Η αρχέγονη πόλη, Clark Ashton Smith

Η Αρχέγονη Πόλη (The Primal City) βασίζεται σε ένα όνειρο του Κλαρκ Άστον Σμιθ, όπως αναφέρει ο ίδιος στην αλληλογραφία του με τον Λάβκραφτ. Η ιστορία ολοκληρώθηκε το 1934 και εκδόθηκε το Νοέμβριο του ίδιου έτους στις σελίδες του περιοδικού The Fantasy Fan, ενώ προηγουμένως είχε απορριφθεί από το Weird Tales ως πεζό ποιήμα δίχως ουσιαστική πλοκή (συνηθισμένο φαινόμενο όσον αφορά την αντιμετώπιση του ΚΑΣ από τα παλπ περιοδικά της εποχής).
Πνευματικά, το διήγημα βρίσκεται πολύ κοντά στην Αναγέννηση του Λόρδου Έρνι (The Regeneration of Lord Ernie) του Άλτζερνον Μπλάκγουντ – και οι δυο ιστορίες καταπιάνονται με το στοιχειακό μεγαλείο καθώς αυτό αποκαλύπτεται στο τραχύ βουνό. Όσον αφορά το μυστηριακό μοτίβο της ορεινής ανάβασης, το διήγημα θυμίζει και την έτερη ιστορία από τη συλλογή Incredible Stories του Μπλάκγουντ, τη Θυσία (The Sacrifice).
Το στοιχείο (του αέρα στην προκειμένη) παρουσιάζεται με υπόσταση και ζωντάνια, με φύση ακατάληπτη και μεγαλειώδη, επικίνδυνη και μη ανθρώπινη. Ο συγγραφέας δεν προσπαθεί να φέρει το στοιχειακό στα μέτρα μας, αλλά μέσω της γλώσσας να φέρει τον άνθρωπο κοντά στην εμπειρία του αγέρα και της καταιγίδας και του νυχτοκτόνου κεραυνού. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα παθητικό,άψυχο τερέν που αποτελεί αντικείμενο προς ανθρώπινη εκμετάλλευση, μα με έναν ανιμιστικό, πανζώντανο, πραγματικό κόσμο του οποίου ο άνθρωπος δεν είναι κυβερνήτης και εξουσιαστής μα απλά ένα (μη ιεραρχημένο)τμήμα.
Μελανό σημείο της ιστορίας η αντιμετώπιση του ιθαγενή οδηγού από τον συγγραφέα, όπου (ακολουθώντας την αναμενόμενη για την εποχή ρατσιστική αντίληψη) τον περιγράφει ως έναν χαμηλότερης νοημοσύνης άνθρωπο.

Τώρα που τα γεγονότα αυτά αποτελούν παρελθόν και μια ακλόνητη αμφιβολία λεηλατεί τις αναμνήσεις μου, δεν είμαι σίγουρος για το λόγο που μας οδήγησε σε εκείνη την απάτητη περιοχή. Θυμάμαι πάντως πως τη μνημόνευε ξεκάθαρα ένα βιβλίο, του οποίου εμείς κατείχαμε το μοναδικό αντίτυπο: στις σελίδες του υπήρχαν αναφορές σε κάποια αχανή προανθρώπινα ερείπια που βρίσκονταν κάπου ανάμεσα στα γυμνά υψίπεδα και τις βλοσυρές κορυφές εκείνης της έκτασης. Δε θυμάμαι πώς είχε φτάσει στην κατοχή μας αυτός ο τόμος. Ξέρω όμως πως εγώ και ο Σεμπάστιαν Πόλντερ είχαμε αφιερώσει τα περισσότερα από τα χρόνια μας στην αναζήτηση απόκρυφης γνώσης – και αυτό το βιβλίο ήταν η επιτομή όλων των πραγμάτων που οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει ή αγνοήσει στην επιθυμία τους να αποκηρύξουν το ανεξήγητο.

Όντας ερωτευμένοι με το μυστήριο και ψάχνοντας αέναα για όσα έχει παραβλέψει η επιστήμη, γοητευτήκαμε από τις σελίδες του βιβλίου, γραμμένες καθώς ήταν σε ένα αρχαϊκό αλφάβητο‧ η σκέψη μας αλυσοδέθηκε πάνω τους. Η τοποθεσία των ερειπίων αναφερόταν ξεκάθαρα, έστω και με όρους μιας απαρχαιωμένης γεωγραφίας‧ και θυμάμαι ακόμη τον ενθουσιασμό μας όταν σημειώσαμε σε μια υδρόγειο σφαίρα την τοποθεσία. Μας πλημμύρησε μια άγρια προσμονή για την παράξενη αυτή πόλη, όντας πλέον σίγουροι πως μπορούσαμε να τη βρούμε. Ίσως θέλαμε να επιβεβαιώσουμε μια παράξενη και φοβερή θεωρία που είχαμε σχηματίσει σχετικά με τη φύση των πρωταρχικών κατοίκων της γης‧ ίσως ψάχναμε για τα θαμμένα αρχεία μιας χαμένης επιστήμης… ή ίσως υπήρχε κάποιο άλλος, σκοτεινότερος στόχος.

Δε θυμάμαι τίποτα από την πρώτη φάση του ταξιδιού μας – οι αποστάσεις που είχαμε καλύψει πρέπει να ήταν μεγάλες, μα άχαρες και κουραστικές. Θυμάμαι όμως χαρακτηριστικά πως ταξιδεύαμε για μέρες μέσα από γυμνά, άδεντρα οροπέδια που υψώνονταν σαν αναχώματα, το ένα μετά το άλλο προς τις παρατεταγμένες πυραμιδοειδείς κορυφές που φύλαγαν τον προορισμό μας. Είχαμε για οδηγό ένα νωθρό και λιγομίλητο ιθαγενή, που η νοημοσύνη του φαινόταν ελάχιστα μεγαλύτερη από αυτήν των λάμα που κουβαλούσαν τις προμήθειές μας. Δεν είχε επισκεφτεί ποτέ τα ερείπια, αλλά μας είχε διαβεβαιώσει πως γνώριζε το δρόμο – ήταν ένα μυστικό που το ήξεραν κάποιοι από το λαό του. Όσο για τις παραδόσεις της περιοχής σχετικά με τα ερείπια που ψάχναμε και τους κατασκευαστές τους, αυτές ήταν σπάνιες και ελλιπείς‧ παρά τις ερωτήσεις μας, δεν μπορέσαμε να μάθουμε κάτι που δεν γνωρίζαμε ήδη από το πανάρχαιο βιβλίο. Φαίνεται πως η πόλη δεν είχε όνομα και η περιοχή ήταν απάτητη από ανθρώπους.

Η λαχτάρα και η περιέργεια μας κατέτρωγαν τα σωθικά σαν τροπικός πυρετός‧ ποσώς νοιαζόμασταν για τους κινδύνους και δυσκολίες που μπορεί να έκρυβε η εξερεύνηση. Πάνω μας απλωνόταν το αιώνιο κυανό των καθαρών ουρανών, πλήρως εναρμονισμένο με το άδειο τοπίο. Η διαδρομή έγινε απότομη‧ μπροστά μας πλέον υπήρχε μια ερημιά από γκρεμούς, σπασμένα βράχια και άγρια χάσματα, όπου κατοικούσαν μονάχα οι πιο μοχθηροί από τους ευρύφτερους κόνδορες.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που χάναμε οπτική επαφή με τις ρωμαλέες κορυφές που είχαμε βάλει για σημάδι. Ο οδηγός μας όμως δεν έχανε το δρόμο, σαν να τον οδηγούσε κάποιο ένστικτο πιο βαθύ από τη μνήμη ή την νοημοσύνη‧ δε δίστασε σε κανένα σημείο. Ανά διαστήματα συναντούσαμε τα σπασμένα απομεινάρια ενός λιθόστρωτου δρόμου που κάποτε πρέπει να διέσχιζε ολάκερη αυτήν την ρημαγμένη περιοχή: φαρδιές, κυκλώπειες πλάκες από γνευσίτη, που θαρρείς τις είχαν τοποθετήσει καταιγίδες αιώνων παλιότερων από την ανθρώπινη ιστορία. Σε κάποια από τα βαθύτερα χάσματα είδαμε τις διαβρωμένες βάσεις από τρανές γέφυρες που κάλυπταν το κενό σε αλλοτινές εποχές. Αυτά τα ερείπια μας καθησύχασαν, γιατί στον αρχέγονο τόμο υπήρχαν αναφορές σε τεράστιες γέφυρες και μια λεωφόρο που οδηγούσε στη θαυμαστή πόλη.

Ο Πόλντερ κι εγώ ενθουσιαστήκαμε με την ανακάλυψη‧ παράλληλα όμως μας διαπέρασε ένας παράξενος τρόμος καθώς προσπαθήσαμε να διαβάσουμε κάποιες επιγραφές που ήταν βαθιά χαραγμένες στις φθαρμένες πέτρες. Κανείς ζωντανός, όσο εμβριθής κι αν ήταν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, δε θα μπορούσε να αποκρυπτογραφήσει αυτούς τους χαρακτήρες‧ ίσως ήταν αυτή η φύση τους που μας είχε φοβίσει, τόσο απομακρυσμένη από καθετί καταγεγραμμένο. Γιατί, μπορεί να ήμασταν δυο άνθρωποι που είχαμε ψάξει επιμελώς κατά τη διάρκεια πολλών επίπονων ετών για οτιδήποτε μπορεί να υπερβαίνει την ίδια την έννοια της θνητότητας μέσω της ιλιγγιώδους ηλικίας ή παραξενιάς‧ μπορεί να είχαμε λαχταρίσει με ζήλο το απόκρυφο και το παράδοξο‧ όμως μια τέτοια λαχτάρα δεν είναι ασύμβατη με το φόβο και την αποστροφή. Εμείς ξέραμε, καλύτερα από όσους έχουν μείνει εντός των φυσιολογικών μονοπατιών της έρευνας, τους κινδύνους που ελλοχεύουν στις εξωφρενικές και μοναχικές αναζητήσεις μας.

Είχαμε συζητήσει πολλές φορές για το αίνιγμα της βουνόχτιστης πόλης, επιδιδόμενοι σε εικασίες ποικίλης αξιοπιστίας. Αλλά καθώς φτάναμε στο τέλος του ταξιδιού μας, καθώς τα απομεινάρια του αρχαϊκού αυτού λαού πλήθυναν ολόγυρά μας, η σιωπή μας όλο και μάκραινε, σαν να κοινωνούσαμε από τη λακωνικότητα του ατάραχου οδηγού μας. Από το μυαλό μας πέρναγαν σκέψεις υπερβολικά παράξενες για να εκφραστούν δυνατά. Το ψύχος αρχαίων αιώνων ξεγλίστρησε από τα ερείπια, τυλίχτηκε στις καρδιές μας και θρονιάστηκε εκεί.

Συνεχίσαμε μοχθώντας ανάμεσα σε έρημους βράχους και στείρους ουρανούς. Η ατμόσφαιρα είχε αραιώσει από το υψόμετρο κι έκανε τα πνευμόνια να πονάνε σε κάθε εισπνοή λες και ρουφούσαν κοσμικό αιθέρα. Το μεσημέρι φτάσαμε σε ένα στενό, μακρύ φαράγγι. Στην πέρα άκρη του είδαμε, μέσω μιας ιλιγγιώδους προοπτικής, να υψώνεται μπροστά μας η πόλη που ψάχναμε – αυτή που αναφερόταν ως ανώνυμο ερείπιο στον τόμο εκείνον που προϋπήρχε κάθε γνωστού βιβλίου.

Το μέρος ήταν χτισμένο πάνω σε μια ενδότερη κορυφή της οροσειράς, η οποία περιτριγυριζόταν από άλλα αχιόνιστα υψώματα, ελαφρώς πιο απότομα και ψηλά από την ίδια. Από τη μια πλευρά της η βουνοκορφή σχημάτιζε έναν απότομο γκρεμό εκατοντάδων μέτρων‧ από την άλλη, κατέβαινε κλιμακωτά σαν ζιγκουράτ‧ η τρίτη της πλευρά, αυτή που μας αντίκριζε, ήταν μια απότομη ανηφόρα με σπασμένα σκαλοπάτια και καμινάδες, μα δεν φαινόταν να αποτελεί σημαντική πρόκληση για έμπειρους ορειβάτες. Ο βράχος ολάκερης της πλαγιάς ήταν κομματιασμένος και, παραδόξως, καψαλισμένος. Εξίσου φθαρμένα και σπασμένα ήταν τα τείχη της πόλης που είδαμε να στεφανώνουν την κορφή του βουνού, χιλιόμετρα ακόμη μακριά μας.

Ο Πόλντερ κι εγώ ατενίσαμε τον καρπό της αναζήτησής μας, δίχως να δώσουμε φωνή στις σκέψεις και τα συναισθήματά μας. Ο ντόπιος δεν έκανε κάποιο σχόλιο, παρά μόνο έδειξε αδιάφορα προς την κορφή με το ερειπωμένο στεφάνι. Επιταχύναμε, θέλοντας να φτάσουμε όσο υπήρχε ακόμη φως‧ και αφού περάσαμε μέσα από μια αβυσσαλέα κοιλάδα, αρχίσαμε, το απόγευμα, την ανάβαση της πλαγιάς προς την πόλη.

Εντυπωσιαστήκαμε ξανά από την παράδοξη μαυρίλα του βράχου, από τις πάμπολλες σχισμές που τον διέτρεχαν. Ήταν σαν να σκαρφαλώναμε ανάμεσα στις γκρεμισμένες, καψαλισμένες πέτρες ενός κάστρου φτιαγμένου από Τιτάνες. Όλη η πλαγιά είχε σχιστεί και διαχωριστεί σε τεράστιες γωνιώδεις επιφάνειες‧ κάποιες από αυτές μάλιστα είχαν υαλοποιηθεί, δυσκολεύοντας την ανάβασή μας. Φαίνεται πως κάποια στιγμή στο παρελθόν μια τερατώδης θερμότητα είχε αγγίξει όλον αυτόν τον τόπο, παρόλο που δεν υπήρχαν ηφαιστειακοί κρατήρες στα γύρω βουνά. Εξαιρετικά προβληματισμένος, θυμήθηκα ένα χωρίο από τον αρχαίο τόμο, το οποίο υπονοούσε με διφορούμενο τρόπο τη σκοτεινή μοίρα που είχε αφανίσει πριν ανυπολόγιστο καιρό τους κατοίκους της πόλης: «Είχαν υψώσει τα τείχη και τους πύργους τους πολύ ψηλά, φτάνοντας στη γη των νεφών‧ και τα σύννεφα μες στο θυμό τους κατέβηκαν και κατατρόπωσαν την πόλη με τρομερές φλόγες‧ και εφεξής στο μέρος αυτό δεν κατοικούσαν οι πρωταρχικοί γίγαντες που το είχανε χτίσει‧ μονάχα τα σύννεφα έστεκαν ως φύλακες του τόπου.» Από αυτό όμως το εδάφιο δεν μπορούσα να βγάλω κάποιο σαφές συμπέρασμα: η ιδέα παραήταν φανταστική για να την εκλάβω ως οτιδήποτε άλλο πέρα από ένα αμφίβολο σχήμα λόγου.

Είχαμε αφήσει τα τρία λάμα στη βάση της πλαγιάς, και πήραμε μονάχα όσες προμήθειες θα χρειαζόμασταν για μια νύχτα. Έτσι λοιπόν, δίχως αξιοσημείωτο φορτίο, προχωρήσαμε γοργά παρά τα ποικιλόμορφα εμπόδια που πρότασσαν εναντίον μας οι σπασμένοι γκρεμοί. Μετά από λίγο φτάσαμε στην αρχή μιας λαξευμένης κλίμακας που ανέβαινε προς την κορυφή‧ τα σκαλιά της όμως είχαν φτιαχτεί για κολοσσιαία πόδια, ενώ σε αρκετά σημεία είχαν την τύχη των υπόλοιπων κατεστραμμένων ερειπίων‧ για αυτό και δε διευκόλυναν ιδιαίτερα την ανάβασή μας.

Ο ήλιος ήταν ακόμη ψηλά πάνω από το δυτικό πέρασμα πίσω μας‧ για αυτό και, καθώς προχωρούσαμε, εξεπλάγην από το ξαφνικό σκοτείνιασμα της καρβουνιασμένης μαυρίλας των βράχων. Κοιτώντας πίσω είδα πως αρκετές γκρίζες αέριες μάζες – θα μπορούσαν να είναι σύννεφα ή καπνός – μαζεύονταν αργά γύρω από τις κορφές που δέσποζαν πάνω από το πέρασμα‧ και μια από αυτές τις μάζες, υψώνοντας ένα ανάστημα δίχως μέλη, όρθια, κολοσσιαία, είχε παρεμβληθεί ανάμεσα σε εμάς και τον ήλιο.

Το πρόσεξαν κι οι άλλοι δύο. Το καλοκαίρι η νέφωση είναι πρωτόγνωρο φαινόμενο για αυτά τα άνυδρα βουνά, ενώ και η παρουσία καπνού θα ήταν δύσκολο να εξηγηθεί. Και πέρα από όλα αυτά, οι γκρίζες μάζες ήταν αυστηρά αποκομμένες η μια από την άλλη, και κατείχαν μια περίεργη αδιαφάνεια και οξύτητα περιγράμματος. Με μια πιο προσεκτική ματιά δεν έμοιαζαν με κανένα σύννεφο που είχαμε δει στη ζωή μας – είχαν μια περίεργη υπόνοια βάρους και στερεότητας. Έμοιαζαν να φουσκώνουν και να υψώνονται, πλησιάζοντάς μας μέσα από έναν γαλανό ουρανό όπου μέχρι στιγμής δεν υπήρχε ίχνος πνοής ανέμου. Πετούσαν με τρόπο ευθυτενή που θύμιζε τεράστιες κολώνες αλλά και γίγαντες που διασχίζουν μια απέραντη πεδιάδα.

Θαρρώ πως όλοι νιώσαμε μια προειδοποίηση, ασαφή αλλά άκρως επιτακτική. Μας είχανε μαντρώσει άγνωστες δυνάμεις – ήμασταν αποκομμένοι από κάθε οδό διαφυγής. Ξαφνικά, οι αχνοί θρύλοι του αρχαίου τόμου είχαν μετατραπεί σε απειλητική αλήθεια. Είχαμε φτάσει σε ένα μέρος κρυμμένων κινδύνων – και οι κίνδυνοι αυτοί μας είχαν εντοπίσει. Υπήρχε κάτι σβέλτο κι αδυσώπητο στην κίνηση των σύννεφων, κάτι που υπονοούσε νοημοσύνη. Τρομαγμένος ο Πόλντερ, είπε αυτό που ήδη σκεφτόμουν:

«Είναι οι φρουροί αυτού του τόπου! Μας εντόπισαν!»

Ακούσαμε μια άγρια φωνή από τον ιθαγενή. Ακολουθώντας το βλέμμα του είδαμε πως αρκετές από τις αφύσικες νεφομορφές είχαν εμφανιστεί στην κορυφή προς την οποία ανεβαίναμε, πάνω από το μεγαλιθικά ερείπια. Κάποιες υψώνονταν μισοκρυμμένες ακόμη από τα τείχη, σαν να ανέβλυζαν από τους προμαχώνες‧ άλλες στέκονταν στους ψηλότερους πύργους και πολεμίστρες, σφύζοντας με δυσοίωνη απειλή σαν την αντάρα της καταιγίδας.

Τότε με τρομερή ταχύτητα, πλήθος ακόμη νεφελώδεις παρουσίες υψώθηκαν ταυτόχρονα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, αναδυόμενες πίσω από τις σκελετωμένες κορυφές ή υλοποιούμενες ξάφνου στη μέση του ουρανού. Με την ίδια αστραπιαία ταχύτητα, σαν να υπάκουσαν σε μια σιωπηρή εντολή, μαζεύτηκαν όλες μαζί σε συγκλίνουσες γραμμές πάνω από τα απρόσιτα σαν αετοφωλιά ερείπια. Ολάκερη η πλαγιά γύρω μας, καθώς και η κοιλάδα πιο κάτω, βυθίστηκαν σε ένα παράξενο και φοβερό λυκόφως που θύμιζε ολική έκλειψη.

Ακόμη δε φύσαγε ούτε πνοή ανέμου. Η ατμόσφαιρα όμως είχε βαρύνει και μας πίεζε λες και κουβαλούσε τα φτερά μυριάδων κακοδαιμόνων. Συνειδητοποίησα πως ήμασταν σε εκτεθειμένη θέση, μιας και είχαμε σταματήσει σε ένα πλατύσκαλο της βουνοσκαμμένης σκάλας. Θα μπορούσαμε να είχαμε κρυφτεί ανάμεσα στα πελώρια θραύσματα της πλαγιάς‧ αλλά επί της παρούσης ήταν αδύνατο να κάνουμε έστω και την παραμικρή κίνηση. Η αραιή ατμόσφαιρα μας είχε αφήσει αδύναμους, λαχανιασμένους, ενώ το ψύχος του υψομέτρου μας είχε κατακλύσει.

Τα Σύννεφα συναθροίστηκαν ολόγυρα, πάνω μας. Υψώθηκαν στο ζενίθ, απλώθηκαν σε μια ανυπέρβλητη απεραντοσύνη. Οι μορφές τους σκοτείνιασαν σαν τους Τιτάνες στα Τάρταρα. Ο ήλιος είχε εξαφανιστεί‧ ούτε μια ισχνή αχτίδα δεν υπήρχε σαν ένδειξη πως το άστρο της ημέρας δεν είχε πέσει από τους αιθέρες, πως έστεκε ακόμη και δεν είχε καταστραφεί.

Ένιωσα να συντρίβομαι πάνω στο βράχο από το αόμματο βλέμμα της τρομερής αυτής ομήγυρης‧ ήταν σαν να με κρίνει και καταδικάζει. Είχαμε καταπατήσει μια περιοχή που προ πολλού είχε κυριευτεί από παράξενες στοιχειακές οντότητες. Είχαμε προσεγγίσει το ίδιο τους το κάστρο – και τώρα θα βρίσκαμε το χαμό μας, καταδικασμένοι από την βιασύνη και την απροσεξία μας. Αυτές οι σκέψεις πέρναγαν από το μυαλό μου σαν μαύροι κεραυνοί.

Τότε, για πρώτη φορά, άκουσα ένα ήχο – αν η λέξη αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάτι τόσο πρωτόγνωρο. Ήταν λες και η πίεση που ένιωθα απέκτησε φωνή, σαν απτοί κεραυνοί να χιμούσαν γύρω μου. Τους ένιωθα, τους άκουγα με κάθε νεύρο‧ βρυχιόνταν μέσα στο κεφάλι μου σαν νεροποντές που ξεχύνονται από τις ανοιχτές πύλες ενός τρομερού φράγματος που κρατάει πίσω του έναν κόσμο πνευμάτων.

Οι νεφελώδεις σύντροφοι κατέβηκαν αγριεμένοι πάνω μας με Ατλάντιες δρασκελιές δίχως να έχουν ανάγκη από άκρα. Είχανε την ορμητικότητα των ανέμων που σαρώνουν τις βουνοπλαγιές. Η ατμόσφαιρα σχίστηκε με τον σάλο χιλίων καταιγίδων και γέμισε με άμετρη στοιχειακή μοχθηρία. Θυμάμαι αποσπασματικά τα γεγονότα που ακολούθησαν‧ αλλά η εντύπωση μιας αφόρητης σκοτεινιάς, ενός δαιμονικού σάλου και ποδοπατήματος, και η πίεση θυελλωδών βαριών βηματισμών, θα παραμένει για πάντα ανεξίτηλη στο μυαλό μου. Ολόγυρα αντηχούσαν φωνές σαν πολεμικές σάλπιγγες θεών, αρθρώνοντας δυσοίωνες συλλαβές, ακατάληπτες από ανθρώπινα αυτιά.

Δεν μπορούσαμε ούτε στιγμή να σταθούμε μπροστά σε αυτές τις εκδικητικές Μορφές. Ριχτήκαμε με μανία στα σκοτεινιασμένα σκαλοπάτια της πελώριας σκάλας. Ο Πόλντερ και ο οδηγός ήταν λίγο πιο μπροστά μου: τους είδα μέσα σε αυτό το οδυνηρό λυκόφως, μέσα από χείμαρρους ξαφνικής βροχής, στην άκρη ενός βαθιού χάσματος που είχαμε παρακάμψει ανεβαίνοντας. Τους είδα να πηδούν μαζί – και όμως ορκίζομαι πως δεν έπεσαν μέσα στο χάσμα: καθώς αυτοί πήδηξαν μια από τις Μορφές συστράφηκε, τους έφτασε κι έσκυψε πάνω τους. Υπήρξε μια βλάσφημη, αδιανόητη συγχώνευση μορφών, σαν τα θεάματα που αποκαλύπτει ο υψηλός πυρετός‧ για μια στιγμή οι δύο άντρες ήταν σαν ατμοί που διογκώθηκαν, στροβιλιστήκαν και υψώθηκαν καθώς η γιγαντιαία μορφή τους κάλυψε. Το αποτρόπαιο σύνολο ήταν ένας ομιχλώδης Ιανός, δυο κεφάλια και σώματα που συντήκονταν έχοντας χάσει την ανθρωπιά τους μέσα σε αυτήν την υπερφυσική στήλη…

Μετά από αυτό δε θυμάμαι τίποτα, εκτός από μια αίσθηση ιλιγγιώδους πτώσης. Χάρη σε κάποιο θαύμα πρέπει να έφτασα στην άκρη του χάσματος και να έπεσα μέσα, δίχως να με αρπάξει κάποια μορφή όπως τους άλλους δύο. Το πώς δραπέτευσα από αυτήν την καταδίωξη των νεφελωδών Φυλάκων θα παραμείνει αιώνιο αίνιγμα. Ίσως, για κάποιο ανεξιχνίαστο δικό τους λόγο, μου επέτρεψαν να φύγω.

Όταν ξύπνησα, τα αστέρια έλαμπαν πάνω μου σαν παγωμένα αδιάφορα μάτια που ξεπροβάλουν από μαύρα οδοντωτά πέτρινα χείλη. Το δριμύ κρύο της ορεινής νύχτας κυριαρχούσε. Το σώμα μου πόναγε σε αμέτρητα σημεία και το δεξί μου χέρι αποδείχτηκε άκαμπτο και αχρηστευμένο όταν προσπάθησα να σηκωθώ. Μια σκοτεινή ομίχλη τρόμου κατέπνιγε τη σκέψη μου. Σηκώθηκα με επίπονη προσπάθεια και φώναξα, παρόλο που ήξερα πως κανείς δε θα απαντούσε. Έπειτα, άναψα σπίρτα, το ένα μετά το άλλο, και επιβεβαίωσα πως ήμουν ολομόναχος στο χάσμα. Δεν υπήρχε πουθενά κανένα ίχνος των συντρόφων μου: είχαν χαθεί τελείως – όπως χάνονται τα σύννεφα…

Παρά το σπασμένο χέρι, εκείνη τη νύχτα κάπως κατάφερα να βγω από την απότομη σχισμή, να κατέβω την τρομακτική βουνοπλαγιά και να αφήσω πίσω μου εκείνη την ανώνυμη, φυλαγμένη, στοιχειωμένη περιοχή. Θυμάμαι πως ο ουρανός ήταν καθαρός και πως κανένα σύννεφο δε θόλωνε τα αστέρια. Κάπου στην κοιλάδα βρήκα ένα από τα λάμα που είχαμε αφήσει, φορτωμένο ακόμη με τις προμήθειές μας…

Καταφανώς οι Φύλακες δε με κυνήγησαν. Ίσως τους απασχολούσε μονάχα η φύλαξη της μυστηριώδους αρχέγονης πόλης από ανθρώπινους εισβολείς. Δεν πρόκειται ποτέ να μάθω το μυστικό αυτών των ερειπωμένων τειχών και κατεστραμμένων οχυρών, ούτε την τύχη των συντρόφων μου. Αλλά ακόμη, στα νυχτερινά μου όνειρα και τα ημερινά μου οράματα, οι σκοτεινές εκείνες Μορφές κινούνται με το θόρυβο και τη βροντή χιλίων καταιγίδων‧ και η ψυχή μου συντρίβεται επί της γης με το φορτίο της εγγύτητάς Τους‧ Αυτοί περνάνε πάνω μου με την ταχύτητα και την απεραντοσύνη εκδικητικών θεών‧ κι εγώ ακούω τις φωνές Τους να ηχούν σαν ουράνιες σάλπιγγες, με δυσοίωνες συλλαβές που σείουν τον κόσμο, ασύλληπτες από το ανθρώπινο αυτί.

Μετάφραση: Χρυσόστομος Τσαπραΐλης

Advertisements

Λυσσαλγία

0182
Στις παρυφές του ερημικού χωριού, ερχόμενος ο επισκέπτης από το Νότο (σημάδι ότι προσφάτως γαλουχήθηκε στη βιριδιανή ηψικάμινο του γειτνιάζοντος άβατου ρουμανιού, του επί χιλιετηρίδες αφιερωμένου στην – ιδιαίτερα στείρα όσον αφορά την απόδοση παρουσιών σε γραπτές αναφορές – έκφανση του Πάνα ως το άφθαρτο άρμα που κατέλαβαν οι Μινυάδες κατά τη διονυσιακή εξύψωσή τους μέσω του οριζοντοθραυστικού αγγίγματος των Μανιών) καλωσορίζει το θέαμα του άχαρου, γκριζωπού μα καλοδιατηρημένου μοναστηριού, οασικό αγκυροβολικό αντίβαρο για τους καταπονημένους από άχραντη αλογικότητα οφθαλμούς. Βασάλτης σε βασάλτη, απείθεια στις προσταγές της καμπύλης, πλέον μονοκόμματη και μονολιθική της πτώσεως πέλεκυ δημίου, η φωλιά της απόκοσμης αφοσίωσης στέκεται για αιώνες ως ακούσια μήτρα οικισμών, βραχύβιων στο σύνολό τους, μα πεισματικά διαιωνίζοντας τον δίαυλο επαφής των ασκητών με το κοσμικό σμάρι, καθιστώντας αμφισβητήσιμη την υιοθέτηση του ερημιτικού όρου από τους μοναχούς.

Ήξερα ότι η καρδιά του συμπλέγματος, ο Ναός του Κρεμάμενου Ικέτη, περήφανα διέχεε νεφελώδη ερεθίσματα στα επίγεια νεύρα του Κυρίου, χαλεπείς μονάδες αραχνιασμένων κυττάρων του άχρονου Αδάμαντα. Πυρακτωμένη εθελοτυφλία με έστειλε να υποτάξω την αδάμαστη δέσποινα των ουράνιων ιστών. Σπίλωση θεώρησαν την ακατήχητη ευγένεια των απλοϊκών παγανών, τη ζέση των αδιάβλητων προσφορών τους, ως βλασφήμια συκοφάντισαν την πλέξη του εργόχειρου της λυσσαλγίας. Μα οι ήλοι των εξαπτέρυγων ευσφράγιστα κρατούν τα μάτια που δεν άγγιξε η λάμψη της Μανίας και από τα τέσσερα σημεία της πλάσης δεν μου ορίσανε κάποιο για απαγορευμένο, έτσι τη μύηση του μεσονύκτιου Νοτιά στάθηκα άξιος να καρπωθώ.”

Ο ταξιδιώτης, παρά την αγαλλίαση της μεταλλαγής του τοπίου από ακατέργαστα αναχρονικό (στα όρια του εχθρικού για πάσα ενσυνείδητη ύπαρξη που έχει αποποιηθεί τα ασυμβίβαστα ένστικτα του πρωτόλειου επιβιωτή) σε γνώριμα εξανθρωπισμένο, εναντιώμενος παράδοξα στην ανακουφιστική όψη του θρησκευτικού κτιρίου, την τόσο αναλγητική για τις φρενολογικές αστάθειες που επικτήθηκαν κατά τη διέλευση του δασικού τιτάνα, θα αποφύγει την σκιασμένη είσοδο με τα δύο δρύινα φύλλα να στέκονται σαν παράδοξα αγνές ιερές πόρνες, προσκλητήριες σειρήνες, τα πρόσωπα και τα άκρα των οποίων παρά ταύτα φαντάζουν εξαιρετικά συγκεχυμένα, θαρρείς για να ανασύρουν από την ταραγμένη επιφάνεια του υποσυνείδητου αντιστοιχίες απόλυτης ταύτισης με γνώριμα στο θεατή εκλιπόντα πρόσωπα. Μια πιο προσεκτική ματιά τείνει να καταντά αδύνατη για τον επιθυμών τη διατήρηση της λειτουργικότητας των ήδη ροκανισμένων νημάτων λογικής, και οι τάσεις αυτοσυντήρησης οδηγούνε τα πόδια βορειοδυτικά του κλίτους, προς την ευμεγέθη έκταση ενός περιφερικού στον οικισμό χωματόδρομου.

Η γλώσσα της προβαβελικής κτίσης καθορίζει και πλαισιοποιεί τη διαύγεια της πνοής που μου αποκαλύφθηκε στην εστεμμένη έξοδο από το βάραθρο της σμαραγδένιας πολιτείας. Τα παιδιά Της, μακάρια πως θα τιτλοφορούντανε ευθύς, σείοντας από πάνω τους την παροντική κόρη της αμάθειας, που πλανεμένα τα αναγκάζει να αυτοαποκαλούνται ορφανά, με δέχτηκαν με πληγές και καλάθια, την ανάσα του ερπετού που κατακεραυνώνεται πριν κουλουριασμένο ενστερνιστεί το δέντρο και το δέντρο απωλέσει τους καρπούς του στο αδύναμο κοπάδι από τους σπασμούς του ευεργέτη. Τους επέστησα αναμονή και ζήλο στην εκπλήρωση των βουλών των τριών που παρακολουθούν αγέννητοι. Και αυτά με ευλογήσανε με την περιήγηση στα δώματά της και εκεί παρόλο που χλώμιασαν μου δείξανε αυτό που είχανε βγάλει από τα σωθικά της Κυβέλης και κατάλαβα πώς θα αποτίναζα τις αναθυμιάσεις.”

Ο περιηγητής καλείται να θαυμάσει την προοπτική που του ανοίγεται στην ανακάλυψη ενός λοφίσκου, μέχρι πρότινος κρυπτού από συστάδες αγριελάτων, των οποίων τα εξαιρετικά τραχιά βελονόφυλλα δημιουργούν στον καταπονημένο νου συνειρμούς για την βδελυρή ειδική ποιότητα των εδαφικών θρεπτικών στοιχείων και την παρουσία ανησυχητικών θαμπών αντανακλάσεων ανάμεσα στις ρίζες, μα η ατσαλωμένη θέληση μπορεί να συγκεντρωθεί με ένα στιγμιαίο βύθισμα των ακρόνυχων του ενός χεριού στην παλάμη, κι έτσι το μπαστούνι κινά γοργά προς το ύψωμα. Το υπερβολικά στρογγυλεμένο σχήμα του και η ομοιομορφία του χωματικού τάπητα μπορεί να προϊδεάσει τον αρχαιολάτρη φυσιοδίφη για την αναμενόμενη ονειροπόληση περί καταβαραθρωμένων τύμβων, θολωτών τάφων, και ακόμη κι ο αλαφροΐσκιωτος που θα αναφερθεί σε παγανιστικές δοξασίες σποράς οδοντικών θραυσμάτων για την βεβήλωση των νεκρών θα μπορούσε να δικαιολογηθεί με μια προσεκτική ματιά στο έδαφος, κάτι όμως που στέκεται εξαιρετικά δύσκολο με την φαινομενικά απότομη επιδρομή της νύχτας, και την προσοχή στραμμένη στην ιδιόμορφη – γκροτέσκα θα λέγανε κάποιοι – πομπή που αχνοφαίνεται από την απομακρυσμένη του χωριού πλευρά του λόφου.

Παραδόπιστοι προκάτοχοι, ανάξιοι του ανεπαίσθητα οδυνηρού, απείρως θελκτικού αγγίγματος των οσίων δεσμών Της, εκκόλαψαν τα κελύφη της αιχμαλωσίας αυτού που μου ψιθύριζε πίσω από τα πέπλα της κούνιας, πέρα από τους τοίχους που ύψωσαν μωροί διαπλαστές, μα κάθε θύλακας του εργόχειρού Της μετατρέπεται σε υπερτιμημένο κελάρι τιμωρίας των, τιμή αχρείαστη, ανάξια για υποτακτικούς του Λόγου, πεφωτισμένα να αλυχτούνε γοές λατρείας για τμήματα της αιωνιότητας δυσπρόσιτα μεγάλα για το μάτι να αγκαλιάσει. Οι θυγατέρες της μέσα στην αφέλειά τους κοινωνούν μαρτυρικά το νέκταρ της επιστροφής, προσφέρουν άθελα τον σπόρο τους για την ιακωβική κλιμάκωση του βαράθρου, απόψε ζέυουνε ζώντα οστά στο άροτρο του πρώτου θηρευτή, ο γιος της Σεμέλης περίμενε καρτερικά.”

Καθώς ο μακάριος προσκυνητής συναντά οπτικά και ενσωματώνεται νοητικά με την αυστηρά θηλυκή κουστωδία του καθ-ιερωμένου αρότρου, ενδόμυχα ταλανίζεται ανάμεσα σε ανακούφιση και βέβηλη περιέργεια γύρω από το οψιδιανόχρωμο κάλυμμα του ινίου, το οποίο καθρεφτίζεται αρνητικά στις λευκές κεφαλοκαλύπτρες των δύο οδηγών και του ανθρώπινου υποχείριου, γραίες στιγματισμένες από θανατερό στο βίο τους. Καθηλωμένος εν τέλει σε κατηφορική πορεία προς τους απαστράπτοντες σιωπηλούς ψαλμωδούς της Σελήνης, τα χαμογελαστά δρέπανα των εννέα παρθένων, των αλαλάζοντων ουρανοενδυμένων κυνηγών των παραδόσεων, βρίσκει με αξιοθαύμαστη νηνεμία ψυχής ομφάλια θαλπωρική την επανένδυση του ορφικού προσωπείου. Μα δεν έχουν καταραστεί άδικα την αδιακρισία των ματιών ανά τους αιώνες πλήθος νοητών, και ιδού, το πενιχρής ετικέτας βλέμμα του ικέτη εξακοντίζεται προς το προδοτικά έκπτωτο κάλυμμα που κείτεται δίπλα στο μέχρι πρότινος προστατευμένο του, στο οποίο τώρα οριοζυγώνει η ματιά του τζέντλεμαν, και τίποτα περισσότερο δεν ειπώθηκε για αυτό που διακόρευε τη Γη.

Τα νύχια με κρεμάνε από το θόλο του ουρανού. Κρέμομαι εκεί. Τα νύχια Της τρυπάνε τα δικά μου, με κρατάνε αιωρούμενο με τον πόνο. Το χυδαίο γέλιο της αγνότερης παρθένου καθώς η Κεχαριτωμένη με κρεμάει από τα νύχια στο θόλο του ουρανού, τροχοί πύρινοι συστρέφονται και τα φτερά Της αναδιπλώνονται.”

*Τον περασμένο Μάιο ο πάτερ Σκοτ Φέργκισον διορίστηκε από το αρμόδιο εκκλησιαστικό όργανο στο χωριό Narrenburg (με παράξενη ιστορία κυκλικής εγκατάλειψης και επανεγκατάστασης) για ανάληψη ηγουμενικών καθηκόντων στην τοπική μονή της Δέσποινας των Ικεσιών, το μόνο πόλο σταθερότητας στην περιοχή. Παράλληλα είχε λάβει εντολή για διακριτική έρευνα φημολογιών περίστατικών παγανιστικών τελετουργικών που επιβίωναν στον αγροτικό πληθυσμό, περιέργως επικεντρωμένα στη διχαστική για την επίσημη θρησκεία, φημολογούμενα θαυματουργή εικόνα της Κυράς της Αυστηρότητας, φιλοτεχνημένη πολύ σταδιακά σε διάστημα δεκαετιών από νύχια πιστών. Μια πρόσφατη επιδημία φαίνεται πως είχε αναζωπυρώσει κάποια από τα τυπικά περίπλεξης χριστιανισμού και παλαιάς θρησκείας, ιδιαιτέρως από τις γυναίκες του χωριού. Στις αρχές Ιουνίου, μετά από καταγγελία ενός περαστικού που βρέθηκε να νοσηλεύεται με νευρικό κλονισμό και πληγές η φύση των οποίων αποσιωπήθηκε από την ιατρική κοινότητα, το χωριό απομονώθηκε με καραντίνα και ο πάτερ μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο ψυχιατρείο Πανόπτικον, ενώ μάταιες απέβησαν οι προσπάθειες για απόσπαση από τα χέρια του της θρησκευτικής εικόνας στην οποία είχε βυθίσει τα νύχια του.

Hoffnungstod

10417671_10152258897878282_5499423992369893639_n
Scroll down for English version


1652, σε μια φυλακή στο Λονδίνο:

Η καμπάνα σήμανε την πρώτη πρωινή ώρα. Η βροχή δεν είχε σταματήσει να πέφτει για δύο ηλιακούς κύκλους στην πόλη, και έβρισκε στο φεγγίτη του κελιού την ιδανική δίοδο για να εισέλθει στο σκυθρωπό κατάλυμα του. Οι σταγόνες δημιουργούσαν με τον συνεχή ήχο της πτώσης τους μια νεκρώσιμη ακολουθία, σχημάτιζαν με την πορεία τους μια αντίστροφη σκάλα του Ιακώβ, η οποία μετέφερε τις ικεσίες για ζωή, από τα ουράνια πίσω στον αποστολέα τους. Δεν είχε κάπου αλλού να στραφεί μέσα στην απελπισία του, παρά στην ανώτερη δύναμη, με την ύπαρξη της οποίας είχε γαλουχηθεί, με την πίστη στην οποία είχε ανατραφεί τις τρεις δεκαετίες της ζωής του.

Ο αβάς με το σημαδεμένο χέρι που τον επισκέφθηκε το προηγούμενο βράδυ του είχε υποσχεθεί πως η αθωότητά του, αν ήταν αληθινή, θα έλαμπε σαν αστίλβωτος χρυσός μπροστά στο μεγάλο δικαστή της ζωής και του θανάτου, θα του χάριζε μια θέση δίπλα στο δημιουργό του, απ’ όπου θα μπορούσε να τον υμνεί στο βάθος της αιωνιότητας. Μια αιωνιότητα που του φαινόταν πολύ μακρινή, παρ’ όλο που πλησίαζε όλο και περισσότερο με κάθε πένθιμη κωδωνοκρουσία. Δεν ήθελε να υμνεί κανέναν – τι βλάσφημη σκέψη λίγες ώρες πριν πεθάνει… – ήθελε να συνεχίσει να αναπνέει από τη σπασμένη μύτη του, να συνεχίσει να αγγίζει με τα γεμάτα εγκαύματα χέρια του, να συνεχίσει να σκέφτεται με την κουρελιασμένη από τα βασανιστήρια νόησή του. Τι κι αν το σώμα του είχε πληρώσει βαρύ φόρο στα όργανα των ανακριτών; Ήταν δικό του, παγωμένα ρίγη τον διαπερνούσαν στην ιδέα ότι σε λίγες ώρες θα το έχανε.

Τον ξαναέπιασε το στομάχι του, έπεσε στα γόνατα και προσπάθησε να αποβάλλει τα εναπομείναντα περιεχόμενα του στομαχιού του, να τα αφήσει ως αναθήματα μίσους στις πέτρινες πλάκες του δαπέδου. Δεν τα κατάφερε, ο λαιμός του κόμπιασε, πήγε να καταπιεί πηχτό σάλιο μα τα γδαρμένα τοιχώματα του οισοφάγου δεν το δέχτηκαν. Παντού η απόρριψη. Ήταν σαν η θηλιά να τον είχε σφιχταγκαλιάσει πρόωρα, τόσο ανυπόμονη μέσα στην τελεσίδικη ασπλαχνία της, τόσο αχόρταγη μέσα στην ακόρεστη βουλιμία της για καταδικασμένους λαιμούς. Του κόπηκε η ανάσα, τα χέρια του μάταια πάλεψαν με τον ανύπαρκτο κόμπο.

Συνήλθε, σηκώθηκε, πάτησε με τα γυμνά του πόδια σε μια νεοσχηματισμένη λιμνούλα, έπεσε ξανά, προσπάθησε να συρθεί με τα σημαδεμένα από τις πύρινες λεπίδες του εξεταστή χέρια του. Αποχωρίστηκε το σάλιο του και η όραση σκοτείνιασε, για να αποκαλυφθεί στον οφθαλμό του μυαλού του το ικρίωμα. Άνοιξε γοργά τα μάτια και ούρλιαξε χολωμένος. Δάκρυα κύλησαν στα βρώμικα μάγουλά, ο κόμπος στο στομάχι έγινε ακόμη πιο σφιχτός. Δεν ήθελε να πεθάνει. Όρμηξε στην λιτή αλλά τόσο αφοσιωμένη στο σκοπό της πόρτα και προσπάθησε να τη δαγκώσει με τα σπασμένα υπολείμματα των δοντιών. Ο πόνος αβάσταχτος, αλλά δεν του χάρισε ούτε ρανίδα ηρεμίας.

Η καμπάνα ήχησε την πέμπτη πρωινή. Άκουσε τα βαριά, αυστηρά βήματα των δεσμοφυλάκων να πλησιάζουν την απαραβίαστη θύρα. Άρχισε να κοπανάει ξανά το λίθινο πάτωμα, έσπασε τον ένα του καρπό. Η πόρτα ξεκλείδωσε, άνοιξε. Το φως του πυρσού τον τύφλωσε, η μυρωδιά του καμένου λίπους που χρησίμευε ως καύσιμη ύλη κυριάρχησε στην όσφρησή του. Χέρια δυνατά τον σήκωσαν, οι λαβές τον έσφιγγαν σαν μέγγενες. Τον έσυραν έξω από το κελί, έξω από τα υπόγεια του πύργου, στο πρώτο ρόδισμα του άνεφου ουρανού. Από τη διαδρομή το μυαλό του συγκράτησε ελάχιστα, είχε κλείσει κάθε δίοδο επικοινωνίας με τον εξωτερικό κόσμο, κλειδώθηκε στο αναμάσημα του αισθήματος της απελπισίας και του επερχόμενου τέλους.

Το επόμενο ερέθισμα που αξιολόγησε ήταν τα τελευταία λόγια του δικαστή: «..καταδικάζεσαι σε θάνατο δια απαγχονισμού. Είθε ο Θεός να δείξει έλεος στην ψυχή σου.» Κοίταξε γύρω του και είδε ότι τον είχαν ανεβάσει στην ξύλινη πλατφόρμα της κρεμάλας. Το κοινό του επικείμενου θανάτου του ήτανε μια ντουζίνα περίεργοι, αγουροξυπνημένοι αλήτες, ο δικαστής, οι τρεις φρουροί που τον μετέφεραν, και στην άλλη άκρη της πλατείας ένας μουσικός με έναν αυλό στο χέρι,. Μια θλιβερή κουστωδία για να επευφημήσει το κλείσιμο της αυλαίας του.

Άκουσε από πίσω μια βαριά ανάσα, γύρισε και είδε τον τελευταίο ηθοποιό στο θέατρο σκιών που ήταν η ζωή του. Κεφάλι σκεπασμένο από μαύρη κουκούλα, γκρίζα άχρωμα μάτια, πλαδαρά, γέρικα χέρια, με μια ουλή στην αριστερή παλάμη. Την παρατήρησε καθώς του πέρναγε τη θηλιά και δεν παραξενεύτηκε ιδιαίτερα που αναγνώρισε τον αβά ως δήμιό του. Μια ειρωνική σκέψη για τη συγχώρεση και την ανιδιοτελή αγάπη άρχισε να σχηματίζεται στο μυαλό του αλλά εξανεμίστηκε απότομα με το σφίξιμο του κόμπου στον αυχένα. Η καταπακτή άνοιξε κάτω από τα πόδια του, ένοιωσε να αιωρείται για λίγο, πριν ο ψυχρά επαγγελματικός κόμπος του σπάσει το λαιμό. Πρόλαβε με τον τελευταίο αέρα των πνευμόνων του να βγάλει μια πικρόχολη, απελπισμένη κραυγή και μετά πέθανε.

Ο μουσικός έφερε τον αυλό στα χείλη, αντί όμως να φυσήξει για να παίξει κάποια μελωδία, εισέπνευσε την τελευταία κραυγή του καταδικασμένου, την ύφανε σε νότες μέσα στα πνευμόνια του, και εκπνέοντας την παγίδεψε μέσα στο όργανο. Κατόπιν γύρισε, έβαλε τον αυλό στη ζώνη και συνέχισε το δρόμο του.

1349, σε ένα δρόμο της Νυρεμβέργης:

Το τελευταίο πτωματοφόρο κάρο της ημέρας είχε μόλις περάσει χωρίς να μαζέψει κάποιο φορτίο απ’ το καλύβι τους. Ένοιωθε τυχερή που θα κρατούσε συντροφιά στα τρία σπλάχνα της για μια νύχτα ακόμη. Τα βογκητά τους ήταν σα σαΐτες από ξύλο ελατιού με σκουριασμένες μύτες, που της διαπερνούσαν το κορμί, το τράνταζαν, και το κάρφωναν στο ξύλινο τοίχωμα του ταπεινού οικήματος. Όμως τα προτιμούσε από την ατέλειωτη σιωπή, από το να μείνουν αλάλητα για πάντα τα στόματα των παιδιών της.

Έβγαλε το βρεγμένο πανί από το μέτωπο του μεγαλύτερου, το βούτηξε στον κουβά με το νερό που είχε ανεβάσει απ’ το πηγάδι, και νωπό το ξανάσφιξε στο κεφάλι του. Σχημάτισε με το χέρι στον αέρα το ρούνο της Φρέια, και ψιθύρισε μια τρίστιχη προσευχή στην προγονική της θεά. Η χαμηλή ένταση της φωνής ήταν αποτέλεσμα πολυήμερης συνήθειας, δεν είχε σχέση με το φόβο της ανακάλυψης. Είχε πλέον διαβεί το κατώφλι αυτό, δεν την ενδιέφερε αν την κατηγορούσαν για λατρεία των παλιών θεών. Ο θεός που ήταν αναγκασμένη να λατρεύει σε όλη της τη ζωή είχε στείλει τον Μεγάλο Θάνατο ανάμεσά τους, ή έστω τον άφηνε να δρέπει ανεξέλεγκτα τις ζωές τους. Είχε σταματήσει να προσεύχεται όταν η πανούκλα πήρε τον άντρα της, δύο εβδομάδες νωρίτερα. Στράφηκε στους θεούς των πατέρων της, χωρίς να ξέρει πώς να τους λατρέψει, πώς να επικοινωνήσει μαζί τους. Ήταν μια τελευταία απελπισμένη έκκληση για σωτηρία, παρακάλαγε τον Όντιν να βγει καβάλα στον οχτάποδο Σλάιπνιρ, να κυνηγήσει το φάσμα της αρρώστιας απ’ την πόλη.

Η κραυγή του μικρότερου γιου την έβγαλε από την άκαρπη προσευχή της, την έκανε να πεταχτεί στο προσκεφάλι του. Από χτες είχε αρχίσει να μαυρίζει, να μελανιάζει στο δέρμα, και τα άκρα του ήδη σκοτεινιασμένα ανέδιδαν μια φρικτή δυσωδία, σαν κρέας που έχει αφεθεί για μέρες στον ήλιο του καλοκαιριού. Ήξερε τι θα συνέβαινε μέχρι το επόμενο πρωί. Πως ο αόρατος, ανίκητος μαύρος καβαλάρης θα απομυζούσε σιγά σιγά την πνοή του παιδιού της μέχρι να αφήσει ένα μισοσαπισμένο κουφάρι, βορά για τους νεκροθάφτες των αρχών. Θα το ανέβαζαν στο κάρο τους και θα το μετέφεραν σαν καυσόξυλο στη μεγάλη πυρά, που εδώ και εβδομάδες έκαιγε ακατάπαυστα, τρεφόμενη από τη σάρκα των θυμάτων. Εκεί που είχε καταλήξει ο άντρας της, οι γονείς της, εκεί που θα κατέληγε η ίδια, τα παιδιά της, η πόλη, ο κόσμος ολάκερος.

Σε δύο νύχτες της είχε μείνει μόνο ο μεγαλύτερος, μαυρισμένος κι αυτός απ’ την αρρώστια. Οι εκκλήσεις της στους αρχαίους θεούς δεν είχαν εισακουστεί, η ίδια ένιωθε τα πόδια της να σαπίζουν. Είχε πέσει από το ηλιοβασίλεμα δίπλα του, ανίκανη να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε κίνηση, αδυνατώντας ακόμη και να τον αγγίξει, παρ’ όλο που ούτε μέτρο δεν τους χώριζε. Ήταν σα να υπήρχε ένα τεράστιο χάσμα ανάμεσά τους, χάσμα που θα συνέχιζε να βρίσκεται εκεί και μετά το θάνατό τους. Οι άσπλαχνοι θεοί, παλιοί και νέοι της είχαν στερήσει ακόμη και το δικαίωμα να πεθάνει ακουμπώντας το αίμα της. Τους καταράστηκε νοερά, γιατί το σάλιο της είχε στεγνώσει προ πολλού, η γλώσσα της είχε γίνει μαύρη και πληγωμένη σαν το ροζιασμένο κορμό γέρικου εβένου. Καταράστηκε την ελπίδα, αυτή την άσπλαχνη πλανεύτρα που δεν την άφησε να πάρει τις ζωές και των τεσσάρων τους όταν μπορούσε. Τότε ξεψύχησε.

Ένας βρωμερός τσαρλατάνος καθόταν έξω απ’ το παράθυρό της από τη στιγμή που έπεσε ο ήλιος. Έφερε τον αυλό του στα χείλη και αφομοίωσε την τελευταία της κατάρα, την έπλεξε μέσα του και την έκλεισε στο κοκάλινο όργανό του. Ταίριαζε με αυτές που είχε ήδη μαζέψει, αλλά βρισκόταν πολύ μακριά ακόμη από την ολοκλήρωση. Έβαλε τον αυλό στη ζώνη του και απομακρύνθηκε μέσα στη νύχτα, πιο σιωπηλός κι από τον ίσκιο.

1180 π.Χ. στα ανάκτορα των Μυκηνών:

Κοίταξε την αντανάκλασή της στο ασημένιο κάτοπτρο που στόλιζε το βορινό τοίχο του διαμερίσματός. Ακόμη και μετά τις κακουχίες δέκα ολόκληρων ετών η μορφή της παρέμενε πανώρια, γνήσια πριγκίπισσα του Ιλίου. Αν ήταν ο αδερφός της ίσως και να φούσκωνε από υπερηφάνεια στη σκέψη της βασιλικής γενιάς. Δεν ήταν όμως. Ο Έκτορας, ο πολυαγαπημένος, ήταν για πάντα χαμένος στα κρύα δώματα του Πλούτωνα, διασυρμένος από το φονιά του. Η ίδια ήταν η Κασσάνδρα, η καταραμένη μάντισσα, καταραμένη από το καπρίτσιο ενός θεού. Ενός θεού φωτοδότη για όλους τους άλλους, γεννήτορα του εσωτερικού σκότους για την ίδια.

Ο καθρέφτης άρχισε να θαμπώνει, να σκοτεινιάζει. Αναγνώρισε τα σημάδια του επικείμενου οράματος. Σε μια σπάνια κρίση αντιδραστικής άρνησης, πέταξε το χάλκινο κύπελλο που κρατούσε, με απελπισμένη δύναμη πάνω στον καθρέφτη. Κατάφερε να κάνει μια μικρή αμυχή, από την οποία άρχισε να αναβλύζει σκούρο, πηχτό, κοχλάζον αίμα. Κάλυψε όλη την επιφάνεια του, εκτός από ένα τμήμα ακαθόριστου σχήματος στη μέση, οπού και εμφανίστηκε η εικόνα του λουτρού των ανακτόρων. Εκεί που ο νικητής του πολέμου την είχε βιάσει τις τρεις προηγούμενες βραδιές και θα συνέχιζε να το κάνει μέχρι να έβρισκε το κουράγιο να πάρει τη ζωή της με τα ίδια της τα χέρια.

Το λουτρό στον καθρέφτη παλλόταν, σα να το έβλεπε μέσα από αιμάτινη κουρτίνα. Είδε το μισητό βασιλιά να την πλησιάζει, να την παίρνει με τη βία, να αφήνει αιματηρά σημάδια στο κορμί της. Είδε τον Αίγισθο, το ανδρείκελο αυτό της Κλυταιμνήστρας να χυμάει πάνω τους πάνοπλος, μαζί με την προσωπική του φρουρά, να τους μαχαιρώνει με πάθος, να ξεσκίζει και να σκορπάει τις σάρκες του Αγαμέμνονα, να ερωτοτροπεί πάνω στο δικό της γυμνό, πεθαμένο κορμί.

Δεν τόλμησε να ελπίσει ότι το όραμα δεν ήταν αληθινό. Το είχε κάνει παλιότερα, και κάθε φορά, οι τραγικές επιβεβαιώσεις της ξερίζωναν τα ελάχιστα ψήγματα ελπίδας. Πλέον περίμενε παθητικά, δουλικά, την ολοκλήρωση της καταραμένης, σύντομης ζωής, παραδομένη σε ένα μοιρολατρικό κενό. Αυτή, η Κασσάνδρα, πριγκίπισσα της Τροίας, κόρη του Πριάμου και της Εκάβης, ερωμένη του Απόλλωνα και καταραμένη από τον ίδιο, θα έσβηνε, θα πήγαινε στις πένθιμες αίθουσες της Περσεφόνης, θα γινότανε μια από τις αναρίθμητες σκιές που αλυχτούν γοερά αυτό που έχουν χάσει, περιμένοντας τους ζωντανούς να προστεθούν στις τάξεις τους.

Ο μουσικός κοίταζε από το παράθυρο του λουτρού την πολύβουη σφαγή. Αυτή τη φορά δεν περίμενε κάποια φωνή για να αιχμαλωτίσει στο αρχαίο μουσικό του όργανο. Την είχε πάρει προ πολλού την κραυγή της Κασσάνδρας, πίσω στην Τροία, ενώ ο θεογέννητος Αχιλλέας έσερνε το σώμα του Έκτορα γύρω από τα τείχη. Ήθελε απλά να παίξει μια μελωδία γι’ αυτή, χωρίς νόημα, χωρίς ελπίδα, βασανισμένη, όπως η ζωή της. Έφερε τον αυλό στα χείλη, έπαιξε για λίγο, τον έβαλε στη ζώνη του και κίνησε για αλλού.

Κάπου στο χρόνο:

Επί χιλιετίες τις μάζευε, κραυγές από παντού, κραυγές θανάτου, πόνου, δυστυχίας, πάνω απ’ όλα απελπισίας, Τις έψαχνε μεθοδικά, τις αναζητούσε σε οποιοδήποτε τόπο, σε οποιοδήποτε χρόνο. Δεν ήταν επιλεκτικός, αρκούσε ο ήχος να ήταν μια ολοκληρωτική άρνηση του ενδόμυχου περιεχομένου του αυλού του. Να θρυμμάτιζε, έστω και απειροελάχιστα αυτό που κρυβόταν στα βαθύτερα λαγούμια του κοκάλινου σωλήνα. Και ήταν τόσες πολλές οι κραυγές, που το είχανε ροκανίσει σχεδόν ολοκληρωτικά. Έμενε μια ακόμη τελευταία και το έργο του θα ολοκληρωνόταν. Μετά μπορούσε να ξεκουραστεί.

Στην Ανατολή πορεύτηκε, στη μεγαλύτερη οροσειρά σκαρφάλωσε. Στη στέγη του κόσμου κούρνιασε όταν έπεσε η νύχτα. Εκεί, κάτω από το καθάριο, αγνό λαμπύρισμα των άστρων, πήρε τον αυλό στα πολύπαθα χέρια του, τον περιεργάστηκε για λίγο, νιώθοντας το βασανισμένο παλμό των φωνών, τη μελωδία των καταραμένων. Τον έφερε δυο πόντους από τα χείλη του και ψιθύρισε τα τελευταία του λόγια, λόγια που τα ύφαινε από την αρχή του κόσμου. Τον αποχωρίστηκαν και πήγαν να συναντήσουν τους συντρόφους τους, στον οστέινο λαβύρινθο μπροστά του.

Και έπαιξε τη μελωδία του τέλους. Αυτός, που άκουγε σε πολλά ονόματα και τελευταίο διάλεξε το Πανδώρα να τον συντροφεύει, άπλωσε πάνω στην ανθρωπότητα το μελωδικό πέπλο της απελπισίας.

Και η ανθρωπότητα το άκουσε και κατάλαβε

Και τα μάτια τους σκοτείνιασαν και τα άστρα κρύφτηκαν για πάντα

Και τα αυτιά τους ράγισαν και η μουσική σώπασε για πάντα

Και οι μύτες τους σφάλισαν και τα λουλούδια μαράθηκαν για πάντα

Και οι γλώσσες τους κόπηκαν και η τροφή ήταν σαν στάχτη

Και τα άκρα τους πέσανε και σερνόταν σα φίδια

Και οι ψυχές τους θρυμματίστηκαν σαν την ελπίδα που οι ίδιοι είχαν σκοτώσει

(Εκδόθηκε στη συλλογή διηγημάτων Θρύλοι του Σύμπαντος Ι, Εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές, το 2007)

—————————————————————————————————————————
English version

1652, a London prison:

The bell tolled the first hour after midnight. For the past two days rain was falling ceaselessly upon the city. The cell dormer formed an ideal passage for the water to trickle into his solemn quarters. The steady sound of falling droplets imitated a funeral procession, their march creating a reverse Jacob’s ladder, casting unanswered from the heavens the pleas for life of their dispatcher. He had nowhere else to turn to in his despair, no one but the supreme Power. The belief in Its existence had nurtured him since birth, the faith in It had nourished his being through three decades of life. Now, in his hour of need, It had rejected him.

Last night, the visiting abbe had promised that, his innocence, be it true, would shine like unvarnished gold before the grand Judge of life and death, it would endow him with a seat beside his creator, a place to praise the Lord for all eternity. An eternity remote to him, seemingly far removed, though with every bell chime that distance was devoured. Stifled was his desire for giving praise to anyone now, though nigh was the hour of his death. He lusted to keep breathing through his broken nose, to keep touching with his scalded hands, to keep his tattered mind thinking, for many years to come. His body had paid a heavy toll to the inquisitors’ instruments. But it was his body nonetheless, shuddering chills coursed through him in the thought that it would be lost in a few hours.

His stomach convulsed again, he fell down to his knees, trying to discharge the remaining of its contents, to raise them as votive offerings of hate amidst the stone floor tiles. Unsuccessfully. His throat coarse, his gullet contused, they opposed the thick saliva as he tried to swallow. Rejection everywhere. It was as if a precocious noose was constricted around him, eager in its decisive pitilessness, insatiable its cruel gluttony for doomed necks to snap. He couldn’t breathe, in vain did his hands try to deal with the nonexistent knot.

Recovering, he rose, stepped on a newly formed urine pool with his bare feet, fell down again, tried to crawl on his hands, hands irreversibly deformed by the fiery blades of inquisition. He spat, and his outer vision darkened, letting his inner one to be filled with the phantom of the gallows. He opened his eyes quickly and screamed bitterly. Tears ran down his filthy cheeks, the knot in his stomach tightened. He didn’t want to die. He hurled himself at the plain yet staunch to its purpose door, he tried to bite it with the fragments of his teeth. The pain unbearable, yet not a sliver of redemptive unconsciousness did smile upon him.

The bell tolled the fifth hour after midnight. He heard the austere, heavy steps of the gaolers approaching the inviolable door. He started clobbering again the stone floor, breaking one of his wrists. The gate unlocked, opened. The torch’s light blinded him, the smell of burning fat, used as fuel, prevailed in his nostrils. Strong arms lifted him, iron grips like black vises around his body. They dragged him out of the cell, out of the tower dungeons, as the cloudless morning sky flared red in the east. The procession onwards marched, a blur of images. He had shut himself up, barricading every route of communication with the outside world, he ruminated the feelings of despair and of his approaching end.

The next stimulus were the judge’s final words: “…sentenced to death by hanging. May God have mercy on your soul.” He looked around and saw that he was upon the wooden gallows. The audience of his upcoming death consisted of a dozen curious bystanders, a few drowsy trumps, the judge, the trio of guards that had carried him. In the opposite corner of the square there stood a musician, a flutist. A lugubrious entourage to cheer the dropping of his curtain.

Hearing a heavy breath from behind, he turned his head. He saw the last actor of the shadow play that was his life. Black-hooded head, gray-washed eyes, pulpy, aged hands. One of the man’s palms was scarred, he was watching it as it slipped the noose over his head. Not great was his surprise as he realised that the abbe was his executioner. Ironic thoughts about forgiveness and selfless love came to fruition in his mind, but they were all abruptly dispersed as the knot tightened about his neck. The trapdoor opened underneath him, a momentary levitation, before the ruthless professional knot snapped his nape. Time enough to empty his lungs with a sour, desperate cry, before he died.

The musician brought the flute to his lips. Instead of blowing a melody, he inhaled through it the last cry of the condemned, he wove it into notes inside his lungs, and trapped it in his instrument by exhaling. Thence he turned around, placed the flute at his belt, and continued down the road.

1349, a Nuremberg street:

The last corpse-carrier of the day had just moved on, his cart not claiming any cargo from their hut. She felt lucky, being able to keep company to her three children for one more night. Their groans, like rusty arrowheads they pierced her body, they rattled it, they nailed it to the wooden boards of the humble abode. Still, those cries were preferable to the endless silence, to the eternal muting of her children’s voices.

She removed the dry cloth from her youngest son’s forehead, immersed it in a bucket of water, water that she had drawn from the family well. Cold and moist again, she retied it around his head. Then she drew the Freyja rune in the air, muttering a three versed prayer to her ancestral goddess. The low volume of her voice was a result of convention, not related anymore to the fear of discovery. She was past that threshold, not bothered by accusations of heathen worship. This god that she was forced to praise throughout her life had probably sent Black Death among them. At the very least he had left it unchecked to reap their lives. She had stopped praying to him two weeks past, when the plague claimed her husband. She had turned to the gods of her forefathers, with only vague knowledge of their worship, with no idea of how to communicate with them. It was a last desperate cry for salvation, she beckoned Odin to emerge, riding Sleipnir the eight hoofed, to dispel the spectre of disease from the town.

The moan of her youngest son disrupted her fruitless prayer, she hastened to his side. Since yesterday his flesh had started blackening, his skin bruising. His hands and feet, already dark, exuded a putrid stench, like meat left for days under the summer sun’s gaze. She knew what to expect come next morning. Oh, how the invisible, the all-invincible rider would drain slowly the breath of her child, till the only thing left would be a half-rotten husk, prey to the gravediggers. It would be thrown upon their cart, then carried like a log to the great pyre, the bonfire that burned incessantly for weeks, feeding of the flesh of the deceased. The pyre had already fed on her husband, her parents, it would feed on her children, on her, on the town, on the whole world.

In two nights time she had only her elder son left, the disease already blackening him. Her pleas to the ancient gods had not been answered. She felt her own legs rotting. Since sunset she had fallen next to him, incapable of moving, not able to touch him, though not even a yard separated them. It was like a cavernous chasm had appeared between them, a chasm that would exist past death as well. Woe to the pitiless gods, old and new, that had deprived her of the mercy of dying embraced with her offspring. She cursed them silently, for gone was her saliva for hours, blackened was her tongue and blistered like a tainted tree bark. She cursed Hope itself, that remorseless mistress, who would stay her hand from taking her own life while she was still able. Then she passed away.

A filthy charlatan had moved outside her window since twilight. He raised the flute to his lips, assimilating her last curse. He wove it inside him, then encased it in his bone instrument. It matched those curses already collected, but far from complete was his assortment. He replaced the flute on his belt, and set off into the night, silent as a shade.

1180 b.c. The Mycenaean palace:

She gazed upon her reflection in the silver mirror gracing the north wall of her apartment. Even after ten years of hardships, her figure was exquisite, a genuine princess of Illion. If her mindset was anything like her brother’s, she would be reveling in the thought of the royal line. But no Hector was she. No beloved Hector who was now forever lost in the cold halls of Hades, traduced by his killer. She was Cassandra, the accursed oracle, damned by a capricious god. A god luminous for all humanity but her. In Cassandra he had birthed darkness impenetrable.

The mirror turned blurry, murky. She acknowledged the signs of the impending vision. In a moment of rare refusal, denial, she tossed the copper cup in her hand towards the polished metal, with desperate force. Only a small scratch did she managed, and from that scratch thick, seething blood started oozing. It spread all over the surface, apart from a vague area in the middle. There appeared an image of the palace baths. The baths where the conqueror of Troy had raped her for the past three nights, as he would continue doing, unless she mustered the courage to take her own life.

The scene in the mirror pulsated, like she was watching it through a curtain of blood. She saw the hated king approaching her, taking her by violence, leaving bloody marks on her body. She watched Aegisthus, Clytemnestra’s puppet, rushing fully armed upon them, flanked by his personal guard. She watched as he stabbed them passionately, as he ravaged and scattered the flesh of Agamemnon, as he made love to her own naked, dead body.

No hope had she that the vision would come to be deceptive, false. Every time she had dared to think so, the tragic confirmations had come rushing, ripping apart her few vestiges of hope. She would give her mind over to a fatalistic void, would await passively her damned, short life’s end. She, Cassandra, princess of Troy, daughter of Priam and Hecuba, lover of Apollo, cursed by him, she would be quenched, she would descend to the mournful halls of Persephone, she would be one of the countless shades, the ones that wail endlessly for what they have lost, awaiting the living to join their ranks.

The musician beheld from the bath window the blustering slaughter. This time no voice, no scream, no curse awaited to be trapped inside the ancient instrument of his. Cassandra’s outcries he had claimed long ago, back in Troy, while god-begotten Achilles hauled Hector’s body around the city walls. No, this time he had a melody for her, a meaningless, hopeless one, as tortured as her life was. He played the flute awhile, then returned it in his belt and roamed far away.

Somewhere in time

For millenia had he gathered them, moans from the whole world, screams of death, misery, pain, screams of raw despair. He was methodically questing for them, through time and space. Fastidious he was not, any sound was suitable, as long as it was in total negativity with his flute’s inmost core. As long as it shattered infinitesimally what was hidden in the deepest burrows of the bone tube. So innumerable were the screams, that it had been almost totally gnawed. One more, then his work would be complete. Then he could rest.

To the East he marched, on the greatest mountain range he climbed. At the top of the world he perched, as night fell. There, beneath the clear and pure shimmer of stars, he grasped the flute in his weary hands, prying it for a moment, sensing the tortured pulse of the voices, the melody of the damned. He raised it to his lips and uttered his last words, words that he had woven since the dawn of Time. They parted with him, gone to meet their comrades, inside the bony maze.

And he performed the End melody. He of many names, Pandora being his last, he suffused humanity with the discordant veil of hopelessness.

…And humanity listened and understood.

…And darkened were their eyes, and the stars were hidden eternally.

…And cracked were their ears, and music muted forever.

…And sealed were their nostrils, and flowers forever withered.

…And cut were their tongues, and all nourishment was ash.

…And fallen were their extremities, and they did slither like snakes.

…And broken into pieces were their souls, broken like Hope that they themselves had murdered.

(Published in the short story collection «Legends of the Universe I»[Θρύλοι του Σύμπαντος Ι], Universal Pathways Editions, in 2008)

Genius Loci

DeathRipping4

Ισόγειο:

Η πρώτη σκιά εμφανίζεται κάθε μέρα στον καθρέφτη της ανδρικής τουαλέτας στις 06.51 ακριβώς. Η περιφέρεια του άμεμπτου βιομηχανικού γυαλιού αποκτά μια θολούρα εφάμιλλη της χειμωνιάτικης πάχνης – αυτής που τόσο σαγηνεύει την αργοπορία και επικροτεί την αναβολή της πρωινής ρουτίνας. Κατόπιν, οι αντανακλάσεις θολώνουν και η κοντή κουρτίνα του φεγγίτη βαραίνει το μάτι – αμφότερα φαινόμενα κάλλιστα αποδίδονται στο αλκοόλ που αναπόφευκτα ρέει στο αίμα κάθε ατόμου που θα χρησιμοποιήσει την τουαλέτα αυτήν την ώρα. Ως παραίσθηση σταχυολογείται και η εμφάνιση της δεύτερης, θηλυκής σκιάς, με τη φωνή που σε καλεί ψιθυριστά να κοιτάξεις πίσω από την κλειστή πόρτα του μπαρ. Την πόρτα που έχει μια πινακίδα καρφωμένη πάνω της: «ΠΡΟΣ ΘΕΩΡΕΙΑ».

Ο Γκιώνης έδειξε προς την εν λόγω ξύλινη τάβλα, τινάζοντας παράλληλα τη λάσπη από το παλτό του. Έβρεχε εδώ και δυο μέρες συνεχόμενα, γεγονός πανηγυρικό για την εποχή. Και πράγματι, οι ουράνιες ρομφαίες πρωτοστατούσαν στον εορτασμό, έχοντας κατακεραυνώσει ήδη πέντε καμινάδες στη γειτονιά. Οι δρόμοι είχαν μετατραπεί σε ένα αμάλγαμα θρυμματισμένων τούβλων, χώματος, και νερού ορμητικού σαν τη συμπεριφορά του μεθυσμένου. Λάτρευε αυτόν τον καιρό – είχε τη στόφα του κοσμικά μεγαλειώδους, κάτι που σαφέστατα έλειπε από αυτή τη γωνιά του πλανήτη.

Έχουμε ακόμη ώρες μέχρι τότε, είπε η συνομιλήτριά του προσπαθώντας να στραγγίξει κάπως πιο διακριτικά το πανωφόρι της. Ας βρούμε πρώτα ένα τραπέζι, και συνεχίζεις.

Ο Γκιώνης συμφώνησε σιωπηλά. Απεχθάνονταν τη μπάρα. Πέρα από μήτρα αναρίθμητων κλισέ, ήταν μια βιτρίνα έκθεσης προσωπικοτήτων. Προτιμούσε να είναι στο καταναλωτικό και όχι στο επιδεικτικό άκρο της πασαρέλας. Χώρια που καθισμένος εκεί ρίσκαρες τις αμήχανες ματιές του μπάρμαν.

Κάθισαν σε μια απομονωμένη γωνία. Όσο περίμεναν το σέρβις, άναψαν τα κεριά του τραπεζιού και με αυτά φλόγισαν τις πίπες τους. Ένα σύννεφο καπνού άρχισε να σχηματίζεται γύρω τους, το οποίο παραδόξως αναδιπλώνονταν γύρω από τον άξονα της νοητής ευθείας μεταξύ τραπεζιού και Πόρτας-προς-Θεωρεία. Η πρώτες μπύρες ήταν αφρώδεις μαύρες. Η συζήτηση απέκλινε προς τα τυπικά νέα της εβδομάδας, με ιδιαίτερα άχαρο τρόπο, που δεν αξίζει αναπαραγωγής. Το ρολόι τσέπης χασμουρήθηκε κοιτάζοντας τον εαυτό του. 01.52.

Θεωρείο:

Μπορείς να δεις αναπάντεχα καθαρά μέσα από μια σταγόνα αίμα. Η διάθλαση, για κάποιο λόγο σε βοηθά να εστιάσεις σε κάθε λεπτομέρεια. Το κόκκινο φιλτράρισμα κόβει ένα μέρος του φάσματος, που συγχέει την ανεμπόδιστη όραση με αποτέλεσμα να καμουφλάρονται λεπτομέρειες. Βλέπεις γωνίες του τοπίου που δε φαίνονται με γυμνό μάτι, σκιές του προσώπου απρόσιτες υπό φυσιολογικές συνθήκες. Υπάρχει διαύγεια παρασιτική σε αυτή τη σταγόνα.

Άφησε τη στάλα αίματος να πέσει από το δάχτυλό της και κοίταξε τον ετοιμοθάνατο ακροατή. Οι πληγές που του είχε ανοίξει παρέδιδαν τα τελευταία κόκκινα φορτία τους. Το πάτωμα είχε γίνει ένας πορφυρός καθρέφτης που αντανακλούσε τις αφίσες της οροφής. Ξεχώρισε αυτήν που διαφήμιζε τη δραματοποίηση του «Στους Λόφους, Οι Πόλεις»: Υπόνοια του μυθικού συνδέσμου ανθρώπου-εδάφους-κατασκευής, και των λόφων που κρύβουν από τα μάτια τα φώτα-κάτω-από-τη-Γη. Αγκάλιασε με το χέρι την κουπαστή του μπαλκονιού, ρίχνοντας μια ματιά προς τα κάτω, στο άδειο γωνιακό τραπέζι. Νέφη καπνού το περιτριγύριζαν, με προστατευτικές διαθέσεις. Έστρεψε το βλέμμα της στο περιχαρακωμένο φυλάκιο του μπάρμαν: Τα μπουκάλια της δεύτερης σειράς επιδείκνυαν διακυμάνσεις στη στάθμη τους. Αυτά των υπόλοιπων ραφιών καμουφλάρονταν με νερό ως δήθεν γεμάτα. Χαμογέλασε μέσα της, και κατέβασε τα υπολείμματα του ποτού της – το δεύτερο White Russian της νύχτας.

Ξανακοίταξε τον άνδρα που είχε πλέον ξεψυχήσει. Η εικόνα του θανάτου δεν έκρυβε αποκρουστικά μυστικά για αυτήν – τα είχε ξεριζώσει όλα αυτά χρόνια πριν. Η αντικειμενική αλήθεια διατυμπάνιζε πως η διακοσμητική δολοφονία (απαράδεκτος όρος, αλλά είχε καθιερωθεί) είναι τέχνη, μια από τις πλέον εκλεπτυσμένες. Ιδιαίτερη προσοχή χρίζει η στιγμή του πρώτου χτυπήματος (μπορεί να είναι και τελευταίο, μπορεί και όχι), καθώς αυτό είναι που θα καθορίσει το αν το πνεύμα θα προσαράξει ή όχι στο χώρο, μετατρέποντάς τον σε loci του genius. Ο αριθμός των πελατών της που επέλεγαν κάποιο μπαρ ήταν αναμενόμενα μεγάλος.

Γέμισε το ποτήρι με σκέτο κονιάκ· το φλασκί της ήταν θαρρείς αστείρευτο. Κοίταξε το ρολόι πάνω από το μελαψό κεφάλι του μπάρμαν. 06.55.

Υπόγειο:

Όταν πεθάνω θέλω να με θάψουν μέσα στο μαγαζί. Δε σου λέω να με βάλουν πάνω, μέσα στον κόσμο, ούτε πίσω στην αποθήκη να εμποδίζω τα παιδιά. Θέλω όμως να στάξει το αίμα μου πάνω στα θεωρεία, να κυλίσει ανάμεσα στις σανίδες, να στραγγίξει εδώ, στο υπόγειο. Εδώ να με κλείσουν, και να σφραγίσουν την είσοδο με πέτρινες μποτίλιες και αφίσες εξπρεσιονιστικού θεάτρου.

Ξέρεις τι πάει στραβά με τα σημερινά κτίρια; Δεν έχουν ψυχή, και το καταλαβαίνεις. Η κλινικοποίηση και η αποστείρωση τα έχει κάνει κενά χωρικά πλαίσια. Ούτε τους τοίχους να ποτίσουν με καπνό δε θα επιτρέπουν σε λίγο. Παλιότερα ο κόσμος πέθαινε μέσα στο σπίτι, και το απόσταγμα του πνεύματος έμενε μέσα και πότιζε τα ξύλα και τις πέτρες, τα ποτήρια και τα έπιπλα. Και αυτό συνέβαινε για γενιές. Δεν άλλαζαν τα κτίρια τότε κάθε 50 χρόνια. Εκατοντάδες χρόνια, με τα υλικά να μαζεύουν εμπειρίες από τους νεκρούς, και να τις πλέκουν στην ατμόσφαιρα του οικήματος, δημιουργώντας ένα πνεύμα του κτιριακού τόπου. Από το Ρωμαϊκό Genius Loci και τα σλαβικά Domovoi, μέχρι τον πεινασμένο απόηχο του σπιτιού της μάγισσας στα παραμύθια.

Το μπαρ μπορεί να απομυζεί κάποιες από τις εμπειρίες και συναισθήματα του πλήθους που το επισκέπτεται, αλλά δεν αποκτά χαρακτήρα μέχρι να δεχτεί τον πρώτο του νεκρό. Αν το ψάξεις, όλα τα θρυλικά νυχτομάγαζα έχουν κάποιο θάνατο στην αφετηρία της επιτυχίας τους. Εδώ όμως δεν ψάχνουμε, δεν είμαστε βιβλιοθήκη, ούτε εφημερίδα. Μπαρ είμαστε, και η ανεπιβεβαίωτη πληροφορία και το μυθικό είναι το έμμεσο συνάλλαγμά μας.

Διάβασα για τη διακοσμητική δολοφονία. Σκέφτομαι να μαζέψω χρήματα για να την εφαρμόσω. Τώρα, βλέπεις, αναγκάζομαι να πάω σπίτι γιατί το μαγαζί είναι άδειο. Όχι από κόσμο, αλλά από αισθητική ουσία. Αυτό πρέπει να διορθωθεί, πρέπει μπαρ και σπίτι να ενωθούν μέσω του καταλύτη τους, εμένα.

Ξανά στάζει το ταβάνι, έχει πολύ υγρασία εδώ μέσα, και είναι πηχτή σα μέλι. Αλήθεια, τι ώρα πήγε;

Το μεταλλικό ρολόι του υπογείου του απάντησε σιωπηλά: 04.00.

Ισόγειο:

Ο Γκιώνης και η γυναίκα ακούμπησαν κάτω τις αχνιστές κούπες, και παρατήρησαν την άδεια σάλα του μαγαζιού. Ο μπάρμαν είχε εξαφανιστεί μέσα στην αποθήκη μόλις τους σέρβιρε. Το πλήθος είχε αποχωρίσει σταδιακά ή ξαφνικά, δε μπορούσαν να το προσδιορίσουν. Ένα συνεχές φτερούγισμα νανούριζε τη σκέψη τους. Η γυναίκα βρέθηκε πίσω από τη μπάρα και τράβηξε το πόστερ του «Στους Λόφους, Οι Πόλεις». Είχε κολλήσει κατά την πτώση του σε ένα άδειο μπουκάλι κονιάκ. Ο Γκιώνης γλίστρησε γύρω από τις γυαλισμένες καρέκλες, ψάχνοντας την είσοδο για το υπόγειο. Είχε 6 χρόνια να ακούσει ο οποιοσδήποτε περαστικός μουσική από το μαγαζί. Ο Γκιώνης και η γυναίκα όμως άκουγαν άρρυθμο no wave να σέρνεται από το θεωρείο, και ασφυκτικό noise να ψέλνει από το υπόγειο. Φύσηξαν τον καπνό και η ατμόσφαιρα καθάρισε, και το πλήθος επανήλθε από την τουαλέτα όπου είχε κρυφτεί. Η ώρα ήταν 06.49.

Ο Γκιώνης πήγε στην ανδρική τουαλέτα και βρήκε πίσω από τον καθρέφτη την είσοδο για το υπόγειο. Κατέβηκε στο σπίτι του συζητώντας με το είδωλό του.

Χτες:

Ήταν σαφής:

Θα διακοσμήσω το κτίριο με τον εαυτό μου.

Η γυναίκα συμφώνησε με ψυχρή επαγγελματικότητα. Δεν ήταν ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος που θα επέλεγε αυτόν τον τρόπο αθανασίας. Είναι τα άτομα για τα οποία η σύνδεση με κάποιον χώρο, με κάποιο κτίριο, έχει παγιωθεί, και το τελευταίο (διαδικαστικό θα έλεγε κανείς) βήμα για την ολοκλήρωσή της, για την πλήρη ένωση, είναι ο βίαιος θάνατος εντός του χώρου. Τα έγγραφα σφραγίστηκαν και οι πληγές του άνοιξαν, στις 06.52 ακριβώς.

Το Αλώνι της Μέρας και της Νύχτας

Kornfeld_im_Mondenschein

Μια μέρα πέρναγε ένα παλικάρι μέσα από το Ρουμάνι του Λήσταρχου, κοντά στα Πουρνάρια της Υφάντρας. Σαν βράδιασε κάθισε να ξαποστάσει κάτω από ένα μεγάλο βράχο. Είχε το νου του, γιατί εκεί κοντά ήταν και το Αλώνι του Αφέντη, που είχε βουλιάξει μέσα στη Γη πριν πολλά χρόνια. Μόλις πήγε να βάλει μια μπουκιά στο στόμα, άκουσε από την άλλη μεριά του βράχου ένα ήχο σα να γυρνάει ρόκα. Έκανε μια βόλτα γύρω από το θεόρατο λιθάρι, και βρήκε μια μεγάλη τρύπα. Δίπλα της στέκονταν μια γρια και ύφαινε σε έναν μαύρο αργαλειό που χάνονταν μέσα στην γη.

-Τι υφαίνεις Γιαγιά;

-Το ζωνάρι της Μέρας. Πάρε αυτήν την κούπα και κατέβα μες στ’ αλώνι να μου φέρεις νερό.

Ο νέος κοίταξε μέσα στην τρύπα και είδε σκαλιά να κατεβαίνουν στο βάθος. Σκιαζόταν, αλλά τη λυπήθηκε τη γρια, δίψαγε κι αυτός, κι έτσι αποφάσισε να κατέβει.

Είχε μαζί του τρία κεριά. Άναψε το πρώτο, κατέβηκε εκατό σκαλιά, και το κερί σώθηκε. Άναψε το δεύτερο, κατέβηκε άλλα εκατό, και έλιωσε κι αυτό. Πήγε να ανάψει το τρίτο, αλλά είδε κάτι να φέγγει μπροστά του. Βρίσκονταν στο παλιό Αλώνι του Αφέντη, που ήταν ολοστρόγγυλο σαν το γεμάτο φεγγάρι. Ίσκιοι πολλοί ήταν μαζεμένοι πάνω στις πέτρες, και στο κέντρο είχε για στύλο έναν έλατο μαυρισμένο. Δίπλα στο δέντρο στέκονταν ένας σιδεράς και πλάι του υπήρχε μια βρύση. Περίμεναν σωρός οι σκιές, μια μια, να τους μανταλώσει τις φωνές ο σιδεράς, και να τους δώσει νερό απ’ την πηγή. Μόλις έπιναν, άρχιζαν να αλωνίζουν το φως απ’ το σκοτάδι, κι έτσι γίνονταν η μέρα και η νύχτα.

Δίχως να το καταλάβει, τον έβαλαν κι αυτόν στη σειρά, και τον έσπρωχναν οι κρύοι ίσκιοι, μέχρι να φτάσει στο σιδερά. Εκείνος τότε του ζήτησε τη φωνή, για να τη μανταλώσει. Σκέφτηκε γρήγορα το παλικάρι, και έβγαλε από το ταγάρι του τον ψίθυρο μιας κακούργας γάτας από το χωριό του. Τον πήρε ο σιδεράς και τον μαντάλωσε με το σφυρί του, και άφησε το παλικάρι να πιει και να γεμίσει την κούπα. Από τότε εκείνη η γάτα μουγκάθηκε.

Το παλικάρι έκανε να γυρίσει πίσω, αλλά δε θα του έφτανε ένα κερί για να βγει στον απάνω κόσμο. Τρύπησε τότε με το μαχαίρι το δάχτυλό του, κι άφησε να στάξει λίγο αίμα στο χώμα. Ευθύς μαζεύτηκαν οι σκιές να πιουν τη ζέστη των ζωντανών, και το αγόρι πήρε κάποια από τα αλωνισμένα κομμάτια φως. Με αυτά στο χέρι, ανέβηκε γοργά τα σκαλιά, και ξεφύσηξε σαν είδε το φεγγάρι να λάμπει στον ουρανό. Η γριά ήταν άφαντη, το ίδιο κι ο αργαλειός της. Το έβαλε στα πόδια, παίρνοντας το αθάνατο νερό μαζί του.

Κάποιες σκιές είχαν δει πώς το αγόρι ξεγέλασε το σιδερά, και άρχισαν που και που να κυνηγάνε ποντίκια μέσα στη γη, και να δίνουν τις φωνές τους στο σιδερά. Όταν συμβαίνει αυτό, η μέρα χάνει τον ήλιο, και η νύχτα το σκοτάδι. Ο σιδεράς δεν ξεγελιέται όμως για πολύ, και σύντομα το αλώνισμα ξαναρχίζει, επιστρέφοντας την ώρα εκεί που πρέπει.

(Η ιστορία πήρε την τρίτη θέση στο διαγωνισμό μίνι κειμένου The Way to Fantasticon 2015, με θέμα «στο παλιό αλώνι»)

Caucasii draft 1

viy

It is said that the man who makes the crossing of river Volga by himself during early spring, will be granted a hearing with his bocknovoi. That is, if he survives the fords of the Great River. For it is at this time that the snows of lower Caucasus melt, and the streams and the rivers rage with the power of the spiteful winter departure. The flower seeds still bide their time inside the soil, wise in their hesitation. But the Vindiy, the local Alan witches, cross the bald meadows, in search of ingredients: mandrake roots from the execution sites, nichtervii from the wake of Veles’ steps, kaskevin from the nests of water nymphs. It is a strange time of the year for simple folk who wander without purpose or company.

Still, every year, two or three youths from every village try to reach the roaring River Father and make the crossing. Most turn back at the sight of the foaming river beard, suitable for a God in its grandeur. Some never reach Volga, falling prey to the evil sorcerers, the Fardiva, who hunt people for their hair, nails, and shameful desires. Some meet the tiny godlings, the invisible Moderai, who are drawn to the campfires and taunt the youths with riddles and ghostly silhouettes. Of those that find the courage to try the crossing, only one for each three or four villages survive. They return to their village by another path, with eyes older than before, with as great a strength as that of a blacksmith, with the gift of the animal tongue, and with their bocknovoi’s words of wisdom.

Attelov is the son of Mirva, one of the village women who still hold true to the mountain art of skin sculpture. His father is Jilmifor, a former merchant from the Danube delta river, who was enchanted by the essence of the Great Mountains, and abandoned his trade to live and marry among the Alan people. It is to him that Attelov owes his slightly darker skin hue, in comparison to the alabaster colours of the other Alans.

Today is the celebration of the Celestial Spike, and all village men above the age of 14 are locked in the temple, performing the rituals of the Searing Lance. The skin sculpturers are working the Grand Loom with all the other village women above 14, on the ritual of the Knitting Waters. The children are told to roam the surrounding woods, under the supervision of four adults – the four that saw in their sleep last night the White Wolf and listened to its Logos.

Astrup_Jonsokbål

Attelov is 11, and is currently combing the forest floor for late winter berries, spathalo (a soft wood with taste like smoked goat cheese), and the tails of the Earth Serpents. His eyesight is lesser than this of the pure Alanoi children, but his intuition is more than making up for it. His belly now full, his breath pulsing with sweet smoked aroma, Attelov focuses now on the search for Serpent tails.

The Earth Serpents are the village’s soil spirits, dwelling deep beneath the surface, honeycombing the earth for jewels, and thus making the ground more fertile. It is true that the hamlet’s little fields are yielding exquisite quantities of crop, thrice a year, and have been the cause of more than a few skirmishes between the villagers and other Alan tribes. The Serpents are usually too deep underground to be perceived, but all the old peoples’ tales agree: it is in the forest -especially where mushroom patches grow thick- that a silent-moving child could spot the shiny tail of an Earth Serpent who has come to rest and feed on the underground fungi.

Attelov has long been searching for a glimpse of a tail, fruitlessly, but his childish persistence is huge. Today, along with his friend Maerpil, he was sure that a tail would yield to their eyesight.

-I tell you Maerpil, I dreamt of the Cross Eagle and it told me to have my eyes upon the closed earth. Today is the day that we will catch it. We will make jewels for both of us out of its skin, and the village elders will kneel before us, and we will be offered the Honey of the Stars!

His eyes were gleaming with an almost feverish hue, as all children’s’ are. It is the hue of the healthy being, the one that was once in the eyes of all people, in ages past, before the knowledge of Self and Death came upon Man. It is the hue of the intrepid instinct and the will of the explorer.

-But you have dreamt of the Cross Eagle twice this month Attelov, and of the Crooked Snake, and of the Gnarled Oak of Veles. We search every day but the only thing that we find is our mouths full of spathalo. Let’s go to Volga instead, added she with a mischievous gleam in her eye, like Polaris seen through the roof cracks. We will cross it and we will look to our bocknovoi, and he will tell us how to catch an Earth Serpent. Plus, we will be the youngest ones that will have make the crossing.

-Don’t be absurd, said Attelov absent-mindedly. You know that girls do not have bocknovoi. You have the Niparoi. But hush now, look there, under this yew, beside the thyme patch. Look, there are mushrooms today. We will wait for the serpents here.

Attelov was fully absorbed in his examination, and did not wait for an answer. Neither was he given one. Maerpil was not anywhere near when he saw the forest bed leaves moving and the gnarled tail rise slowly, inquisitively, out of the ground. She was not near when Attelov approached it with catlike grace.

One step did he take and the cloud above the forest darkened with premonition – but he noticed it not.

A second step and the village wells’ water foamed for a moment – but he tasted it not.

A final step and the Great Loom rattled in spite of the women’s careful attendance – but Attelov never heard it.

He grasped quickly the tail – too quickly to realise that no tail was it, but a crooked finger, an appendix of a gnarled hand which had been caressing the cavities of earth and the blood clots of the gods for far too long.

topodi

 

to be continued.

Το Δάσος του Άλμπεϊ (μέρος 4ο)

(το τρίτο μέρος εδώ )

VIΙ Αραζίγκι

chaotic.bird.head

   «Αραζίγκι, ανατολικά της γης των Χετταίων η πόλη» λέγαν οι Αιγύπτιοι, και ξόρκιζαν το όνομα με μια χειρονομία προς τον ήλιο. «Αραζίγκι, παραδομένη στα φτερά του Κέκου, υπνωτισμένη αιώνια στα κοάσματά του,» προσέθεταν οι ιερείς δαγκώνοντας τη γλώσσα τους και φτύνοντας αίμα. «Αραζίγκι, που η κόρη της περπατάει στα δύο πόδια και δρέπει τα πρωτότοκα,» σκούζαν οι μανάδες, και τάιζαν τη σπιτική φωτιά γιατί ψύχραινε απότομα ο αέρας.

«Άνοιξα απρόθυμος τα μάτια ξένε, γιατί η Σιφ είχε σαλέψει γυρίζοντας προς την άκρη της στέγης. Εκεί που μέχρι πριν λίγο ανεμπόδιστη διέτρεχε η ματιά μου την απέραντη πόλη, τώρα ένα άγαλμα γκρίζο, ελάχιστα ψηλότερό μου, ατένιζε τις αστικές εκτάσεις με πλάτη γυρισμένη προς εμάς. Μου φάνηκε πως άνηκε σε γυναίκα η κορμοστασιά του, κρυμμένη κι ας ήταν ολάκερη σχεδόν, ανάμεσα σε λαξευμένα φτερά. Μαρμάρινα μαλλιά και φτέρωμα, αδιάσειστα ενωμένα έστεκαν όπως το κοίταζα από πίσω, μπλεγμένα στους αιώνες από του ανώνυμου γλύπτη τη σμίλη. Η Σιφ προχώρησε προς το μέρος του επιφυλακτικά, έκανε να το αγγίξει, πισωπάτησε απότομα.

«Ρόμπερτ,» με απορία δονήθηκε η φωνή της, «είναι ο Μέλλικενς, ο άρχων του Άγριου Κυνηγιού. Αδιάφορη είναι η εξωτερική του εμφάνιση για τις αισθήσεις μου, όσο ελλιπείς και να είναι τον αναγνωρίζω. Πρέπει να μας ακολούθησε εδώ, παραβλέποντας την επιρροή που έχουν πάνω του αυτά τα μέρη. Ήδη ο αδερφός μου τον είχε σημαδέψει ανείπωτα, διαρρηγνύοντας το όνομά του καθώς μας είπε, μα αυτός επέλεξε  να αψηφήσει το ρίσκο, κρεμώντας την υπόστασή του στη μύτη ενός καρφιού. Και ιδού το αποτέλεσμα. Αυτός που κάποτε ήταν ο μέγας Μιχάναελ Μέλλικενς, περήφανος ηγέτης της Εκδικητικής Ορδής, τώρα μαρμαρωμένος στέκεται να θωρεί τον ίσκιο της παλιάς γενέτειράς του. Αναγνωρίζω το πνεύμα του, μα όχι την αποφασιστικότητα και την απρόσκοπτη σκέψη του, αυτή που με άθλους τιτάνιους κατάφερε να στιλβώσει μέσα από χιλιετηρίδες ανέλιξης. Κύλησε πάλι στα άνυδρα μονοπάτια της Μεσοποταμίας, εδώ μέσα σε αυτό το αντίγραφο της αρχαίας φωλιάς του.»

«Αραζίγκι, η πόλη των μαύρων φτερών, η μήτρα του Μέλλικενς,» μου είπε. «Ο αδερφός μου πρέπει να άντλησε τις παλαιότερες μνήμες του Κυνηγού, όταν τον κράτησε εδώ αιχμάλωτο, και από αυτές ξεχώρισε όσες αφορούσαν την πόλη αυτή. Ανατολικά των Χετταίων κούρνιαζε πριν τον κατακλυσμό, η μελανότερη σελίδα της ιστορίας των οικισμών, ένα συνονθύλευμα κατοικιών αόμματων τρόμων και έρπουσας τρέλας, η Αραζίγκι. Εκεί πρωτοεμφανίστηκε ο Μιχάναελ, με άλλη μορφή και όνομα από αυτά που ξέρουμε. Γυναίκας φτερωτής ήταν το κορμί του, και το ίδιο όνομα είχε με την πόλη των σκιών, Αραζίγκι.»

«Από τις εύφορες κοιλάδες των μεγάλων ποταμών, από τις απάνθρωπες ερήμους της Ασίας, πλησίαζαν στην πόλη σκουντουφλώντας οι παράφρονες. Σερνόντουσαν μέχρι τα παράθυρα της Αραζίγκι οι στιγματισμένοι εγκληματίες, όσοι κρίνονταν άξιοι εξοστρακισμού από τους συμπατριώτες τους. Και έπρεπε καθένας που γλιστρούσε προς αυτήν να φέρει μια θυσία αντάξια της πόλης. Λένε πως κλάματα βρεφών βασάνιζαν τα αυτιά των κατοίκων της μακρινής Αράφκα όταν ο άνεμος φύσαγε από την κατεύθυνση της Αραζίγκι. Λένε πως φτερωτοί όγκοι σάλευαν στις κορυφές των πιο σκοτεινών νεφών που πλησίαζαν από την κατεύθυνση της Αραζίγκι. Και κάποτε λέγαν πως οι νεκροί που οι τάφοι τους κοίταζαν ανεμπόδιστα προς την πόλη των μαύρων φτερών, νοσταλγούσαν τους ζωντανούς συγγενείς τους, και έσπαζαν από μέσα τα μνήματα για να τους αγκαλιάσουν ξανά. Ήρθε όμως το σφυρί του κατακλυσμού και ισοπέδωσε για πάντα τα σκιερά σοκάκια της πόλης, και πήρε μαζί του στον ωκεανό κάθε πέτρα και γυαλί που άνηκε στα κτίρια της παραφροσύνης.»

«Αυτές τις μνήμες της Αραζίγκι ανέσυρε από τον Μέλλικενς ο Νέλτον, και τις εφάρμοσε στην κατασκευή της πόλης που βρισκόμαστε τώρα. Ο Μέλλικενς δεν περίμενε να βρει εδώ το παρελθόν που έχει απαρνηθεί, και θαρρώ πως σείστηκε συθέμελα η ύπαρξή του. Αναρωτιέμαι…»

Όσο τα λόγια της έθρεφαν τα αυτιά μου, εγώ είχα προσεγγίσει το άγαλμα με επιφυλακτικότητα, και λαχτάρισα να δω το πρόσωπό του. Έκπληξη όμως με διαπέρασε κάνοντας τον κύκλο του, γιατί από όποια πλευρά και να το κοίταζα, μονάχα το πίσω μέρος, η υπονοούμενη πλάτη με αντίκριζε. Τι ξόρκια ή παράνοιες έκρυβε το κουκούλι αυτό δεν μπορούσα να φανταστώ. Το άγγιξα με το αριστερό χέρι και ένοιωσα κρύα φτερά να σαλεύουν στο πέρασμα της παλάμης μου, ψευδαίσθηση αποκαλύφθηκε η μαρμάρινη εμφάνιση. Βύθισα το χέρι μου ακόμη βαθύτερα στο φτέρωμα, χωρίς να συναντήσω αντίσταση. Όσο πιο βαθιά προχωρούσε η παλάμη, τόσο πιο παγωμένα ένοιωθα τα πούπουλα, αλλά με πείσμα συνέχιζα την αναζήτησή μου.

Η Σιφ πρέπει να είχε σταματήσει να μιλάει, γιατί τώρα έφτανε στα αυτιά μου ένα ανεπαίσθητο βουητό  από το εσωτερικού του πράγματος, το οποίο δεν άκουγα προηγουμένως. Θύμιζε τον ήχο κορακιού που τινάζει τις φτερούγες του στη βροχή. Γέμισε ο αέρας με οσμή λιβανιού, και είδα πως δίχως να το συνειδητοποιήσω είχα χωθεί σχεδόν ολόκληρος μέσα στο ζωντανό γλυπτό. Προσπάθησα να τραβηχτώ, αλλά με έκοβαν από παντού τα φτερά, που είχαν γίνει σαν ξυράφια σκληρά, σαν τον ξηρό νοτιά του καλοκαιριού χαράκωναν το κορμί μου. Θέριωσε μέσα μου οργή και λύσσα επιβίωσης, και σημαδεύοντας το χέρι μου σε αμέτρητα σημεία, κατάφερα να τραβήξω το πιστό μαχαίρι μου. Με μανία θέριζα το φτερωτό παλίμψηστο, άπειρα στρώματα είχε η επιφάνειά του, αλλά κατάφερα να ελευθερωθώ, αιμορραγώντας σαν μάρτυρας, η όψη μου για πάντα ρημαγμένη από τότε.

Η Σιφ είχε στραμμένο το πρόσωπό της πάνω στην τερατωδία από την οποία είχα ξεφύγει, αυτό τον όγκο από φτερά και μαλλιά που πετάριζε μπροστά μας, αυτόν που μέχρι πρόσφατα ένας ισόθεος ήταν. Το μαχαίρι μου παρέμενε σαν πρόκληση απέναντί του, σταθερό στο κράτημά μου. Το πλάσμα που λέγονταν Αραζίγκι, θρόιζε ολόκληρο μπροστά στη λεπίδα που κάποτε, με άλλο όνομα, μου είχε πουλήσει. Τρύπωσε η φωνή της στα αυτιά μου, και έσερνε μαζί της νύχτες σπασμένων καθρεφτών και ανοιχτών μνημάτων.

   «Επέστρεψα Κόρη του Λόγου, από τη σιωπή χιλιετηρίδων. Θαμμένη κάτω από τα πυκνά χαλιά της Δομημένης Σκέψης, αφορισμένη πλάγιαζα και το βασίλειο της Αραζίγκι κατέρρευσε κάτω από τα πλοκάμια της Προόδου, αλλά κοίτα με πως πνίγω ήδη αγέλες εντόμων και νεογνών μέσα στα μάτια μου. Αδελφοκτόνε, από τις πτυχές μου έκλεψες τα ξυράφια των χειλιών, σαν λωποδύτης και χιλιοπρόσωπος Ιανός πλησιάζετε, ω θα συρθώ πάνω σε τρυφερές οικογένειες για αιώνες.»

Ανήλθε στον φόντο του γκρίζου στερεώματος, αόρατη σχεδόν, και ήταν η δόξα που εξέπεμπε ισάξια με εξαπτέρυγου αρχάγγελου, και έπεφτε η σκιά της πηχτή πάνω στις δικές μας, ξεσκίζοντάς τες, ρουφώντας τα ξέφτια τους με απόλυτη ησυχία. Όταν σου λυμαίνονται τον ίσκιο τα δόντια σου κροταλίζουν, οι κόρες των ματιών συσπώνται και γυρίζουν ανάποδα στις κόγχες, και το ψύχος που κουλουριάζεται στην καρδιά σου είναι ανυπολόγιστο. Αισθάνεσαι να βιάζεται η σπίθα της ζωής σου. Έτρεμα στην αγκαλιά των απτών σκοταδιών.

ψρος

Μα αυτό που κράδαινα στο χέρι μου δεν είχε εγκαταλείψει την ελπίδα. Φως έλαμψε πρισματικό από την Λεπίδα των Στεναγμών, φως που απλώθηκε γύρω μας όμοιο με σεληνιακή άλω, πεινασμένο για τα απρόσιτα σε προσευχές μέρη. Άκουσα μέσα μου λόγια μιας γλώσσας άγνωστης να υψώνονται σε μια περιφρονητική προς την Ορδή ελεγεία, λέξεις που με ατσάλωναν, στίχοι που ξεπερνούσαν το μυαλό μου. Βοήθεια άνθιζε μέσα μου, θαρρείς πως κάποιος είχε αγανακτήσει με την ανημποριά μου, και ύψωνε πλάι στο μαχαίρι την ψυχή του, ενάντια στην Αραζίγκι, κάποιος αθάνατος, πανίσχυρος σαν κοσμική δύναμη.

Όρμισα μισότρελος προς αυτήν, αγνοώντας τις τρεις οργιές ουρανού που μας χώριζαν. Το αιωρούμενο σχήμα άρχισε να περιστρέφεται, γυρνούσαν τα φτερά και οι τρίχες του σε ομόκεντρους κύκλους. Στο κέντρο αυτών, κυριαρχούσε ένα σημείο μαλακό στην όψη, συστρεφόμενο με ασύγχρονη σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα ταχύτητα, και έμοιαζε σαν μια σκούρα κουρτίνα να αποτραβιόταν. Τριγμοί κοκάλων ήχησαν.

«Ρόμπερτ, απέστρεψε το βλέμμα σου!», φώναξε η Σιφ. «Η Αραζίγκι απογυμνώνει το πρόσωπό της! Ο Μέλλικενς χωρίς περικεφαλαία! Φυλάξου από την όψη του!»

Προσπάθησα να υπακούσω, αλλά η φλόγα που έκαιγε μέσα μου, αυτός ο άλλος που μου έδινε πυγμή γιγάντων, κράτησε τα μάτια μου καρφωμένα πάνω στην αυλαία του παραλόγου. Και είδα, για μια στιγμή μόνο, πριν καρφώσω τη λεπίδα στο αριστερό μου μάτι, αναγκάζοντας έτσι και το δεξί να κλείσει τρομαγμένο. Ένα μάτι θυσίασα για να σώσω τα ψήγματα λογικής που μου είχαν απομείνει. Τι είδα δε θα σου περιγράψω ξένε, γιατί αυτά που κρύβονται κάτω από τις φτερούγες των νυχτοπουλιών της ερήμου δεν είναι προορισμένα μήτε για μάτια, ούτε για αυτιά νοημόνων όντων. Κι έτσι ήταν που με έσωσε το μαχαίρι δυο φορές εκείνη τη μέρα, χάρη του απέφυγα μοίρα χειρότερη από θάνατο, κι ας ήταν το τίμημά βαρύ.

Πεσμένος μέσα στο αίμα μου, σφαδάζοντας από τον πόνο στο μάτι, άκουσα τη Σιφ να προκαλεί την Αραζίγκι, ή να της απευθύνει έκκληση, αδυνατούσα να καταλάβω. Λιποθύμησα ευθύς και ήταν η τελευταία φορά που άκουσα τη φωνή της Κόρης του Λόγου.»

 

VIIΙ: Οι φλόγες τη σκέψης Του

flames

«Το χέρι που μου προτάθηκε είχε όψη γέρικου κορμού σφενδάμου, διάσπαρτο με ρόζους και ρετσίνι θαρρείς πως ήταν, στιγματισμένο από τα νύχια του μόχθου. Το άδραξα αδύναμα, ενώ με το καλό μου μάτι είδα τη γυναίκα στην οποία άνηκε, ένα πλάσμα όμοιο με βουνοκορφή. Κοίτες ρυακιών και χειμάρρων χαραγμένες στο μωσαϊκό του δέρματός της από τα χρόνια· σαν θίνες δημιουργημένες από τον σιμούν ανυψώνονταν πολλαπλά οιδήματα πάνω στο κορμί της, το ανάστημα του οποίου όμως έστεκε περήφανο ακόμη. Με ρώτησε η γριά αν ένοιωθα καλά, αν με είχαν ρημάξει ληστές και με παράτησαν εκεί πλάι στο δρόμο αρπάζοντας τα υπάρχοντα και το μάτι μου, από την κόγχη του οποίου ένοιωθα πύον να αργοκυλά πάνω σε πηγμένο αίμα. Μου πρόσφερε τροφή ταπεινή, φρούτα και ένα μπαγιάτικο καρβέλι.

Αγκάλιασα με τα μάτια μου τον περίγυρο, ψηλές ερυθρελάτες συγχρωτιζόμενες με οξιές θρόιζαν ολόγυρα, περικυκλώνοντας τα χαμηλά τείχη μιας πόλης, ανθρώπινης, κοσμικής, κατοικημένης, όσο μπορούσα με ανακούφιση να δω.

«Που βρίσκομαι σεβάσμια κυρά;»

«Στη Λειψία παιδί μου, πλάι στη νότια πύλη της, αυτή που κάθε μέρα διαβαίνω για να μαζέψω το εμπόρευμά μου», απάντησε αυτή.

Σηκώθηκα και την ακολούθησα εντός των οχυρώσεων, ενώ το δερμάτινο φουστάνι της ανέμιζε με τη χάρη κατολίσθησης από αλπικά ύψη.

 

Από τότε έζησα όλη μου τη ζωή στην πόλη της Λειψίας, χωρίς να αποκτήσω οικογένεια, κι έφτασα στα γεράματα, ογδόντα ετών, χωρίς ζώσα κληρονομιά να έχω αφήσει πίσω μου, παρά μόνο τα έργα των χεριών μου, γραπτά και μη. Μια ζωή εκ του ασφαλούς βιωμένη, δίχως εξάρσεις και συγκινήσεις μετά το ταξίδι εκείνο. Εδώ και ένα μήνα όμως αδυνατούσα να βρω ηρεμία μέσα στους τοίχους της οικίας μου, και βάλθηκα να περιδιαβαίνω ολοένα και μακρύτερα έξω από τα τείχη της πόλης. Μαζί μου παίρνω σε κάθε περίπατο το κρυφό πακέτο της Σιφ, που όλο με καλεί να το ανοίξω τώρα που ο θάνατος πλησιάζει καλπάζοντας. Απόψε με πρόλαβε το σκοτάδι, χαμένος καθώς ήμουν στις ονειροπολήσεις μου, και δίχως τη θαλπωρή που μου προσέφερες δεν ξέρω αν το αύριο θα ξημέρωνε για μένα.»

«Πες μου ευλογημένε ξένε το όνομά σου, για να σε μνημονεύω στις προσευχές μου ως σωτήρα. Δείξε μου το πρόσωπό σου, για να κουβαλώ στη μνήμη μου τα χαρακτηριστικά σου, όσο καιρό έχω ακόμη στον κόσμο αυτόν.»

Ο ακροατής αγνόησε τις ερωτήσεις, προτίμησε να αντιπαραβάλει μία δικιά του:

«Έχεις μαζί σου εκείνο το πακέτο απόψε γερό-Ρόμπερτ;»

«Μάλιστα άρχοντά μου.»

«Νομίζω πως είναι η νύχτα αυτή κατάλληλη για να αντικρίσεις επιτέλους το μυστικό που τόσα χρόνια απέφευγες.»

Ζαλισμένος, ο Ρόμπερτ είδε τα ίδια του τα χέρια να βουτάνε μέσα στο σάκο του, να βγάζουν το δερμάτινο μπόγο, και να τον ξεδιπλώνουν με λαχτάρα. Υφή ονείρου είχαν οι πράξεις του. Κάτω από τα δέρματα, για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, ανάσανε μια πλάκα ξύλινη, επίπεδη από τη μια μεριά της. Πάνω της ήταν ζωγραφισμένη μια σκηνή, με τεχνοτροπία ρεαλιστικότατη, μια σκηνή όμοια σχεδόν με αυτή που εξελισσόταν γύρω από τη φωτιά. Να ο γέρο-Ρόμπερτ τυλιγμένος με την κάπα του, να διηγείται. Να και ο ξένος με το πρόσωπό του αποκαλυμμένο, που όμως δε βρίσκεται απέναντι του, αλλά στο πλάι του, χαμογελαστός, κραδαίνοντας ατσάλι. Να πως το υψώνει για να σκίσει το σώμα του γέρου.

Είδε το πρόσωπο του ξένου στην ξυλογραφία ο Ρόμπερτ, και χτύπησε γοργά η καρδιά του. Γιατί αυτό το πρόσωπο το ήξερε καλά, πάμπολλες φορές το είχε δει στον καθρέφτη του όταν ήταν νεότερος. Σήκωσε το βλέμμα και είδε απέναντί του δίχως κουκούλα τον ευεργέτη του, και τρόμαξε όπως ποτέ ξανά. Γιατί ήταν ο νεαρός εαυτός του που τον κοίταζε χαμογελαστός, τον παρατηρούσε με τα μάτια της νιότης του, γκρίζα σαν την φθινοπωρινή ανατολή. Εκεί, στην άλλη μεριά της φωτιάς ήταν το προ εξηκονταετίας είδωλό του, απαράλλαχτο, σαν τότε που ξεκινούσε το ταξίδι με τη Σιφ.

Έκανε να τραβήξει το μαχαίρι από τη ζώνη του, μα πανικόβλητος διαπίστωσε πως δεν ήταν εκεί. Πέρα από τη λάμψη της φωτιάς κοίταξε, και εκεί βρίσκονταν το προδοτικό όπλο, φώλιαζε στο αριστερό χέρι του νεαρού «Ρόμπερτ». Τα λόγια της Σιφ αντήχησαν στο μυαλό του:

   «Για την ώρα σιωπάει το μαχαίρι αυτό, μα πρόσεχε τη στιγμή που θα αναγνωρίσει τον πραγματικό του αφέντη, μην είσαι στη λάθος πλευρά του.»

Κατάλαβε τότε, και έσκουξε δυνατά, με τρόμο, ο Ρόμπερτ. Γιατί απέναντί του ο Νέλτον Ταρέναερ καθόταν, και γύρω τους το δάσος απέβαλε το μανδύα των ψευδαισθήσεων, αποκαλύπτοντας την αρρωστημένη φύση των κυρτωμένων δέντρων του Άλμπεϊ. Ούρλιαξε δυνατά ο Ρόμπερτ, γιατί κατάλαβε πως ποτέ δεν είχε αφήσει το καταραμένο Δάσος, και πως όλα τα χρόνια αυτά, για πάνω από μισό αιώνα, κάτοικος της έρημης, κολασμένης Αραζίγκι ήταν. Άκουσε το προδοτικό μέταλλο να βρυχάται μπρος στη φλόγα, και οι στάχτες όρμησαν πάνω του. Ήταν καταδικασμένος, στη λάθος πλευρά της λεπίδας αβοήθητος.

Γελώντας, ο Νέλτον προχώρησε προς τον γερό-Ρόμπερτ, με αργά βήματα, τρεκλίζοντας. Με τη Λεπίδα των Σπαραγμών του άνοιξε το κορμί, από την κλείδα ως το βουβώνα. Ένας καταρράκτης από λευκά σκουλήκια, νεκρά, ανέβλυσε από την τομή, αφήνοντας μετά την κάθοδό τους ένα κενό κουκούλι από ανθρώπινο δέρμα.

«Καλέ μου homunculus, άρτια με υπηρέτησες,» μονολόγησε ο Νέλτον. «Της αδερφής μου τα βίτσια υπέμεινες, και τις επιδιώξεις της κατάφερες να στρεβλώσεις, έστω κι ακούσια. Μου έφερες το κλειδί του κελιού μου. Πως θα μπορούσες άλλωστε να κάνεις αλλιώς; Με τέχνη άγνωστη στους ανθρώπους επεξεργάστηκα τα δέρματα των Αλανών, έραψα μέσα τους νεογέννητα σκουλήκια από το χώμα της φυλακής μου. Και το έστειλα με μια ανυποψίαστη γυναίκα στη Νυρεμβέργη. Πως φάνηκε στη μάνα σου το δωρισμένο φόρεμα, πως της ταίριαζε όταν αυτό ζευγάρωνε μαζί της, πως έκαιγε από ηδονή όταν συνέλαβε εσένα, ενώ ο άνδρας που θεωρούσες πατέρα σου κοιμόταν δίπλα; Πως ένοιωσε η στείρα ψυχή σου όταν τεμάχιζες το κορμί της αδερφής σου, όπως προσπάθησα ο ίδιος κάποτε να τεμαχίσω τη Σιφ; Δε σου χρωστάω βέβαια εξηγήσεις,» είπε φτύνοντας το ανθρώπινο τομάρι.

«Επιτέλους ελεύθερος.» μουρμούρισε χώνοντας το μαχαίρι στην ξυλογραφία, καταστρέφοντας την απεικόνιση του εαυτού του. «Μισητή μου Σιφ, κάπου εκεί έξω, στις πόλεις αυτού του κόσμου περιδιαβαίνει το άδειο βλέμμα σου. Ένα λαό καταδίκασα σε άχρονα βασανιστήρια, το Άγριο Κυνήγι αλλοίωσα για πάντα, ισχυρός σαν τις φλόγες του μυαλού μου θα βαδίσω στον κόσμο. Άκουσέ τη σκιά μου να σέρνεται και απελπίσου αδερφή μου!» Χάθηκε μέσα στο δάσος, ένα ασυνάρτητο βουητό ήταν το δώρο του στα κοιμισμένα πλάσματα της γης.

Τέλος