Βετεράνος των Ψυχικών Πολέμων (μέρος 3)

Το πρώτο μέρος εδώ

Το δεύτερο μέρος εδώ

greyscaled
V
: Ο Σιωπηλός Θεός

Οι τρεις θαμώνες χαιρέτησαν με δυσπιστία και μια υποψία δυστροπίας την εισβολή του προμηθευτή τους στο ησυχαστήριο. Άλλωστε, ανάμεσα στους καθιερωμένους πελάτες του πανδοχείου ήταν κοινό μυστικό η συμφωνία που είχε γίνει μεταξύ του πανδοχέα και της φιλοσοφικής κάστας· το άσυλο του μονόθυρου μαυσωλείου ηθικής δεν είχε διαρρηχθεί πρότερα. Πόσο μάλλον από μία μορφή, με την οποία κάλλιστα ο πληθυσμός του δωματίου θα προτιμούσε να περιορίσει τη συναναστροφή στη χαμηλόφωνη ανταλλαγή του πολύτιμου ψυχοτρόπου νέκταρ με αφθονία κληρονομημένου χρήματος. Μην επιθυμώντας παρόλα αυτά διεμβολισμό των σχέσεων τους με τον περιφερόμενο έμπορο, οι θυμηδίες αποφεύχθηκαν, και μονάχα εγκεφαλικές σημειώσεις αποπειράθηκαν να κρατήσουν οι παραισθητιστές αδερφοί, για άμεση επίπληξη του πανδοχέα και της αβρότητάς του, όσον αφορά την ελευθερία κίνησης των πελατών.

Αδράχνοντας μόνος του την κορωνίδα των θέσεων γύρω από τον πυρήνα του οπίου, ο κύριος Μέλλικενς απέβαλε σιωπηλά τα πανωφόρια του, αποκαλύπτοντας ένα πολυκαιρισμένο τουϊντ κοστούμι στο χρώμα του κόκκινου φάσματος του αλεξανδρίτη, ασορτί γκέτες και μπότες, ενώ πάνω από τα μεταλλικά γυαλιά μυωπίας θέριεψε μια πλούσια κόμη, επαγγελματικά περιποιημένη. Παρέμεινε αμίλητος, ενώ τα αδέρφια Άμπελ και Κάιν, παίρνοντας θάρρος από την άνεση με την οποία αφομοιώθηκε με το περιβάλλον, ετοίμασαν για χρήση το δοχείο του λάβδανου, συζητώντας ταυτόχρονα για τις μοντέρνες και ομολογουμένως διαταραγμένες ιδέες ενός νεαρού Ελβετού ψυχιάτρου, σχετικά με ένα κοινό ψυχικό δίκτυο της ανθρωπότητας, το συλλογικό ασυνείδητο. Ο τρίτος αδερφός, ο Σηθ, περισσότερο συνεσταλμένος από ότι οι άλλοι δύο, προσπαθούσε να μη διασταυρώνει το βλέμμα του με τον εισβολέα. Έπαιζε με το μισοάδειο ποτήρι αψεντιού, όταν δεν το ρουφούσε σαν ναυτεργάτης μετά το πέρας της βάρδιας, και εκλιπαρούσε για τη στιγμή κατά την οποία ο βαρύς αρωματικός καπνός θα μετέτρεπε το χώρο σε μικρογραφία του εξωτερικού δρόμου, όσον αφορά τη δυσδιακριτηκότητα των μορφών.

Ήταν και το σουλούπι του πεζουλιού του νότιου τοίχου, που πάντα του προκαλούσε αμυδρή δυσφορία, μα απόψε αλώνιζε για τα καλά στη σκέψη του, ξυπνώντας ανούσιες συσχετίσεις με το ανατριχιαστικότερο τμήμα της οικογενειακής ιστορίας που του αφηγήθηκε πριν λίγες μέρες ο Κάιν, της ιστορίας του βιβλιοθηκάριου σχετικά με την προγονή τους. Δεν έρεε αίμα δειλού στις φλέβες κανενός της οικογενείας του. Είχε άλλωστε αντέξει με ελάχιστη δυσαρέσκεια το οικοτροφείο Νόμπινσον, φημισμένο για τη σκληρή πειθαρχία με την οποία εμβάπτιζε τους νεαρούς ζάπλουτους μαθητές του. Ούτε είχε διστάσει στον -τελικά χαμένο- πόλεμο της διατήρησης των αποικιών του Νέου Κόσμου υπό το Στέμμα, όπου υπηρέτησε ως λοχαγός, αν και οι μνήμες εκείνης της περιόδου ήταν μουτζουρωμένες στον εγκεφαλικό του πίνακα, όπως και σε αυτούς των αδερφών του. Μα το πέτρινο ύψωμα στη βάση του τοίχου, τόσο ατημέλητα παραδομένο προς χρήση που νόμιζες πως έγινε από τεχνίτη μεθυσμένο ή εξαιρετικά βιασμένο, ανέδυε μοχθηρία στα, ασθενή από νεαρή ηλικία, νεύρα του Σηθ. Ο θυρεός του άνω μέρους, σχεδόν αδιόρατος από τη γωνία στην οποία καθόταν ο νεαρός ευγενής (γεγονός το οποίο άλλωστε τον είχε παρακινήσει να ιδιοποιηθεί εδώ και χρόνια τη συγκεκριμένη θέση), αποτύπωνε ένα σύμπλεγμα παραφυάδων, εντός του οποίου μάχονταν παγιδευμένοι ένας έφιππος πολεμιστής που έσερνε άμαξα, και ένα ακαθόριστο αγόρι. Το παιδί, μια και μοναδική φορά που το καλοκοίταξε ο Σηθ, είχε τρία πρόσωπα μέσα στο κεφάλι του, και κράδαινε λόγχη ανείπωτη. Πίσω από τους μαχητές ξεπρόβαλε ένα μωσαϊκό ρολογιών, γρίφος για τον εκτιμητή της χρονολογίας αποπεράτωσης. Ούτε ο ίδιος καταλάβαινε γιατί του ασκούσε τέτοια απέχθεια, μα ο εφιάλτης που ακολούθησε την πρώτη θέαση, εγκαθίδρυσε τα αντιπαθητικά αισθήματά του για το έργο.

Το όνειρο τον επισκέφτηκε τη νύχτα που έκλεινε τα δώδεκα του χρόνια, νύχτα 31ης Οκτώβρη προς πρώτη Νοέμβρη. Είχε σηκωθεί αποκαμωμένος στον ύπνο του, ενώ η πανσέληνος έφεγγε σκοτεινή από το παράθυρό του. Η νυχτικιά του έπλεε στους διαδρόμους του αρχοντικού μαζί του, εξερευνητές ακούσιοι της βραδινής ημιζωής των δωματίων. Όταν εντόπισε φως να δραπετεύει από τη γυριστή σκάλα που οδηγούσε στα διαμερίσματα των μαγειρείων, άθελά του ξεκίνησε την κατάβαση, τριγμός στον τριγμό του ερειπωμένου κουφαριού της κλίμακας, αλαφρό βήμα διαδεχόμενο το επόμενο σε χρονική παραζάλη. Όσον αφορά το κάτοπτρο που κάλυπτε την εξωτερική πλευρά της πόρτας της κουζίνας, είχε ελεήσει ο αρχιτέκτονας Μορφέας και φως πίσω από το παιδί δεν είχε βάλει, ώστε να μην απαντήσει μπρος του δυσανάλογες αλήθειες για τον ίδιο. Σαν πέρασε την πόρτα όμως, είδε λουσμένες στο ερυθρό φως των μισοσβησμένων κάρβουνων δυο μορφές καθιστές. Αυτή της πεθαμένης προ τριετίας μητέρας του, κερωμένη όπως ήταν όταν τη βάλανε στο φέρετρο, και αυτή μιας πεπλοφορεμένης άγνωστης. Είχαν προσηλωθεί στην ανάγνωση ενός αρχαίου τόμου, δερματόδετου, ιλαρού στο λιγοστό φως, ίδιου χρώματος με το νεκρό πρόσωπο της μάνας του. Η άγνωστη γύρισε προς το μέρος του, τόσο άκαμπτα όπως άνθρωπος ζωντανός ποτέ του δε θα τολμούσε, και χάρη αιώνια θα χρωστά ο Σηθ σε αυτό το πέπλο που τον προστάτευσε από το πραγματικό πρόσωπο της. Γνέφοντάς του να πλησιάσει, ήταν σαν τα κόκαλα των ποδιών του να υπάκουαν σε νήματα μαριονετοπαίχτη που τα συνέδεαν με αυτή. Σκληρή ήταν η μοίρα που τον προσέγγισε σε εκείνο το ορθάνοιχτο δεμάτι από φύλλα, χαλεπή η προσταγή της μητέρας Άλλιδερς που τον διέταξε να σχίσει με το δικό της νύχι το εσωτερικό της βιβλιοδεσίας. Κι ενώ απόκοσμα άρχισε να ηχεί πένθιμος ήχος άμαξας από το υπερπέραν, να βγάλει αμέσως το διπλωμένο χαρτί τον πρόσταξε, στο οποίο ήξερε πως έγραφε αλήθειες απαγορευμένες για το θάνατό του.

Η αίθουσα της Σιωπηλής Ετικέτας θύμιζε ρεικότοπο νυχτιάτικης σύναξης ασφοδέλων κάτω από τα πνιγερά βλέφαρα της ομίχλης. Τα τρία αδέρφια και ο επισκέπτης είχαν καταναλώσει υπέρογκες ποσότητες πράσινου νέκταρ και άνοθου λάβδανου. Τριγύριζαν οι Άλλιδερς σε μονοπάτια εκστατικά, σε ακραίες εμπειρίες, ασύνδετες με τις προσωπικότητές του καθενός, μέσα στη ζωντάνια τους. Όταν ήχησε για πρώτη φορά η φωνή του Μέλλικενς μονάχα ο Σηθ την άκουσε απόμακρα, σα να τους χώριζαν εκατονταετίες χιλιομέτρων. Λυπητερά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει για λίγες στιγμές τη συντροφιά τμημάτων της αιωνιότητας.

-Το δείπνο σερβίρεται, επανέλαβε πιο δυνατά ο έμπορος. Νεαροί, η υπηρέτρια στέκεται με το δίσκο στο χέρι.

Ο Κάιν έστρεψε περίεργος το βλέμμα στη γυναίκα που υπομονετικά περίμενε την εξυπηρέτηση των αφεντών της. Προσπαθώντας να διακρίνει τα χαρακτηριστικά της μέσα από τις τουλούπες καπνού, του ήρθε στο νου ο εφιάλτης που είδε κάποτε μικρός, κλείνοντας τα δώδεκα χρόνια. Πάνιασε θωρώντας το βελοφορεμένο κεφάλι, ούρλιαξε ο Άμπελ με τη φανερή ταύτιση με την άγνωστη του ονείρου. Ο Σηθ έψαξε οπτικό διέξοδο στο δρύινο ταβάνι, και τόλμησε να ξεστομίσει κατάρα αυτοκτονική, αυτός, ο λάτρης της κάθε ανάσας. Επί της οροφής μπουσουλούσε σπασμωδικά μια καρικατούρα της φύσης και παντός ιερού, ένα βδέλυγμα που πάνω από εξάμηνο δεν πρέπει να είχε περάσει από όταν κάποια ακόλαστη μήτρα το ξέσχισε από τα σωθικά της. Ανάθεμα την ακοή του Κάιν που του πρόδωσε τον τριγμό πέτρας σε πέτρα, πυρωμένα σίδερα ευχήθηκε να μπουν στα μάτια που γύρισαν να δούνε τη σαρκοφάγο να ανοίγει. Καμία κίνηση δε φάνταζε επιτρεπτή για τα αδέρφια, κι όμως καθένας τους βρισκόταν δίπλα στον άλλο, σε εναγκαλισμούς σπαραχτικούς στην ένταση, απάνθρωπους στην επαφή.

Πριν χάσουν τις αισθήσεις τους για πάντα σε αυτόν τον κόσμο, τα αδέρφια είδαν τον κύριο Μέλλικενς να υψώνεται πανύψηλος μέσα στις αιθέρες του χρόνου, με λόγχη κατάμαυρη στο χέρι, ισάξια σε σκοτεινιά με την άχρονη προσωπίδα του -αυτή που λίγοι έχουνε διαπεράσει με τα βλέμματά τους, και μακάριοι ύστερα απολαμβάνουν το άχραντο ποτήρι της αληθινής παράνοιας. Είδαν τον Μέλλικενς να τιθασεύει την πομφόλυγα που κόχλαζε ανάμεσα στο πέτρινο μνήμα και τα αδέρφια, παραχαράσσοντας μια πλασματική δυναστεία που είχε ανήμπορος φανταστεί ένας ομόειδός του. Είδαν το δόρυ του να διαπερνά τα σώματα της μοναδιαίας τριάδας, να προκαλεί μνημονικό λάβωμα στα ζυγωματικά της, να καθαιρεί το δίχτυ ανθρωπιάς που μολυσματικά είχε γλιστρήσει στα βλέφαρα του ευγενούς μέλους της Αυλής των Ψυχασθενειών, εξανθρωπισμένης από τους θνητούς ως “Unseelie Court”. Το απολωλόν πρόβατο των απελευθερωτών του Νου από την πεζότητα της κοινής λογικής, είχε γυρίσει στη φυσική του θέση, ευτυχισμένοι θνητοί θα αποκτούσαν αυτό το βράδυ παντοτινούς εσωτερικούς συντρόφους στη σύντομη πορεία της ζωής τους.

inn

VI: Επώνυμο

Την άλλη μέρα, στη μισθωμένη σάλα, ο πανδοχέας Έργουιν βρήκε τον κύριο Άλλιδερς (το όνομά του ποτέ δεν κατάφερε να συγκρατήσει) σε παρανοϊκή κατάσταση μέθης και ναρκοληψίας. Από ότι έμαθε αργότερα, οι υπηρέτες του κανόνισαν για τη μεταφορά του στο ψυχιατρείο Πανόπτικον, φανερά τρομοκρατημένοι από την καταστολή στην οποία παρέμενε εβδομάδες μετά. Ο πανδοχέας επιθεώρησε το δωμάτιο που μίσθωνε μοναχικά ο κύριος πολλές φορές, και κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι του όταν είδε ότι ο ευγενής δεν είχε προκαλέσει καταστροφές, πέρα από ένα αναποδογυρισμένο δίσκο εξαιρετικής δυσωδίας, και κάποιους λεκέδες στο ταβάνι. Όσο για το πεζούλι του νότιου τοίχου, ποτέ δεν του είχε φανεί του γούστου του, και τώρα που είχε ραγίσει στο σημείο του παλιού θυρεού, κανόνισε να το αφαιρέσουν. Ένα κιτρινισμένο απόκομμα εφημερίδας αγνώστου ημερομηνίας διακήρυττε μέσω ανώνυμου συγγραφέα πως «Οι φαντασιοπληξίες των σύγχρονων ψυχολόγων, καλπάζουν στο πηγάδι της παραφροσύνης. Σε πρόσφατο συνέδριο στο Εδιμβούργο, ο ομιλητής συνέδεσε τις ψυχικές ασθένειες με χωριάτικους μύθους, όπως ο Καλός Λαός, τα Μικρά Ανθρωπάκια της παράδοσης, συγκεκριμένα διαπιστώνοντας υπόγεια σύνδεση μεταξύ του λεγόμενου Unseelie Court(Κακοτυχισμένη ή Ανίερη Αυλή) του θρύλου, και των αρχετύπων των ψυχασθενειών, μέσω του συλλογικού ασυνειδήτου. Προς τιμή τους, οι περισσότεροι επιστήμονες του κοινού αποχώρησαν κατά τη διάλεξη ”. Ο ιδιοκτήτης το τσαλάκωσε αφηρημένα, χωρίς να διατρέξει τα μάτια του πάνω στο περιεχόμενο, μήτε σε αυτό του μαυροπίνακα που σκονιζόταν εδώ και χρόνια στην εσοχή της κατηφορικής σκάλας. Έγραφε ένα χέρι σταθερό πως «Η διασχιστική διαταραχή ταυτότητας, περισσότερο γνωστή με την παλαιότερη ονομασία «διαταραχή πολλαπλών προσωπικοτήτων», είναι ψυχική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη τουλάχιστον δύο ή περισσότερων αυτόνομων προσωπικοτήτων ή ταυτοτήτων, οι οποίες εναλλακτικά αναλαμβάνουν τα ηνία της εξωτερικής συμπεριφοράς του ασθενή». Οι υπηρέτριες ανέλαβαν το συγύρισμα, ενώ ο ίδιος μελαγχολικά γκρίνιαξε στους δύο συνιδιοκτήτες για την ακαταστασία του κυρίως πανδοχείου στρωμένος στη δουλειά.

Advertisements

Βετεράνος των Ψυχικών Πολέμων (μέρος 2)

Το πρώτο μέρος εδώ


Medieval_City_01_by_RafaelCastro14

ΙΙΙ: Ουροβόρες Ρίζες

Ήταν κάποτε που θέριεψε η απέχθεια του Μέλλικενς για τη βραδύτητα του ανόθευτου νου. Το λάβδανο έρεε στον οργανισμό του εξίσου άφθονο με τη στυφή βρώμα του χαραμισμένου στο πάτωμα -σα σπονδή σε τρυγικούς θεούς- κρασιού. Τη σαμχαϊνική νύχτα εκείνη, στο μισθωμένο δωμάτιο του δευτέρου ορόφου του πανδοχείου, άλλοτε γνωστό και ως αίθουσα της Χλωμής Ετικέτας, θαλπωρούσανε τρία μέλη της συνήθης εννιάδας των οπιόφιλων αργόσχολων. Η φλόγα δύο τεράστιων τζακιών χάριζε στη σάλα φως αντάξιο πυράς που καλοδέχεται τους κατάκοπους ταξιδιώτες· αυτής της φλόγας που αισιοδοξεί, ενώ το άλικο σέλας αγκαλιάζει τα αθάνατα πνεύματα των νεκρών συνοδοιπόρων. Μα το διαβρωτικό ψύχος του αρκτικού ανέμου, με τις σιωπηλές και μη ιαχές που εξαπολύει ενάντια στις πενιχρές απόπειρες προστασίας των διαβατών, έχει αποθαρρύνει τους μεγαλύτερους σε ηλικία.

Η σπινθηροβόλα στην αναμονή της για την επερχόμενη καταιγίδα ομίχλη, αργοπάφλαζε στα ρηγματώδη μονοπάτια της γειτονιάς, πλημμυρίζοντας με φωσφορισμούς τις κλεφτές ματιές που αποτολμούσαν οι πιο θαρραλέοι οικόκλειστοι. Παράδοξα, ο αχός της κεντρικής αίθουσας του πανδοχείου αντιλαλούσε ακόμη και δύο ορόφους πάνω, σαν βουητό ασκεριού εξισωμένου ηχητικά με νεωτεριστικό θίασο αηθών ερασιτεχνών ηθοποιών, μετριάζοντας τη ρέμβη της εξαιρετικά νηφάλιας για τα δεδομένα της, τριάδας. Το δείπνο είχε ήδη εναποτεθεί από την καμαριέρα έξω από την πόρτα -η συμφωνημένη διακριτικότητα αμείβονταν ικανώς- εδώ και μισή ώρα, καταβροχθίστηκε με την πρέπουσα άνεση που προσφέρει η απομόνωση, και οι εν ψυχεδέλεια μα και αίμα σύντροφοι περίμεναν το χτύπημα του υπηρέτη που θα σηματοδοτούσε την εξώθυρη παρουσία της φιάλης αψεντιού. Γι’ αυτό και γριφώδες θεώρησαν, το άνευ προειδοποίησης άνοιγμα της στιβαρής ερυθρέλατης πόρτας, κοσμούμενης με εγχάρακτη αναπαράσταση του ενήλικου Αρποκράτη, ελληνιστικού θεού της σιωπής.

Οι τρεις κύριοι, που δικαιολογημένα θορυβήθηκαν με την ασέβεια προς την ιδιότητα της αρχαίας θεότητας (χρόνια είχανε να τροφοδοτηθούν με λάδι οι μεντεσέδες), ήταν τρία αδέρφια, γόνοι της οικογενείας Άλλιδερς, παλαιάς δυναστείας γαιοκτημόνων. Όταν τον όψιμο Μεσαίωνα ο μορφωμένος για την εποχή έμπορος Κίθιλ Άλλιδερς συνέπλεκε τις τύχες των δύο γιων του με κόρες εξόριστων φράγκων ευγενών, έβαζε τα θεμέλια του μεγαλείου που θα ακολουθούσε. Πριν ακόμη από τον πόλεμο των Ρόδων, οι Άλλιδερς είχαν εγκατασταθεί στο κάστρο τους στην πόλη, από εκεί υφαίνοντας τους ιστούς της φεουδαρχικής ηγεμονίας. Η πολυπόθητη κομητοποίηση ήρθε επί Ελισάβετ της Πρώτης, για τη στελέχωση των ναυσιπλοϊκών τάξεων των διακορευτών της Ισπανικής Αρμάδας, μαζί με τον οποίο τίτλο ευγενείας εκκολαφθηκαν προνόμια εξερεύνησης και εκμετάλλευσης του Νέου Κόσμου λίγα χρόνια αργότερα. Όταν ο Κρόμγουελ παρουσιάστηκε ως δύναμη υπολογίσιμη, αυτοί είχαν ήδη ταχθεί με τα νερά του, και παράλληλα οργάνωναν κολοσσιαίο για ιδιώτες (ακόμη και τιτλούχους) εμπορικό στόλο.

Μα το ξέφτι στο υφαντό των Άλλιδερς διαιωνιζόταν πλάι στη γιγάντωση του κύρους τους, ένα σκοτεινό νήμα μπολιασμένο στον κορμό του απαστράπτοντος εργόχειρου που έπλεκαν για αυτούς οι Μοίρες. Ποτέ μέλος της οικογένειας δεν ξεπέρασε την τέταρτη δεκαετία της ζωής του, παρά τη συνδρομή δεκάδων ανά τη μακρά τους ιστορία εξεχόντων γιατρών, αλλά και θεραπευτών μικρότερης ακαδημαϊκής αναγνώρισης. Οι Άλλιδερς επέμεναν να αποκόπτονται άξαφνα από τα εγκόσμια, κάποια στιγμή μεταξύ των τριάντα και σαράντα ετών, σαν κάποιος θεϊκός αγγειοπλάστης να είχε ξεμείνει από πρώτη ύλη στην κατασκευή του δοχείου εμφιάλωσης του ιχώρα της οικογενείας. Στους αμαθείς κύκλους των υποτελών τους κυκλοφορούσαν σκοτεινότερες φήμες, εφαπτόμενες με την αναμενόμενη δεισιδαιμονία, τόσο για τον παράξενο τρόπο που επιδρούσαν τα χρόνια πάνω στους αφέντες τους, όσο και για την οριστική ανάπαυση των λειψάνων τους. Τα τέλη του 14ου αιώνα, ο φροντιστής των βιβλιοθηκών του κάστρου, εμφανίστηκε κάθιδρος και φανερά καταπονημένος ένα πρωί στο ναό της Αγίας Σκέπης, ζητώντας μετάληψη, με το πέρας της οποίας κατέθεσε ενυπόγραφα στον αρχαιότερο ιερωμένο τα ακόλουθα (σύμφωνα με αυτόν) γεγονότα:

ΙV: Αναγνωστικό Απόρρητο

«Την προχτεσινή ημέρα, δωδέκατη του Νοεμβρίου του 1587ουέτους από τη γέννηση του Σωτήρος μας, επέθανε η κυρά μου Κέηθριν Άλλιδερς, μην έχοντας καν κλείσει την τρίτη δεκαετία της στην πλάση. Ο γιατρός Έσμιθ αποφάνθηκε καρδιακό πρόβλημα, όπως και δήλωσε στο επίσημο έγγραφο που συνέταξε ο κύριος μου Όλιβερ, αδερφός της μακαρίτισσας. Ξέραμε βέβαια όλο το προσωπικό, πως παρασάγγας απείχε η επίσημη γνωμάτευσή του από την πραγματικότητα που αντικρήσαμε σοκαρισμένοι πριν ένα μήνα να ξετυλίγεται στο πρόσωπο της αξιότιμης κυράς μας. Η ίδια, από μικρό παιδί που την θυμάμαι, πιότερο με αγόρι την έκανες παρά με δεσποσύνη· περισσότερο ρωμαλέα έμοιαζε, λέγανε χασκογελώντας οι εργάτες, από τον αδερφό της. Και στις πορείες μέχρι τις εποχιακές αγορές, πάντα ξεθώριαζε από το βλέμμα μας προτού η ακολουθία της καμτσικώσει τ’ άλογα με το πέρασμα της τάφρου του κάστρου.

Μα είναι φαρμακωμένη η γενιά των κυριών μου. Ο πατέρας της, και ο δικός του πριν αυτόν, διαγράφηκαν από το μανουσκρίπτο του Θεού μας πριν καν έχουν δει σαράντα θερισμούς στην ευλογημένη γη. Η δύστυχη, τρεις Κυριακές πριν τη σημερινή, μετά από διήμερη απομόνωση στις κάμαρές της (εξαφανίσεις που τόσο συνήθιζε η ίδια όσο και ο αδερφός της), κάλεσε την προσωπική της υπηρέτρια, βγαίνοντας στο πλατύσκαλο του ορόφου. Τι κρίμα είναι τα μάτια ενός ταπεινού γέροντα να αντικρίζουν σώμα, που μέχρι πρότινος εξέπεμπε της νιότης το βαλσάμι, τώρα στης γηρατιάς το αδράχτι να έχει ζευτεί. Σαν της αράχνης τον ιστό είχαν λεπτύνει τα μαλλιά της, λευκότερα της πάχνης φαίνονταν. Τα μάτια της, τραγουδισμένα από περαστικούς μενεστρέλους, είχαν οργωθεί από αυλάκια ρυτίδων και η θολούρα της ηλικίας τα είχε καλύψει. Σταυροκοπήθηκαν οι άλλοι δυο υπηρέτες που την είδαν, εγώ κατάφερα να κρύψω την ταραχή μου. Μαύρες μνήμες ξεπήδησαν στο λογικό μου, κενά χρόνων γεφυρώθηκαν, και ολοζώντανα είδα μπρος μου τις εικόνες των προγόνων της να στέκονται σε αυτό το κάστρο εξίσου πρόωρα κι αφύσικα γηραλέοι, σαν κάποιο κρίμα από πολύ παλιά να τυραννά το όνομα Άλλιδερς.

Από τότε δεν την ξαναείδε κανείς εκτός του κυρίου Όλιβερ, του γιατρού Έσμιθ, και της καμαριέρας της, παρά μόνο προχτές που πληροφορηθήκαμε ότι απέπνευσε εις Κύριο. Σέβη δε μας επέτρεψαν να αποτίσουμε, μα εμένα λόγω γραμματοσύνης με κάλεσαν να υπογράψω εκ μέρους του προσωπικού κάποια χαρτιά. Νόμιζα πως ήξερα τι να περιμένω, όταν, προχωρώντας αργά προς το γραφείο με το έγγραφο, έριξα δειλό βλέμμα προς την εντυπωσιακή κλίνη στην οποία αναπαυόταν το πτώμα της αδικοχαμένης. Μα αυτό που αντίκρισαν τα μάτια μου έκανε τα γόνατά να λυθούν, και το σημάδι του σταυρού επιβεβλημένα αναγκάστηκα να σχηματίσω. Στο σημείο που περίμενα πτώμα γριάς να κείτεται, το φως του καντηλιού αργοσάλευε πάνω σε μια μακάβρια κοροϊδία. Πως αλλιώς να περιγράψω αυτό που θύμιζε νεογνό ούτε εξαμηνίτικο, πνιγμένο με τον ίδιο του τον ομφάλιο λώρο από παραδομένη σε σαββατιανές μαγείες παραμάνα. Λώρο που η ίδια πιθανότατα είχε κρατήσει ξεραμένο μέσα σε φίλτρα ρυπαρά, από τα έμμηνα της παρασκευασμένα, και με το Μαύρο Άνθρωπο σε σταυροδρόμι, κάτω από γιοφύρι αχρείαστο, τα είχε κεντήσει σε νύχτα αφέγγαρη. Σα να είχε σαβανωθεί σε εμπαιγμό της ιερής φροντίδας των νεκρών, με σκούρους κισσούς και άλλα αγκάθια -που δόξα τον Παντοδύναμο ως θεοσεβούμενος άνθρωπος δεν τα αναγνωρίζω. Φρίκη ανέβλυσε, με μιαρή χολή μέσα μου, και με τρεμάμενα χέρια αποτελείωσα την υποχρέωση, πριν αλαφιασμένος αφήσω την ανίερη κάμαρα.

Όταν αργότερα αποτραβήχτηκα στη βιβλιοθήκη προσπαθώντας να ηρεμήσω, καμώθηκα να πλάθω ιστορίες που θα διέψευδαν τα τεκμήρια των ματιών μου, και δίχως αμφιβολίες θα απέστραπταν ξανά την οικογενειακή εικόνα των κυριών μου. Η αφοσίωσή μου τόσων ετών, υπερίσχυσε εν τέλει και ανέθρεψε την ανήθικη, μα αφάνταστα πιο καταπραϋντική για την ψυχή μου, θεωρία της εγκυμοσύνης της νεκρής, δεχόμενος πως τα φθαρμένα μάτια μου πλανήθηκαν ελαφρώς από το νεκροστολισμένο σώμα ενός νόθου παιδιού, ενώ αλλού βρισκόταν η κυρά μου.

Την ακόλουθη μέρα τελέσθηκε η κηδεία στο παρεκκλήσι του κάστρου παρουσία όλων, μα το φέρετρο είχε σφραγισθεί αυστηρά, αποσύροντας για πάντα τη δυνατότητα τελευταίας θέασης της νεκρής. Με το πέρας της τελετής, τέσσερις χωρικοί από κάποιο διπλανό οικισμό που είχανε μισθωθεί για αυτό ακριβώς το σκοπό, εξαφανίσθηκαν με την κάσα στο κατηφορικό μονοπάτι που οδηγεί στο παραδοσιακό εσωτερικό κοιμητήριο των μελών της οικογενείας, ακολουθούμενοι από τον κύριο Όλιβερ. Το υπόλοιπο της δυσάρεστης ημέρας μου κύλισε εντός της βιβλιοθήκης, αντιγράφοντας μια παρτίδα υμνικών περγαμηνών που είχε την καλοσύνη να μας παραχωρήσει προσωρινά το ουαλικό μοναστήρι του Αγίου Μαυρικίου. Μα σε όλο το διάστημα, τα ερπετά ενός ενδόμυχου τρόμου κουλουριάζονταν στις πτυχές του ασθενούς μου πνεύματος. Δεν ξέρω ποιος πειρασμός εισχώρησε εντός μου, αγνοώντας τα παραπέτα των καθημερινών προσευχών, μα αυτή η δαιμόνια επιρροή στο νου μου κατάντησε απύθμενη την περιέργειά, και βάλθηκα να καταστρώνω ευθύς σχέδιο κατάβασης στο άβατο προγονικό κοιμητήριο των Άλλιδερς. Έπρεπε σύντομα να ξεδιαλύνω το μυστήριο, και κάποιες δερματόδετες μελέτες επί σκοτεινών πτυχών της προ Χριστού ελεύσεως Βρετανικής θρησκείας δε βοήθησαν στο κλάδεμα της ανυπομονησίας.

the-catacombs-richard-wetterer

Η σελήνη είχε εν τέλει καταβροχθιστεί για αυτό το μήνα, καθιστώντας με ευνοημένο συνεργό της. Φως δε χρειαζόμουν, παρά τον περασμένο χρόνο από τη δύση του ηλίου· τουναντίον, εχθρό θα το χαρακτήριζα έως να παραβιάσω την θυρική κιγκαλερία με το “άρχον κλειδί”, που για παν ενδεχόμενο μου είχε παραχωρήσει πριν χρόνια ο κλειδοτεχνίτης αδερφός μου, δυνάμενο να ανοίξει οιοδήποτε λουκέτο. Γνωρίζοντας κάθε γωνιά των εδαφών των αφεντών μου, έχοντας τα περιδιαβεί αμέτρητες φορές στον μισό αιώνα υπηρεσίας, γοργά αντιμετώπισα την παμπάλαια κλειδαριά, και άνοιξα με όνειδος ψυχής την είσοδο του υπόγειου μαυσωλείου, ακριβώς στη βάση και σκιά του Βράχου του Ταλιέσιν. Αυτού του μεγαλειώδους μονόλιθου, το ουράνιο ύψος του οποίου ορθώς οι αρχαιότεροι κατασκευαστές του κάστρου σεβάστηκαν και ταπεινά δεν ξεπέρασαν με την ανθρώπινη κτίση τους. Τα κατηφορικά σκαλοπάτια αντηχούσαν παράξενα τα βήματά μου, θα ορκιζόμουν πως τα χρονικά διαστήματα ανάμεσα στο βήμα καθεαυτό και τον ήχο που έστελνε στα αυτιά μου, όχι μόνο δεν ήτανε ανύπαρκτο όπως θα έπρεπε, μα μεταβαλλόταν από πάτημα σε πάτημα. Είδα στην πλάκα της φαντασίας μου ξανά την επιγραφή που με επιτηρούσε αυστηρά από το αέτωμα άνωθεν της σιδερένιας πύλης του τυμβικού συμπλέγματος: “ Τριαδικός νους, Φόβου τον Καταφράκτη ιππότη της κλεψύδρας, Ελευθερία δίνει στο ανθρωπάριο που δέσμιο βρίσκεται ανατολικά του Δυστυχούς Ανακτόρου”, και απόρησα για αμέτρητη φορά περί του νοήματος των γλωσσικών αυτών αινιγμάτων.

Την πορεία από εκεί και πέρα μπορώ να διηγηθώ μονάχα περιληπτικά και ανολοκλήρωτα, καθώς οι ανέλπιστες δικλίδες διατήρησης της ψυχικής υγείας έχουν λυτρωτικά λειτουργήσει και μετριάσει τις αναμνήσεις από την κατάβαση στους τάφους ανεξιχνίαστων περιεχομένων. Αυτό που λάμπει στη μνήμη μου σαν μαύρος αστέρας, μα μόνο εξομολογητικά αποφάσισα να αποθέσω σε γραφή (εκλιπαρώντας τον Παντοδύναμο για γλυκιά λήθη), είναι οι σκιές που συνάντησα χτυπώντας το κράσπεδο του τέλους των σκαλιών, ακολουθώντας για ελάχιστα μέτρα το διάδρομο που συνέχιζε προς αριστερά, ενάντια σε κάθε θεόφιλη αρχιτεκτονική μα και ενάντια στην ειρήνη των ενταφιασμένων. Το αμυδρό φως του λυχναριού που ανέσυρα από μια εσοχή του βραχώδους εσωτερικού κατά την είσοδό μου στην κρύπτη, τρεμόπαιξε πάνω σε ένα βαθύτερο σκότος του χώρου. Στο οποίο εσφιγμένος καρδίας αναγνώρισα, παραλυμένος από μακάβριο δέος, τα χαρακτηριστικά του φάσματος του προαναφερθέντος αδερφού μου -ο οποίος έχαιρε πλήρους υγείας απ’ όσο ήξερα-, τώρα κατάχλομου μέσα σε σάβανο, να μου γνέφει πρόστυχα να τον πλησιάσω. Να του υποταχθώ όπως η αδερφή μου πλάι του, η οποία ήταν ζωσμένη με σκονισμένη ανάλογη εξάρτηση. Νομίζω πως εκεί τα λογικά μου χάθηκαν. Και όταν τα ανέκτησα, πατούσα το μαρμάρινο δάπεδο ενός, ελάχιστου σε μέγεθος για να χωρέσει το πλήθος των σαρκοφάγων που στέγαζε, δώματος. Μη δυνάμενος να ελέγξω το κορμί μου, άκουγα τα αόρατα στον κοινό θνητό αδέρφια μου να εξαπολύουν κατάρες διθυραμβικές ενάντια στην καθεστηκυία θρησκευτική τάξη, ενώ εγώ αρκούμουν σε σιωπηλά αναφιλητά για τους δύο εξ αίματος αγαπημένους μου, που μέχρι πρότινος θεωρούσα ζωντανούς.

Ανάμεσα στους τάφους που ανάπαυαν μια μικρή ορδή ευγενών, είδα τον κύριό μου Όλιβερ με την αδερφή του, να στέκουν σιωπηλοί, ακούνητοι, με πλάτη γυρισμένη προς το μέρος μου, προσηλωμένοι στη μορφή του Μαύρου Ανθρώπου. Το περίγραμμα του οποίου ξεπρόβαλε οριακά από ένα καθρέφτη μελαψό, ισάνθρωπο στο ύψος, κορνιζαρισμένο με ασήμι χλωμό, σαν αυτό με το οποίο λέγαν οι γριές ότι στολίζουν τα Καλά Ανθρωπάκια τα γκέμια των αλόγων τους όταν ξεπροβάλλουν στα λεπτά σημεία για να παρασύρουν αλαφροΐσκιωτους χριστιανούς στα μέγαρά τους κάτω από τους λόφους. Άρχισα, ενάντια στη θέλησή μου, να προχωρώ προς τον καθρέφτη, υπακούοντας την επιθυμία της αδερφής μου μέσα στο κεφάλι μου, ενώ ούτε τα μάτια μπορούσα να κλείσω για να μη διακρίνω τις ανίερες λεπτομέρειες της μορφής του θαμπού πρίγκιπα μέσα στον καθρέφτη.

Με περισσή προσπάθεια κατάφερα να στρίψω το κεφάλι προς τα αριστερά καθώς περνούσα δίπλα από το ζεύγος, μα ανάθεμα! Ελπίδα αναζωπυρωμένη πως σε εξακόντισα ευθύς στα τάρταρα της απόγνωσης μαζί μου, σαν είδα πως στην αγκαλιά του Όλιβερ βρισκόταν το πράγμα που είχα δει στο νεκροκρέβατο: μια ευτελής απομίμηση ζωής να χειρίζεται τα οστέινα άκρα του, τα συμπλεγμένα με αγκάθια και κισσό, σε σημείο που να μην αντιλαμβάνομαι ποιο ήταν το πρωταρχικό συστατικό και ποιος ο παρείσακτος. Το βρέφος με σοβαρότητα κοιτούσε τον κύριό μου, με βλέμμα μοχθηρίας και σκοτεινής αγαλλίασης, το οποίο ανταπέδιδε ο κύριος Όλιβερ. Η κυρία Κέηθριν ήταν ζωντανή, μα άτοπη κατέστη κάθε προσπάθεια να της προσδώσω εμφανή ηλικία. Χαμένος ήμουν ανάμεσα στα μισόγκριζα μαλλιά που θρόιζαν με τη φρεσκάδα της νιότης και τις απατηλές ρυτίδες που –μη μπορώντας να τις περιγράψω αλλιώς- έρεαν, μισοβυθίζονταν και αναδυόταν φασματικά πάνω στη χλωμή σάρκα του προσώπου της. Αλίμονο, η δέσποινα του κάτω κόσμου των ειδωλολατρών έστεκε μπρος μου, όμοια με την Περσεφόνη ήταν το κορίτσι που είχα δει να ενηλικιώνεται όχι πλειάδα χρόνων πριν. Και όταν άκουσα τα αδέρφια μου να δοξολογούν την αιρετική μίμηση των θεοτόκων γονιών του κύριου μας Ιησού Χριστού -μια μίμηση που πραγματώνονταν από τα αδέρφια Άλλιδερς- διαπίστωσα το νόημα του βλάσφημου θεάτρου τους, αναγούλιασα με το πλάσμα που σατίριζε κάθε ιερό που είχα, και μακάρια έχασα ξανά τις αισθήσεις μου.

Όταν ξύπνησα βρισκόμουν έξω από την πόρτα της κατακόμβης, άτσαλα ακουμπισμένος στο φύλλωμα ενός παρτεριού μαγαρισμένου από γαϊδουράγκαθα. Η νύχτα ακόμη ατένιζε την ύπαιθρο με τα τόσο ψυχρά μάτια των αστεριών της. Υπερβαίνοντας τα σωματικά εμπόδια που θέτει η ηλικία, κατηφόρισα προς τους στάβλους, σέλωσα ένα γέρικο άτι -το οποίο κι αν μου άνηκε είχα να καβαλήσω χρόνια-, και εξασφαλίζοντας το πέρασμα από την εξωτερική πύλη με ένα νεύμα στον (γνωστό μου) φύλακα της βάρδιας, έβαλα σταθερή πορεία μέχρι το ναό της κωμόπολης. Ποτέ πια δε θα περάσω ξανά από το κάστρο που ήταν για όλη μου τη ζωή πατρίδα. Είθε ο φιλεύσπλαχνος Θεός να λυπηθεί τις ψυχές όλης αυτής της οικογενείας και της δικιάς μου. “

Το κείμενο αυτό βρισκόταν στο ναό της πόλης μέχρι μισό αιώνα πριν, όταν εξαφανίστηκε κάτω από συνθήκες μυστηριώδεις. Ένας μεταγενέστερος των γεγονότων Άλλιδερς, που αποφάσισε να ερευνήσει το μυστήριο, κατέληξε σε ασάφειες όσον αφορά τη διήγηση. Ο βιβλιοθηκάριος, που το όνομά του είχε διατηρηθεί έως τότε, αλλά εξαφανίστηκε από κάθε αρχείο παράλληλα με την κλοπή του εγγράφου, ήταν μοναχοπαίδι, όπως άλλωστε και η Κέηθριν Άλλιδερς, η οποία όντως πέθανε την αναγραφόμενη ημερομηνία. Ο αφηγητής έφτασε στο Ναό της Αγίας Σκέπης στις 6 το βράδυ της προηγούμενης της ημερομηνίας σφράγισης, σε κατάσταση κλονισμού. Αδυνατούσε να συνδυαστεί χρονικά η διάρκεια της βραδινής του περιπέτειας με τη δύση του ηλίου, μία μόλις ώρα προηγουμένως. Ο επίσκοπος που επισκέφθηκε το κάστρο κάποιες μέρες μετά συνάντησε έναν οικισμό σε πένθος, μα ποτέ δε βρήκε κάποια νύξη έστω για κάποιον Όλιβερ Άλλιδερς, ενώ ο σύζυγος της νεκρής αρχόντισσας, ο οποίος δεν αναφέρονταν πουθενά στο παραλήρημα, διαβεβαίωσε για την ψυχική υγεία του πρώην υπαλλήλου τους. Αργότερα ο γραμματιζούμενος υπηρέτης έχτισε και εγκαταστάθηκε στην έπαυλη που χρόνια αργότερα μετεξελίχθηκε στο γνωστό πανδοχείο της οδού Σίντε. Το μόνο σημείο ρεαλιστικής αγκυροβόλησης μέσα στη θάλασσα των παραισθήσεων της κατάθεσης ήτανε η επιγραφή στην είσοδο, της κατά τ’ άλλα άμεμπτης κρύπτης.

Το τρίτο μέρος εδώ

Βετεράνος των Ψυχικών Πολέμων (μέρος 1) 

(Το διήγημα πήρε την τρίτη θέση στην κατηγορία Νουβελέτα Τρόμου στα Βραβεία Λογοτεχνίας του Φανταστικού Larry Niven το 2013)

brodsk

Ι: Ανώνυμο

Το λαοφιλέστατο πανδοχείο της οδού Σίντε θωριεύει νωχελικά τρία τετράγωνα από το ναό της Αγίας Σκέπης. Τα εμβληματικά, υψίλιγνα παράθυρα της πρόσοψής, είναι καλυμμένα από ασήκωτες σκουρόχρωμες κουρτίνες, που θαρρείς διεστραμμένες γραίες κέντησαν στον αέναο αργαλειό τους. Δείχνουν να τρέφουν αντιπάθεια στο φως του ηλίου, το οποίο άλλωστε σπανίως τα διαταράσσει, καθότι βορινά. Αργοσαλεύουν τα στόρια στην ανάσα του παγωμένου ανέμου, ποτισμένα με ερεβώδεις σκιές, ανίερες φωλιές ασυνείδητων φοβιών. Ένας περαστικός καθηγητής κάποτε παρατήρησε την ομοιότητα της ανησυχίας που του προκάλεσε ολάκερη η όψη του κτηρίου με αυτή που είχε νοιώσει νεότερος. Τότε, δουλεύοντας ως νυχτοφύλακας στο εσωτερικό αιγυπτιακής πτέρυγας αρχαιολογικού μουσείου, αναγκάστηκε να παραιτηθεί πριν κλείσει μια βδομάδα εργασίας, καθώς «ο τόνος των σκιάσεων πάνω στα βαθουλωμένα μάτια και τα χαμογελαστά στόματα των σφιγγών, μου θύμιζε μαρτυρικά τις θολές μελανοκηλίδες που απεικόνιζαν τις Αμαρτίες σε γκραβούρες παιδικών θρησκευτικών βιβλίων».

Κι όμως, παρά την γκροτέσκα εικόνα του, το πανδοχείο (που θαρρείς πως κανείς από τους ιδιοκτήτες δε βρήκε χρόνο να πετάξει προσωρινά το γυαλόπανο του πάγκου για να στρωθεί και να ανασύρει εκ φαντασίας ένα όνομα για το οίκημά του), λαοφιλέστατο όπως αναφέρθηκε, αποτελεί μια βραδινή κυψέλη για την μέση και ανώτερη αστικής τάξη της περιοχής. Για τους μεροκαματιάρηδες των αποβάθρων και του εργοστασίου οι πόρτες είναι αμπαρωμένες, περισσότερο από την ίδια τους την απέχθεια προς τους θαμώνες και το φευγαλέο κόσμο που αυτοί εκπροσωπούν, παρά από την απειλή του ηλικιωμένου Ίλας, διακοσμητικού πορτιέρη του χανιού. Εύκολα λοιπόν η κενοδοξία και ψωροπερηφάνια που γεννάται από την αμάθεια των κατώτερων στρωμάτων προλαμβάνει πιθανές αναμίξεις, που μόνο άβολες θα ήτανε και για τα δύο αντιδραστήρια τμήματα. Τουλάχιστον αυτή είναι η άποψη των βαυκαλιζόμενων ντέκαντεντ φιλοσόφων. Αυτών που, συγκεντρωμένοι εβδομαδιαία στην απομονωμένη (δικαίωμα που αποσπούν με το αζημίωτο από τον ιδιοκτήτη κάθε μήνα) βόρεια αίθουσα του δευτέρου ορόφου του πανδοχείου, υπό τη μοναδική φωταγωγία του οπιοβραστήρα (αυτού του θαυμαστού μισού του ζεύγους καταλυτών της αντίδρασης μεταξύ των καλοζωισμένων τάξεων που αναφέρθηκαν-με το έτερο ήμισυ να είναι προφανώς το αειθαλές αλκοόλ), ορέγονται τα θέλγητρα των εναλλακτικών συνειδησιακών καταστάσεων οι οποίες ξεδιπλώνονται με μορφή λόγου πέρα της νοητικής πτυχής τους. Και αν το τίμημα της υπεροψίας πρέπει να πληρωθεί για την τέρψη τους, είναι ένα νόμισμα που φειδωλά κατέχουν οι ανεξαθλίωτοι.

Οι φτωχογειτονιές που γειτονεύουν με το εν λόγω οικοδομικό τετράγωνο προς ανατολάς, δέχονται μοιρολατρικά κάθε απόγευμα τον όγκο του σκιώδους πέπλου που εκτινάσσει το πανδοχείο της οδού Σίντε· μια πηχτή σκοτεινιά η οποία σταδιακά καταβροχθίζει τις αυλές με τα μαγκάλια, τις αλάνες (που μόνο η πλέον αμόλυντη παιδική σκέψη θα αποκαλέσει αλλά και θα χρησιμοποιήσει ως παιχνιδότοπους), έως και το μνημείο του Σιωπηλού Βιβλιοθηκάριου, στο κέντρο της πλατείας Κατάνυξης. Το μνημείο αυτό απεικόνιζε κάποτε τον μοναδικό ένοικο της έπαυλης, η οποία προσέφερε αργότερα το δρυοστόλιστο λίθινο σώμα της στον πρώτο ιδιοκτήτη του πανδοχείου για εμπορική χρήση. Το όνομά του, όπως και τα χαρακτηριστικά της μορφής του, έχουνε προ πολλού τεμαχιστεί και σκορπιστεί σαν κονίαμα στα θεμέλια του παρόντος επιπέδου της περιοχής, ηθελημένα λησμονημένα θα έλεγε ένας άχρονος μελετητής, Ο περίγυρος του μνημείου είναι πλέον το θέατρο των νυχτερινών συνάξεων των περίοικων, οι οποίοι -έρποντας θαρρείς- ξεμυτίζουν από τις σανιδένιες κατοικίες μετά το φτωχικό δείπνο, για να συγκεντρωθούν κατανυκτικά, και τις αφέγγαρες νύχτες να ξορκίσουν με φλεγόμενα κλαδιά ιτιάς το σκότος που γεννοβολάει το σερνάμενο δειλινό.

Οι πρωινές στάχτες λιγομίλητα θα ανταποκριθούν σε κάθε επιτυχημένη προσπάθεια επικοινωνίας, με δέος ίσως αποκαλύψουν τους ψιθύρους που άβουλα απορρόφησαν, για τη μυθιστορία του πέτρινου γίγαντα της οδού Σίντε. Θα υπονοήσουν πως το δεύτερο πάτωμα είναι αφύσικα υπερυψωμένο σε σχέση με το πρώτο, πως αν κάποιος κοιτάξει τη βόρεια όψη του πανδοχείου όταν ο ήλιος βρίσκεται στο απώτερο σημείο του καταναγκαστικού περιπάτου του, θα εντοπίσει περιγράμματα παραθύρων αχρηστευμένων με τούβλα. Σαν κάποτε ανάσες να έπαιρνε από αυτά μια κρυμμένη πλέον σάλα. Κάποιες καταβεβλημένες στάχτες, μέχρι πρότινος γηραιά δέντρα, ίσως μοιραστούν νεαρές μνήμες περί νεκρώσιμων φωτισμών από τα εν λόγω σφραγισμένα ανοίγματα, σπανίως δε, θα αναφερθεί οσμή μύρου και αποσύνθεσης να συνοδεύουν οχλαγωγίες ανυπόφορες. Μα για τον ήχο της άμαξας στο πλακόστρωτο σταυροδρόμι της οδού Σίντε με τη λεωφόρο Γκεστάλτ, για τα απόκοσμα κουδουνίσματα της καθώς κατεβαίνει τη λεωφόρο από το λόφο όπου δεσπόζει ο ναός της Αγίας Σκέπης, δε θα μιλούσε η τέφρα ποτέ.

ΙΙ: Τυμβωρυχία

Κατά τους προύχοντες της πολεοδομίας, ο κεντρικός αυτός ναός ταυτίζεται με το γεωγραφικό κέντρο της πόλης. Μα για τους ασυμβίβαστους διανοητές που φλερτάρουν καθεβραδίς με το ευγενέστερο σύντροφο του αψεντιού, ο ναός αποτελεί την έναρξη του ομφάλιου λώρου τους. Κι αυτό καθ’ ότι από εκεί ξεκινάει με την εμφάνιση του Αποσπερίτη η κατάβαση της συνθλιπτικής στον πλούτο της διακόσμησής της, τρίιππης άμαξας του κυρίου Μέλλικενς. Κατηφορίζει την λεωφόρο Γκεστάλτ παράλληλα με την χρωματική παρακμή του ουράνιου θόλου στις μελανότερες και πλέον μυστηριακές κλίμακες του φάσματος. Ο Μέλλικενς είναι ένας κύριος, του οποίου η τοποθεσία κατοικίας παραδόξως αγνοείται από κάθε συνδιαλεγόμενο μαζί του ή μη, αφήνοντας τη μεθυσμένη δεισιδαιμονία να τοποθετεί το σπίτι σε φαντασμαγορικές κρύπτες της παντεπόπτριας εκκλησίας. Θα έλεγε λοιπόν ένας αστικοκοινωνικός ανατόμος, πως ο ομφάλιος λώρος των ναρκολάγνων με κάποια οικονομική στάθμη στην πόλη, εκτείνεται από το προαύλιο του Ναού της Αγίας Σκέπης, έως το πανδοχείο της οδού Σίντε, υλοποιημένος ως ένα ιππήλατο μέσο μεταφοράς.

Η άμαξα αυτή, κληροδοτημένη από μητέρα σε γιο για τουλάχιστον οχτώ γενιές -σύμφωνα πάντα με τα εξαιρετικής σπανιότητας λογύδρια του Καρόλου Μέλλικενς, εκκολαπτόμενα όταν το εμπόρευμά του κονιορτοποιεί τα τείχη νηφαλιότητας που μελετημένα υψώνει εντός του από την εποχή που τον θυμάται η πόλη-, φέρει ακέραιους τους μώλωπες της αιωνοβιότητάς της, τουλάχιστον στα μάτια ενός προσεκτικού παρατηρητή. Ο περαστικός αργόσχολος θα τη βρει ευκόλως κακόγουστη και θα αποστρέψει το βλέμμα χάριν φινέτσας – όχι χωρίς δικαιολογία, καθώς η απαράμιλλη ποσότητα περιηγητικών ενθυμίων κάθε μορφής που σκεπάζει το εξώτερο κουβούκλιο του τετράθυρου μέσου, καθιστά το υπερφίαλο ροκοκό ασκητική τέχνη εν συγκρίσει, μα καμουφλάρει εξαίσια τη φθορά που επέσυρε η αποφράδα επίθεση των χρονικών δακτύλων επί του κλειστού οχήματος.

Δύσκολα όμως η πραγματικά αισθησιακή προσωπικότητα δε θα δελεαστεί από τον χείμαρρο εμπειριών που υπόσχεται ο ετερόκλητος τροχοφόρος καμβάς. Η αντάξια ενός Ιερώνυμου Μπος απεικόνιση δείπνου σε εγκάρσια τομή κορμού αγριελιάς, που κάποτε σκίαζε τους φρουρούς του μαντείου της Δωδώνης, σκιάζει τώρα πλήθος αμυχών και βαθουλωμάτων με τα οποία φιλοδωρήθηκε η πρόσθια αριστερή πόρτα της άμαξας κατά την -θρυλική σε συγκεκριμένους κύκλους κακόφημων επαγγελματιών, ανυπόστατη στους κύκλους των καθώς πρέπει πολυδιαβασμένων ιστορικών- καταδίωξή της επί της ουγγρικής Αλυσιδωτής Γέφυρας, από ένα ασαφές στίφος Ρομά και Λουθηρανών κραδαίνοντων προγονικά οστά. Μια συστοιχία μπρούτζινων καδενών φαντάζουν ενθύμια νυχτερινών επιδρομών σε ποικιλόθρησκα νεκροταφεία, λάβαρα βεβηλωτών που αντιμετωπίζουν το πύρινο μένος των πιστών με βλάσφημη αγαλλίαση. Ακόμη και τώρα στην Κρακοβία, αν ψάξει κανείς ανάμεσα στα πλέον ηλικιωμένα και διαποτισμένα με τις τοπικές παραδόσεις άτομα, θα διαπιστώσει μια άμεση ανησυχία των ακροατών απέναντι στο νυχτερινό ήχο περαστικής άμαξας, ένα, υπερβαίνοντα το στοιχειώδες, αμπάρωμα των οικιακών εισόδων. Και αληθινά, αν τύχει και συμπέσει ο ήχος με ομιχλώδες αύρες -γεννήματα του Βιστούλα σε περίπτυξη με ρουσάλκες θυγατέρες του-, τότε η πλησιέστερη εκκλησία είναι πέραν του βέβαιου πως θα στελεχωθεί από ηλικιωμένους οικιακούς φυγάδες.

Επιστρέφοντας στην περιγραφή του διάκοσμου, η δέσμη των καδενών είναι αυτή που έντεχνα κρύβει τα μαυρισμένα αποτυπώματα της, σεβούμενης τη λογική, οργής στη μπορντούρα του στεγάστρου. Παρομοίως ανάγεται, μέσω του τυχάρπαστου και μη πλούτου της, η οικογενειακή άμαξα των Μέλλικενς, σε αφάνταστα πλούσια περίληψη των ανά την Ευρώπη αστικών δεισιδαιμονιών. Η σχέση βέβαια ανάμεσα στην υπενθύμιση και την αιτία των αμφιλεγόμενων γεγονότων αυτών, ποτέ δεν μελετήθηκε διεξοδικά από αρμόδιες διάνοιες, ίσως γιατί μια πλήρης ημερών ανθρώπινη πορεία αδυνατεί να βρει τα ψήγματα των υφασμένων σε αιώνες νημάτων σύνδεσης. Κι έτσι συνεχίζουν όχημα και οδηγός να ιπποπλοούν στα κύματα του χρόνου, έχοντας τιθασεύσει τις περιπλανητικές ορμές ο ένας του άλλου.

Εδώ το 2ο μέρος