μου -ο οποίος έχαιρε πλήρους υγείας απ’ όσο ήξερα-, τώρα κατάχλομου μέσα σε σάβανο, να μου γνέφει πρόστυχα να τον πλησιάσω. Να του υποταχθώ όπως η αδερφή μου πλάι του, η οποία ήταν ζωσμένη με σκονισμένη ανάλογη εξάρτηση. Νομίζω πως εκεί τα λογικά μου χάθηκαν. Και όταν τα ανέκτησα, πατούσα το μαρμάρινο δάπεδο ενός, ελάχιστου σε μέγεθος για να χωρέσει το πλήθος των σαρκοφάγων που στέγαζε, δώματος. Μη δυνάμενος να ελέγξω το κορμί μου, άκουγα τα αόρατα στον κοινό θνητό αδέρφια μου να εξαπολύουν κατάρες διθυραμβικές ενάντια στην καθεστηκυία θρησκευτική τάξη, ενώ εγώ αρκούμουν σε σιωπηλά αναφιλητά για τους δύο εξ αίματος αγαπημένους μου, που μέχρι πρότινος θεωρούσα ζωντανούς.

Ανάμεσα στους τάφους που ανάπαυαν μια μικρή ορδή ευγενών, είδα τον κύριό μου Όλιβερ με την αδερφή του, να στέκουν σιωπηλοί, ακούνητοι, με πλάτη γυρισμένη προς το μέρος μου, προσηλωμένοι στη μορφή του Μαύρου Ανθρώπου. Το περίγραμμα του οποίου ξεπρόβαλε οριακά από ένα καθρέφτη μελαψό, ισάνθρωπο στο ύψος, κορνιζαρισμένο με ασήμι χλωμό, σαν αυτό με το οποίο λέγαν οι γριές ότι στολίζουν τα Καλά Ανθρωπάκια τα γκέμια των αλόγων τους όταν ξεπροβάλλουν στα λεπτά σημεία για να παρασύρουν αλαφροΐσκιωτους χριστιανούς στα μέγαρά τους κάτω από τους λόφους. Άρχισα, ενάντια στη θέλησή μου, να προχωρώ προς τον καθρέφτη, υπακούοντας την επιθυμία της αδερφής μου μέσα στο κεφάλι μου, ενώ ούτε τα μάτια μπορούσα να κλείσω για να μη διακρίνω τις ανίερες λεπτομέρειες της μορφής του θαμπού πρίγκιπα μέσα στον καθρέφτη.

Με περισσή προσπάθεια κατάφερα να στρίψω το κεφάλι προς τα αριστερά καθώς περνούσα δίπλα από το ζεύγος, μα ανάθεμα! Ελπίδα αναζωπυρωμένη πως σε εξακόντισα ευθύς στα τάρταρα της απόγνωσης μαζί μου, σαν είδα πως στην αγκαλιά του Όλιβερ βρισκόταν το πράγμα που είχα δει στο νεκροκρέβατο: μια ευτελής απομίμηση ζωής να χειρίζεται τα οστέινα άκρα του, τα συμπλεγμένα με αγκάθια και κισσό, σε σημείο που να μην αντιλαμβάνομαι ποιο ήταν το πρωταρχικό συστατικό και ποιος ο παρείσακτος. Το βρέφος με σοβαρότητα κοιτούσε τον κύριό μου, με βλέμμα μοχθηρίας και σκοτεινής αγαλλίασης, το οποίο ανταπέδιδε ο κύριος Όλιβερ. Η κυρία Κέηθριν ήταν ζωντανή, μα άτοπη κατέστη κάθε προσπάθεια να της προσδώσω εμφανή ηλικία. Χαμένος ήμουν ανάμεσα στα μισόγκριζα μαλλιά που θρόιζαν με τη φρεσκάδα της νιότης και τις απατηλές ρυτίδες που –μη μπορώντας να τις περιγράψω αλλιώς- έρεαν, μισοβυθίζονταν και αναδυόταν φασματικά πάνω στη χλωμή σάρκα του προσώπου της. Αλίμονο, η δέσποινα του κάτω κόσμου των ειδωλολατρών έστεκε μπρος μου, όμοια με την Περσεφόνη ήταν το κορίτσι που είχα δει να ενηλικιώνεται όχι πλειάδα χρόνων πριν. Και όταν άκουσα τα αδέρφια μου να δοξολογούν την αιρετική μίμηση των θεοτόκων γονιών του κύριου μας Ιησού Χριστού -μια μίμηση που πραγματώνονταν από τα αδέρφια Άλλιδερς- διαπίστωσα το νόημα του βλάσφημου θεάτρου τους, αναγούλιασα με το πλάσμα που σατίριζε κάθε ιερό που είχα, και μακάρια έχασα ξανά τις αισθήσεις μου.

Όταν ξύπνησα βρισκόμουν έξω από την πόρτα της κατακόμβης, άτσαλα ακουμπισμένος στο φύλλωμα ενός παρτεριού μαγαρισμένου από γαϊδουράγκαθα. Η νύχτα ακόμη ατένιζε την ύπαιθρο με τα τόσο ψυχρά μάτια των αστεριών της. Υπερβαίνοντας τα σωματικά εμπόδια που θέτει η ηλικία, κατηφόρισα προς τους στάβλους, σέλωσα ένα γέρικο άτι -το οποίο κι αν μου άνηκε είχα να καβαλήσω χρόνια-, και εξασφαλίζοντας το πέρασμα από την εξωτερική πύλη με ένα νεύμα στον (γνωστό μου) φύλακα της βάρδιας, έβαλα σταθερή πορεία μέχρι το ναό της κωμόπολης. Ποτέ πια δε θα περάσω ξανά από το κάστρο που ήταν για όλη μου τη ζωή πατρίδα. Είθε ο φιλεύσπλαχνος Θεός να λυπηθεί τις ψυχές όλης αυτής της οικογενείας και της δικιάς μου. “

Το κείμενο αυτό βρισκόταν στο ναό της πόλης μέχρι μισό αιώνα πριν, όταν εξαφανίστηκε κάτω από συνθήκες μυστηριώδεις. Ένας μεταγενέστερος των γεγονότων Άλλιδερς, που αποφάσισε να ερευνήσει το μυστήριο, κατέληξε σε ασάφειες όσον αφορά τη διήγηση. Ο βιβλιοθηκάριος, που το όνομά του είχε διατηρηθεί έως τότε, αλλά εξαφανίστηκε από κάθε αρχείο παράλληλα με την κλοπή του εγγράφου, ήταν μοναχοπαίδι, όπως άλλωστε και η Κέηθριν Άλλιδερς, η οποία όντως πέθανε την αναγραφόμενη ημερομηνία. Ο αφηγητής έφτασε στο Ναό της Αγίας Σκέπης στις 6 το βράδυ της προηγούμενης της ημερομηνίας σφράγισης, σε κατάσταση κλονισμού. Αδυνατούσε να συνδυαστεί χρονικά η διάρκεια της βραδινής του περιπέτειας με τη δύση του ηλίου, μία μόλις ώρα προηγουμένως. Ο επίσκοπος που επισκέφθηκε το κάστρο κάποιες μέρες μετά συνάντησε έναν οικισμό σε πένθος, μα ποτέ δε βρήκε κάποια νύξη έστω για κάποιον Όλιβερ Άλλιδερς, ενώ ο σύζυγος της νεκρής αρχόντισσας, ο οποίος δεν αναφέρονταν πουθενά στο παραλήρημα, διαβεβαίωσε για την ψυχική υγεία του πρώην υπαλλήλου τους. Αργότερα ο γραμματιζούμενος υπηρέτης έχτισε και εγκαταστάθηκε στην έπαυλη που χρόνια αργότερα μετεξελίχθηκε στο γνωστό πανδοχείο της οδού Σίντε. Το μόνο σημείο ρεαλιστικής αγκυροβόλησης μέσα στη θάλασσα των παραισθήσεων της κατάθεσης ήτανε η επιγραφή στην είσοδο, της κατά τ’ άλλα άμεμπτης κρύπτης.

Το τρίτο μέρος εδώ

Advertisements

Pagan Black Metal albums (part 3)

links για part1 και part2

Solstafir – Til Valhallar

Til-Valhallar-cover

Με τα παιδιά από Ισλανδία έχω χάσει επαφή εδώ και πολλά χρόνια. Πλέον διαβάζω στο entry τους κάτι για post rock/metal. Είχε φανεί άλλωστε η διάθεση για πειραματισμό, από το πρώτο κιόλας full-length. Η κλεψύδρα όμως γυρνάει στο 1996, τότε που οι Solstafir ξεπέταξαν ένα τετρακόμματο ep μέσα από τους θερμοπίδακες της πατρίδας τους.

Σαν μπει ο δίσκος στην πυροστιά, μας υποδέχεται η έμμετρη απαγγελία μιας γέρικης φωνής, όμοια με αιώνιου σκάλδου. Και μετά η φωτιά. Και η υψίσυχνη καταιγίδα. Στροβιλισμοί εκατέρωθεν των σα-σταγόνες-στη-γούβα μπασοπαλμών (οι οποίοι ξέρουν πότε να πρωτοστατήσουν). Ηχοτοπία που πάλλονται με τη χαοτική ορμή μιας στραγγιζόμενης, πρωταρχικής, κοσμογονικής σούπας. Δομημένες εφεδρείες μιλιταριστικών τυμπάνων στα προσεγμένα mid-tempo κοψίματα του ομώνυμου κομματιού. Η ηρεμία φυτεύεται με μέτρο, μας χαρίζει βαθιές ανάσες, και η μετενσάρκωση της σε χιονοστιβάδα ολκής είναι δουλεμένη σε υπέργεια αμόνια. Το πλιάτσικο του σώματος του γίγαντα Υμίρ, εγένετο κοσμογονία. Προς τη Βαλχάλα, με απειλητικές, ταξιδιωτικές διαθέσεις.

http://youtu.be/nZIidcIa3r0

Voluspaa – T.A.E.M.E.N.

voluspaa

Η χαρά του πρίμου παγανισμού. Έγχορδη σκελεταρία. Χρειάζεσαι κουβέρτα. Το δεύτερο demo των Νορβηγών περιέχει σε 4 κομμάτια το mid-90’s αρχαιοπρεπές πνεύμα μιας ολόκληρης σκηνής. Το πέρασμα από την πρωτοκυμματική σατανολατρία στο απώτερο παρελθόν έχει γίνει, και τα σημάδια της φύσης και της ειδωλοποίησης του προγονικού πνεύματος ξεχωρίζουν πάνω στο σώμα του Είδους.

Το T.A.E.M.E.N. δεν είναι πολύπλοκο, ούτε ξεχειλώνεται σε διάρκεια. 4 κομμάτια, 16 λεπτά όλα κι όλα. Οι ρυθμοί στην τσίτα, σα να θέλει η μπάντα να προλάβει να παίξει τα ριφ όσες περισσότερες φορές γίνεται. Και τι υπέροχα ριφ! Συγγενικά μεταξύ τους, κάνουν την κυκλοφορία να θυμίζει 1-track album, αλλά επ’ουδενί δεν κουράζουν. Νατουραλισμός μέσω της λεπτότητας του ήχου. Βραχώδη γρυλίσματα στη διήγηση, που δε διστάζουν να υψώσουν γροθιά προς το σύγχρονο κόσμο. Η ΕΠΙΚΗ γκαρίδα προς το τέλος του “Over en stygg og hatfull gard” έχει προοικονομηθεί στην πρωτοβουλία των τυμπάνων με το καλημέρα. Αυθεντική κυκλοφορία. Το πρώτο full-length (που καθυστέρησε 15 χρόνια) τους παρουσιάζει μαλακωμένους, και με όρεξη για πολύπλοκες ενορχηστρώσεις, αλλά δεν πείθει σαν αυτό το διαμάντι.

http://youtu.be/ycF8RfITFlI

Árstíðir Lífsins – Jîtunheima Dolgferð’

arsti

Πολυκοσμία εδώ. Μια μπάντα καταγόμενη από Γερμανία, που όμως ζει και πεθαίνει για την Ισλανδία. Ένα πολυπλόκαμο κατασκεύασμα, το οποίο βιώνεται τόσο ηχητικά, όσο και οπτικά. Αν βρείτε πουθενά τη στιβαρή (και μοναδική) έκδοση του cd ανοίχτε τη και απολαύστε τα 2 πολυσέλιδα booklet με το καταπληκτικό artwork. Μεσαιωνικοφανείς λετρίνες που πείθουν, και κείμενο με τον κουβά. Σύμφωνα με τους ίδιους, η στιχουργική του δίσκου δεν αντλεί πρωτογενώς από τη μυθολογία, αλλά από το πηγάδι της Ισλανδικής λαογραφίας. Εδώ δεν είναι λατερνέ λαϊκοπανήγυρη, εδώ υπάρχει μελετημένη αναπόληση.

Όσον αφορά το μουσικό τμήμα, οι Árstíðir Lífsins είναι για μένα οι Enslaved της εποχής μας, γεγονός που αποκτά επιπρόσθετη βαρύτητα λόγω της πολύχρονης απομάκρυνσης των μεγάλων Νορβηγών από το viking/pagan ύφος που τους καθιέρωσε. Πυκνή διήγηση μέσω επιβλητικής φωνής, πάντα σε ισλανδικά, ριφοβολώνες στην καρδιά της πολυσχιδούς ενορχήστρωσης. Ακουστικές κιθάρες στις επάλξεις, βάναυσα όμορφες μελωδίες, μια σπουδή στο πως πρέπει να ακούγεται το παγανιστικό εν έτει 2010. Επενδύστε άφοβα σε αυτό το μνημείο απολαυστικής μουσικής, το οποίο μοιάζει να έχει βγει από τα αλατισμένα κελάρια ενός μεσαιωνικού προπυργίου της εσχατιάς του Βορρά.

http://youtu.be/1Cd1xKLtIR0

Βετεράνος των Ψυχικών Πολέμων (μέρος 1) 

(Το διήγημα πήρε την τρίτη θέση στην κατηγορία Νουβελέτα Τρόμου στα Βραβεία Λογοτεχνίας του Φανταστικού Larry Niven το 2013)

brodsk

Ι: Ανώνυμο

Το λαοφιλέστατο πανδοχείο της οδού Σίντε θωριεύει νωχελικά τρία τετράγωνα από το ναό της Αγίας Σκέπης. Τα εμβληματικά, υψίλιγνα παράθυρα της πρόσοψής, είναι καλυμμένα από ασήκωτες σκουρόχρωμες κουρτίνες, που θαρρείς διεστραμμένες γραίες κέντησαν στον αέναο αργαλειό τους. Δείχνουν να τρέφουν αντιπάθεια στο φως του ηλίου, το οποίο άλλωστε σπανίως τα διαταράσσει, καθότι βορινά. Αργοσαλεύουν τα στόρια στην ανάσα του παγωμένου ανέμου, ποτισμένα με ερεβώδεις σκιές, ανίερες φωλιές ασυνείδητων φοβιών. Ένας περαστικός καθηγητής κάποτε παρατήρησε την ομοιότητα της ανησυχίας που του προκάλεσε ολάκερη η όψη του κτηρίου με αυτή που είχε νοιώσει νεότερος. Τότε, δουλεύοντας ως νυχτοφύλακας στο εσωτερικό αιγυπτιακής πτέρυγας αρχαιολογικού μουσείου, αναγκάστηκε να παραιτηθεί πριν κλείσει μια βδομάδα εργασίας, καθώς «ο τόνος των σκιάσεων πάνω στα βαθουλωμένα μάτια και τα χαμογελαστά στόματα των σφιγγών, μου θύμιζε μαρτυρικά τις θολές μελανοκηλίδες που απεικόνιζαν τις Αμαρτίες σε γκραβούρες παιδικών θρησκευτικών βιβλίων».

Κι όμως, παρά την γκροτέσκα εικόνα του, το πανδοχείο (που θαρρείς πως κανείς από τους ιδιοκτήτες δε βρήκε χρόνο να πετάξει προσωρινά το γυαλόπανο του πάγκου για να στρωθεί και να ανασύρει εκ φαντασίας ένα όνομα για το οίκημά του), λαοφιλέστατο όπως αναφέρθηκε, αποτελεί μια βραδινή κυψέλη για την μέση και ανώτερη αστικής τάξη της περιοχής. Για τους μεροκαματιάρηδες των αποβάθρων και του εργοστασίου οι πόρτες είναι αμπαρωμένες, περισσότερο από την ίδια τους την απέχθεια προς τους θαμώνες και το φευγαλέο κόσμο που αυτοί εκπροσωπούν, παρά από την απειλή του ηλικιωμένου Ίλας, διακοσμητικού πορτιέρη του χανιού. Εύκολα λοιπόν η κενοδοξία και ψωροπερηφάνια που γεννάται από την αμάθεια των κατώτερων στρωμάτων προλαμβάνει πιθανές αναμίξεις, που μόνο άβολες θα ήτανε και για τα δύο αντιδραστήρια τμήματα. Τουλάχιστον αυτή είναι η άποψη των βαυκαλιζόμενων ντέκαντεντ φιλοσόφων. Αυτών που, συγκεντρωμένοι εβδομαδιαία στην απομονωμένη (δικαίωμα που αποσπούν με το αζημίωτο από τον ιδιοκτήτη κάθε μήνα) βόρεια αίθουσα του δευτέρου ορόφου του πανδοχείου, υπό τη μοναδική φωταγωγία του οπιοβραστήρα (αυτού του θαυμαστού μισού του ζεύγους καταλυτών της αντίδρασης μεταξύ των καλοζωισμένων τάξεων που αναφέρθηκαν-με το έτερο ήμισυ να είναι προφανώς το αειθαλές αλκοόλ), ορέγονται τα θέλγητρα των εναλλακτικών συνειδησιακών καταστάσεων οι οποίες ξεδιπλώνονται με μορφή λόγου πέρα της νοητικής πτυχής τους. Και αν το τίμημα της υπεροψίας πρέπει να πληρωθεί για την τέρψη τους, είναι ένα νόμισμα που φειδωλά κατέχουν οι ανεξαθλίωτοι.

Οι φτωχογειτονιές που γειτονεύουν με το εν λόγω οικοδομικό τετράγωνο προς ανατολάς, δέχονται μοιρολατρικά κάθε απόγευμα τον όγκο του σκιώδους πέπλου που εκτινάσσει το πανδοχείο της οδού Σίντε· μια πηχτή σκοτεινιά η οποία σταδιακά καταβροχθίζει τις αυλές με τα μαγκάλια, τις αλάνες (που μόνο η πλέον αμόλυντη παιδική σκέψη θα αποκαλέσει αλλά και θα χρησιμοποιήσει ως παιχνιδότοπους), έως και το μνημείο του Σιωπηλού Βιβλιοθηκάριου, στο κέντρο της πλατείας Κατάνυξης. Το μνημείο αυτό απεικόνιζε κάποτε τον μοναδικό ένοικο της έπαυλης, η οποία προσέφερε αργότερα το δρυοστόλιστο λίθινο σώμα της στον πρώτο ιδιοκτήτη του πανδοχείου για εμπορική χρήση. Το όνομά του, όπως και τα χαρακτηριστικά της μορφής του, έχουνε προ πολλού τεμαχιστεί και σκορπιστεί σαν κονίαμα στα θεμέλια του παρόντος επιπέδου της περιοχής, ηθελημένα λησμονημένα θα έλεγε ένας άχρονος μελετητής, Ο περίγυρος του μνημείου είναι πλέον το θέατρο των νυχτερινών συνάξεων των περίοικων, οι οποίοι -έρποντας θαρρείς- ξεμυτίζουν από τις σανιδένιες κατοικίες μετά το φτωχικό δείπνο, για να συγκεντρωθούν κατανυκτικά, και τις αφέγγαρες νύχτες να ξορκίσουν με φλεγόμενα κλαδιά ιτιάς το σκότος που γεννοβολάει το σερνάμενο δειλινό.

Οι πρωινές στάχτες λιγομίλητα θα ανταποκριθούν σε κάθε επιτυχημένη προσπάθεια επικοινωνίας, με δέος ίσως αποκαλύψουν τους ψιθύρους που άβουλα απορρόφησαν, για τη μυθιστορία του πέτρινου γίγαντα της οδού Σίντε. Θα υπονοήσουν πως το δεύτερο πάτωμα είναι αφύσικα υπερυψωμένο σε σχέση με το πρώτο, πως αν κάποιος κοιτάξει τη βόρεια όψη του πανδοχείου όταν ο ήλιος βρίσκεται στο απώτερο σημείο του καταναγκαστικού περιπάτου του, θα εντοπίσει περιγράμματα παραθύρων αχρηστευμένων με τούβλα. Σαν κάποτε ανάσες να έπαιρνε από αυτά μια κρυμμένη πλέον σάλα. Κάποιες καταβεβλημένες στάχτες, μέχρι πρότινος γηραιά δέντρα, ίσως μοιραστούν νεαρές μνήμες περί νεκρώσιμων φωτισμών από τα εν λόγω σφραγισμένα ανοίγματα, σπανίως δε, θα αναφερθεί οσμή μύρου και αποσύνθεσης να συνοδεύουν οχλαγωγίες ανυπόφορες. Μα για τον ήχο της άμαξας στο πλακόστρωτο σταυροδρόμι της οδού Σίντε με τη λεωφόρο Γκεστάλτ, για τα απόκοσμα κουδουνίσματα της καθώς κατεβαίνει τη λεωφόρο από το λόφο όπου δεσπόζει ο ναός της Αγίας Σκέπης, δε θα μιλούσε η τέφρα ποτέ.

ΙΙ: Τυμβωρυχία

Κατά τους προύχοντες της πολεοδομίας, ο κεντρικός αυτός ναός ταυτίζεται με το γεωγραφικό κέντρο της πόλης. Μα για τους ασυμβίβαστους διανοητές που φλερτάρουν καθεβραδίς με το ευγενέστερο σύντροφο του αψεντιού, ο ναός αποτελεί την έναρξη του ομφάλιου λώρου τους. Κι αυτό καθ’ ότι από εκεί ξεκινάει με την εμφάνιση του Αποσπερίτη η κατάβαση της συνθλιπτικής στον πλούτο της διακόσμησής της, τρίιππης άμαξας του κυρίου Μέλλικενς. Κατηφορίζει την λεωφόρο Γκεστάλτ παράλληλα με την χρωματική παρακμή του ουράνιου θόλου στις μελανότερες και πλέον μυστηριακές κλίμακες του φάσματος. Ο Μέλλικενς είναι ένας κύριος, του οποίου η τοποθεσία κατοικίας παραδόξως αγνοείται από κάθε συνδιαλεγόμενο μαζί του ή μη, αφήνοντας τη μεθυσμένη δεισιδαιμονία να τοποθετεί το σπίτι σε φαντασμαγορικές κρύπτες της παντεπόπτριας εκκλησίας. Θα έλεγε λοιπόν ένας αστικοκοινωνικός ανατόμος, πως ο ομφάλιος λώρος των ναρκολάγνων με κάποια οικονομική στάθμη στην πόλη, εκτείνεται από το προαύλιο του Ναού της Αγίας Σκέπης, έως το πανδοχείο της οδού Σίντε, υλοποιημένος ως ένα ιππήλατο μέσο μεταφοράς.

Η άμαξα αυτή, κληροδοτημένη από μητέρα σε γιο για τουλάχιστον οχτώ γενιές -σύμφωνα πάντα με τα εξαιρετικής σπανιότητας λογύδρια του Καρόλου Μέλλικενς, εκκολαπτόμενα όταν το εμπόρευμά του κονιορτοποιεί τα τείχη νηφαλιότητας που μελετημένα υψώνει εντός του από την εποχή που τον θυμάται η πόλη-, φέρει ακέραιους τους μώλωπες της αιωνοβιότητάς της, τουλάχιστον στα μάτια ενός προσεκτικού παρατηρητή. Ο περαστικός αργόσχολος θα τη βρει ευκόλως κακόγουστη και θα αποστρέψει το βλέμμα χάριν φινέτσας – όχι χωρίς δικαιολογία, καθώς η απαράμιλλη ποσότητα περιηγητικών ενθυμίων κάθε μορφής που σκεπάζει το εξώτερο κουβούκλιο του τετράθυρου μέσου, καθιστά το υπερφίαλο ροκοκό ασκητική τέχνη εν συγκρίσει, μα καμουφλάρει εξαίσια τη φθορά που επέσυρε η αποφράδα επίθεση των χρονικών δακτύλων επί του κλειστού οχήματος.

Δύσκολα όμως η πραγματικά αισθησιακή προσωπικότητα δε θα δελεαστεί από τον χείμαρρο εμπειριών που υπόσχεται ο ετερόκλητος τροχοφόρος καμβάς. Η αντάξια ενός Ιερώνυμου Μπος απεικόνιση δείπνου σε εγκάρσια τομή κορμού αγριελιάς, που κάποτε σκίαζε τους φρουρούς του μαντείου της Δωδώνης, σκιάζει τώρα πλήθος αμυχών και βαθουλωμάτων με τα οποία φιλοδωρήθηκε η πρόσθια αριστερή πόρτα της άμαξας κατά την -θρυλική σε συγκεκριμένους κύκλους κακόφημων επαγγελματιών, ανυπόστατη στους κύκλους των καθώς πρέπει πολυδιαβασμένων ιστορικών- καταδίωξή της επί της ουγγρικής Αλυσιδωτής Γέφυρας, από ένα ασαφές στίφος Ρομά και Λουθηρανών κραδαίνοντων προγονικά οστά. Μια συστοιχία μπρούτζινων καδενών φαντάζουν ενθύμια νυχτερινών επιδρομών σε ποικιλόθρησκα νεκροταφεία, λάβαρα βεβηλωτών που αντιμετωπίζουν το πύρινο μένος των πιστών με βλάσφημη αγαλλίαση. Ακόμη και τώρα στην Κρακοβία, αν ψάξει κανείς ανάμεσα στα πλέον ηλικιωμένα και διαποτισμένα με τις τοπικές παραδόσεις άτομα, θα διαπιστώσει μια άμεση ανησυχία των ακροατών απέναντι στο νυχτερινό ήχο περαστικής άμαξας, ένα, υπερβαίνοντα το στοιχειώδες, αμπάρωμα των οικιακών εισόδων. Και αληθινά, αν τύχει και συμπέσει ο ήχος με ομιχλώδες αύρες -γεννήματα του Βιστούλα σε περίπτυξη με ρουσάλκες θυγατέρες του-, τότε η πλησιέστερη εκκλησία είναι πέραν του βέβαιου πως θα στελεχωθεί από ηλικιωμένους οικιακούς φυγάδες.

Επιστρέφοντας στην περιγραφή του διάκοσμου, η δέσμη των καδενών είναι αυτή που έντεχνα κρύβει τα μαυρισμένα αποτυπώματα της, σεβούμενης τη λογική, οργής στη μπορντούρα του στεγάστρου. Παρομοίως ανάγεται, μέσω του τυχάρπαστου και μη πλούτου της, η οικογενειακή άμαξα των Μέλλικενς, σε αφάνταστα πλούσια περίληψη των ανά την Ευρώπη αστικών δεισιδαιμονιών. Η σχέση βέβαια ανάμεσα στην υπενθύμιση και την αιτία των αμφιλεγόμενων γεγονότων αυτών, ποτέ δεν μελετήθηκε διεξοδικά από αρμόδιες διάνοιες, ίσως γιατί μια πλήρης ημερών ανθρώπινη πορεία αδυνατεί να βρει τα ψήγματα των υφασμένων σε αιώνες νημάτων σύνδεσης. Κι έτσι συνεχίζουν όχημα και οδηγός να ιπποπλοούν στα κύματα του χρόνου, έχοντας τιθασεύσει τις περιπλανητικές ορμές ο ένας του άλλου.

Εδώ το 2ο μέρος

Pagan Black Metal albums (part 2)

(link για το part 1)

Kampfar – Mellom Skogkledde Aaser

KampfarMellomSkogkleddeAaser

Αν τα βουνά μπορούσαν να μιλήσουν, τι ακριβώς θα έλεγαν; Ένα προσεκτικό άκουσμα του πρώτου μεγαθήριου των Kampfar σπάει το βουλοκέρι της απάντησης. Το “Mellom…” είναι ο πιο ζωγραφικός από τους δίσκους του αφιερώματος. Αγναντεύει τις κορυφές των αρχαιότερων ευρωπαϊκών οροσειρών, κι ύστερα τις αποτυπώνει πάνω σε έναν τραχύ καμβά. Η φωνητική πλοήγηση είναι παθιασμένη παρά την πεντακάθαρη άρθρωση· και όταν η ανάγκη επιστρατεύει υμνικές γραμμές, οι Άεσιρ αναπνέουν την καταχνιά. Ακούστε το εξερευνητικό τμήμα του “Kledd I Brenje Og”, στο οποίο οι μαρκόσυρτες κιθάρες μπαινοβγαίνουν στα ρουμάνια και τις παγωμένες πτυχές της φωτογραφίας του εξωφύλλου. Όσο για το “Hymne”, γνωστότερο εκ των μονάδων του δίσκου, αποτελεί το μικρόκοσμο του δημιουργήματος. Επίκληση/mid-tempo πομπή σε χωριάτικο (καμία σχέση με πανηγύρια) βάδισμα/εκλάμψεις ενέργειας μέσα από ανεβασμένα τέμπο/κρυστάλλινη κορύφωση/γνήσια βλάχικος (α λα Isengard Φενριζιές) ύμνος για κλείσιμο. Η κεντρική τριάδα κλείνει με το υπέροχο “Bukkeferd”, με την ανάσα του αέρα και τις επικλήσεις των ιερέων στα στοιχεία (ή στοιχειά) της νορβηγικής φύσης.

http://youtu.be/yZn8RzwPs2g

Falkenbach – En Their Medh Riki Fara

falkenbach

Θάλασσα. Ριφ μεστά, μελωδικά επί της ουσίας τους. Επαναλαμβανόμενα σε διαφορετικά μοτίβα. Ερασιτεχνικά μα τίμια καθαρά φωνητικά σε σημεία. Εδώ υπάρχει πνεύμα. Πνευστή συνοδεία. Ίσως ο πιο αλαφροΐσκιωτος δίσκος της λίστας. Δε διστάζει να γυμνώσει τα δόντια του – άκου το “Laeknishendr”. Οι ακουστικές κιθάρες ξέρουν πότε να συνοδεύσουν, πότε να πρωτοστατήσουν. Τις γερμανικές μπάντες του χώρου τις εξετάζω με διπλά αυστηρό μεγεθυντικό φακό. Κι όμως οι Falkenbach αντέχουν στην πίεση. Ακόμη και τα διακριτικά πλήκτρα είναι ουσιώδες δομικό στοιχείο, όχι νάρθηκες γελοιοποίησης. Αμούστακη αγαρμποσύνη για τη δόξα των θεών – μια ειλικρινής κατάθεση λατρείας από τον Vratyas. Έχει και γουστόζικο headbanging στο “Winternight”. Απολαμβάνεται μονορούφι, ατενίζοντας καλοκαιρινή φεγγαράδα, κατά προτίμηση στις ακτές του Ατλαντικού.

http://youtu.be/JaALeFmdE0o

Hades – The Dawn of the Dying Sun

hades

Εδώ τα πράγματα σοβαρεύουν ξανά. Επιστροφή στο Βορρά. Ο όγκος γιγαντώνεται, οι κιθάρες κωπηλατούν μέσα στο ντράκκαρ της παραγωγής. Κυκλική αίσθηση δομής, με ταυτόχρονη πορεία εμπρός. Σαν τροχός ανθρωποκίνητος (εθελοντές μπερζερκέροι στην ανθρωποδύναμη), που μεταφέρει ολάκερο πεδίο μάχης. Το μέγεθος θυμίζει Aeternus. Κι όμως, το ρομαντικό αίσθημα δεν είναι μακριά· ακούμε το μπάσο στο “Awakening of Kings”, μέλος παρελθοντολαγνικού ριφ. Η αξία της οριακά ακουστικής κιθάρας δεν υπερτονίζεται. Τα πλήκτρα πασπαλίζουν ελάχιστα, και όταν το κάνουν είναι με τη μορφή κρύων αστερισμών. Οι μέσες ταχύτητες κυριαρχούν, το βήμα του Θεού του Πολέμου. Ένα τεράστιο “Alone Walkyng”(ναι, με y) δείχνει πως οι Hades έχουν κάτω από το μαξιλάρι το επικό σημείο του “Under the Sign of the Black Mark” (ναι, το “Enter the Eternal Fire”). Χωράνε τόνοι ανάτασης στα τελευταία 2 λεπτά αυτού του ύμνου. “Pagan Prayer”, ύμνος με ρίγη αρχαίας σοβαρότητας. “The Tale of a Nocturnal Embress”, το δικό τους παραμυθένιο “Isoders Dronning”. Δεν ξεχνάμε τη σύγχυση(;) του παγανιστικού με το αντιχριστιανικό feeling:

She is the eye of the raven
S
he is the ear of the wolf
S
he is mockery it self
of the holy trinity

Pagan Black Metal albums (part 1)

Enslaved – Frost

Enslaved-Frost

Ψύχος. Μια ομώνυμη εισαγωγή κρυστάλλινη σαν την αιώρηση του Βόρειου Σέλατος. Πέρα από τον οικισμό. Εκεί στις εσχατιές του Αρκτικού κύκλου, όπου η Φωτιά και ο Πάγος είναι δεμένοι στην αιώνια διελκυστίνδα. Με τις πρώτες νότες του “Loke” βιώνεις την ξερή παραγωγή, λεπτή αλλά δυνατή, όπως η Γέφυρα μεταξύ τον κόσμου των Θεών και των θνητών. Αλλαγή πλεύσης σε σχέση με την πηχτή ζεστασιά του “Vikinglir Veldi”. Μια σαμανιστική προσέγγιση, λακωνική.

“Glem alle lover, all orden og fred

Kaos er allt; ingen tid eller sted”

“Ξεχάστε όλους τους νόμους, την τάξη και την ειρήνη

Το Χάος είναι τα πάντα· δεν υπάρχει χρόνος ή τόπος”

Η τεχνικότητα του προηγούμενου άλμπουμ δεν έχει πάει περίπατο, αλλά προσαρμόζεται στο ασκητικό όραμα της μπάντας. Είτε ως προπαρασκευαστικό mid-tempo, είτε ως πυρακτωμένη χιονοθύελλα ταχύτητας (δίνουμε βάση στον χαλκό των ντραμς), το Frost είναι μια βιωματική πορεία στην ιδέα της δίχως φτιασίδια Σκανδιναβικής Μυθολογίας. Το “Yggdrasil” ακολουθεί τη δοκιμασία του Όντιν πάνω στο δέντρο, με ακουστικό μπάσο στο ρόλο του μύστη. Ο σκάλδος απαγγέλλει με καθαρά φωνητικά το μύθο. Η πρώτη ανάπαυλα από το πεδίο μάχης. Η δεύτερη είναι το υπέροχα παραμυθένιο “Isoders Dronning” που κλείνει το δίσκο. Το πιο μεγαλόψυχο αλλά και βλοσυρό άλμπουμ της μπάντας.

http://youtu.be/hKZCmmCMq44

Behemoth – Sventevith (Storming near the Baltic)

behemoth

Κάτι συμβαίνει με τα συγκροτήματα που προέρχονται από τις χώρες πέριξ της Βαλτικής. Όταν το επιλέγουν, μπορούν να γράφουν το πλέον αυθεντικό pagan black metal που υπάρχει. Ύστερη εκχριστιανοποίηση και περιβάλλον που τους γνέφει.

Πριν το γυρίσουν σε άλλα μονοπάτια που λίγη σχέση έχουν με το παραδοσιακό black metal, οι Behemoth ντεμπούταραν με ένα αριστούργημα επιπλέοντος μαυρομεταλλικού ήχου. Όλος ο δίσκος μοιάζει να ισορροπεί οριακά, πάνω σε δρύινες ασπίδες και πολεμικούς πελέκεις. Νιώθεις πως η ορμητικότητά του θα κάνει το σύνολο να καταρρεύσει, αλλά κάθε φορά καταλήγει αλώβητο. Ριφ κελαρυστά σαν τον αέρα που χαιρετά τον Ζβάρογκ. Δασική ατμόσφαιρα που αναπνέει κρυμμένη μέσα στην ομίχλη. From the Pagan Vastlands. Άξεστα περήφανες εκτάσεις ήχου, που αναπολούν ένα φαντασιακό παρελθόν, μια σκεπτομορφή που μεταδίδεται στους εσωτερικούς αισθητήρες του ακροατή.

http://youtu.be/6XSm5vKeDWo

Graveland – Thousand Swords

graveland

Παραμένουμε στην Πολωνία. Έχει κάτι ο αέρας, κάτι σαλεύει μέσα στο νερό της Βαλτικής. Το δεύτερο full-length του Darken είναι μια πολεμική ωδή. Κι εδώ τα τύμπανα αξιοποιούν τα μεταλλικά στελέχη τους, καλούν σα σήμαντρα. Κι εδώ η παραγωγή ξερή και επίπεδη. Νοσταλγική διάθεση μπολιασμένη βαθύτατα στην κιθάρα. Φωνητικά ακραία, αλλά όχι με διάθεση σοκαρίσματος· μόνο επιτυχημένη απόπειρα στην περιγραφή των ανέλπιδων ανθρωπαγαθημάτων. Ακούς το ομώνυμο κομμάτι, το εμψυχωτικό γύρισμα που μοιάζει με σταθερή ανάβαση σε βουνοπλαγιά, και βουτάς στα αποκαΐδια λεηλατημένων χωριών. Εδώ δεν υπάρχει αξιοσημείωτη τεχνική, ούτε εντυπωσιασμός. Μόνο μια οργίλη ψυχή που ωρύεται αυθεντικά για αυτό το φανταστικό παρελθόν που αναζητούν και οι Behemoth. Ο ήχος που περικυκλώνει χρονικά τη μάχη, πριν-τώρα-μετά. Ρομαντισμός διαθλασμένος μέσα από το άγαρμπο πρίσμα της αρματωμένης γραφικής μορφής του εξωφύλλου.

http://youtu.be/zIEHP2l_lwk

Links για το δεύτερο, τρίτο, και τέταρτο μέρος του αφιερώματος

The Death of Balder

balder-death

(«The Death of Balder» is an unpublished short story of mine, written circa 2009, being a take on the well-known Norse myth. I translated it in English some 2 years ago.)

Three shapes are gliding through the night, under the tower’s shadow marching. Subtle to the eye of the beholder, three shadows, like pilgrims of a forgotten darkness deity. Three women, standing still for a moment, drawing down the moon, off of its watchtower, that silver pulpit on the starlit sky. One of them shrouds it in a black sheet, the second one sews it inside with silver thread, the last one sprinkles it with golden mead, laying it in a dreamless sleep. Thence they plead the one eyed stars, with the power that is theirs from the dawn of time, to avert their gaze from the world for this night of all nights.

-No light will taint this hour’s purity, uttered the first shape.

On they proceeded, through the arched entrance. Unbarred had it been left, all latches had been cast away, though there was no lock in the whole world which could keep them at bay. Towards the queen’s chamber they crawled, betwixt the sleeping servants. The oaken door opened willingly under their eye. The palace lady had fallen into an exhausted slumber, following her long labour. They moved past her, past the treating plate which for them had been prepared, past the hearth erstwhile cold. They circled the newborn’s cradle.

-The first light that will shine on him will be nothing less than the sun’s first ray, recited Skuld. On its brilliance he will shine, most radiant of all, the sun will be his chariot.

-His first sip is the tear of the sleeping moon, muttered Verdandi lowering on her gnarled finger a drop to the half opened lips of the blond infant. With its knowledge he becomes wisest of all, one eyed and hanged like his father, but whole nevertheless. The runes are under his will.

-His death was decided afore his birth, pronounced Urd unbinding a knot. The humblest of creation will be the herald, the deceitful Fire will be the wielder, all of creation but one shall mourn him.

-His name is Balder, they uttered, all three as one, and were gone as Frigg arose, as the sun touched for the first time the newborn god.

The shadow chased him again. The shadow with the voice of crackling wood. He run through Odin’s frozen court, gloomy in its desolation. Though fast his feet did carry him, the shadow always approached. A postern appeared before him, where none existed before. Dimly carved on the door was a wolf – chained; a snake – coiled around the world. The middle part was dominated by the first treachery of the gods.

He pressed mightily upon the splendid wood, and it succumbed to him. Beside it Yggdrassil was revealed, the tree uprooted, Wrathfully smoldered. The runes lay broken among the roots, Enviously destroyed. The Sun and Moon vanished, Gluttonously devoured. The earth’s gold, blackened and defiled, Greedily rendered useless. Compassion and Mercy dead, Arrogantly lacerated. The crops rotten, Slothfully abandoned. The sacred ordinance of hospitality devoid of meaning, Lustfully raped.

A glare burned his eyes, and blinded was Balder. Moments before becoming lost in nothingness, he faintly smelled of mistletoe. Alas, the memory did not accompany his waking self.

He was safe at last. His mother, queen of the gods, agitated by his dream more than he ever was, had walked upon the whole of creation, claiming vows from every being, plant and animal, ore and mineral, from every force of nature, that none of them will ever come to harm the youngest and the wisest of immortals. The divine hodgepodge was entertaining itself, trying with every weapon imaginable to wound Balder. Laughing was he as swords inflected, arrows broke upon his body. Thor, though mighty Mjollnir was he wielding, was unable of even coming into contact with the most beloved of the gods. Gungnir, the unwavering spear of Odin, faltered, inches before his son’s heart, weary of its fruitless exertion to break the oath. The oath that steel had sworn to the one eyed god’s wife. Balder burst with joy and calmness. The Sun, his chariot, was powerfully shining.

balder-death-painting

A flickering of thought, not even a reminder

Up to the surface was it trying to rise

Alas! Fate’s net was tightly strapped around him

‘Cause what is woven in the Norns’ loom can’t be changed

Nor by mortal, nor by beast, neither by gods almighty

And thus did Loki from Frigg learn with deceit

That all the beings of the world, all elements more so

With vows terrible had she leashed upon her brow

So as no harm to come to him who was spawned of her loins

All pieces of creation did vow, besides the humble mistletoe

So unseeming to a goddess tall, beneath her notice was it,

That she considered harmless, small enough,

To not embrace with promise given

Behold! Loki in his guise of truth,

The fiery mantle shining, slithering,

Commands a gimlet branch of this forgotten herb

And full of cunning does he strike to bore

A fatal hole through Odin’s son, so helpless.

At once is lifted Fate’s veil

And galloping returns the smell to Balder’s mind

Of this discarded plant, his woe, his doom.

Late is the hour for him now,

Useless his wisdom, his excellence

To Destiny’s iron will he must succumb,

Admit that even gods are upon it chained.

Thus died Balder, youngest, wisest and fairest, the most beloved in Asgard whole. He passed away due to Loki’s wrathful envy, due to his mother’s haughtiness. And thus ascended the decline of Aesir, they passed from glory’s summer to their destiny’s autumn. Swift-footed was their twilight, approaching, burning darkly.

The wolf Fenrir shatters the chain that holds him in check, the chain for which did Tyr consider justified to sacrifice his own hand. The Wolf is unleashed, rattling the world with his steps. He mates with a hag, a giantess, and with the rabid brood of this union he marches against the gods from the West. His mouth ajar, dripping blood, the upper jaw touches the sky, the lower scratches the earth.

Garm, the guardian of Hel’s gates, emits a manic howling from the bowels of the earth, a signal to the unglorified dead to follow him to battle.

The giant Hrym, chief among the unburied souls, sails with the Ship of Night from the East, a ravenous shield his banner. His guide and navigator is the Great Serpent of Midgard, eternal enemy of the world.

Surt, lord of the distant South, unsheathes his sword of Flame. Leading the armies of the giants north, burning his way through. At the sound of his steps rocks crumble, fields are salted, mortals drop to dust, leaving behind shades as silent witnesses.

From the north weighs anchor Lord Loki, the Great Traitor and Lord of Lies, on his ship made of nails of the dead. So terrible its visage, that the sea splits in fear before it, the earth opens up in terror underneath it, the skies are ripped apart in horror of its flagitious being.

And the gods did do battle, and the giants, and the honoured dead led by the Valkyries in their last fight. And the plain of Vigridr did flood with ichor and black blood, but also with heroics and incomparable abnegation, the stuff that the grandest tales are born of. And the dead were beyond count, so numerous that Hel’s halls, unable to host them all, did shatter, letting the sun’s blessing on them for the first time. But they were lost, along with their mistress. And lost too was Thor, though manage did he to slay his nemesis, the Great Serpent of Midgard. And lost was Odin, first to fall beneath Fenrir’s jaws. And lost was Loki, broken under Heimdall’s blows.

Thus ended the time of Gods and the old world. In blood, fire and death.

(The death of Balder[Daudi Baldrs] is one of the crucial events of Norse mythology, the one that starts the chain reaction of Ragnarok[Twilight of the Gods]. Balder, son of Odin and Frigg, wisest and most beloved among the gods, associated with light and the Sun, begins seeing prophetic dreams about his death. His mother becomes worried as son as he relates them to her, and embarks on a journey through the world, in order to claim vows from every being, object and natural force, that nothing will harm her son. But she ignores the humble mistletoe. In order to celebrate her success, a gathering of the gods is called, where all of them try to wound the Sun god, using different weapons, to no avail. Loki, god of fire and mischief, brooding a deep hatred for the Aesir pantheon, disguises himself as an old crone, and speaking with Frigg he learns that no vow was claimed from mistletoe. Assuming his true form, he gives a branch of it to the weaponless blind god Hod, so that he could participate in the festivities. Thus, unwittingly, Hod kills Balder. The gods in their despair realise that Loki participated in the murder and they incarcerate him. He escapes and departs far away, to prepare for the war against them. From this moment on begins the decline of the gods, culminating in the final battle at Vigridr plain, which marks the end of their era and world)

Vathek

vathek

Μετά από αρκετό καιρό έπιασα ξανά τη συλλογή των τεσσάρων Gothic novels, για το πρώτο εκ των οποίων (Castle of Otrando) είχα γράψει εδώ . Η επόμενη νουβέλα, τόσο εντός του βιβλίου όσο και χρονολογικά (εκδόθηκε το 1786) είναι το “Vathek”, του Βρετανού William Beckford, ο οποίος τη συνέγραψε στα Γαλλικά, αλλά παραδόξως κυκλοφόρησε αρχικά μεταφρασμένο στα Αγγλικά, χωρίς αναφορά στο όνομα του συγγραφέα.

Το έργο περιστρέφεται γύρω από το χαλίφη Vathek, έναν ηγέτη που σκιαγραφείται με βάση τα αναμενόμενα μα τόσο θελκτικά πρότυπα που είχαν σχηματιστεί στην Ευρώπη της εποχής (και διαιωνίζονται μέχρι σήμερα) για την εξωτικότητα, και όχι μόνο, των αυλών της Ανατολής. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως οι “Χίλιες και Μία Νύχτες” είχαν μεταφραστεί στα αγγλικά κάτι λιγότερο από έναν αιώνα πριν. Απεριόριστος πλούτος, φαινομενικά σφαιρική εμβάθυνση στην καλλιέργεια του πνεύματος, ιδιαίτερα αγαπητός από το λαό, αλλά και με σφοδρές εκλάμψεις θηριώδους θυμού (εκφράζεται με τη χρήση του Κακού Ματιού του χαλίφη) λόγω ιδιοτροπίας, η εικόνα του πρωταγωνιστή είναι ένα πολύχρωμο, παραμυθένιο μωσαϊκό.

Η αφοσίωσή του στην αισθησιολαγνεία μνημειώδης. 5 παλάτια, έκαστο αφιερωμένο στην τέρψη μιας εκ των αισθήσεων. Η ευρυμάθειά του υπαρκτή, αλλά το ίδιο και η ξεροκεφαλιά του. Οι σοφοί με τους οποίους συνομιλεί πρέπει να μην εκφράζουν διαφωνίες· αν το κάνουν, τους περιμένει το δέλεαρ της εξαγοράς, ή, αν αυτό αποτύχει, σειρά έχει η φυλακή.

{{Βλέπουμε εδώ χαρακτηριστικά που απέδωσε ο συγγραφέας στον πρωταγωνιστή από την Ανατολή, τα οποία συνάδουν με την ευρωπαϊκή ιδέα για τον Ασιάτη: Φιληδονία, καμία εγκράτεια, αμύθητα πλούτη, μια οπισθοδρόμηση σε σχέση με την ευρωπαϊκή πρόοδο της εποχής, σε σχέση με την «ευγενή ενηλικίωση» του χαρακτήρα του Ευρωπαίου. Άλλωστε η αποικιοκρατία έχει αρχίσει για τα καλά (η Βρετανία μπαίνει στο παιχνίδι τον 18ο αιώνα), και η υπεροχή του Ευρωπαίου έναντι του εξωτικού ξένου πρέπει να χαραχτεί στη συνείδηση του κοινού. Δε νομίζω πως ο Beckford το έκανε συνειδητά, αλλά έχει ενδιαφέρον η επισήμανση των συνθηκών της εποχής.}}

giaour

Όσον αφορά τη θρησκεία, ο Βάθεκ παρουσιάζεται εν αρχή ως πιστός στο Ισλάμ. Η πλοκή όμως πρέπει να προωθηθεί, κι έτσι εμφανίζεται ένας απαίσιος αλήτης, ο Γκιαούρ, ο οποίος του παρουσιάζει και προσφέρει γιαταγάνια με χαραγμένους πάνω τους χαρακτήρες μιας άγνωστης γραφής. Η αναζήτηση για τη μετάφραση των φράσεων γίνεται η κινητήριος δύναμη της υπόθεσης, καθώς και η ολοένα και φαρδύτερη τάφρος μεταξύ του χαλίφη και της θρησκείας του. Ο Γκιαούρ (προφανώς δαίμονας, ή για να ακριβολογούμε εφρίτ στην υπηρεσία του Ιμπλίς) τον προτρέπει σε θυσίες παιδιών, εγκατάλειψη του παλατιού, προδοσία της ιερής φιλοξενίας, και άλλες θηριωδίες. Οι ευκαιρίες για μετάνοια αρκετές, αλλά ο Βάθεκ τις προσπερνά γοργά.

Παράλληλα υπάρχει και η χαλιφομήτωρ Καράθις, η οποία σύντομα αποκαλύπτεται ως πλέον αδίστακτη των αδίστακτων μάγισσα, η οποία σιγοντάρει τη διάβρωση του Βάθεκ, μαζί με το Γκιαούρ. Στον πύργο της υπάρχουν, πέρα από κάθε λογής αποκρυφιστικά σύνεργα, κάποιες μουγκές νέγρες, οι οποίες θα προχωρήσουν σε ανομολόγητες περιπτύξεις με νεκροφάγα γκουλ. Μέσα από τα λόγια της παίρνουμε μια ιδέα για αυτήν:

I myself have a great desire to watch over thy conduct, and visit the subterranean palace, which no doubt contains whatever can interest persons like us; there is nothing so pleasing as retiring to caverns; my taste for dead bodies and everything like mummy is decided”

Από εκεί και πέρα, το βιβλίο βρίθει ανατολίτικου μυστηρίου, θυμιατίζει με προϊσλαμικό φολκλόρ, και καταφέρνει να δημιουργήσει αξιομνημόνευτα μέρη εξωτικού μεγαλείου (μια ματιά στον πανύψηλο αστρονομικό πύργο θα θυμίσει σε πολλούς τα «ανατολίτικα» settings του Conan – ο Howard πρέπει να είχε διαβάσει το Βάθεκ πριν γράψει τον Πύργο του Ελέφαντα). Πάσχει από ηθικοπλαστικό διδακτισμό, αναμενόμενο άλλωστε καθώς έχει πολλά κοινά με κλασικό παραμύθι. Τονίζεται δια της αφήγησης η μαρκοπρόθεσμη ασφάλεια της θρησκείας (Ισλάμ εν προκειμένω) έναντι της τελεσίδικης καταδίκης που υπόσχεται η ενασχόληση με τις μαύρες τέχνες, αλλά και η συνεχής αναζήτηση νέων εμπειριών.

Ο τρόμος που υπόσχεται η κατάταξή του στην κατηγορία των «Γοτθικών Νουβελών» δεν είναι πλήρως λειτουργικός σήμερα, αλλά υπάρχουν σκηνές που θα ικανοποιήσουν το λάτρη του περιγραφικού φόβου. Όσον αφορά τη γραφή, αυτή πάσχει από αρχαϊκότητα ύφους και σύνταξης, αλλά το μικρό του μέγεθος ισορροπεί κάπως αυτό το αγκάθι. Τέλος, υπάρχουν σημεία που η περιγραφές πλατειάζουν, αλλά όχι σε μεγάλη έκταση.

Το Vathek είναι ανατολίτικο gothic του 18ου αιώνα· το εξαιρετικό τέλος του δεν αφήνει περιθώρια σύγχυσης. Αξίζει να διαβαστεί, όχι μόνο για ιστορικούς λόγους, αλλά και για την ποιότητα του περιεχομένου του. Εδώ το διαβάζουμε ολόκληρο.