Panphage – Storm (2015) review


There may be no moment more glorious in black metal than when the underground shines with blazing inspiration. Panphage, a one-man band from Sweden, was a completely unknown to me entity before this summer, when I was introduced by a friend to their “Ursvöl” demo, a raw exemplar of 90’s Scandinavian black metal riffing with a pinch of folk embedded in guitar-parts structure, ending up as a beautiful descendant of the pagan spirit of the once-mighty Norwegian scene. This year’s “Storm” is the debut album of the band, released in this spectacular cassette edition (see it here) via Ætergap Productions. As was apparent from their numerous (6) quality demo releases (“Ætt Loka” & “Ursvöl” being their crowning achievements) Panphage is not a one-hit wonder, and “Storm” showcases it in an excellent way.

As in most genres, there is a multitude of multi-polar divisions inside black metal, some of them quite evident and embraced as a system of classification by many a listener (the naive “raw versus atmospheric” categorization being a prime example), others being less apparent/adopted. One such broad bipolar division, probably apparent to most of the audience, yet not so widely referenced, is a difference in guitar mentality: flexible and agile guitar riffing versus a more monolithic use of the instrument as a wall of atmosphere, not unlike the post-rock example. While both categories have more than adequate specimens, I have a preference for agile, front-line riffing, and “Storm” is a more than welcome contemporary example of it. Even in the 2 out of the 3 instrumental tracks of the release, one’s interest is immediately hooked up by the procession of and exchange between acoustic and slightly distorted folk motifs (the third one, the closing “Fenomen” is an eerie keyboard based anthem, reminiscent of Vemod). The remaining 5 songs are each based upon a simple yet elegant guitar idea, steeped in the folk spirit, highly melodic, yet never straying from black metal aesthetics. What Taake once did with “Nattestid..” and Ulver with “Bergtatt..” finds here its logical descendant. Pompous, atmospheric even in its grooviest moments (as in certain parts of “Hemmavid” which have a tendency for thrashing versality), with a mix of melodic and rawer-yet-essentially-clean vocals, “Storm” is highly passionate. Also of note, production-wise the band has improved, discarding a measure of the demo “underground” fuzziness in favour of a clarity of just the right quantity. But it all comes down to this amazing mixture of folk ideas in highly active riffing, which was and still is the hands-down best way of creating the kind of northern majestic atmosphere that part of black metal is all about.

Storm” is the last link on a chain containing masterpieces as “Nattestid..” and “Bergtatt..”, Borknagar’s debut, Kampfar’s 2 first opuses, certain Isengard and Storm (the band) moments, and some less well-known recordings, as Bethel’s “Northern Supremacy”; if it was released during the 90’s, «Storm» would be considered a classic. More importantly for now, it is proof of this subgenre’s contemporary existence. Swedish underground is during the past few years the single best place for black metal traditionalists to turn their attention to. Total support for this band (check also their “Gøthalandom” split with Jarnvidr which was released this summer).


Pagan Black Metal albums (part 5)

links για part1, part2, part3, και part4

Ulver – Bergtatt – Et Eeventyr I 5 Capitler

Είναι το παραμύθι παγανισμός; Σαφέστατα, το προχριστιανικό φολκλόρ άλλωστε διατηρήθηκε, είτε ακέραιο, είτε συγκαλυμμένο, στις λαϊκές παραδόσεις. Από αυτές αντλούν οι Ulver τη θεματική ιστορία του ντεμπούτου τους, και μας διηγούνται το παραμύθι της Βουνοπαρμένης (Bergtatt). Σε αρχαϊκά σκανδιναβικά μας εξιστορούν την πορεία μιας κοπέλας προς τα βουνά, όπου παρασυρμένη από Τρολλ χάνεται για πάντα.

Η μουσική επένδυση του μύθου είναι ποικίλη, σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι στα 2 επόμενα (επίσης αριστουργηματικά) άλμπουμ. Ακολουθεί με αφοσίωση τη ροή της ιστορίας, άλλοτε με κάνω-περίπατο-στο-δάσος mid-tempo ρυθμούς (απόσταξη της αμέριμνης απογευματινής θαλπωρής), άλλοτε με φρενήρες κυνηγητό σε καταιγιστικές ταχύτητες. Οι ακουστικές κιθάρες σα να παρουσιάζουν τα ξέφωτα του ταξιδιού. Ο δίσκος μυρίζει έλατο και ξερά φθινοπωρινά φύλλα, ο δε Garm εδώ έχει αέρινη υπόσταση (με κάποια από τα πιο όμορφα καθαρά φωνητικά του είδους), χωρίς να διστάσει να εμφανίσει τα δόντια του στη διήγηση των μανιασμένων τμημάτων. Το αποκορύφωμα στο πέμπτο και τελευταίο κεφάλαιο, εκεί όπου η κοπέλα νοηματοδοτεί πλήρως τον τίτλο της Βουνοπαρμένης (Capitel V: Bergtatt – Ind i fjeldkamrene : Βουνοπαρμένη – Μέσα στις Αίθουσες του Βουνού), είναι τεταμένο στην εσάνς, με κάποια από τα καλύτερα ριφ της μπάντας και όχι μόνο. Επίλογος με λησμονιά – κλεισμένη για πάντα στη σπηλιά, ξεχασμένη από όλους πλην των παραμυθάδων.

Fiendish Nymph – The Sibyl of Elikona
fiendish nymph

Να και η μοναδική είσοδος ελληνικής μπάντας στο αφιέρωμα. Ένταξη στη λίστα με έμφαση προφανώς στο pagan και όχι στο viking. Πριν γίνουν Δαιμόνια Νύμφη και επαναπροσδιορίσουν το στυλ τους εκτός των μεταλλικών τοιχωμάτων, οι κύριοι αυτοί κυκλοφόρησαν λίγα πράγματα. Η κορυφή τους είναι μάλλον αυτό το ep του ’98, που περιέχει μόνο 2 κομμάτια, συνολικής διάρκειας 14 λεπτών.

Ελληνικός στίχος, που αντλεί από τη μυθολογία με έναν αθώο αλλά περιγραφικότατο τρόπο, χωρίς εθνικιστικές διαθέσεις. Αρχαία ελληνική ύπαιθρος λοιπόν, η οποία ζωντανεύει με φλάουτο, κάποια ακουστικά σημεία, και κυρίως μέσω αυτού του τόσο αναγνωρίσιμου ελληνικού black metal κιθαριστικού ήχου των 90‘s. Αναρριχώμενα ριφ, φωνητικά σχεδόν καθαρά, κάποιες γυναικείες σιβυλλικές απαγγελίες, και ο καπνός της δάφνης είναι σχεδόν αναγνωρίσιμος ηχητικά. 15λεπτη χωροχρονικη εκδρομή στα βουνά ενός φαντασιακού παρελθόντος.

In the Woods.. – HEart of the Ages

Για το κλείσιμο κράτησα το δίσκο ο οποίος μάλλον ανταποκρίνεται με τον καλύτερο τρόπο στο πνεύμα αυτού του αφιερώματος. Για το Heart of the Ages δε θα πω πολλά πράγματα. Έχει μέσα του το δασικό παγανιστικό μεγαλείο, στέκεται σαν ομίχλη πάνω από το μαυρομεταλλικό και όχι μόνο στερέωμα, και είναι το πιο αυθεντικό από όσα άλμπουμ παρουσίασα μέχρι στιγμής. Δονήσεις.

Οι στίχοι του “In the Woods…” αντί επιλόγου:


Pagan myths from the deep, eternal forests.
A true melancholic atmosphere,
Haunts this hidden world.
Where men, for hundreds of years,
Have immortalized their cult.

Moments of…

Down in the forest.
Or, wherever we may care to trend,
We are Gods.
Do not follow us as always, present icons.
Of your very own consciousness.

…Monarchs… Queens…

This we do know where our lands are laid down.
With strength of faith, (for honour),
We shall reign forever in loyalty,
For we are Gods, do not obey us…


One with this world,
This is where I long to be.

Pagan Black Metal albums (part 4)

links για part1, part2, και part3

Helheim – Jormundgand


Με την πρώτη ακρόαση χάος. Φωνητικά πνιχτά και απελπισμένα, αναπτύσσονται ανυπόστατα σαν καπνός γύρω σου. Ηχητικοί παλμοί υψίσυχνου διαμετρήματος, που εξομοιώνουν καταβατικό χορό χιονοστιβάδας. Αυτό το τρικ με την επαναληπτική καμπάνα των εγχόρδων που έχουν και οι Enslaved, το οποίο είναι πιο παγανιστικό από κάθε βλαχομάζωξη πολυφωνικών πανηγυρτζίδων. Βουκολικό mouth harp (ξυπνάει μνήμες του Bathory-ικού outro) και ανάλαφρα γυναικεία φωνητικά στο instrumental Nidr ok Nordr Liggr Helvegr” – επιτάχυνση σιγά σιγά, όχι όμως απογείωση. Ελκηθροδρομικά ριφ προσπαθούν να κεντράρουν αυτά τα ασώματα φωνητικά.

Δεν πρόκειται για το αντικειμενικά καλύτερο άλμπουμ των Νορβηγών. Και το επόμενο είναι καταπληκτικό, ακολουθούν 4 αξιοπρεπέστατα-και-βάλε, ενώ το “Heiðindómr ok mótgangr” του 2011 ήταν ανέλπιστα καλό. Σταθερή μπάντα, κολλημένη στο παρελθόν, μια πραγματικά Viking πορεία, ίσως η πιο διαχρονικά τίμια της λίστας. Το ’95-97 μπορεί να χλευάζονταν ως οι Enslaved των φτωχών. Αν γίνει μια τωρινή σύγκριση του συνολικού έργου των 2 μπαντών, με pagan black κριτήρια πολλά στόματα θα κλείσουν.

Ephemer – Guerre et Gloire


Intro ηρωικό και πένθιμο για το χαμένο Ρομαντικό της Μυθιστορίας. Μια κιθάρα κελαρυστή, ισχνή στον όγκο, μελωδικότατη, μια αλυσίδα μεταξύ παρελθόντος και παρελθόντος. Αργόσυρτη στο κλάμα της, ρέουσα στην αναπόλησή της. Ριφ νοσταλγικά σαν τη μυρωδιά της ξυλόσομπας (ακούστε τι γίνεται λίγο μετά το πρώτο λεπτό του ομώνυμου κομματιού). Η λαχτάρα για το Τότε ξεχειλίζει και στα φωνητικά, βραχνά σχεδόν από προσμονή, αχνά σαν γκραβούρες πολυκαιρισμένου μανούσκριπτου. Η αισθητική του Τόλκιν, όσον αφορά το βλέμμα προς το ευγενές παρελθόν είναι εμφανής, τόσο στον τίτλο “Rauros”, όσο και στη διάχυσή της μέσα στο πνεύμα του demo. Εδώ δεν έχουμε καθαρά παγανιστικό αίσθημα, περισσότερο μια λεπτεπίλεπτη προχριστιανική φαντασίωση των μελών της μπάντας. Ανατριχίλες, ξανά και ξανά.

Blut Aus Nord – Memoria Vetusta I – Fathers of the Icy Age


Το δεύτερο άλμπουμ των Γάλλων, και πρώτο Memoria Vetusta τους, είναι μια λίμνη κάτω από το αστερόφως, μπολιασμένη με κάθε λογής ανατολικοευρωπαϊκή παράδοση αισθητικά. Baba Yaga, και ρουσάλκες, και άροτρα που τα σέρνουν γυμνές γριές με τεράστια σπασμένα νύχια. Υψομετρικές αλλαγές στην περιήγηση. Τα ριφ μας πετάνε μέσα από νυχτερινά σύννεφα με την ίδια ευχέρεια που μας βουτάνε στα γοργοπόδαρα νερά. Υμνικός μελωδισμός εναλλάσσεται με παθιασμένο black metal ουρλιαχτό. Η διάθεση ανάλαφρη, ειδικά αν ακουστεί μετά το από πάνω (Guerre et Gloire), ακόμη και τα σόλο ίπτανται δίχως βάρος. Ένα τεράστιο, μαγευτικό, “Territory of Witches” (το αγαπώ το συγκεκριμένο κομμάτι), που συμπτύσσει όλο το δίσκο εντός του. Ο δίσκος είναι από τα πιο κοντινά σε εμπειρία πράγματα στο νυχτερινό πέταγμα των μαγισσών. Δε διστάζει να σοβαρευτεί αγριεμένα στο «Day of Revenge» (Let’s spill the blood of the bastard!), προτάσοντας και αντιχριστιανικό μένος (δεν ξεχνάμε πως βρισκόμαστε στο 1996). Πανέμορφη δημιουργία, όπως και το επόμενο Memoria Vetusta (“Dialogue with the Stars”).

Pagan Black Metal albums (part 3)

links για part1 και part2

Solstafir – Til Valhallar


Με τα παιδιά από Ισλανδία έχω χάσει επαφή εδώ και πολλά χρόνια. Πλέον διαβάζω στο entry τους κάτι για post rock/metal. Είχε φανεί άλλωστε η διάθεση για πειραματισμό, από το πρώτο κιόλας full-length. Η κλεψύδρα όμως γυρνάει στο 1996, τότε που οι Solstafir ξεπέταξαν ένα τετρακόμματο ep μέσα από τους θερμοπίδακες της πατρίδας τους.

Σαν μπει ο δίσκος στην πυροστιά, μας υποδέχεται η έμμετρη απαγγελία μιας γέρικης φωνής, όμοια με αιώνιου σκάλδου. Και μετά η φωτιά. Και η υψίσυχνη καταιγίδα. Στροβιλισμοί εκατέρωθεν των σα-σταγόνες-στη-γούβα μπασοπαλμών (οι οποίοι ξέρουν πότε να πρωτοστατήσουν). Ηχοτοπία που πάλλονται με τη χαοτική ορμή μιας στραγγιζόμενης, πρωταρχικής, κοσμογονικής σούπας. Δομημένες εφεδρείες μιλιταριστικών τυμπάνων στα προσεγμένα mid-tempo κοψίματα του ομώνυμου κομματιού. Η ηρεμία φυτεύεται με μέτρο, μας χαρίζει βαθιές ανάσες, και η μετενσάρκωση της σε χιονοστιβάδα ολκής είναι δουλεμένη σε υπέργεια αμόνια. Το πλιάτσικο του σώματος του γίγαντα Υμίρ, εγένετο κοσμογονία. Προς τη Βαλχάλα, με απειλητικές, ταξιδιωτικές διαθέσεις.

Voluspaa – T.A.E.M.E.N.


Η χαρά του πρίμου παγανισμού. Έγχορδη σκελεταρία. Χρειάζεσαι κουβέρτα. Το δεύτερο demo των Νορβηγών περιέχει σε 4 κομμάτια το mid-90’s αρχαιοπρεπές πνεύμα μιας ολόκληρης σκηνής. Το πέρασμα από την πρωτοκυμματική σατανολατρία στο απώτερο παρελθόν έχει γίνει, και τα σημάδια της φύσης και της ειδωλοποίησης του προγονικού πνεύματος ξεχωρίζουν πάνω στο σώμα του Είδους.

Το T.A.E.M.E.N. δεν είναι πολύπλοκο, ούτε ξεχειλώνεται σε διάρκεια. 4 κομμάτια, 16 λεπτά όλα κι όλα. Οι ρυθμοί στην τσίτα, σα να θέλει η μπάντα να προλάβει να παίξει τα ριφ όσες περισσότερες φορές γίνεται. Και τι υπέροχα ριφ! Συγγενικά μεταξύ τους, κάνουν την κυκλοφορία να θυμίζει 1-track album, αλλά επ’ουδενί δεν κουράζουν. Νατουραλισμός μέσω της λεπτότητας του ήχου. Βραχώδη γρυλίσματα στη διήγηση, που δε διστάζουν να υψώσουν γροθιά προς το σύγχρονο κόσμο. Η ΕΠΙΚΗ γκαρίδα προς το τέλος του “Over en stygg og hatfull gard” έχει προοικονομηθεί στην πρωτοβουλία των τυμπάνων με το καλημέρα. Αυθεντική κυκλοφορία. Το πρώτο full-length (που καθυστέρησε 15 χρόνια) τους παρουσιάζει μαλακωμένους, και με όρεξη για πολύπλοκες ενορχηστρώσεις, αλλά δεν πείθει σαν αυτό το διαμάντι.

Árstíðir Lífsins – Jîtunheima Dolgferð’


Πολυκοσμία εδώ. Μια μπάντα καταγόμενη από Γερμανία, που όμως ζει και πεθαίνει για την Ισλανδία. Ένα πολυπλόκαμο κατασκεύασμα, το οποίο βιώνεται τόσο ηχητικά, όσο και οπτικά. Αν βρείτε πουθενά τη στιβαρή (και μοναδική) έκδοση του cd ανοίχτε τη και απολαύστε τα 2 πολυσέλιδα booklet με το καταπληκτικό artwork. Μεσαιωνικοφανείς λετρίνες που πείθουν, και κείμενο με τον κουβά. Σύμφωνα με τους ίδιους, η στιχουργική του δίσκου δεν αντλεί πρωτογενώς από τη μυθολογία, αλλά από το πηγάδι της Ισλανδικής λαογραφίας. Εδώ δεν είναι λατερνέ λαϊκοπανήγυρη, εδώ υπάρχει μελετημένη αναπόληση.

Όσον αφορά το μουσικό τμήμα, οι Árstíðir Lífsins είναι για μένα οι Enslaved της εποχής μας, γεγονός που αποκτά επιπρόσθετη βαρύτητα λόγω της πολύχρονης απομάκρυνσης των μεγάλων Νορβηγών από το viking/pagan ύφος που τους καθιέρωσε. Πυκνή διήγηση μέσω επιβλητικής φωνής, πάντα σε ισλανδικά, ριφοβολώνες στην καρδιά της πολυσχιδούς ενορχήστρωσης. Ακουστικές κιθάρες στις επάλξεις, βάναυσα όμορφες μελωδίες, μια σπουδή στο πως πρέπει να ακούγεται το παγανιστικό εν έτει 2010. Επενδύστε άφοβα σε αυτό το μνημείο απολαυστικής μουσικής, το οποίο μοιάζει να έχει βγει από τα αλατισμένα κελάρια ενός μεσαιωνικού προπυργίου της εσχατιάς του Βορρά.

Pagan Black Metal albums (part 2)

(link για το part 1)

Kampfar – Mellom Skogkledde Aaser


Αν τα βουνά μπορούσαν να μιλήσουν, τι ακριβώς θα έλεγαν; Ένα προσεκτικό άκουσμα του πρώτου μεγαθήριου των Kampfar σπάει το βουλοκέρι της απάντησης. Το “Mellom…” είναι ο πιο ζωγραφικός από τους δίσκους του αφιερώματος. Αγναντεύει τις κορυφές των αρχαιότερων ευρωπαϊκών οροσειρών, κι ύστερα τις αποτυπώνει πάνω σε έναν τραχύ καμβά. Η φωνητική πλοήγηση είναι παθιασμένη παρά την πεντακάθαρη άρθρωση· και όταν η ανάγκη επιστρατεύει υμνικές γραμμές, οι Άεσιρ αναπνέουν την καταχνιά. Ακούστε το εξερευνητικό τμήμα του “Kledd I Brenje Og”, στο οποίο οι μαρκόσυρτες κιθάρες μπαινοβγαίνουν στα ρουμάνια και τις παγωμένες πτυχές της φωτογραφίας του εξωφύλλου. Όσο για το “Hymne”, γνωστότερο εκ των μονάδων του δίσκου, αποτελεί το μικρόκοσμο του δημιουργήματος. Επίκληση/mid-tempo πομπή σε χωριάτικο (καμία σχέση με πανηγύρια) βάδισμα/εκλάμψεις ενέργειας μέσα από ανεβασμένα τέμπο/κρυστάλλινη κορύφωση/γνήσια βλάχικος (α λα Isengard Φενριζιές) ύμνος για κλείσιμο. Η κεντρική τριάδα κλείνει με το υπέροχο “Bukkeferd”, με την ανάσα του αέρα και τις επικλήσεις των ιερέων στα στοιχεία (ή στοιχειά) της νορβηγικής φύσης.

Falkenbach – En Their Medh Riki Fara


Θάλασσα. Ριφ μεστά, μελωδικά επί της ουσίας τους. Επαναλαμβανόμενα σε διαφορετικά μοτίβα. Ερασιτεχνικά μα τίμια καθαρά φωνητικά σε σημεία. Εδώ υπάρχει πνεύμα. Πνευστή συνοδεία. Ίσως ο πιο αλαφροΐσκιωτος δίσκος της λίστας. Δε διστάζει να γυμνώσει τα δόντια του – άκου το “Laeknishendr”. Οι ακουστικές κιθάρες ξέρουν πότε να συνοδεύσουν, πότε να πρωτοστατήσουν. Τις γερμανικές μπάντες του χώρου τις εξετάζω με διπλά αυστηρό μεγεθυντικό φακό. Κι όμως οι Falkenbach αντέχουν στην πίεση. Ακόμη και τα διακριτικά πλήκτρα είναι ουσιώδες δομικό στοιχείο, όχι νάρθηκες γελοιοποίησης. Αμούστακη αγαρμποσύνη για τη δόξα των θεών – μια ειλικρινής κατάθεση λατρείας από τον Vratyas. Έχει και γουστόζικο headbanging στο “Winternight”. Απολαμβάνεται μονορούφι, ατενίζοντας καλοκαιρινή φεγγαράδα, κατά προτίμηση στις ακτές του Ατλαντικού.

Hades – The Dawn of the Dying Sun


Εδώ τα πράγματα σοβαρεύουν ξανά. Επιστροφή στο Βορρά. Ο όγκος γιγαντώνεται, οι κιθάρες κωπηλατούν μέσα στο ντράκκαρ της παραγωγής. Κυκλική αίσθηση δομής, με ταυτόχρονη πορεία εμπρός. Σαν τροχός ανθρωποκίνητος (εθελοντές μπερζερκέροι στην ανθρωποδύναμη), που μεταφέρει ολάκερο πεδίο μάχης. Το μέγεθος θυμίζει Aeternus. Κι όμως, το ρομαντικό αίσθημα δεν είναι μακριά· ακούμε το μπάσο στο “Awakening of Kings”, μέλος παρελθοντολαγνικού ριφ. Η αξία της οριακά ακουστικής κιθάρας δεν υπερτονίζεται. Τα πλήκτρα πασπαλίζουν ελάχιστα, και όταν το κάνουν είναι με τη μορφή κρύων αστερισμών. Οι μέσες ταχύτητες κυριαρχούν, το βήμα του Θεού του Πολέμου. Ένα τεράστιο “Alone Walkyng”(ναι, με y) δείχνει πως οι Hades έχουν κάτω από το μαξιλάρι το επικό σημείο του “Under the Sign of the Black Mark” (ναι, το “Enter the Eternal Fire”). Χωράνε τόνοι ανάτασης στα τελευταία 2 λεπτά αυτού του ύμνου. “Pagan Prayer”, ύμνος με ρίγη αρχαίας σοβαρότητας. “The Tale of a Nocturnal Embress”, το δικό τους παραμυθένιο “Isoders Dronning”. Δεν ξεχνάμε τη σύγχυση(;) του παγανιστικού με το αντιχριστιανικό feeling:

She is the eye of the raven
he is the ear of the wolf
he is mockery it self
of the holy trinity

Pagan Black Metal albums (part 1)

Enslaved – Frost


Ψύχος. Μια ομώνυμη εισαγωγή κρυστάλλινη σαν την αιώρηση του Βόρειου Σέλατος. Πέρα από τον οικισμό. Εκεί στις εσχατιές του Αρκτικού κύκλου, όπου η Φωτιά και ο Πάγος είναι δεμένοι στην αιώνια διελκυστίνδα. Με τις πρώτες νότες του “Loke” βιώνεις την ξερή παραγωγή, λεπτή αλλά δυνατή, όπως η Γέφυρα μεταξύ τον κόσμου των Θεών και των θνητών. Αλλαγή πλεύσης σε σχέση με την πηχτή ζεστασιά του “Vikinglir Veldi”. Μια σαμανιστική προσέγγιση, λακωνική.

“Glem alle lover, all orden og fred

Kaos er allt; ingen tid eller sted”

“Ξεχάστε όλους τους νόμους, την τάξη και την ειρήνη

Το Χάος είναι τα πάντα· δεν υπάρχει χρόνος ή τόπος”

Η τεχνικότητα του προηγούμενου άλμπουμ δεν έχει πάει περίπατο, αλλά προσαρμόζεται στο ασκητικό όραμα της μπάντας. Είτε ως προπαρασκευαστικό mid-tempo, είτε ως πυρακτωμένη χιονοθύελλα ταχύτητας (δίνουμε βάση στον χαλκό των ντραμς), το Frost είναι μια βιωματική πορεία στην ιδέα της δίχως φτιασίδια Σκανδιναβικής Μυθολογίας. Το “Yggdrasil” ακολουθεί τη δοκιμασία του Όντιν πάνω στο δέντρο, με ακουστικό μπάσο στο ρόλο του μύστη. Ο σκάλδος απαγγέλλει με καθαρά φωνητικά το μύθο. Η πρώτη ανάπαυλα από το πεδίο μάχης. Η δεύτερη είναι το υπέροχα παραμυθένιο “Isoders Dronning” που κλείνει το δίσκο. Το πιο μεγαλόψυχο αλλά και βλοσυρό άλμπουμ της μπάντας.

Behemoth – Sventevith (Storming near the Baltic)


Κάτι συμβαίνει με τα συγκροτήματα που προέρχονται από τις χώρες πέριξ της Βαλτικής. Όταν το επιλέγουν, μπορούν να γράφουν το πλέον αυθεντικό pagan black metal που υπάρχει. Ύστερη εκχριστιανοποίηση και περιβάλλον που τους γνέφει.

Πριν το γυρίσουν σε άλλα μονοπάτια που λίγη σχέση έχουν με το παραδοσιακό black metal, οι Behemoth ντεμπούταραν με ένα αριστούργημα επιπλέοντος μαυρομεταλλικού ήχου. Όλος ο δίσκος μοιάζει να ισορροπεί οριακά, πάνω σε δρύινες ασπίδες και πολεμικούς πελέκεις. Νιώθεις πως η ορμητικότητά του θα κάνει το σύνολο να καταρρεύσει, αλλά κάθε φορά καταλήγει αλώβητο. Ριφ κελαρυστά σαν τον αέρα που χαιρετά τον Ζβάρογκ. Δασική ατμόσφαιρα που αναπνέει κρυμμένη μέσα στην ομίχλη. From the Pagan Vastlands. Άξεστα περήφανες εκτάσεις ήχου, που αναπολούν ένα φαντασιακό παρελθόν, μια σκεπτομορφή που μεταδίδεται στους εσωτερικούς αισθητήρες του ακροατή.

Graveland – Thousand Swords


Παραμένουμε στην Πολωνία. Έχει κάτι ο αέρας, κάτι σαλεύει μέσα στο νερό της Βαλτικής. Το δεύτερο full-length του Darken είναι μια πολεμική ωδή. Κι εδώ τα τύμπανα αξιοποιούν τα μεταλλικά στελέχη τους, καλούν σα σήμαντρα. Κι εδώ η παραγωγή ξερή και επίπεδη. Νοσταλγική διάθεση μπολιασμένη βαθύτατα στην κιθάρα. Φωνητικά ακραία, αλλά όχι με διάθεση σοκαρίσματος· μόνο επιτυχημένη απόπειρα στην περιγραφή των ανέλπιδων ανθρωπαγαθημάτων. Ακούς το ομώνυμο κομμάτι, το εμψυχωτικό γύρισμα που μοιάζει με σταθερή ανάβαση σε βουνοπλαγιά, και βουτάς στα αποκαΐδια λεηλατημένων χωριών. Εδώ δεν υπάρχει αξιοσημείωτη τεχνική, ούτε εντυπωσιασμός. Μόνο μια οργίλη ψυχή που ωρύεται αυθεντικά για αυτό το φανταστικό παρελθόν που αναζητούν και οι Behemoth. Ο ήχος που περικυκλώνει χρονικά τη μάχη, πριν-τώρα-μετά. Ρομαντισμός διαθλασμένος μέσα από το άγαρμπο πρίσμα της αρματωμένης γραφικής μορφής του εξωφύλλου.

Links για το δεύτερο, τρίτο, και τέταρτο μέρος του αφιερώματος