Annihilation (Southern Reach, #1)

In most social circles, profession is what most characterizes a person, in a far larger degree than the name or any other individual characteristic. “What’s your job/occupation?” is usually a default question when coming into more-than-trivial conversational contact with someone, and profession tends to extensively colour our thought-form of most persons. It could be said that name and surname are necessary evils only in situations where the same occupations is shared by more than one person.

Enter the Annihilation’s 4-person expedition into Area X. A quartet of women, each with a different professional specialisation, inside an area empty of people. Suddenly names become unimportant; we are left with the surveyor, the psychologist, the anthropologist, and our protagonist, the biologist. Though it is implied later in the book that there might be yet another cause for this abandonment of names, it is also true that in a situation like this (where the only humans in the vicinity each have a different occupation) names are superfluous. Thing is, this equation of one’s being with one’s profession is a bit contradictory in a society where work and personal life are (ideally – for society at least) two completely separated spheres of one’s life.

Enough with this detour. Annihilation, the first part of the Southern Reach Trilogy by Jeff VanderMeer, is a rather short horror/sci-fi novel, which tracks the aforementioned expedition’s trek into Area X, an uninhabited area, demarcated from the rest of the world by a Border of unknown properties. Our expedition is the eleventh to brave Area X’s depths according to the Southern Reach, the vague organization behind the Area’s exploration. Written from the biologist’s first person view, the book reads like a journal of sorts, which mixes the present-day exploration’s narration with flashback fragments of the heroine’s past life.

Annihilation is laconic both in its cast of characters (four main ones, along with two or three more orbiting around them) and its spatial diversity. The whole novel takes place in Area X (though flashbacks connect us with the outside world); or, to be more specific, it unfolds in three landmarks inside the Area: the Camp, the Tower, and the Lighthouse.

«Scientific expedition» + «dangerous, uninhabited, and maybe infected zone.» This aggregate, evident from the book’s first pages, screams of science fiction and has a touch of apocalypse (could it be zombies that I see?) on the horizon. Not exactly my cup of tea as far as horror fiction is concerned. Thankfully, the story grows quickly towards the uncanny and weird side of horror, with a fairy-tale-esque touch towards the end. This is quite a feat, all things setting-wise considered. The unfolding of the story borders on the Lovecraftian, the ghost story, the post-structuralist linguistics, never quite letting any of these dominate. Allusion, implication, and the absence of graphic violence and gore are pillars of the book. The whole idea of the Crawler/Tower complex is pleasantly disturbing and archaic, almost mythological in hue. The despairing uselessness of written-speech-sans-reader is a theme resonating throughout parts of the narrative.

On the negative part of the spectrum I would put the somewhat anti-climactic resolution at the end, though I understand that it is the first part of a trilogy (and yet quite able to stand on its own, though many things are left unexplained). One other thing that bothered me (though not terribly) is the over-abundance of the protagonist’s personal and emotional details in the flashbacks. I understand that there really is one character, so she should be expanded upon, yet I think we could do with slightly less such material, since it tends to weigh down the narrative (this is obviously a matter of personal taste – I like my horror rather de-personized).

Annihilation is a great read, graced with several ideas and images that tend to stick in one’s mind. An excellent genre crossover, it emits an air of vagueness which satisfyingly rewards active imagining initiatives.


A Thousand Plateaus – Τα πρώτα 500


Μπορεί ο Κόναν να υποστήριζε πως “Crushing your enemies, see them driven before you and hear the lamentation of their women” είναι το καλύτερο στη ζωή, αλλά η απάντηση του προηγούμενου πολεμιστή στην επίμαχη σκηνή είναι αυτή που έχει όλο το επικό ζουμί: “The open steppe, fleet horse, falcons at your wrist, and the wind in your hair”. Εδώ και καμιά δεκαριά χρόνια τουλάχιστον κουβαλάω τον τίτλο ενός βιβλίου που πρέπει να γράψω κάποτε. Ο τίτλος είναι “Η Σφαίρα των Σλάβων”, η πρώτη σκηνή περιλαμβάνει ένα κάρο εν μέσω ενός απέραντου επίπεδου τοπίου, και στον πυρήνα του είναι -παρά τον τίτλο- οι Σκύθες και οι νομαδικοί λαοί των στεπών, ενώ κάπου υπάρχει και μια χρυσού χρώματος σφαίρα. Τόσο η στέπα (όσο και η τάιγκα της Σιβηρίας), είναι από τα γεωγραφικά μέρη που λειτουργούν πολύ δονητικά εντός μου, λόγω απομόνωσης/αραιής κατοίκησης, εξωτικού στοιχείου, αίσθησης ελευθερίας – δραστικά αντίθετα μορφολογικά από το αστικό τοπίο – καθώς και σαμανιστικής ψυχής.

Το “1000 Plateaus” είναι ένα βιβλίο που είχε αναπτύξει εντός μου μια πολύ μυθική σκεπτομορφή χωρίς να το έχω διαβάσει μέχρι τώρα. Γνωρίζοντας εμμέσως (και ελάχιστα άμεσα, μέσω του πολύ λίγου που έχω διαβάσει από τον “Αντι-Οιδίποδα”) και πολύ αδρά το που κινείται η σκέψη των Ντελέζ και Γκουαταρί, το 1000 Plateaus φάνταζε ως ένα γοητευτικό γριμόριο επίθεσης στην ενισχυμένη θωράκιση της σύγχρονης προσωπικότητας, στις αυστηρές κατηγορίες, και ωδής στην ανοιχτή στέπα, στις νομαδικές κινήσεις και τρόπο ζωής. Επίσης όμως και ως μια ακατάσχετη μάζα με πολλαπλά ελισσόμενα πλοκάμια, πάνω στην οποία στέκουν τα 1000 οροπέδια του τίτλου, κλειδωνιζόμενα και παρασυρόμενα μα συγχρόνως ικανά να κουβαλήσουν το κάρο και τον έφιππο γερακάρη καθώς αυτός ατενίζει από μακριά το καραβάνι με μια ματιά αποστασιοποιημένου ενδιαφέροντος αλλά και συνετής απόστασης. Τουλάχιστον έτσι ήθελα να μοιάζει, και μέχρι στιγμής η μάζα του προσαρμόζεται στις φιάλες αυτές.

Το είχα ξεκινήσει άλλη μια φορά πριν δυο χρόνια, αλλά το πρώτο κεφάλαιο με είχε ζορίσει, με αποτέλεσμα να το ξαναβάλω στο ράφι. Φέτος, με την ευκαιρία της κυκλοφορίας της ελληνικής έκδοσης έγινε ένα μικρό σούσουρο στο facebook λόγω της επιλογής του όρου πλατώματα στον τίτλο, και σκανδαλίστηκα. Όταν δε, βρήκα και μια προτεινόμενη εναρκτήρια σειρά ανάγνωσης κεφαλαίων για πιο ομαλό μπάσιμο από σχόλιο κάποιου φίλου, αποφάσισα πως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Η ανάγνωση έχει πλέον καλύψει τα μισά κεφάλαια (7) του βιβλίου, και οπότε ήρθε η ώρα για έναν πρώτο απολογισμό του καθενός. Η σειρά που ακολουθώ στα κεφάλαια έχει να κάνει με το προαναφερθέν σχόλιο (που πρότεινε τα 12->1->10 για αρχή) και μια ακόμη λίστα στο reddit, καθώς και την παρέμβαση των affects που διέπουν το assemblage «Εγώ-και-το-βιβλίο».

Δυο λόγια λοιπόν για κάθε κεφάλαιο (καθαρά το πρώτο απόσταγμα που μου αφήσανε, χωρίς βλέψη για κάποια στομφώδη γνώμη), των οποίων προηγείται μια (ή και παραπάνω) εικόνα που πιστεύω πως πιάνει τη σκεπτομορφή που έχω για το καθένα κεφάλαιο.

Κεφάλαιο 12: Treatise on Nomadology – The War Machine

Εικόνα: Όσοι έχετε διαβάσει (έστω και το πρώτο βιβλίο) Malazan θα θυμάστε ένα τεράστιο κάρο με αλυσοδεμένους νεκρούς και μη πάνω του, το οποίο όλο σύμπλεγμα βρισκόταν μέσα στο σπαθί του Anomander Rake. Κάπως έτσι φαντάζομαι τη War Machine, αλλά χωρίς τις αλυσίδες, μια seething mass στις στέπες της Ασίας.

Ιδανικό ξεκίνημα με ένα αρκετά εύκολο στην παρακολούθηση κεφάλαιο-μαμούθ (το ένα από τα δυο πραγματικά μεγάλα). Ωδή στο νομαδισμό, τις ροές, την απεδαφικοποίηση, την αλληλεπίδραση μεταξύ άκαμπτων και μη εξουσιαστικών δομών και της νύχτας που ελοχεύει έξω από αυτές – μια νύχτα ευμετάβλητη, η οποία με νύχια και δόντια στέκει απέναντι στην οργανωτική εξουσία. Τα χαρακτηριστικά της πολεμικής μηχανής (προδοσία, πτήση, ταχύτητα, ελαφρότητα, μυστικότητα) προβάλλονται ως δικλείδα ασφαλείας απέναντι στη συσσώρευση εξουσίας, η δε πολεμική μηχανή ως πρωτίστως δημιουργική (που διαβρώνεται όμως όταν φτάνει να έχει τον πόλεμο ως σκοπό). Επίσης οι Πόλεις στου Λόφους είναι πολεμικές μηχανές, βεβαίως.

Κεφάλαιο 1: Introduction: Rhizome

Εικόνα: Όταν ψάχνεις για τους μεγαλύτερους οργανισμούς στη γη, ανακαλύπτεις για τεράστια δίκτυα από μύκητες που εξαπλώνονται για χιλιόμετρα κάτω από τη γη, δίχως κεντρική ρίζα.

Κάτι γενικότερα για τη γραφή του βιβλίου: έχω την αίσθηση πως οι πολλές επαναλήψεις εννοιών και κάποια από τα ενδιάμεσα δυσνόητα εδάφια του βιβλίου λειτουργούν εκτός των άλλων και ως κονίαμα για τη διαισθητική κατανόηση των εννοιών και της ατμόσφαιρας του βιβλίου. Εδώ έχουμε μια δυσκολούτσικη εισαγωγή που με είχε αποθαρρύνει κάποτε. Λοιπόν, το ρίζωμα εξαπλώνεται σαν παραφυάδες και κληματσίδες χωρίς κεντρικές ρίζες, σαν τεράστια πλοκάμια μεδουσών χωρίς κορμό, σαν παλίμψηστο χωρίς βάση, δίχως αρχή ή τέλος, σαν ένας ιδεατός χρόνος χωρίς γενεαλογία. Το ρίζωμα είναι που παράγει το ασυνείδητο, κι όχι ένας τρόπος-μοντέλο ερμηνείας αυτού [του ασυνειδήτου]. Το ρίζωμα είναι όμως μια πολύ ωραία εικόνα για την αναπαράσταση ροών, των τρόπων σύνθεσης και αποσύνθεσης, και πάνω από όλα για τις γενεαλογίες, ένα κουβάρι που συνεχώς ανακινείται και σπαρταράει χωρίς να έχει νόημα να αναζητούμε την πηγή του (μιας και αυτές είναι λεγεώνα).

Κεφάλαιο 2: 1914: One or Several Wolves?

Εικόνα: Αγέλη λύκων, ο καθένας ουρλιάζει με διαφορετικό κάλεσμα στο φεγγάρι, έξω από το παράθυρο του παιδιού-ταυτότητα, λιμπιζόμενος το κομμάτιασμα του παιδιού, του δωματίου και του σπιτιού.

Η συνύπαρξη διάφορων πλασμάτων το άθροισμα των οποίων προσπαθεί να θεωρηθεί η αποκρυσταλλωμένη ταυτότητα του εγώ. Ο Φρόιντ και η ψυχανάλυση γαντζώνονται με νύχια και δόντια από την ταυτότητα, από το συμπαγές εγώ του ατόμου, και αυτό προσπαθούν να συντηρήσουν. Αυτό το μικρό κεφάλαιο είναι ουσιαστικά μια υπέροχη κριτική στην ψυχανάλυση και στην ατομική συμπαγή και ακίνητη σύγχρονη ταυτότητα.

Κεφάλαιο 10. 1730: Becoming-Intense, Becoming-Animal, Becoming-Imperceptible…

Εικόνα: Ο sorcerer (όχι ο μάγος) στέκεται ποζάροντας με τις κλειδώσεις του σε γωνίες φορώντας ένα σαμανικό καφτάνι και υψώνοντας το χέρι ενάντια στους ουρανούς, με την παλάμη σε ορθή γωνία σε σχέση με το κάτω μέρος του καρπού .

Το δεύτερο κεφάλαιο-μαμούθ, και ίσως το πιο απολαυστικό μέχρι στιγμής. Ξεκινώντας από τους στρουκτουραλιστικούς τρόπους ταξινόμησης της Φυσικής Ιστορίας, περιπλανιέται ανάμεσά τους για να τους απορρίψει. Το becoming παρουσιάζεται ως μια αυθύπαρκτη δυνατότητα ύπαρξης, ξέχωρη από το being, ένα συνεχόμενο στροβίλισμα μέσα σε assemblages (υπεροργανισμοί, σύνολα οργανισμών, άσχετα με βιολογικές κατατάξεις, μονάχα με αλληλεπιδράσεις – για παράδειγμα, όπως είχε γράψει ο Bateson ο τυφλός άνθρωπος με το μπαστούνι του είναι ένα assemblage. Το ίδιο και ο Κόναν με τον τροχό του μύλου που γυρίζει – όπως σωστά μου επισημάνθηκε).

Εδώ υπάρχει ενότητα Memories of a Sorcerer, αυτό και μόνο μου αρκεί (η ακολουθία του μοτίβου των τίτλων του βιβλίων του Dumezil είναι εμφανής). Οι μεταμορφώσεις και τα becomings υμνούνται και πλαισιώνονται με αναφορές σε Lovecraft και Castaneda και τη Μαγεία. Αυθύπαρκτες ορδές ζώων, μετάθεση της συνείδησης (ή της οποιασδήποτε παραλλαγής της) εκτός του ορισμένου από εμάς ως οργανισμού. Εκεί που ο οργανισμός βασίζεται σε χαρακτηριστικά οι αγέλες και τα σμήνη βασίζονται στα affects και τις παρορμήσεις και τις αναβράζουσες δυναμικές. Η μαγεία, ως περιθωριακή δύναμη είναι ενάντια στο κράτος, ενάντια στην εξουσία, ενάντια στα ιδρύματα. Οι μάγοι ακολουθούνε παράλογους συνειρμούς και αναλογίες. Οι συγγραφείς, και με τα 1000 στόματά τους αναφωνούν: “Of course there are werewolves and vampires, we say this with all our heart.”

Υπάρχει και ένα απόσπασμα που ουσιαστικά δείχνει προς το μεγάλο Έργο του Αποκρυφισμού, την ένωση και διάλυση μέσα στο Godhead: “To be present at the dawn of the world. Such is the link between imperceptibility, indiscernibility, and impersonality—the three virtues. To reduce oneself to an abstract line, a trait, in order to find one’s zone of indiscernibility with other traits, and in this way enter the haecceity and impersonality of the creator. One is then like grass: one has made the world, everybody/everything, into a becoming, because one has made a necessarily communicating world, because one has suppressed in oneself everything that prevents us from slipping between things and growing in the midst of things. One has combined «everything» (le «tout»): the indefinite article, the infinitive-becoming, and the proper name to which one is reduced. Saturate, eliminate, put everything in.”

Στο τέλος αναφέρεται στην ανάγκη κατεύθυνσης προς τη θρυμμάτιση της πλειοψηφικής ταυτότητας (λευκός-άνδρας-άνθρωπος-ενήλικας-κτλ) ως απεδαφικοποιητική αρχή για την ανάδυση των μειοψηφικών ταυτοτήτων και των becomings αυτών – γιατί προς τις κυρίαρχες, πλειοψηφικές δεν υπάρχουν becomings.

Κεφάλαιο 14. 1440: The Smooth and the Striated

Εικόνα: Ο αργαλειός που υφαίνει έναν υφασμάτινο χάρτη πάνω στον οποίο ξεφυτρώνει μια πόλη στις μασχάλες της οποίας αναπτύσσονται θύλακες τσόχας και αστικομαγικών ρευμάτων που ακολουθούν τα περιστέρια, οι κατσαρίδες και τα πνεύματα του αστικού πεδίου.

Το υφαντό στον αργαλειό που πλέκεται οριζοντιοκάθετα είναι ένας καμβάς που μετατρέπεται σε χάρτη, έναν χάρτη φορέα πολιτισμού απέναντι στα συμπιεσμένα συσσωματώματα των κετσέδων, τον χάρτη των νομάδων δηλαδή, εκεί που η οργάνωση είναι οργανική και δίχως αρχή και τέλος παρά μόνο με αναδύσεις και περιφέρειες. Πιο κάτω υπάρχει μια ευπρόσδεκτη αναφορά στην εργασία και την ανάπαυση (ως υπάρχουσα μόνο μέσω της αντιπαραβολής με την εργασία), καθώς και σχολιασμός του εργασιακού χρόνου. Μια ουροβορική αύρα απλώνεται, καθώς μέσα στα τελείως χαρακωμένα (territorialized) πλέγματα της πόλης βρίσκονται χαοτικές απεδαφικοποιήσεις – υποσχέσεις για μια Megapolisomancy. Επίσης υπάρχουν αρκετά θεωρητικά μαθηματικά και μουσικά εδάφια, τα οποία έχω αφήσει τα μεν δεύτερα για μετέπειτα στιγμή, τα δε πρώτα για πάντα.

Κεφάλαιο 9. 1933: Micropolitics and Segmentarity

Εικόνα: Μαύρες τρύπες μέσα από τις οποίες κοιτάνε τα μάτια των θεών. Πίσω από το βλέμμα τους οι μικροφασισμοί που κυλάνε μέσα στην κοινωνία σαν το μαύρο λάδι των X-Files.

Το ότι οι κατηγοριοποιήσεις και τα αυστηρά δοχεία είναι κάτι που διαπερνά το βιβλίο από άκρη σε άκρη είναι λίγο πολύ κατανοητό μετά από πέντε κεφάλαια. Εδώ όμως αφιερώνεται ολόκληρος τίτλος κεφαλαίου στην τμηματοποίηση. Μια μελέτη του φασισμού και ανάδειξη της τμηματοποιημένης φύσης του: ο φασισμός είναι οι μικροφασισμοί. Κι ενώ μέχρι τώρα η ακαμψία και η δομημένη φόρμα ήταν ο εχθρός και η πλάνη, εδώ πληροφορούμαστε πως οι μικροφασισμοί ανθίζουν και εξαπλώνονται και μέσα από ροές, κρύβονται μέσα στις μη ευκρινείς πτυχές και ριζώνουν στα άτομα. Τέλος, οι τέσσερις κίνδυνοι στην αναζήτηση για το Ιερό Δισκοπότηρο.

Κεφάλαιο 3. 10,000 B.C.: The Geology of Morals (Who Does the Earth Think It Is?)

Εικόνα: Ο αστακός της χαρακτηριστικής εικόνας του κεφαλαίου.

Αυτό ήταν το πρώτο πολύ ζόρικο κεφάλαιο. Οι αρκετές αρχικές σελίδες του βουτάνε σε μια παράθεση γεωλογίας και (μη-)προσπάθειας εξήγησης των χαρακτηριστικών των stratas, με μια ζαλιστική μετάβαση μεταξύ μιας φανταστικής διάλεξης και κειμένων το υποκείμενο των οποίων είναι τα χίλια πρόσωπα των συγγραφέων. Ειδικά οι διπλές αρθρώσεις (εξ ου και ο αστακός με τις δαγκάνες με τα δυο στελέχη στη φωτό του κεφαλαίου) ήταν μαρτύριο. Από τα μισά όμως κι έπειτα το υλικό ξάφνου αποκτά εξαιρετικό ενδιαφέρον και ευκολία παρακολούθησης λόγω μετάβασης σε γλωσσολογικά θέματα και πιο απτή άρθρωση. Έχει στο τέλος και μια πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα, το Plane of Consistency, το οποίο όπως το αντιλαμβάνομαι είναι σαν αυτό που φαντάζομαι πως μοιάζει ο κόσμος αν δε διαμεσολαβείται από καμία αίσθηση, μετά-αποκαλυπτικό τοπίο χωρίς χρώματα ή ήχους ή τίποτα, παρά μόνο saturated contrasted μορφές.

Μέχρι τα επόμενα επτά κεφάλαια, ας ρίξουμε όλοι μια ματιά στην entry του Living Wall στο Monstrous Manual.


Βιβλία που διάβασα το 2017


Gateways to Abomination (Matthew M. Bartlett, 2014)

Ανθολογία με πολύ μικρής έκτασης και χαλαρά συνδεόμενα μεταξύ τους διηγήματα τρόμου, τα οποία αναδύουν παρακμή (δυστυχώς) αλλά και παράδοξο (ευτυχώς). Δομικά συγγενές των Παγανιστικών, έστω κι αν είναι πιο αστικό και δυστοπικό θεματολογικά. Εδώ γράφω περισσότερα.


Ghosts And Ruins (Ben Catmull, 2013)

Κάπως έτσι φαντάζομαι μια εικονογραφημένη εκδοχή των Παγανιστικών. Βιβλίο για να κάθεσαι και να χαζεύεις σελίδες με τις ώρες. Αγνό setting, πινελιές ιμπερσιονισμού, ελάχιστο στόρι – προσωπική αδυναμία. Σαν να βουτάς μέσα σε ένα horror sandbox.


The Last Wish (Andrzej Sapkowski, 1993)

Το πρώτο βιβλίο του Witcher είναι μια συλλογή διηγημάτων που μπολιάζει το κλασικό fantasy με φιλοσοφικές ανησυχίες (ειδικά στο θέμα της πολιτισμικής σύγκρουσης) και σλάβικο φολκλόρ. Ευκολοδιάβαστο, σαγηνευτικό, μια ιδανική πτυχή της φανταστικής λογοτεχνίας. Εδώ γράφω περισσότερα.


The Man Who Collected Machen and Other Weird Tales (Mark Samuels, 2011

Μεταμοντέρνος τρόμος και Άρθουρ Μάχεν είναι τα στοιχεία που συνθέτουν το αγαπημένο μου βιβλίο για αυτή τη χρονιά. Με μια γραφή στρωτή και συνάμα λυρική, που δε σε κουράζει. Όπως θα έπρεπε να είναι ο τρόμος των αρχών του 20ου αιώνα στις αρχές του 21ου.


The Secret History of Twin Peaks (Mark Frost, 2016)

Φέτος ήταν μια twin Peaks χρονιά και το ντοσιέ του Mark Frost ήταν αναπόφευκτο ανάγνωσμα. X-Files-ίζουσα αισθητική με ότι καλό και κακό αυτό συνεπάγεται (συνωμοσιολογία, εξωγήινοι, δουλεμένη μυθολογία), ενώ λύνονται αρκετές απορίες και στρώνεται η πλοκή των δύο πρώτων σεζόν.


The Wide, Carnivorous Sky and Other Monstrous Geographies (John Langan, 2013)

Καταπληκτικός τίτλος μιας καλής συλλογής διηγημάτων (και) μεταμοντέρνου τρόμου, η οποία μπαίνει στη λίστα λόγω δύο καταπληκτικών ιστοριών: του Technicolor (ένα πλέξιμο της βιογραφίας του Πόε με μια οκάλτ εναλλακτική ιστορία) και του Mother of Stone (σπουδή στο πως πρέπει να γράφεται ένα απλωτό διήγημα τρόμου, από τα καλύτερα πράγματα που έχω διαβάσει). Εδώ γράφω περισσότερα.


Μπόρχες, Άπαντα τα πεζά Ι (Jorge Luis Borges, 2014)

Πρώτη επαφή με Μπόρχες μετά το Βιβλίο των Φανταστικών Όντων – εμπειρία ζωής. Ακόμη δεν έχω κάτσει να σταχειολογίσω πλήρως το υλικό για γράψιμο εκτενούς παρουσίασης. Πάντως οι ιδέες που παρουσιάζονται στην πρώτη κιόλας ανάγνωση απαιτούν σημειωματάριο δίπλα για σημείωσή τους.

Η σκιά στο σπίτι (Κωνσταντίνος Κέλλης, 2016)

Το ελληνικό gothic είναι εδώ και είναι όμορφο, ατμοσφαιρικά τρομακτικό, και άκρως ευανάγνωστο. Μια σκιώδης ματιά στην εξοχή της βορείου Ελλάδας, με καλά δουλεμένη ιστορία και χαρακτήρες, και όλα τα φόντα του best-seller. Εδώ γράφω περισσότερα.

Μη λογοτεχνικά

Circles of Power: Ritual Magic in the Western Tradition (John Michael Greer, 1997)

Ίσως η καλύτερη αναλυτική πρακτική εισαγωγή στην δυτική μαγεία, μαζί με το Modern Magick του Craig – ισορροπεί τέλεια ανάμεσα στο ευανάγνωστο και το ουσιαστικό. Προτιμήστε την πρόσφατη δεύτερη έκδοση, μιας και διορθώνει πολλά λάθη όσον αφορά την εβραϊκή γραφή.


Dreamtime: Concerning the Boundary Between Wilderness and Civilization (Hans Peter Duerr, 1985)

Πολεμική ενάντια στο ρασιοναλισμό. Παγκόσμιο στο φάσμα του, το έργο του Duerr έχει εμμονή με το δίπολο Civilization-Wilderness και με ένθερμη γλώσσα νοσταλγεί διαφορετικά συνειδησιακά φάσματα. Πολύ καλά τεκμηριωμένο (σημειώσεις και βιβλιογραφία καλύπτουν μεγαλύτερη έκταση από το κυρίως κείμενο), στρατευμένο και δίχως διαθέσεις αντικειμενικού.


Mysteries of the Dreamtime: The Supernatural Life of the Australian Aborigine (James Cowan, 1993)

Πολεμική ενάντια στο δυτικό πολιτισμό. Απαραίτητο ανάγνωσμα για όσους γοητεύονται από τους Αυστραλούς ιθαγενείς και τον για χιλιετίες απαράλλαχτο πολιτισμό τους. Πολύ καλό γράψιμο σχετικά με τη σημασία και την ιεροποίηση του χώρου/περιβάλλοντος για τους νομάδες αυτούς, φυσικά στρατευμένο και αυτό.


Soul Hunters: Hunting, Animism, and Personhood among the Siberian Yukaghirs (Rane Willerslev, 2007)

Συμμετοχική ανθρωπολογία από τον Δανό Rane Willerslev που έζησε με τους Yukaghirs για 3 χρόνια. Καταπληκτική εκ των έσω παρουσίαση των ανιμιστικών ψηφίδων τους, με αρκετή ανάλυση περί του φαινομένου της μεταμόρφωσης και του κοινωνικού συστήματος ελέγχου της συσσώρευσης πλεονάσματος που έχουν οι Σιβηριανοί.


The Varieties of Magical Experience: Indigenous, Medieval, and Modern Magic (Lynne Hume, Nevill Drury, 2013)

Παραφράζοντας τον τίτλο του κλασσικού The Varieties of Religious Experience, αυτό εδώ καταπιάνεται με την Μαγική Εμπειρία (από ψυχολογική, συνειδησιακή, και πολλές άλλες σκοπιές) ανά την ιστορία, δίχως διάθεση χλεύης ή επιστημονικής αποστειρωμένης ματιάς. Συν τοις άλλοις πολύ πλούσια βιβλιογραφία.