Το Δάσος του Άλμπεϊ (μέρος 1ο)

fer
«Άκου τώρα ξένε, εσύ που δε δίστασες να μοιραστείς τη φωτιά σου με ένα σακάτη γέρο, άκου την ιστορία ενός νεαρού οδοιπόρου κι ενός αιώνιου κοριτσιού. Όπως μοιράζεσαι μαζί μου τροφή, κρασί, και πολύτιμη ζεστασιά, θα μοιραστώ κι εγώ μαζί σου το σκοτεινότερο πετράδι του διαδήματος των αναμνήσεών μου. Άκου τώρα ευεργέτη του οδοιπόρου την ιστορία του Ρόμπερτ Νάσυλ και της Σιφ Ταρέναερ, στην αναζήτησή τους για το Δάσος του Άλμπεϊ.»

Ι. Νυρεμβέργη
Nuremburg

«Το καλοκαίρι του 1349 η όψη των άστρων ήταν απαγορευμένη για τους συμπατριώτες μου. Όσους δηλαδή ήταν ζωντανοί, μια χούφτα τυχερά καθάρματα, όπως ο ξεδοντιάρης που τώρα κάθεται απέναντί σου. Ήμασταν αυτοί που αψηφήσαμε το Μαύρο Θάνατο· λέγαμε ότι κατουρήσαμε τα καμμένα ίχνη του αλόγου του, εκεί, στις μαγαρισμένες σοδειές που άφησε στο διάβα του. Φωνάζαμε δυνατά πως τον διώξαμε, πως τον κυνηγήσαμε μακριά. Ξέραμε ότι τα ψέματά μας ήταν τερατώδη, όμοια με τα λευκά σκουλήκια που σερνόντουσαν στους ομαδικούς τάφους πέριξ της πόλης και ξεχείλιζαν τα βράδια προς τα σοκάκια και τα κατώφλια μας. Τα χρειαζόμασταν όμως τα ψέματα, όπως και τα σκουλήκια, για να μας απαλλάξουν από τα απομεινάρια του πρόσφατου παρελθόντος.

Σου είπα πως τα άστρα ήταν απαγορευμένα σε εμάς. Βλέπεις, οι ομαδικοί τάφοι ήταν προσωρινή λύση, ανεπιθύμητη και επικίνδυνη. Οι λίγοι μορφωμένοι επιζήσαντες διαλαλούσαν την ανάγκη για νεκρικές πυρές που θα εξάγνιζαν τις πεθαμένες σάρκες, καίγοντας όσα υπολείμματα αρρώστιας φώλιαζαν μέσα τους. Μα ήταν τόσα τα πτώματα από την πανούκλα, που αν και νυχθημερόν έκαιγαν οι φλόγες, τρώγοντας μολυσμένα σώματα και αφοδεύοντας μαύρα οστά, πάλι σωροί άρρωστης σάρκας γιγάντωναν πλάι στα άχρηστα τείχη. Ήταν αυτές οι φλόγες, που με τον αβάσταχτο, τερατώδη καπνό τους μας είχαν κρύψει τον ουρανό για εβδομάδες.

Είκοσι καλοκαίρια είχα δεμένα πίσω μου τότε, είκοσι χρόνια ευήμερα. Κακορίζικο ήταν το εικοστό πρώτο, που έκαψε τα χωράφια και κάλεσε από την ανατολή τον ασώματο καβαλάρη, αυτό με άφησε δίχως οικογένεια, δίχως μάστορα να με διδάσκει. Μαθήτευα να ξέρεις ξυλουργός, πλάι σε μεγάλο αφέντη, που τώρα το όνομά του έχει σαπίσει στη λήθη μαζί με τη σάρκα του. Εκείνο το έτος το καταραμένο, στα μισά του με άφησε ολομόναχο, συντροφιά με τρίχες λευκές στο κεφάλι μου, τόσο παράταιρες γύρω από νεανικό πρόσωπο. Γυάλιζε η παραίτηση στα γκρίζα μάτια μου, κάτισχνα είχαν καταντήσει τα χαρακτηριστικά μου από το μέγεθος της πληγής που μας είχε στείλει ο Θεός. Σκόρπιες γνώσεις, άχρηστες πλέον, σέρνονταν μέσα στο δηλητηριασμένο από αναμνήσεις κεφάλι μου. Ένοιωθα τα λευκά σκουλήκια να έχουν τρυπώσει στο μυαλό μου και να μουρμουρίζουν χωρία από το Κενό Ευαγγέλιο. Οι μέρες και οι νύχτες εναλλάσσονταν σε μια παράθεση καταχνιάς και βρόμας, μια λιτανεία ψεύδους, παρανοϊκού κουράγιου, και αβάσταχτης πείνας.
Narrenschiff_(Brant)_1499_pic_0049

Τα πράγματα άλλαξαν όταν γνώρισα τη Σιφ. Ήταν μια νύχτα που αναπαυόμουν στον αχυρώνα ενός άδειου πανδοχείου, του οποίου το όνομα έχω ξεχάσει προ πολλού. Μόνο το μικρό σιντριβάνι πλάι στην είσοδο παραμένει στο μνήμη μου, με την κορυφή του σμιλευμένη στη μορφή ρασοφόρου καλόγερου. Πρόσωπο και χέρια δε φαινόντουσαν στο άγαλμα, μόνο ένα πλήθος όγκων, σαν τμήματα πρησμένων φλεβών, διέτρεχε όλο του το σώμα, έρποντα βδελύγματα κάτω από τα λίθινα ρούχα. Είχε στη βάση του μια επιγραφή, “Tarenaer Homunculi “, η οποία ακόμη αίνιγμα για εμένα αποτελεί, έστω κι αν τη μια λέξη πλέον αναγνωρίζω.

Το κορίτσι που με πλησίασε εκείνο το βράδυ πρώτη φορά το έβλεπα. Μια γκρίζα προβιά έπεφτε μέχρι τα γόνατά της, γόνατα λασπωμένα μα όχι πληγιασμένα – πρόσεξε ξένε, στη θέα έστω και της παραμικρής πληγής θα της άνοιγα το κρανίο με το καλέμι μου δίχως δεύτερη σκέψη, μας είχε κάνει απάνθρωπους η επιδημία. Δεν είχε κρέας πάνω της η μικρή· το ότι ήταν τόσο αδύνατη ίσως και να την έσωσε από το χέρι μου – μην ταράζεσαι, η πείνα αλλοτριώνει αφέντες και σκλάβους, μας θυμίζει πως θηρία αλυσοδεμένα κοιτάνε μέσα από τα μάτια μας, σαθρά τα δεσμά τους. Ημέρεψε ευτυχώς το χέρι μου, και με τις ελάχιστες δυνάμεις που είχα δεν επιτέθηκα σ’ αυτό το δεκάχρονο παιδί για να ξεδιψάσω με ακατονόμαστο τρόπο ανάγκες μου.

Καθώς με πλησίασε φύσηξε ένας αέρας ευλογημένα δυνατός, ο πρώτος εδώ και μέρες. Σήκωσα το βλέμμα και είδα τον πτωματογέννητο καπνό να τεμαχίζεται, να φεύγει κυνηγημένη σαν από το ίδιο το Άγριο Κυνήγι η αποπνικτική σκιά του. Ξαναείδα το Μικρό Αργαλειό στον ουρανό να σιγογνέθει όπως πάντα το στερέωμα, με αδράχτι τον παγωμένο Πολικό. Ρίγη λύτρωσης με διαπέρασαν, όμοια με αυτά που πρέπει να ένοιωθαν οι πανάρχαιοι πρόγονοί μας όταν έβλεπαν τον ήλιο να ξαναγεννιέται μετά τη σκοτεινή νύχτα, τότε που κάθε δύση τους φαινόταν σαν το τέλος του κόσμου.

Σηκώθηκα όρθιος και κοίταξα για πρώτη φορά το πρόσωπο του κοριτσιού που είχε σταθεί μπροστά μου. Κατάξανθα, λευκά σχεδόν μαλλιά, περιδινίζονταν στις διαθέσεις του ανέμου, στεφανώνοντας ένα πρόσωπο που στο φως του ήλιου θα φάνταζε χερουβικό. Πανέμορφο, μα και κρυστάλλινα ψυχρό, πάνω του χόρευαν αλλόκοσμα οι νυχτερινές σκιές, όπως στους ναούς του Μίθρα οι ηλιαχτίδες γύρω από τις Ζωντανές Προτομές.

Ένα ψεγάδι μονάχα είχε το πρόσωπό της. Εκεί που θα έπρεπε γκρίζα ή γαλανά μάτια να μαρτυρούν καταγωγή ευγενική, σαν τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της, εκεί έχασκαν δυο άδειες κόγχες, ειρωνεία πικρή. Γιατί αυτή, που με τον ερχομό της έφερε τον στρατηλάτη άνεμο, και μας επέστρεψε τη θέα των άστρων, αυτή δεν είχε μάτια να αντιληφθεί το καλό που μας έκανε. Αναρωτήθηκα σε ποιον θεό του σκοταδιού την είχαν υποσχεθεί οι γονείς της, και με τι ανέκφραστο τίμημα αντάλλαξαν τη ματιά της.

«Δεσποινίς,» της είπα, «ευλογημένη να είσαι για τον αγέρα που έφερες μαζί σου. Μα τι γυρεύεις τέτοια ώρα έξω από μέρος προφυλαγμένο;»

«Νεαρέ Ρόμπερτ,» απάντησε αυτή, «το λημέρι σου έψαχνα, εσένα αναζητούσα. Μου σύστησαν πως είσαι άξιος οδηγός για να μισθώσει κάποιος που θέλει να ταξιδέψει προς βορρά.»

Η φωνή της, αν και είχε χροιά άγουρη, θα έπαιρνα όρκο πως ανήκε σε άτομο με αιώνες στην πλάτη του, αιώνες αλλά και έγνοιες περιτυλιγμένες γύρω του. Οι κόγχες της, στραμμένες πάνω στα μάτια μου, αρνούνταν την κενότητά τους, θαρρείς πως παρατηρούσαν κάθε μου αναπνοή, ακόμη και την αδιόρατη σε εμένα ροή του αίματος στις φλέβες μου. Τα ασημένια δίχτυα των μαλλιών της αρμένιζαν στο φως των άστρων, και διαθλώντας το, ήταν σαν να ηχούσαν με τη μουσική του στερεώματος, μια απερίγραπτα ψυχρή μελωδία, κενή σαν το διάστημα ανάμεσα στα ουράνια σώματα.

«Θα πληρωθείς καλά για τις υπηρεσίες σου,» επέμεινε, ενώ μου φάνηκε για μια στιγμή πως αλλοιώθηκε η χροιά της. Ήταν σκιά κάποιου τρόμου αυτό που κρύβονταν μέσα της, θαμμένο κάτω από τόνους αποφασιστικότητας; Ή μήπως αχαλιναγώγητη περιέργεια διέγειρε τον τόνο της;

«Κυρά,» ψέλλισα, «δεν ξέρω ποιος σε παρέπεμψε σε εμένα, και σου είπε αυτά τα πράγματα. Πράγματι, ως μικρό παιδί χανόμουν για ώρες, για μέρες κάποτε, στα βόρεια δάση, κι έτσι αναγκάστηκα με πείσμα να τα μάθω σαν την παλάμη του χεριού μου. Πράγματι, ως παραγιός ξυλουργού, οδήγησα κάποιες φορές ομάδες ξυλοκόπων σε μέρη απάτητα ως τότε απ’ όλους πέρα από εμένα.»

«Μα ξέρε πως η πρόσφατη πανούκλα μου σημάδεψε ψυχή και σώμα, κι ας μην με άγγιξαν άμεσα τα σκυθρωπά χέρια της. Όσο κι αν τα τραύματα του νου μπορούν να γίνουν αδυσώπητοι σύντροφοι, έως ότου το υπομονετικό ροκάνισμά τους τσακίσει τη γέφυρα της λογικής, το σώμα θέλει τροφή για να υπακούσει, κάτι πιο δυσεύρετο από νομίσματα αυτές τις κακογραμμένες ημέρες. Αν τα πλευρά μου πιάσεις, εύκολα θα μπορέσεις τα κόκαλά μου να μετρήσεις, κουράγιο δεν έχω για να κυνηγήσω καν, πόσο μάλλον για να αναλάβω ταξίδι πολυήμερο. Χρήματα μου προσφέρεις, μα μόνο βάρος περιττό θα είναι για μένα, όσο δε βρίσκω αγορά για να τ’ ανταλλάξω με τροφή.»

Εκείνη τότε σώπασε σκεπτική για λίγο, πριν μονολογήσει:

«Στη σκιά της γέφυρας παραμονεύει ο κυνηγός.»

Φύσηξε πάνω μου. Χάθηκαν οι αισθήσεις μου μεμιάς, και βυθίστηκα στον πιο ήρεμο ύπνο του τελευταίου μήνα.

karvoyne

Ξύπνησα από τον ήχο νερόμυλου. Ο ήλιος έκαιγε κάπου στα αριστερά μου, μισοκρυμμένος από τις δρύινες φυλλωσιές. Αναγνώρισα το μέρος – βρισκόμουν πλάι στο μύλο του Χέρμπερτ του Αλωνάρη. Τι κι αν τον είχαμε κουβαλήσει προσεκτικά το νεκρό Χέρμπερτ, βδομάδες πριν, στο λάκκο της πυράς, ο μύλος του συνέχιζε ακατάπαυστα το ουροβόρο κυνηγητό του τρεχούμενου νερού.

Η μυρωδιά ψητού κρέατος με έκανε να στραφώ προς την όχθη. Η κοπέλα, τυλιγμένη στην ογκώδη κάπα της, έψηνε ένα λαγό πάνω από μια πρόχειρη φωτιά, θέαμα απερίγραπτο για έναν λιμοκτονημένο σαν του λόγου μου. Γοργά πλησίασα το αυτοσχέδιο σουβλί, ένα κλαδί σημύδας ολόισιο, σαν αυτό με το οποίο ισχυριζόταν ο μακαρίτης ο Έμπερχαντ πως μπορούσε να βρει νερό, χρυσάφι, και άλλα πράγματα. Το ότι πέθανε από αφυδάτωση, ξερός και μαζεμένος σαν πεταμένο κουκούλι εντόμου, ήταν η καλύτερη απάντηση όσον αφορά την αλήθεια των λεγόμενών του. Άθελά μου χαμογέλασα, και το κορίτσι ανασήκωσε τους ώμους της, σα να τη διαπέρασε ένα ρίγος. Η χαίτη της, συμμορφωμένη με τη νηνεμία που επικρατούσε, έπεφτε ακούνητη μέχρι τη μέση της πλάτης.

«Φάε με προσοχή,» με προειδοποίησε χωρίς να γυρίσει προς το μέρος μου. «Το στομάχι σου δε θα αντέξει ένταση.»

Τράβηξα ένα πόδι από το ζώο. Το δάγκωσα λαίμαργα, κατάπια χωρίς να γευτώ. Ξανά. Το στομάχι μου, που από την πολυήμερη αχρηστία στην οποία είχε επέλθει είχε σχεδόν ξεχάσει να λειτουργεί, διαμαρτυρήθηκε. Με προσπάθεια κράτησα το κρέας μέσα μου. Συνέχισα με βασανιστικά αργούς ρυθμούς, εισακούοντας την προτροπή της παράξενης μικρής.

«Κυνήγησες,» της είπα όταν μόνο τα κόκαλα είχαν απομείνει. «Μα πόσο δύσκολο μου είναι να το πιστέψω, με την κατάσταση των ματιών σου.»

Αγνόησε την παρατήρησή μου.

«Θα με οδηγήσεις τώρα;» αρκέστηκε να ρωτήσει.

Κοίταξα πίσω, προς το σημείο όπου ξύπνησα. Πλάι στη βελανιδιά, η ρίζα της οποίας είχε γίνει προσκεφάλι μου, κείτονταν τα άρματά μου: τόξο, φαρέτρα, και το κυνηγετικό μαχαίρι. Δε θυμόμουν από πότε είχα να τα πιάσω στα χέρια μου, παραχωμένα καθώς ήταν έως χτες στο σεντούκι με τα λιγοστά υπάρχοντά μου, στο δωμάτιο του τρίτου ορόφου του ξυλουργείου. Απόρησα πως είχαν φτάσει μέχρι εδώ.

Επέστρεψα δίπλα τους. Η χορδή του τόξου ήταν περασμένη στα αυλάκια του ξύλου, έτοιμη είτε να προστάξει κυνήγι, είτε να αναπολήσει το πρόσφατο θήραμα. Μα δεν το είχα για καιρό χρησιμοποιήσει, και αμφέβαλλα για το κατά πόσο μπορούσε να είχε χειριστεί το όπλο η κοπέλα, όσο μυστήρια και να φάνταζε στα μάτια μου. Άγγιξα το σώμα του τόξου. Αγριελιά, θεόρατο το μήκος της, διάσπαρτη με εγχάρακτες παραστάσεις του Άγριου Κυνηγιού. Να η γοργοπόδαρη Αταλάντη, πεζή αφήνει πίσω της τα γρηγορότερα άλογα. Να ο Ιπαμπόγκ, καρπερή η γενειάδα του, ιππεύει την Άρκτο των ουρανών. Ιδού ο άρχων του Κυνηγιού, λυγερός, ψηλός, με μονοκόμματη περικεφαλαία να σφαλίζει από τα μάτια των θνητών το τρομερό πρόσωπό του, καβάλα σε πελώριο ελάφι ορμά. Τα θηράματα του Πλήθους δε διακρίνονταν στην αναπαράσταση, καθώς όλες οι μορφές ήταν έτσι σκαλισμένες στο ξύλο, ώστε να κοιτάζουν μπροστά από τον τοξότη, για να ευλογούν την πορεία του βέλους. Ήμουν περήφανος για το δημιούργημά αυτό, το επιστέγασμα ως τότε της ολιγόχρονης τέχνης μου, ήξερα πως δεν ήταν δίχως αντίκρισμα οι ατέλειωτες ώρες αγρύπνιας.

Στη φαρέτρα φώλιαζαν δυο ντουζίνες βέλη, κατά ένα λιγότερα από όσα νόμιζα ότι είχα αφήσει την τελευταία φορά που τα χρειάστηκα. Τα βέλη ήταν μακρύτερα από το συνηθισμένο, εναρμονισμένα με το μέγεθος του τόξου· μαύρα φτερά κύκνου είχαν για πλοηγούς. Φόρεσα πάνω από το μανδύα τη φαρέτρα, στη ζώνη πέρασα το μακρύ μαχαίρι, αγορασμένο με χρήματα πολυετούς κόπου.

«Ποια είσαι κυρά;»

«Σιφ είναι το όνομά μου, κι από το Νότο έρχομαι κι από τη μακρινή Ανατολή.» απάντησε στρεφόμενη προς τη μεριά μου για πρώτη φορά εκείνο το πρωινό. «Ψάχνω πέρασμα προς Βόρεια, η Λειψία είναι ο προορισμός μου.»

«Η Λειψία είναι πέρα από τα μέρη που έχω αγγίξει, θα πρέπει να διαβούμε άγνωστα δάση και ρουμάνια. Θα σου ‘λεγα πως χαραμίζεις τις ελπίδες σου με εμένα, αν υπήρχε έστω και ένας άλλος ζωντανός στη Νυρεμβέργη που να μπορούσε να σε οδηγήσει καλύτερα. Μα όλοι οι γνώστες των μονοπατιών είναι στάχτη ή σκουλήκια τώρα. Με βοήθησες, με τάισες, και θα σου το ανταποδώσω ακόμη και δίχως αμοιβή, ακόμη και στο μακρινό Δάσος του Άλμπεϊ θα σε συντρόφευα αν χρειαζόταν. Άλλωστε τίποτα πια δε με κρατάει στην πόλη πίσω μας.»

Στα λόγια μου αυτά κάτι άστραψε για λίγο στο πρόσωπο της Σιφ, σαν η αναπάντεχη ελπίδα με τη διστακτική προσμονή να συνωμοτούσε. Δίχως άλλη κουβέντα στράφηκα βόρεια, προσπερνώντας το μοναχικό νερόμυλο, ακολουθώντας την πορεία του μικρού ποταμού.»

 

ΙΙ. Καύκασος
DSC00029

Ο δεσπότης του ξέφωτου μίλησε για πρώτη φορά:

«Ταξιδιώτη συγχώρα τη διακοπή, μα αυτό παράξενο μου φάνηκε: Γιατί απ’ όσο μου επιτρέπουν οι περιπλανήσεις μου να ξέρω, ανάμεσα στη Νυρεμβέργη και τη Λειψία κείτεται δάσος, μα όχι το ξεχασμένο πια Άλμπεϊ. Αν δε με γελά το κρασί που άφθονα κατανάλωσα, το δάσος αυτό βρίσκεται στους πρόποδες του Καυκάσου, εκεί που ζούσε η αρχαία τυχοδιωκτική φυλή των Αλανών, μήνες μακριά από την πατρίδα σου. Απορώ λοιπόν, δίκαια νομίζω, για την αρχική αναφορά σου περί αναζήτησης του Άλμπεϊ, ενώ η διήγησή σου βόρεια μας καλπάζει. Έχεις εξάψει την περιέργειά μου, και θέλω να βεβαιωθώ πως δεν λανθάνω στο συλλογισμό μου.»

«Πράγματι άρχοντα, φαίνεσαι γνωστικός και πολυγυρισμένος. Άστοχα ήταν εκείνα τα λόγια μου, τα τελευταία πριν ξεκινήσει το ταξίδι μας, οιωνοί κακοτράχαλης στράτας. Μήτε εγώ όταν δεχόμουν να συνοδεύσω τη Σιφ, νοήθηκα πως τα βήματά μας θα εξόκειλαν προς το δάσος αυτό, από το οποίο μας χώριζαν πολιτισμοί ολάκεροι και πεδιάδες που για αιώνες ήταν παραδομένες στους Ούννους. Ήταν γνωστό στους συμπατριώτες μου το μακρινό δάσος του Άλμπεϊ, με φήμη κατάμαυρη σαν την ψυχή του αδελφοκτόνου, και άκου πως προήλθε αυτή η γνώση.»

«Μισό αιώνα πριν γεννηθώ, είχαν φτάσει μια χούφτα άνθρωποι στη Νυρεμβέργη με ένα καραβάνι, νέοι όλοι τους. Έδειχναν να έχουν περάσει κακουχίες αμέτρητες, σχεδόν δίχως υπάρχοντα έφτασαν. Ζήτησαν από την πόλη κάποιο χώρο για να εγκατασταθούν, και ο τότε άρχοντας τους παραχώρησε μια έκταση έξω από τα τείχη, στα βορειοανατολικά, λίγα χωράφια που είχαν πέσει σε αχρηστία λόγω έλλειψης αγροτών εκείνα τα χρόνια. Τα δέχτηκαν με περήφανη ευγνωμοσύνη οι νεόφερτοι, και σύντομα δημιούργησαν εκεί ένα μικρό οικισμό, που τον ονόμασαν Σεράλμπ’νι.»

«Από όσα είχα ακούσει από τους μεγαλύτερούς μου, οι άνθρωποι αυτοί είχαν έρθει από τα ανατολικά, από τη Σκυθία και πιο πέρα. Δεν έμοιαζαν με Ούννους, ούτε με Εσθονούς ή Μογγόλους. Τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους θύμιζαν τα δικά μας, ιδωμένα όμως μέσα από το λυκόφως της αρχαιότητας. Είχαν κάτι το ασμίλευτο τα ψηλά ζυγωματικά, τα ευφυή υπερόφρυα τόξα, το λευκότερο του δικού μας δέρμα, σα να τους είχε ξεχάσει η ιστορία. Πίστευες τότε πως ίσως κόκκοι αλήθειας υπάρχουν στους μύθους που λένε ότι κατάγονται από τις μυθικές Αμαζόνες και κάποιον άλλο άγνωστο λαό. Ποτέ δεν τους είδα εγώ από κοντά, ούτε τη γλώσσα τους ποτέ δεν άκουσα, για την οποία μου είπαν αργότερα πως και αναμεταξύ τους τη χρησιμοποιούσαν μόνο σε τελετουργίες, και όχι για καθημερινή χρήση.»

«Όταν τους ρώταγες το λόγο που εγκατέλειψαν την πατρίδα τους, τα βλέμματα σκυθρώπιαζαν, βλοσυρή γίνονταν η διάθεση, κι έτσι, όμοιοι με θεούς της καταιγίδας συνήθως σιωπούσαν. Ήταν όμως και φορές που μεθούσαν, και τότε σε δώριζαν με ποιητικές περιγραφές ενός δάσους, ανάμεσα στον Καύκασο και τις περιοχές τους, το δάσος του Άλμπεϊ. Λέγαν πως ήταν αρχαίο, αλλά ότι στη χώρα τους είχε έρθει πρόσφατα, όσο ακατανόητο και να ακούγεται αυτό όταν αναφέρεσαι σε συστάδες δέντρων. Επέμεναν πως πριν τρεις γενιές ο «Δρυμός της Μπάμπα Γιάγκα», όπως αλλιώς το λέγανε, βρίσκονταν πέρα από τα καταπράσινα λιβάδια τους, κοντά στις εκβολές του Βόλγα. Εκεί κατέληγαν παλιότερα τα απομεινάρια των σαμάνων της Σιβηρίας, τα λείψανά τους, έτσι τουλάχιστον θυμούνταν από τότε που είχε συλλογική μνήμη ο λαός των Αλανών. Είχε βαλτώσει με πνεύματα η γη, ενώ για τα δέντρα που φύτρωναν στο δάσος λέγαν ότι απομύζησαν τα κόκαλα χιλιετηρίδων. Και από τις στέπες της ανατολής σέρνονταν μέχρι εκεί πλάσματα γερασμένα και πανίσχυρα, εφιάλτες ανθρώπων, και ζευγάρωναν μαζί τους ρουσάλκες του Βόλγα και ανώνυμα πράγματα που ανέβαιναν τη νύχτα από τις σπηλιές τους για να καταραστούν τον ήλιο. Έτσι λέγαν οι περήφανοι Καυκάσιοι πως δημιουργήθηκε το Δάσος του Άλμπεϊ.»

«Έναν αιώνα πριν τη γέννησή μου το δάσος άρχισε να μετακινείται, έτσι διηγούνταν οι ξένοι. Χρόνο με το χρόνο σκαρφάλωνε από τις όχθες, σέρνονταν πάνω στα νυχτοφώτιστα μονοπάτια, προσεγγίζοντας τη χώρα τους και τα πανύψηλα βουνά. Τα αγρίμια των νεοδημιούργητων λόγγων ήταν παράξενα και ξεστράτιζαν προς τη γη των Αλανών τα βράδια χωρίς φεγγάρι, αποδεκατίζοντας τα κοπάδια τους. Σαν έφτασε το δάσος στα όρια των χωριών, οι άνθρωποι αυτοί είχαν ήδη αρχίσει να εγκαταλείπουν τα πατρογονικά εδάφη. Μόνο ξεροκέφαλοι νέοι μέσα στο σφρίγος της απειρίας τους αρνήθηκαν να εξοστρακιστούν, και αυτοί ήταν που πλήρωσαν με τις ζωές τους το τίμημα. Τα αποκαΐδια των βλασταριών των Αλανών αποφάσισαν εν τέλει να ξεριζωθούν από την πατρίδα τους, και κατέληξαν στις πύλες μας.»

«Έμειναν πενήντα χρόνια εκεί στον προάστιο οικισμό τους, καλλιεργώντας ακούραστα. Πάντα ξέχωρα από τους κατοίκους της πόλης, και αυτό ήταν το δικό μας φταίγμα. Γιατί δε δέχτηκαν οι λίγοι Αλανοί να αφήσουν την πίστη των προγόνων τους. Εκεί, στη μικρή πεδιάδα, δίπλα στα ανώνυμα δάση της Γερμανίας, λάτρευαν ήρεμα τους θεούς τους και ξόρκιζαν τους δαίμονες του παρελθόντος. Στην πόλη δεν ήταν ευπρόσδεκτοι, γιατί η πίστη του Ναζωραίου είχε θεριώσει στη Νυρεμβέργη, και αποτροπίαζαν οι κληρικοί σε κάθε ιδέα πολυθρησκευτικής συμβίωσης. Μα ήταν και η μακροζωία των γειτόνων μας ακατανόητη. Μισό αιώνα μετά, τα πρόσωπα που είχε κάποτε περιθάλψει η πόλη, την αντίκριζαν απαράλλαχτα πέρα από τα τείχη, ενώ κανένας σχεδόν από αυτούς που τους είχαν προϋπαντήσει δε ζούσε πια. Τα ερπετά του ξενοφοβικού φθόνου είχαν για τα καλά κουλουριαστεί στην καρδιά της Νυρεμβέργης.»

«Ένα χρόνο πριν γεννηθώ, οι Αλανοί έγιναν ανήσυχοι και φοβισμένοι. Στους λίγους που είχαν μείνει να συναναστρέφονται μαζί τους έλεγαν πως η μυρωδιά των πλαγιών του Καυκάσου περιπλανιόταν μέρα και νύχτα πλέον στα χωράφια τους, και πάνω της καβάλαγε η πνοή του δάσους εκείνου που πέταξε το λαό τους στα μονοπάτια του νομαδισμού και της λήθης. Κοιτώντας πέρα από το ποτάμι μουρμούριζαν πως τους είχε ακολουθήσει, και τώρα δίψαγε για τα λευκά σώματα που κάποτε του ξέφυγαν. Κάνανε κάποιες νύξεις για προσωρινή εγκατάσταση μέσα στην πόλη, μα η περηφάνια τους δεν επέτρεπε κάτι παραπάνω να αρθρώσουν. Μόνο μια κοπέλα κατέφυγε εντός των τειχών, και ήταν οι γονείς μου που δέχτηκαν να τη φιλοξενήσουν, άνθρωποι ανοιχτόκαρδοι.»

«Εν τέλει ένα πρωί όλος ο οικισμός χάθηκε. Κανένα ίχνος ανθρώπου, ζώου, ή κτίσματος δε βρέθηκε. Μήτε η κοπέλα που έμενε στο σπίτι μας γλύτωσε, εξαφανίστηκε το ίδιο ξαφνικά, και μόνο ένα φόρεμα που δώρισε στη μητέρα μου είχαν οι γονείς μου για να τη θυμούνται. Τα χωράφια απλώνονταν εγκαταλελειμμένα σα να μην είχαν καλλιεργηθεί ποτέ. Κάποιοι μάλιστα από τους συμπατριώτες μου που τα είχαν επισκεφτεί πρόσφατα λέγαν πως όσα συνόρευαν με το δάσος δεν υπήρχαν πια, ότι στη θέση τους βρίσκονταν καχεκτικές βελανιδιές. Δεν τους πίστεψαν πολλοί, μα ο μύθος του δάσους του Άλμπεϊ στέριωσε, και το σημείο του παλιού οικισμού των Αλανών το απέφευγε ο κόσμος ακόμη και στις μέρες μου.»

«Αυτά λοιπόν είχα ακούσει για το δάσος, και υπήρχε γύρω από το όνομά του ένας παιδικός φόβος που σιγανάσανε στον ώμο μου, ακόμη και στα εικοσιένα μου χρόνια. Δύσκολα θα ακολουθούσα το κορίτσι αν ήξερα ότι ο δρόμος μας θα το διέσχιζε, μα ήταν η άγνοια συνοδοιπόρος μου.»

 Εδώ το δεύτερο μέρος.

Advertisements

100 metal songs (Symbols and Signs to know us by – alphabetical order)

  1. Absu – Apzu
  2. Angra – Carolina IV
  3. Ascension – With Burning Tongues
  4. Atlantean Kodex – Heresiarch
  5. Aura Noir – Tower of Limbs and Fevers
  6. Bathory – Blood & Iron
  7. Bathory – Shores in Flames
  8. Behemoth – Hidden in a Fog
  9. Beherit – Down there
  10. Blind Guardian – The Hobbit
  11. Blut Aus Nord – The Territory of Witches
  12. Bolzer – Entranced by the Wolfshook
  13. Bruce Dickinson – The Dark Side of Aquarius
  14. Burzum – Det Som Engang Var
  15. Candlemass – A Sorcerer’s Pledge
  16. Celtic Frost – (Beyond The) North Winds
  17. Cirith Ungol – Nadsokor
  18. Cradle of Filth – Funeral in Carpathia
  19. Cultes des Ghoules – Vintage Black Magic
  20. Darkthrone – Transilvanian Hunger
  21. Deathspell Omega – Sola Fide I&II (λινκ για το πρώτο μέρος)
  22. Dissection – The Somberlain
  23. Dodheimsgard – Traces of Reality
  24. Dodsengel – A word to conquer the Aeon
  25. Domine – The Eternal Champion
  26. Emperor – I am the Black Wizards
  27. Enslaved – Heimdallr
  28. Ereb Altor – Wizard
  29. Exodus – And then there were none
  30. Fleurety – En Skikkelse I horisonten
  31. Gehenna – Through the veils of darkness
  32. Graveland – Blood of Christians on my Sword
  33. Hades Almighty – The Tale of a Nocturnal Empress
  34. Heavy Load – Stronger than Evil
  35. Helloween – Keeper of the Seven Keys
  36. Helstar – Baptized in Blood
  37. Iced Earth – Travel in Stygian
  38. Immortal – As the Eternity opens
  39. Impaled Nazarene – The Horny and the Horned
  40. In the Woods.. – Wotan’s Return
  41. Infernal Majesty – None shall defy
  42. Iron Maiden – Powerslave
  43. Isen Torr – Mighty & Superior
  44. Isengard – Thornspawn Chalice
  45. Judas Iscariot – Gaze upon Heaven in Flames
  46. Kampfar – Kledd i brynje og
  47. Leviathan – Merging with Sword, Onto Them
  48. Limbonic Art – Moon in the Scorpio
  49. Lordian Guard – Sinners in the hands of an angry god
  50. Manilla Road – Necropolis
  51. Manowar – Dark Avenger
  52. Marduk – Nightwing
  53. Mayfair – Advanced in Years
  54. Mayhem – De Mysteriis dom Sathanas
  55. Mercyful Fate – Satan’s Fall
  56. Metallica – Ride the Lightning
  57. Moonspell – Alma Mater
  58. Mutiilation – Magical shadows of a tragic past
  59. Mysticum – Black Magic Mushrooms
  60. Mystifier – An elizabethan devil worshipper’s prayer book
  61. Necromantia – The Feast of Ghouls
  62. Negative Plane – Angels Veiled Of Bone
  63. Negura Bunget – Tesarul de Lumini
  64. Omen – Warning of Danger
  65. Possessed – Death Metal
  66. Primordial – Sons of the Morrigan
  67. Queensryche – Suite Sister Mary
  68. Riot – Johnny’s back
  69. Rotting Christ – Exiled Archangels
  70. Running Wild – Prisoner of our Time
  71. Sabbat – The Clerical Conspiracy
  72. Saracen – Heroes saints and fools
  73. Sarcofago – The Laws of the Scourge
  74. Satyricon – Hvite Krists Dod
  75. Savatage – Hounds
  76. Saviour Machine – Carnival of Souls
  77. Setherial – In The Still Of A Northern Fullmoon
  78. Skyclad – R’Vannith
  79. Slayer – Crypts of Eternity
  80. Sodom – Burst command til war
  81. Solitude Aeturnus – It came upon one night
  82. Spectral Lore – My Ascension into the Celestial Spheres
  83. Stormwitch – Ravenlord
  84. Summoning – The Shadow lies frozen on the hills
  85. Superior – Odyssey
  86. The Black – Towards the Golden Dawn
  87. The Ruins of Beverast – Kain’s Countenance fell
  88. Thorns – Funeral Marches to the Grave
  89. Tormentor – Elizabeth Bathory
  90. Trelldom – Slave til den Kommende Natt
  91. Tsjuder – Mouth of Madness
  92. Ulver – Of Wolf and Fear
  93. Varathron – Tressrising of Nyarlathotep
  94. Virgin Steele – Emalaith
  95. Voivod – Tribal Convictions
  96. Warlord – Mrs Victoria
  97. WASP – Chainsaw Charlie (Murders In The New Morgue)
  98. Watchtower – Cimmerian Shadow
  99. Weakling – Cut their grain and place fire therein
  100. Witchcraft – Her Sisters They Were Weak

Pagan Black Metal albums (part 4)

links για part1, part2, και part3

Helheim – Jormundgand

helheim

Με την πρώτη ακρόαση χάος. Φωνητικά πνιχτά και απελπισμένα, αναπτύσσονται ανυπόστατα σαν καπνός γύρω σου. Ηχητικοί παλμοί υψίσυχνου διαμετρήματος, που εξομοιώνουν καταβατικό χορό χιονοστιβάδας. Αυτό το τρικ με την επαναληπτική καμπάνα των εγχόρδων που έχουν και οι Enslaved, το οποίο είναι πιο παγανιστικό από κάθε βλαχομάζωξη πολυφωνικών πανηγυρτζίδων. Βουκολικό mouth harp (ξυπνάει μνήμες του Bathory-ικού outro) και ανάλαφρα γυναικεία φωνητικά στο instrumental Nidr ok Nordr Liggr Helvegr” – επιτάχυνση σιγά σιγά, όχι όμως απογείωση. Ελκηθροδρομικά ριφ προσπαθούν να κεντράρουν αυτά τα ασώματα φωνητικά.

Δεν πρόκειται για το αντικειμενικά καλύτερο άλμπουμ των Νορβηγών. Και το επόμενο είναι καταπληκτικό, ακολουθούν 4 αξιοπρεπέστατα-και-βάλε, ενώ το “Heiðindómr ok mótgangr” του 2011 ήταν ανέλπιστα καλό. Σταθερή μπάντα, κολλημένη στο παρελθόν, μια πραγματικά Viking πορεία, ίσως η πιο διαχρονικά τίμια της λίστας. Το ’95-97 μπορεί να χλευάζονταν ως οι Enslaved των φτωχών. Αν γίνει μια τωρινή σύγκριση του συνολικού έργου των 2 μπαντών, με pagan black κριτήρια πολλά στόματα θα κλείσουν.

http://youtu.be/RFFmDsxEhPM

Ephemer – Guerre et Gloire

ephemer

Intro ηρωικό και πένθιμο για το χαμένο Ρομαντικό της Μυθιστορίας. Μια κιθάρα κελαρυστή, ισχνή στον όγκο, μελωδικότατη, μια αλυσίδα μεταξύ παρελθόντος και παρελθόντος. Αργόσυρτη στο κλάμα της, ρέουσα στην αναπόλησή της. Ριφ νοσταλγικά σαν τη μυρωδιά της ξυλόσομπας (ακούστε τι γίνεται λίγο μετά το πρώτο λεπτό του ομώνυμου κομματιού). Η λαχτάρα για το Τότε ξεχειλίζει και στα φωνητικά, βραχνά σχεδόν από προσμονή, αχνά σαν γκραβούρες πολυκαιρισμένου μανούσκριπτου. Η αισθητική του Τόλκιν, όσον αφορά το βλέμμα προς το ευγενές παρελθόν είναι εμφανής, τόσο στον τίτλο “Rauros”, όσο και στη διάχυσή της μέσα στο πνεύμα του demo. Εδώ δεν έχουμε καθαρά παγανιστικό αίσθημα, περισσότερο μια λεπτεπίλεπτη προχριστιανική φαντασίωση των μελών της μπάντας. Ανατριχίλες, ξανά και ξανά.

http://youtu.be/ZPC7zAd5rgw

Blut Aus Nord – Memoria Vetusta I – Fathers of the Icy Age

blutaus

Το δεύτερο άλμπουμ των Γάλλων, και πρώτο Memoria Vetusta τους, είναι μια λίμνη κάτω από το αστερόφως, μπολιασμένη με κάθε λογής ανατολικοευρωπαϊκή παράδοση αισθητικά. Baba Yaga, και ρουσάλκες, και άροτρα που τα σέρνουν γυμνές γριές με τεράστια σπασμένα νύχια. Υψομετρικές αλλαγές στην περιήγηση. Τα ριφ μας πετάνε μέσα από νυχτερινά σύννεφα με την ίδια ευχέρεια που μας βουτάνε στα γοργοπόδαρα νερά. Υμνικός μελωδισμός εναλλάσσεται με παθιασμένο black metal ουρλιαχτό. Η διάθεση ανάλαφρη, ειδικά αν ακουστεί μετά το από πάνω (Guerre et Gloire), ακόμη και τα σόλο ίπτανται δίχως βάρος. Ένα τεράστιο, μαγευτικό, “Territory of Witches” (το αγαπώ το συγκεκριμένο κομμάτι), που συμπτύσσει όλο το δίσκο εντός του. Ο δίσκος είναι από τα πιο κοντινά σε εμπειρία πράγματα στο νυχτερινό πέταγμα των μαγισσών. Δε διστάζει να σοβαρευτεί αγριεμένα στο «Day of Revenge» (Let’s spill the blood of the bastard!), προτάσοντας και αντιχριστιανικό μένος (δεν ξεχνάμε πως βρισκόμαστε στο 1996). Πανέμορφη δημιουργία, όπως και το επόμενο Memoria Vetusta (“Dialogue with the Stars”).

http://youtu.be/NaIECdenRXM

Βετεράνος των Ψυχικών Πολέμων (μέρος 3)

Το πρώτο μέρος εδώ

Το δεύτερο μέρος εδώ

greyscaled
V
: Ο Σιωπηλός Θεός

Οι τρεις θαμώνες χαιρέτησαν με δυσπιστία και μια υποψία δυστροπίας την εισβολή του προμηθευτή τους στο ησυχαστήριο. Άλλωστε, ανάμεσα στους καθιερωμένους πελάτες του πανδοχείου ήταν κοινό μυστικό η συμφωνία που είχε γίνει μεταξύ του πανδοχέα και της φιλοσοφικής κάστας· το άσυλο του μονόθυρου μαυσωλείου ηθικής δεν είχε διαρρηχθεί πρότερα. Πόσο μάλλον από μία μορφή, με την οποία κάλλιστα ο πληθυσμός του δωματίου θα προτιμούσε να περιορίσει τη συναναστροφή στη χαμηλόφωνη ανταλλαγή του πολύτιμου ψυχοτρόπου νέκταρ με αφθονία κληρονομημένου χρήματος. Μην επιθυμώντας παρόλα αυτά διεμβολισμό των σχέσεων τους με τον περιφερόμενο έμπορο, οι θυμηδίες αποφεύχθηκαν, και μονάχα εγκεφαλικές σημειώσεις αποπειράθηκαν να κρατήσουν οι παραισθητιστές αδερφοί, για άμεση επίπληξη του πανδοχέα και της αβρότητάς του, όσον αφορά την ελευθερία κίνησης των πελατών.

Αδράχνοντας μόνος του την κορωνίδα των θέσεων γύρω από τον πυρήνα του οπίου, ο κύριος Μέλλικενς απέβαλε σιωπηλά τα πανωφόρια του, αποκαλύπτοντας ένα πολυκαιρισμένο τουϊντ κοστούμι στο χρώμα του κόκκινου φάσματος του αλεξανδρίτη, ασορτί γκέτες και μπότες, ενώ πάνω από τα μεταλλικά γυαλιά μυωπίας θέριεψε μια πλούσια κόμη, επαγγελματικά περιποιημένη. Παρέμεινε αμίλητος, ενώ τα αδέρφια Άμπελ και Κάιν, παίρνοντας θάρρος από την άνεση με την οποία αφομοιώθηκε με το περιβάλλον, ετοίμασαν για χρήση το δοχείο του λάβδανου, συζητώντας ταυτόχρονα για τις μοντέρνες και ομολογουμένως διαταραγμένες ιδέες ενός νεαρού Ελβετού ψυχιάτρου, σχετικά με ένα κοινό ψυχικό δίκτυο της ανθρωπότητας, το συλλογικό ασυνείδητο. Ο τρίτος αδερφός, ο Σηθ, περισσότερο συνεσταλμένος από ότι οι άλλοι δύο, προσπαθούσε να μη διασταυρώνει το βλέμμα του με τον εισβολέα. Έπαιζε με το μισοάδειο ποτήρι αψεντιού, όταν δεν το ρουφούσε σαν ναυτεργάτης μετά το πέρας της βάρδιας, και εκλιπαρούσε για τη στιγμή κατά την οποία ο βαρύς αρωματικός καπνός θα μετέτρεπε το χώρο σε μικρογραφία του εξωτερικού δρόμου, όσον αφορά τη δυσδιακριτηκότητα των μορφών.

Ήταν και το σουλούπι του πεζουλιού του νότιου τοίχου, που πάντα του προκαλούσε αμυδρή δυσφορία, μα απόψε αλώνιζε για τα καλά στη σκέψη του, ξυπνώντας ανούσιες συσχετίσεις με το ανατριχιαστικότερο τμήμα της οικογενειακής ιστορίας που του αφηγήθηκε πριν λίγες μέρες ο Κάιν, της ιστορίας του βιβλιοθηκάριου σχετικά με την προγονή τους. Δεν έρεε αίμα δειλού στις φλέβες κανενός της οικογενείας του. Είχε άλλωστε αντέξει με ελάχιστη δυσαρέσκεια το οικοτροφείο Νόμπινσον, φημισμένο για τη σκληρή πειθαρχία με την οποία εμβάπτιζε τους νεαρούς ζάπλουτους μαθητές του. Ούτε είχε διστάσει στον -τελικά χαμένο- πόλεμο της διατήρησης των αποικιών του Νέου Κόσμου υπό το Στέμμα, όπου υπηρέτησε ως λοχαγός, αν και οι μνήμες εκείνης της περιόδου ήταν μουτζουρωμένες στον εγκεφαλικό του πίνακα, όπως και σε αυτούς των αδερφών του. Μα το πέτρινο ύψωμα στη βάση του τοίχου, τόσο ατημέλητα παραδομένο προς χρήση που νόμιζες πως έγινε από τεχνίτη μεθυσμένο ή εξαιρετικά βιασμένο, ανέδυε μοχθηρία στα, ασθενή από νεαρή ηλικία, νεύρα του Σηθ. Ο θυρεός του άνω μέρους, σχεδόν αδιόρατος από τη γωνία στην οποία καθόταν ο νεαρός ευγενής (γεγονός το οποίο άλλωστε τον είχε παρακινήσει να ιδιοποιηθεί εδώ και χρόνια τη συγκεκριμένη θέση), αποτύπωνε ένα σύμπλεγμα παραφυάδων, εντός του οποίου μάχονταν παγιδευμένοι ένας έφιππος πολεμιστής που έσερνε άμαξα, και ένα ακαθόριστο αγόρι. Το παιδί, μια και μοναδική φορά που το καλοκοίταξε ο Σηθ, είχε τρία πρόσωπα μέσα στο κεφάλι του, και κράδαινε λόγχη ανείπωτη. Πίσω από τους μαχητές ξεπρόβαλε ένα μωσαϊκό ρολογιών, γρίφος για τον εκτιμητή της χρονολογίας αποπεράτωσης. Ούτε ο ίδιος καταλάβαινε γιατί του ασκούσε τέτοια απέχθεια, μα ο εφιάλτης που ακολούθησε την πρώτη θέαση, εγκαθίδρυσε τα αντιπαθητικά αισθήματά του για το έργο.

Το όνειρο τον επισκέφτηκε τη νύχτα που έκλεινε τα δώδεκα του χρόνια, νύχτα 31ης Οκτώβρη προς πρώτη Νοέμβρη. Είχε σηκωθεί αποκαμωμένος στον ύπνο του, ενώ η πανσέληνος έφεγγε σκοτεινή από το παράθυρό του. Η νυχτικιά του έπλεε στους διαδρόμους του αρχοντικού μαζί του, εξερευνητές ακούσιοι της βραδινής ημιζωής των δωματίων. Όταν εντόπισε φως να δραπετεύει από τη γυριστή σκάλα που οδηγούσε στα διαμερίσματα των μαγειρείων, άθελά του ξεκίνησε την κατάβαση, τριγμός στον τριγμό του ερειπωμένου κουφαριού της κλίμακας, αλαφρό βήμα διαδεχόμενο το επόμενο σε χρονική παραζάλη. Όσον αφορά το κάτοπτρο που κάλυπτε την εξωτερική πλευρά της πόρτας της κουζίνας, είχε ελεήσει ο αρχιτέκτονας Μορφέας και φως πίσω από το παιδί δεν είχε βάλει, ώστε να μην απαντήσει μπρος του δυσανάλογες αλήθειες για τον ίδιο. Σαν πέρασε την πόρτα όμως, είδε λουσμένες στο ερυθρό φως των μισοσβησμένων κάρβουνων δυο μορφές καθιστές. Αυτή της πεθαμένης προ τριετίας μητέρας του, κερωμένη όπως ήταν όταν τη βάλανε στο φέρετρο, και αυτή μιας πεπλοφορεμένης άγνωστης. Είχαν προσηλωθεί στην ανάγνωση ενός αρχαίου τόμου, δερματόδετου, ιλαρού στο λιγοστό φως, ίδιου χρώματος με το νεκρό πρόσωπο της μάνας του. Η άγνωστη γύρισε προς το μέρος του, τόσο άκαμπτα όπως άνθρωπος ζωντανός ποτέ του δε θα τολμούσε, και χάρη αιώνια θα χρωστά ο Σηθ σε αυτό το πέπλο που τον προστάτευσε από το πραγματικό πρόσωπο της. Γνέφοντάς του να πλησιάσει, ήταν σαν τα κόκαλα των ποδιών του να υπάκουαν σε νήματα μαριονετοπαίχτη που τα συνέδεαν με αυτή. Σκληρή ήταν η μοίρα που τον προσέγγισε σε εκείνο το ορθάνοιχτο δεμάτι από φύλλα, χαλεπή η προσταγή της μητέρας Άλλιδερς που τον διέταξε να σχίσει με το δικό της νύχι το εσωτερικό της βιβλιοδεσίας. Κι ενώ απόκοσμα άρχισε να ηχεί πένθιμος ήχος άμαξας από το υπερπέραν, να βγάλει αμέσως το διπλωμένο χαρτί τον πρόσταξε, στο οποίο ήξερε πως έγραφε αλήθειες απαγορευμένες για το θάνατό του.

Η αίθουσα της Σιωπηλής Ετικέτας θύμιζε ρεικότοπο νυχτιάτικης σύναξης ασφοδέλων κάτω από τα πνιγερά βλέφαρα της ομίχλης. Τα τρία αδέρφια και ο επισκέπτης είχαν καταναλώσει υπέρογκες ποσότητες πράσινου νέκταρ και άνοθου λάβδανου. Τριγύριζαν οι Άλλιδερς σε μονοπάτια εκστατικά, σε ακραίες εμπειρίες, ασύνδετες με τις προσωπικότητές του καθενός, μέσα στη ζωντάνια τους. Όταν ήχησε για πρώτη φορά η φωνή του Μέλλικενς μονάχα ο Σηθ την άκουσε απόμακρα, σα να τους χώριζαν εκατονταετίες χιλιομέτρων. Λυπητερά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει για λίγες στιγμές τη συντροφιά τμημάτων της αιωνιότητας.

-Το δείπνο σερβίρεται, επανέλαβε πιο δυνατά ο έμπορος. Νεαροί, η υπηρέτρια στέκεται με το δίσκο στο χέρι.

Ο Κάιν έστρεψε περίεργος το βλέμμα στη γυναίκα που υπομονετικά περίμενε την εξυπηρέτηση των αφεντών της. Προσπαθώντας να διακρίνει τα χαρακτηριστικά της μέσα από τις τουλούπες καπνού, του ήρθε στο νου ο εφιάλτης που είδε κάποτε μικρός, κλείνοντας τα δώδεκα χρόνια. Πάνιασε θωρώντας το βελοφορεμένο κεφάλι, ούρλιαξε ο Άμπελ με τη φανερή ταύτιση με την άγνωστη του ονείρου. Ο Σηθ έψαξε οπτικό διέξοδο στο δρύινο ταβάνι, και τόλμησε να ξεστομίσει κατάρα αυτοκτονική, αυτός, ο λάτρης της κάθε ανάσας. Επί της οροφής μπουσουλούσε σπασμωδικά μια καρικατούρα της φύσης και παντός ιερού, ένα βδέλυγμα που πάνω από εξάμηνο δεν πρέπει να είχε περάσει από όταν κάποια ακόλαστη μήτρα το ξέσχισε από τα σωθικά της. Ανάθεμα την ακοή του Κάιν που του πρόδωσε τον τριγμό πέτρας σε πέτρα, πυρωμένα σίδερα ευχήθηκε να μπουν στα μάτια που γύρισαν να δούνε τη σαρκοφάγο να ανοίγει. Καμία κίνηση δε φάνταζε επιτρεπτή για τα αδέρφια, κι όμως καθένας τους βρισκόταν δίπλα στον άλλο, σε εναγκαλισμούς σπαραχτικούς στην ένταση, απάνθρωπους στην επαφή.

Πριν χάσουν τις αισθήσεις τους για πάντα σε αυτόν τον κόσμο, τα αδέρφια είδαν τον κύριο Μέλλικενς να υψώνεται πανύψηλος μέσα στις αιθέρες του χρόνου, με λόγχη κατάμαυρη στο χέρι, ισάξια σε σκοτεινιά με την άχρονη προσωπίδα του -αυτή που λίγοι έχουνε διαπεράσει με τα βλέμματά τους, και μακάριοι ύστερα απολαμβάνουν το άχραντο ποτήρι της αληθινής παράνοιας. Είδαν τον Μέλλικενς να τιθασεύει την πομφόλυγα που κόχλαζε ανάμεσα στο πέτρινο μνήμα και τα αδέρφια, παραχαράσσοντας μια πλασματική δυναστεία που είχε ανήμπορος φανταστεί ένας ομόειδός του. Είδαν το δόρυ του να διαπερνά τα σώματα της μοναδιαίας τριάδας, να προκαλεί μνημονικό λάβωμα στα ζυγωματικά της, να καθαιρεί το δίχτυ ανθρωπιάς που μολυσματικά είχε γλιστρήσει στα βλέφαρα του ευγενούς μέλους της Αυλής των Ψυχασθενειών, εξανθρωπισμένης από τους θνητούς ως “Unseelie Court”. Το απολωλόν πρόβατο των απελευθερωτών του Νου από την πεζότητα της κοινής λογικής, είχε γυρίσει στη φυσική του θέση, ευτυχισμένοι θνητοί θα αποκτούσαν αυτό το βράδυ παντοτινούς εσωτερικούς συντρόφους στη σύντομη πορεία της ζωής τους.

inn

VI: Επώνυμο

Την άλλη μέρα, στη μισθωμένη σάλα, ο πανδοχέας Έργουιν βρήκε τον κύριο Άλλιδερς (το όνομά του ποτέ δεν κατάφερε να συγκρατήσει) σε παρανοϊκή κατάσταση μέθης και ναρκοληψίας. Από ότι έμαθε αργότερα, οι υπηρέτες του κανόνισαν για τη μεταφορά του στο ψυχιατρείο Πανόπτικον, φανερά τρομοκρατημένοι από την καταστολή στην οποία παρέμενε εβδομάδες μετά. Ο πανδοχέας επιθεώρησε το δωμάτιο που μίσθωνε μοναχικά ο κύριος πολλές φορές, και κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι του όταν είδε ότι ο ευγενής δεν είχε προκαλέσει καταστροφές, πέρα από ένα αναποδογυρισμένο δίσκο εξαιρετικής δυσωδίας, και κάποιους λεκέδες στο ταβάνι. Όσο για το πεζούλι του νότιου τοίχου, ποτέ δεν του είχε φανεί του γούστου του, και τώρα που είχε ραγίσει στο σημείο του παλιού θυρεού, κανόνισε να το αφαιρέσουν. Ένα κιτρινισμένο απόκομμα εφημερίδας αγνώστου ημερομηνίας διακήρυττε μέσω ανώνυμου συγγραφέα πως «Οι φαντασιοπληξίες των σύγχρονων ψυχολόγων, καλπάζουν στο πηγάδι της παραφροσύνης. Σε πρόσφατο συνέδριο στο Εδιμβούργο, ο ομιλητής συνέδεσε τις ψυχικές ασθένειες με χωριάτικους μύθους, όπως ο Καλός Λαός, τα Μικρά Ανθρωπάκια της παράδοσης, συγκεκριμένα διαπιστώνοντας υπόγεια σύνδεση μεταξύ του λεγόμενου Unseelie Court(Κακοτυχισμένη ή Ανίερη Αυλή) του θρύλου, και των αρχετύπων των ψυχασθενειών, μέσω του συλλογικού ασυνειδήτου. Προς τιμή τους, οι περισσότεροι επιστήμονες του κοινού αποχώρησαν κατά τη διάλεξη ”. Ο ιδιοκτήτης το τσαλάκωσε αφηρημένα, χωρίς να διατρέξει τα μάτια του πάνω στο περιεχόμενο, μήτε σε αυτό του μαυροπίνακα που σκονιζόταν εδώ και χρόνια στην εσοχή της κατηφορικής σκάλας. Έγραφε ένα χέρι σταθερό πως «Η διασχιστική διαταραχή ταυτότητας, περισσότερο γνωστή με την παλαιότερη ονομασία «διαταραχή πολλαπλών προσωπικοτήτων», είναι ψυχική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη τουλάχιστον δύο ή περισσότερων αυτόνομων προσωπικοτήτων ή ταυτοτήτων, οι οποίες εναλλακτικά αναλαμβάνουν τα ηνία της εξωτερικής συμπεριφοράς του ασθενή». Οι υπηρέτριες ανέλαβαν το συγύρισμα, ενώ ο ίδιος μελαγχολικά γκρίνιαξε στους δύο συνιδιοκτήτες για την ακαταστασία του κυρίως πανδοχείου στρωμένος στη δουλειά.

Emptiness – Nothing but the Whole

Emptiness-Nothing_but_the_Whole

Dark Descent Records keeps unearthing lumps of pure gold, as far as their 2014 releases are concerned. Following the amazing debut album of Thantifaxath, here comes now a Belgian act, Emptiness, to grab the black torch. Featuring 2 members of Enthroned, and Pro-Pain drummer, Jonas Sanders, «Nothing but the Whole» is the band’s 4th full-length album. I find myself regretful of not having discovered them before this release. It entered my radar on early June, carried on a locomotive of recommendations.The first spin was all it took to make my reservedness vaporize, and since then the release holds one the top places in my best-of-2014-so-far list.

«Nothing but the Whole» is the sonic equivalent of a censer. Like fog being filtered through toxic green smoke, while red orgies create a dead gray mixture in the background. The cover art’s distorted figure predisposes the listener. «Nothing but the Whole» is the aesthetic equivalent of the early 90’s Mediterranean black metal scene (herein lies the ritualistic spirit of demo-era Necromantia and Mortuary Drape – though sound-wise the similarities are pretty minimal). Here burns the black spark of the ceremonial, a pitch-dark curtain concealing the mechanistic part of despair.

Music-wise, Emptiness tread on black/death paths. Still, there is little connection to be found between the band and the prevailing semiotics of the aforementioned bipolar term. Neither brutality, nor the barbaric chaos of Blasphemy and the Latin-American lie within. Here eloquence reigns supreme, here all things flicker, candle-like. The Serpent moves (pun intended, the Belgians have surely listened more than a number of times to Coroner’s «Grin») on measured riffs, some of them tremolo-picked, all of them disaggregated into simplicity. The mind is synaesthetically filled with memories of Von Goat’s («Septic Illumination») mid-tempo moments, stripped down to their essence. Loquacity is non-existent. The bass is clearly distinguishable, contributing mightily towards the creation of ominous delirium. Its paint-like pulses give meaning to the seas of tranquility spread around the album. Emptiness is materialized via unorthodox structure blocks, into hearths of dark chaos. An industrial edge craves to be distinguished. Vocals are deep, hypnotic, sliding ambient-like through the instrumental soundscapes. The birth of monastic death metal spirit is inaugurated.

Not since my first contact with Negative Plane had I experienced such a vast, sacramental darkness. Though there is little to nothing reminiscent of the American band sound-wise (except the torrential «Tale of a Burning Man» perhaps), the 2 acts can now be considered as complementary sides of a Black coin. «Nothing but the whole» penetrates the corpus of sombre music, full of elegant simplicity, it instigates to new depths the notion of «the Menacing Release». A work of art teeming with originality, coiling inside the listener’s brain, feeding on his fears and anxieties.

http://youtu.be/0sRmPbxk_I8

Black Metal against the “First-Album-Rules-Supreme” Law

Link for the greek version

A common topic of conversation among my acquaintances is the concept of “First album beats all consequent releases”, this universal (at least among the «faithful» ones) law of first album superiority, which is deeply rooted in the heavy metal (sub)conscious. There is a number of reasons behind this notion. Firstly, a band’s first album is usually the result of years of fermentation, containing material that has been worked on for a serious amount of time, with the band’s member(s) editing and filtering it through a number of demo/ep/split releases. On the contrary, the next album(s) tend to be released under more pressure, especially if a label is interfering, holding the deadline date as an ominous axe above the band’s heads. Youthful enthusiasm is another matter that has to be taken into account, considering the age of the band’s members when it is firstly formed. Beyond that, the music labels often corrode the musicians’ spirits, as does the exhausting touring. Finally, the success of a debut is a two-edged knife: Your fan base is usually stigmatized by its music direction and style, and can frequently be dogmatic in its devotion to it, unwilling to accept grand-scale changes. Thus is magnified the artist’s reluctance to experiment and follow his creativeness, leading to stagnation and back-to-back similar releases of pure quality.

While I recognize the application of the aforementioned law in multiple cases, I find myself seeking the exceptions to the rule. Thus I made a list of 15 albums -released from relatively well-known black metal bands- which surpassed in quality their debut predecessors. The majority of them are the sophomore albums of their respective bands, a fact leading to the assumption that the first years of a band’s discographic activity are usually the more essential and fruitful ones.

P.S.: Deathspell Omega is a special case. Their second era, I consider to be the best one by far. There, however, we have a band changed in such a degree that it no longer resembles its past self, even remotely. If I consider them a different band past-”Si Monumentum” then the first album of the new period rules supreme indeed. Therefore I take into account here only the first two albums of their first (and more traditional) era.

Abigor – Nachthymnen (1995)

abigor

Austria’s Abigor debuted with 1994’s Verwüstung”, an engaging release as it turned out. But it was their second full-length, “Nachtmystium”, that really made them transcend the underground. Infused with nocturnal atmosphere, being ice-thin production-wise, it burned with a totally medieval spirit. The band’s progress was evident in every aspect of the album. Scars in the Landscape of God” is a paramount beauty of a song, whose seal is branded upon the listener’s memory (the female vocals are simply enchanting). Definitely the band’s finest moment, one of the flawless examples of mid 90’s black metal.

Absu – The Sun of Tiphareth (1995)

absu

V.I.T.R.I.O.L.” was an album of well-played death metal, with a thrashy edge and ritual essence. It was with “Sun of Tiphareth” however, that Absu settled on the music style that made them famous, which can be imperfectly described as black/thrash. Lengthy, complex compositions, full of guitar ideas that disintegrate any signs of weariness. Diversity is apparent through both acoustic passages and tasteful keyboard use (who can ever forget the, a la Emperor, middle part of “Apzu”?). A memorial of an album.

Akercocke – The Goat of Mendes (2001)

akercocke

Carrying on their backs the alarming “Rape of the Bastard Nazarene” debut, Akercocke unleashed in 2001 “The Goat of Mendes”, a mind-numbing creation. Cinematic black/death, b-movie-esque Satan worship, and an astonishing pair of lead vocals. An intoxicating release, in which you have a very hard time of calling favorite songs (if hard-pressed to choose I would go with “A skin for dancing in”). Right about the time that the first signs of saturation begun to appear on Cradle of Filth’s body, Akercocke grabbed the UK extreme metal torch and kept it fueled with 3 soon-to-follow, amazing albums..

Bathory – Under the Sign of the Black Mark (1987)

bathory

I am probably the last person to doubt about Bathory’s 2 first albums’ quality and influence. Still, in 1987, Quorthon raised his sound to a total new level, by developing the rough chaos of Bathory” and “Return..” into atmospheric darkness (“13 Candles”) and genuine epicness (“Enter the Eternal Fire” and the second half of Equimanthorn”), foreshadowing the albums yet to come. Here one can feel the Swede’s compositional coming-of-age. With Under the Sign..”, Quorthon delivers a monumental album, that haunts the first wave of black metal.

Burzum – Det Som Engang Var (1993)

burzum

Things get rough now. Varg’s debut is a phenomenal milestone in every aspect (year of release, the emerging style, even the one-man-band motif), equipped with a heavy arsenal on its way to claim the “best Burzum album” throne. Meanwhile, the masterful Hvis Lysset..” andFilosofem” releases are locked in a constant arm-wrestling fight, the prize of which is also the aforementioned throne. Somewhere among those 3, lies Vikernes’ second gem, a transitional opus, balanced between past and future. Melody (listen to the last part of Key to the Gate”) and sibylline minimalism (“Snu Mikrokosmos Tegn”) are exquisitely intertwined in this album that tends to be forgotten by the generic Burzum historian, but in my opinion stands above the band’s self-titled debut.

Cradle of Filth – Dusk & her Embrace (1996)

cradleoffilth

Principle..” was a fine album. The “Vempire” ep as well. It is in “Dusk & her Embrace” however, Cradle’s sophomore full-length, that the British’s style is fully standardized. Gothic black metal which draws heavily from the 80’s-heavy-metal well (Mercyful Fate and Maiden influence is apparent in the guitar riffs), MEANINGFUL keyboards, love-them-or-hate-them vocals, and short-novel-like lyrics (infused with Dani’s wit). Funeral in Carpathia” andGothic Romance” are songs without an equal. Filth’s capstone, an album that was heavily criticized by “trve” black metallers, most of which would trade both of their eyes for the ownership of even one of the songs herein.

Darkthrone – A Blaze in the Northern Sky/Under a Funeral Moon/Transilvanian Hunger (1992-93-94)

darkthrone

Here be cheating. I honestly cannot bring myself to choose between Darkthrone’s 2nd, 3rd and 4th albums. Each one of them is characterized by a certain style: “A Blaze..” is otherworldly barrenness personified , gazing upon paths almost transcendent. Under..” is the most down-to-earth one, yet extremely poisonous throughout. Transilvanian..” stands grimly alone in its inhuman monotony. “Soulside Journey” was an excellent specimen of technical death metal, but in all seriousness, it can not compete with those 3 black diamonds of unearthly black metal.

Deathspell Omega – Inquisitors of Satan (2002)

dsoinqu

Concerning the second (and best) era of the French band, I will not say a word here, since the change in style was extremely radical. Concerning the first 2 full-lengths however, I can easily write-off the mediocre debut (Infernal Battles”); “Inquisitors..” is miles ahead. Riffs imbued with the Norwegian soul, extremely passionate (hear Shaxul roaring “Our Skies are forever black!” on «Succubus of all vices») of temperament, “Inquisitors..” reeks of hellish demonology. Being the peak of their youthful “naive satanic” days, DSO’s second album still spreads its old-school poison.

Dodheimsgard – Monumental Possession (1996)

dhg

Kronet til Konge” was nothing special. Being a decent album of traditional black metal, it did not raise much fuss. Enter “Monumental Possession”. Dodheimsgard turn deadly serious, splitting their music style in 3 (pure malignant venom/black-thrash/suffocating avant-garde), a thing happening also vocal-wise (Vicotnik’s throat shines, full of half-digested maliciousness). The band sows paranoid thrash storms, reaping apocalyptic nightmares. Here stand Dodheimsgard in their full glory. A few years later this band will bring ferociously down the genre itself.

Gehenna – Seen through the Veils of Darkness (1995)

gehenna

The duration of “First Spell” is a bit deceiving, as far as its categorization is concerned – ep or full-length? Still, the band consider it their first album and who am I to argue? “First Spell” was a convincing species of “Ghost metal” (so-called by the band itself), yet it left us craving for more. “Second Spell” was more than satisfying, broadening Gehenna’s musical vision; even some classic heavy metal influence elements can be discerned. The majestic moments are more than convincing, equal to (or surpassing) even the mighty Emperor (listen for instance to the exaltation of “Through the Veils of Darkness”, or to the narrative in “A Myth..”). State of the art atmospheric black metal.

Immortal – Pure Holocaust (1993)

immortal

Diabolical Fullmoon Mysticism” is okay. For a debut. But every notion of comparing it to the ice-block by the name of Pure Holocaust”, is bound to be considered as picturesque as the “Call of the Wintermoon” video. The ice-columns are mighty in this album, taller than anything else. Oh haze of Unsilent storms in the Northern Abyss”, you were never denser. Since 1993 the Sun no longer rises. Did memory bells ring while listening to the namesake track? The main riff is the Star Wars “Empire theme” played backwards. The following album, “Battles in the North”, was highly praised too, but nothing can surpass the somber frost of “Pure Holocaust”.

Leviathan – Massive Conspiracy against all life (2008)

Leviathan

This being Wrest’s 4th full-length (while the total release count is quite higher). “Massive Conspiracy..” , his swansong as he led us to believe back then, is – along with “Lurker of Chalice” – his most substantial offering to the Genre. Grandiose, majestic, cantankerous structures, a sound many-folded , full of excruciatingly slow parts which give way to redemptive, religious-like speed bursts. The album’s soul is orthodox, but its rationale is not. Massive conspiracy..” stands as a landmark, not only of USBM, but of the whole 00’s scene. Mandatory release.

Marduk – Opus Nocturne (1994)

marduk

Those of the Unlight”, Sweden’s Marduk debut album, was not without personality. Though containing mostly typical black metal, it was graced with a number of catchy melodic songs. Still, “Opus Nocturne”, their 2nd effort, showed a band with enhanced songwriting skills. Here lies an album bellicose (in a much more convincing and insidious way than Panzer Division Marduk”), nocturnal, yet essentially melodic. A cornerstone of Swedish black metal, “Opus Nocturne” is filled with memorable songs, cohesion, and flows seamlessly.

Satyricon – The Shadowthrone (1994)

satyricon

The Shadowthrone is not Satyricon’s best album. What it is, is a better release than Dark Medieval Times”, which was a mighty debut, but was lacking in both the production and composition departments. “Shadowthrone” kicks off with “Hvite Krists Død”, an insuperable tune that showcases the band’s improvement. There is lots of variety herein, both inside the song structures and the album flow. Vikingland” is Enslaved-inspired viking black,Dominions of Satyricon” has a bone-chilling backbone of a riff (wait for it after the first minute). Satyricon evolved their music later on, but Shadowthrone’s polish is indelible.

Summoning – Minas Morgul (1995)

summoning

Austria was where this list begun, Austria is where it will end too. Summoning is a sister-band to Abigor. Like them, they debuted with pleasant-yet-unimpressive material (“Lugburz”). 1995’s “Minas Morgul” shows a changed band. Gone are the pure-black-metal days, sacrificed upon the altar of a soundtrack-esque synth-based sound. Fortunately, the guitars are not impeded by the keyboards. On the contrary, they embroider heart-wrenching, long-paced, mid-tempo riffs, which attach themselves on the listener’s memory sensors. Following the release of “Minas Morgul”, their discography was of equal quality, but here is where it all started.