The Cult of Seryia in east Thessaly

I recently wrote a folk horror short story for a local literary magazine. The plot changed quite a lot during writing and some of the changes were due to my thinking of how the material could be also used as the basis for a small-scale RPG setting. Here are most of the salvageable aspects:

Amidst the tree-nurtured shadows of west Pelion mountain (or any other seaside wilderness) survives a centuries-spanning cult. This cult worships Seryia, a woman chained at the bottom of the Pagasetic bay (/in the bottom of the nearest sea). A thousand years ago she was a great artisan who sculpted stones into people – such was her skill, such the life-likeness of the forms she created out of rock, that the sculpted stones were convinced that they were humans and so they walked, breathed and talked. They even built a small village, promptly forgetting that they ever were stones.

A lawful goddess (Holy Mary in the story) was enraged with Seryia; she could not abide the chaos and fluidity of forms that the latter’s art expressed and realised. She descended to the unnamed village one day and whispered to the ear of every villager, reminding them that they never stopped being rocks. As soon as the words were said, each villager turned back into plain, formless stone. The village was lost and angels scattered the stones all over the sea and mountain.

Seryia was imprisoned beneath the waves, bound with chains made of constellations and sunlight. Her needles, the tools of her trade, were hidden by the goddess/Mary. Seryia has since been in an unbreakable underwater slumber. Only when the night sky is covered with clouds does the bonds’ strength lessen somewhat, and Seryia’s dreams start looking for her needles. Their shadow can be seen in sea caves, beneath the waves and in silent beaches.

The cult appeared almost immediately after Seryia’s imprisonment and has been searching ever since. Their uttermost goal is of course to liberate their artisan/saint. This involves not only finding the exact location of Seryia’s prison, but also finding her two needles, the only items supposedly able to shatter her bonds.

Being unable to locate either, the members of the cult wander the countryside and the sea all year round, looking for the stones that the goddess/Mary scattered in earth and sea. The ones they find they place on the  cliffs above the sea. One night per year, on the anniversary of Seryia’s imprisonment, they visit those standing stones and carve faces and bodies on them with their nails and burned sticks, and then they proceed to question them in a ritualized way, for directions about the needles’ location. Sometimes the faces answer, albeit in cryptic fashion.

Some facts about the cultists:

  • They wear thick long dresses drenched in sea salt and dark mud. They are difficult to visually spot in the night, though the salty smell can betray them if far from the sea.
  • Their figures are horrible to behold; even faeries and goblins (the latter like to dance with their gold coins) run in terror when they appear.
  • When searching, their figures are short, gnarly and resemble ruined wells. Salt water always trickles from their right sleeve. When standing still they can be mistaken for an abandoned well – any who tries to look down the well hole may fall in their enormous pockets.
  • They wear metal fingernails which plow the ground, tracing strange patterns throughout the countryside. Some of these trails are magical; if crossed by a non-cultist they may create various effects (cause a very localised rain of frogs, sound a hollow bell-like alarm, turn back the clock by half an hour, etc)
  • When on land they mostly wander through wind-lashed coasts and low trees.
  • They search in natural holes of the earth and in any abandoned chimneys they can find (sometimes in working chimneys, too).
  • They open graves so as to shake the longer bones, to listen if the goddess/Mary hid the needles inside.
  • They take the oars from any grounded boat, and break them upon rocks to reveal their insides.

Αλπικός χριστουγεννιάτικος παγανισμός – Η θεά Πέρχτα

frau holle.jpg

Στους απομονωμένους οικισμούς της κεντρικής Ευρώπης (και δη των Άλπεων) οι νύχτες του χειμώνα είναι τεράστιες (ειδικά σε αυτούς με βορεινό προσανατολισμό που ενδέχεται να μη βλέπουν ήλιο για μήνες) και οι θεότητες τρομερές. Οι άνθρωποι κουρνιάζουν μέσα στα σπίτια τους γύρω από τρεμάμενες εστίες, οι άνεμοι απ’ έξω σκούζουν σαν τα άλογα του Άγριου Κυνηγιού, και οι οικιακές σκιασμένες γωνιές είναι γεμάτες με το υπερφυσικό. Τα μωρά στοιβάζονται κάτω από τις κούνιες τους μόλις εμφανιστεί η σκιά ενός γέρικου γυναικείου προσώπου στον τοίχο του δωματίου. Τα μαξιλάρια της Πέρχτα, παραφουσκωμένα με χιόνι, τινάζονται καθ όλη την διάρκεια της εορταστικής χριστουγεννιάτικης περιόδου, στολίζοντας τις οξείες, ρινόμορφες σκεπές. Εδώ η λατρεία του λευκού Χριστού έχει πολύ περιφερειακή συμμετοχή στους εορτασμούς του χειμερινού ηλιοστασίου.

Υπήρχε ένα επιτραπέζιο κάποτε με το όνομα «Η Χώρα του Παραμυθιού». Το ταμπλό του ήταν ένα απέραντο δάσος, μέσα στο οποίο στήνονταν φιγούρες ελάτων, κάτω από τις οποίες υπήρχαν διάφορα γεγονότα και αντικείμενα με παραμυθένια θεματολογία. Το ότι το παιχνίδι αυτό ήταν γερμανικό είναι αναμενόμενο για όποιον έχει μια κάποια επαφή με το φολκλόρ της κεντρικής Ευρώπης – τους περισσότερους από εμάς δηλαδή, μιας και η καταλογογράφηση των αδερφών Γκριμ έχει φροντίσει για αυτό. Το ότι οι αρχικές εκδοχές αυτών των ιστοριών ήταν αρκετά σκοτεινότερες και πιο ωμές από τις αποστειρωμένες βερσιόν των σύγχρονων παιδικών βιβλίων είναι γνωστό. Η ανίχνευση των λαϊκών μύθων που στοίχειωσαν και στοιχειώνουν αυτούς τους τόπους έχει ενδιαφέρον από πολλαπλές γωνίες – προφανώς και από τη σκοπιά της αρχαιολογίας μαι γενεαλογίας των παραμυθιών. Και θαρρώ πως δεν υπάρχει καταλληλότερη περίοδος για αυτήν από τη χριστουγεννιάτικη, γύρω από την οποία υπάρχει πλήθος υλικού, με δημοφιλέστερο μάλλον αυτό που αφορά τον Krampus. Εδώ θα καταπιαστώ με κάποια λιγότερο γνωστή φιγούρα.

Πριν από δύο με τρία χρόνια, όταν είχα πρωτοανακαλύψει την ανεξάντλητη δωρεάν δεξαμενή που λέγεται Sci-hub, ανάμεσα σε μυριάδες άλλα papers κατέβασα και ένα με τον τίτλο “The Winter Goddess: Percht, Holda and Related Figures” του Lotte Motz. Το συγκεκριμένο επιστημονικό κείμενο του 1984 έχει ως θέμα μια χειμερινή θεότητα της κεντρικής Ευρώπης η οποία ανιχνεύεται με διάφορα ονόματα στις γερμανόφωνες περιοχές των Άλπεων, της Νότιας Γερμανίας και της Βοημίας/Τσεχίας. Το paper αυτό, μαζί με τη σχετική ενότητα του πρώτου τόμου της μεταφρασμένης Τευτονικής Μυθολογίας του μεγαλύτερου εκ των αδερφών Γκριμ, είναι οι βασικές αγγλόγλωσσες πηγές για τη θεά και τα έθιμα που σχετίζονται με αυτή.

Η θεά Πέρχτα (Perchta) (όπως είναι το όνομά της στις Άλπεις) και οι παραλλαγές της εμφανίζονται κυρίως κατά το χειμώνα και ιδίως εντός της εορταστικής περιόδου, δηλαδή στις δύο εβδομάδες ανάμεσα στα Χριστούγεννα και τα Φώτα. Πρόκειται για μια θεά με νομαδική νοοτροπία, προερχόμενη εκτός του χώρου των οικισμών, η οποία είναι αυστηρή και απρόσκλητη επισκέπτρια στα χωριά. Τρυπώνει τα βράδια στα σοκάκια, κοιτάει από τα παράθυρα μέσα στα κοιμισμένα σπίτια, κυκλοφορεί με τον περίγυρό της στους επαρχιακούς δρόμους. Ακόμη και όταν η παράδοση την εγκαθιστά κάπου, το άντρο της είναι η σπηλιά και το πηγάδι – εκάστοτε στοιχειώνει πηγάδια τα μεσημέρια, φέρνοντας στο νου την σλαβική Poludnica από την οποία είναι εμπνευσμένα και τα noonwraiths του Witcher.

Η Πέρχτα είναι αυτή που προκαλεί το χιόνι τινάζοντας τα μαξιλάρια της πάνω από τον κόσμο – τα πούπουλα που δραπετεύουν είναι οι χιονονιφάδες. Πρόκειται για μια θεότητα με έντονο το στοιχείο των αντιθέσεων. Τα δυο πρόσωπα με τα οποία εμφανίζεται, ένα γηραιό – με μεγάλη μύτη, αποκρουστικό, και μονίμως οργισμένο – που παραπέμπει σε μάγισσα του παραμυθιού (ή η μάγισσα παραπέμπει σε αυτό) και ένα νεαρό, λαμπρό και όμορφο. Αυτή η Ιανική διπολική φύση αντικατοπτρίζεται και στη συμπεριφορά της, με το γηραιό, άσχημο πρόσωπο να είναι αυτό που τιμωρεί τους ανθρώπους και το φωτεινό νεανικό να είναι το πιο ευμενές, το οποίο συνδέεται και με τη γονιμότητα – γυναίκες που βρέχονταν στο πηγάδι της μπορούσαν να μείνουν έγκυες.

Όσον αφορά τη δραστηριότητά της, είναι κατά κύριο λόγο συνδεδεμένη με το γνέσιμο και την ύφανση, καθώς και την εποπτεία της συμπεριφοράς. Ελέγχει το κατά πόσο οι γυναίκες είναι τακτικές στον αργαλειό, κατά πόσο τιμούν την αργία των εορτών – απαγορεύεται να ασχοληθούν με τον αργαλειό κατά το δωδεκαήμερο – αλλά και το κατά πόσο οι άνθρωποι εφαρμόζουν τη νηστεία των ημερών. Σε όλες τις περιπτώσεις η τιμωρία της προς τους παραβάτες είναι παραδειγματική: τους ανοίγει τις κοιλιές, τις γεμίζει με χώμα, κλαδιά, άχυρα και πέτρες, κι έπειτα τις ράβει χρησιμοποιώντας ένα υνί για βελόνα και σιδερένια αλυσίδα για κλωστή. Πολλές φορές η δυσμένεια της στρέφεται προς όσα παιδιά είχαν ανήθικη συμπεριφορά, αλλά κάποιες φορές και προς τα μωρά, τα οποία θέλει να τραυματίσει, και για αυτό οι γονείς τα χώνουν κάτω από την κούνια τις νύχτες των γιορτών.


Ο περίγυρος που συνοδεύει την Πέρχτα είναι όσο πολυποίκιλος και γκροτέσκος ταιριάζει σε μια απειλητική θεότητα των μεγαλύτερων νυχτών της χρονιάς. Περιλαμβάνει νεκρά, αβάπτιστα μωρά, κακομορφισμένους νάνους και τεχνίτες, καθώς και φρενήρεις γυναίκες που ακολουθούν την πορεία σαν μάγισσες σε συνάξεις δαιμόνων. Υπό αυτό το πρίσμα της ορδής (συνήθως νυχτερινής) η θεά θυμίζει τους θρύλους για το Άγριο Κυνήγι, αυτό το πολυσυλλεκτικό λεφούσι που καλπάζει στους Ευρωπαϊκούς ουρανούς – για κάποιες από τις αρτιότερες εμφανίσεις του στην ποπ κουλτούρα παραπέμπω στα Books of Magic κόμιξ, και στο εξώφυλλο του Blood Fire Deathτων Bathory. Με αυτόν τον περίγυρο συναντάται στους δρόμους εκτός του πολιτισμού και ζητά από τους διαβάτες να επισκευάσουν το άρμα της. Για πληρωμή τους δίνει κομμάτια ξύλου που όταν ιδωθούν την επόμενη μέρα στο χωριό έχουν μετατραπεί σε χρυσό. Η κουστωδία όμως απαντάται και εντός των χωριών (ή πάνω από αυτά), κατά τις νυχτερινές ώρες.

Τα έθιμα που συνδέονται με την Πέρχτα έχουν να κάνουν με λιτανειακές πορείες από μεταμφιεσμένα άτομα (συνήθως νεαρούς άντρες). Κυριαρχούν οι γκροτέσκες μάσκες ζώων και οι μάσκες της θεάς (τόσο αποκλειστικά μιας εκ των δύο εκφάνσεών της, όσο και διπρόσωπες), όλες με αποτροπαϊκή δράση. Οι πορείες χαρακτηρίζονται από οχλαγωγία, με χρήση κουδουνιών και μαστιγίων, και κυνήγι των περαστικών. Το βράδυ αφήνονται φαγητά σε καίρια σημεία του σπιτιού (κατώφλι, παράθυρα, μπροστά στην εστία, ακόμη και στις στέγες) για εξευμενισμό της θεάς.


Keyholes and the Uncanny, Part 1: General Remarks


The closed door of a room during night-time is, for that room’s inhabitant, a sign of security and isolation at the same time. Many a child has been torn before the dilemma of an opened or closed bedroom door. And perhaps it is not so rare the person that covers the keyhole opening, either with the corresponding key, a cloth, or even stuffs it with plain paper, so as to avoid the possibility of an unwanted gaze penetrating it and falling upon him during the small hours of the night.

General Remarks

Concerning the keyhole:

The bedroom doors, as well as most of the interior ones in contemporary houses, are the ones still retaining the kind of keyhole with an aperture large enough for an eye to look through, or to be used as passageway for a thin object. This is the keyhole of interest for this text, the one that could be said to contain two functions:

peering through (which in the more sophisticated doors of nowadays has been transferred – taking into account the impregnable to the eye secure lock – to the spy-hole/peep-hole (or the electronic camera even)),

securing the door (which function has remained with the lock even in doors with more modern locking mechanisms).

Of all the interior spaces guarded by locks of the aforementioned kind that is of interest to us, I mostly focus upon the bedroom in this text, since sleep and keyholes seem to have a highly peculiar relationship.

A door shut

In the case where the door is closed and/or locked but the keyhole is empty, it (the keyhole) provides a sensory connection between the outside and the inside. It is a window. But whereas the house window is usually an opening directed almost exclusively from inside to outside*, it seems that some of us mostly experience this particular window in reverse. We know the space outside the door; it is the space of our house. We do not need to look upon what lies outside the room, or rather we should not have to look – the space should correspond to what we have in our mind. The only being having a reason to look through is a stranger gazing into the room from the outside, trying to know what lies on the inside.

The keyhole is the most vulnerable part of a closed door, its thinner part, the one most easily violated. It is also its only immaterial part; it is a passage, whereas all other parts of the door are barriers or tools with a solid nature. It is a crack in an otherwise solid object, in this object’s continuous and sometimes seamless surface (the space beneath the door is also a vulnerable spot, but it is outside the bounds of the door per se). But while being the door’s weakest point from a physical point of view, the keyhole is at the same time its more essential one, as far as control over it is concerned, for it is through the keyhole that the door can be more safely secured. It is also the only part which connects the two spaces, inside and outside, which are otherwise separated by the existence of the closed door.


If someone is outside the door, hidden, waiting, and we are gazing through the keyhole, that person can easily surprise us if it suddenly brings its eye to look through the other side of the hole. It is a fear of the suddenness of this surprise (along of course with the possibility of the confirmation of the existence of a stranger) which can create anxiety to the one being on the inside. And it is not only the gaze that can come through the hole, but any imagined kind of murder weapon or even a voice, which can even be disembodied, without a perceptible in the observer’s field of vision body. One may well stuff the keyhole with a suitable material, but then, there is always the possibility of an entity on the outside pushing it back, resulting in (from the insider’s point of view) the apparent self-motion of an inanimate object, hence uncanniness.

It is also one of the two parts with which one can interact with the door (the other being the door handle). But, while the door handle interacts directly with the user’s body, the keyhole does so indirectly, through the use of the key. It is thus the only part of the door adding a third component to the system consisting of the door and the person behind it, namely the object responsible for its existence: the key.

Because of the opening’s smallness, gazing through the keyhole has a sense of the forbidden. Such small, narrow fields of vision are outside the normal, everyday experience, more reminiscent of static optic organs than anything else. They imply difficulty and constraints, restrictions in one’s visual appropriation of space, thus limits in one’s power, leading to the creation of a certain degree of helplessness. But the fact that those small and rigid fields of vision are outside the everyday experience makes them exotic, mysterious, something to be tasted with guilty pleasure. The fact that only our eye could be perceptible from the door’s other end (and this only if one focuses one’s gaze upon the lock) creates a sense of privacy, of isolation, perhaps of undetectability. The interplay between these two, somehow conflicting senses (namely that of restriction and helplessness, and that of impregnable isolation and untraceability) could be considered as the root for much of the beholder’s (on either side of the door) state of feelings and/or mind.

*Georg Simmel, “Bridge and Door,” in Rethinking Architecture, trans. Edward Shils, ed. Neil Leach (London: Routledge, 1997), 67