Το Δάσος του Άλμπεϊ (μέρος 2ο)

(Το πρώτο μέρος εδώ)

ΙΙΙ. Φρανκόνια
albay1

«Δέχτηκα λοιπόν να γίνω οδηγός της Σιφ, μέχρι να φτάσουμε στη Λειψία. Οι μέρες του ταξιδιού απλώνουν με αστίλβωτη καθαρότητα το περιεχόμενό τους στην περγαμηνή της μνήμης μου, ακόμη και τώρα. Από τα μάτια του τυραννικού ήλιου μας προστάτευαν οι πράσινοι γίγαντες, στη σκιά των οποίων από μικρός περιπλανιόμουν συχνά, γαλουχούμενος την αδίστακτη ελευθερία της φύσης. Τα βράδια, παρά την αδυναμία και κούραση – μετρέσες που δεν τους βάσταγε να με αποχαιρετήσουν – σκαρφάλωνα στις πιο ψηλές βελανιδιές για να ατενίσω το βραδινό ουρανό. Ο λαός μου, πριν στραφεί στην πίστη του Ιησού, πίστευε πως τα άστρα είναι τα σιδηρουργεία των ψυχών, πως στα κρύα αυτά φώτα γυρνάνε οι ουσίες των πεθαμένων. Στα αμόνια της νύχτας απαλλάσσονται από τις εμπειρίες τους, πριν καθαρές και λυτρωμένες από μνήμες, σφυρηλατηθούν εκ νέου για να επιστρέψουν στη γη.

Εκεί, στη βίγλα του δάσους, λυσσομανούσε κάθε βράδυ ο παγωμένος βόρειος άνεμος, σφυρίζοντάς μου μια συμφωνία απατηλή, κι εγώ έτρεμα. Ήταν ένα τραγούδι που ανέσυρε μια βαθιά θαμμένη εντός μου ανησυχία, γιατί πολύ νεότερος μόνο το είχα ξανακούσει, μετά από μια πράξη μου άδικη και απάνθρωπη. Η οποία όμως τότε, στην αρχή του ταξιδιού, ήταν από τη μνήμη μου λησμονημένη. Με γοργή την ανάσα από την παράλογη αίσθηση επικείμενης τιμωρίας, κατέβαινα από τα δέντρα. Πάνω μου το γέλιο του βοριά έφτανε σε κρεσέντο μιμούμενο τον ήχο φασματικών οπλών, σα μια ορδή εκδικητική, εκπρόσωπος ενός δικαίου βαρβαρικού, υπάκουη μονάχα στους νόμους του αίματος, να ήταν στο κατόπι μου. Και έσφιγγαν την καρδιά μου φόβοι απροσδιόριστοι, όπως έσφιγγα τον κορμό του δέντρου στην κατάβαση.
albay3

Ξένε, όταν μικρό παιδί πεντάχρονο ακόμη ήμουν, το μελανοδοχείο των θεών της τρέλας στάλαξε πάνω μου λίγες σταγόνες σκιερές. Είχα βλέπεις, μια αδερφή κατά δυο χρόνια μεγαλύτερη. Πέταγαν συχνά γύρω μας οι εξάπτερες έριδες της παιδικής ηλικίας, και ποτέ δεν πέρασε η ιδέα της ανακωχής από τα μυαλά μας, μονάχα διαρκή πόλεμο είχαμε κηρύξει μεταξύ μας. Κι ωστόσο πραγματικό κακό δεν είχε περάσει από το νου μας μέχρι τότε να κάνουμε ο ένας στον άλλον. Ένα απόγευμα όμως, μέσα στα δάση που ήταν το δεύτερο σπίτι μου, βρέθηκα δίχως να καταλάβω πώς, να καταστρώνω νοσηρό πλάνο για την εξ’ αίματος νέμεσή μου. Μάρτυρες μου ήταν οι σιωπηλοί λύκοι που με συντρόφευαν κάτω από τους πράσινους θόλους, μάρτυς και η φωνή της αδερφής μου που με έψαχνε εξημμένη στο δάσος για πολλοστή φορά. Μάρτυρες ήταν τα αιωνόβια φυτά καθώς με μια πέτρα τη χτύπησα στο κεφάλι, καθώς με το ίδιο λιθάρι της έσπασα το κρανίο, κι έπειτα την έσυρα στο ξέφωτο μου. Δικό μου το ονόμαζα τότε εκείνο το μέρος, γιατί συχνά το ένοιωθα να με καλεί. Καθόμουν ώρες πολλές παρέα με τους μεγάλιθους, μα όταν σκοτείνιαζε φόβος με γέμιζε και με δειλία το εγκατέλειπα.

Εκείνο το βράδυ, ανάμεσα στους μονόλιθους που έστεφαν το ξέφωτο, έκανα ανοσιουργήματα με τις μεγάλες πέτρες και το κορμί της αδερφής μου, πράξεις που δε μπορώ να σου περιγράψω. Όταν τελείωσα, το σώμα της έθρεφε τα βράχια, τα κατεργασμένα όχι από ανθρώπου χέρι καθώς μου είχε πει η μητέρα μου όταν της είχα μιλήσει για αυτό το μέρος. Την έψαξαν την αδερφή μου, μα δεν την βρήκαν ποτέ. Εγώ είχα ελάχιστες αναμνήσεις από το γεγονός και κράτησα το στόμα μου κλειστό, ακόμη κι όταν έρχονταν το βράδυ στο κρεβάτι μου οι γριές, με το κεφάλι της αδερφής μου στα χέρια τους. Εκείνες ήταν που μου τραγουδούσαν στο φως του λυχναριού το κατηγορώ των ενοχών, και μόνο εγώ τις άκουγα, μόνο εγώ τις έβλεπα. Μα ξεθώριασαν σύντομα, ίσως γιατί εκείνες οι στάλες τρέλας φύγαν από πάνω μου, και μαζί τους κάθε ανάμνηση του θανατικού.

Επανήλθε όμως η σκιά της ανάμνησης εκείνα τα πρώτα βράδια του ταξιδιού μου με τη Σιφ, δεκαπέντε χρόνια μετά. Και ήταν σαν σκουλήκια η παλλόμενη ανησυχία μέσα μου, απτή σχεδόν. Καθόμουν λοιπόν με το κορίτσι γύρω από τη φωτιά και της μίλαγα με τις ώρες, όπως κάνω με εσένα τώρα, ξεγέλαγα το μυαλό μου με την αφήγηση. Της έσπερνα ιστορίες στα αυτιά, λίγες δικές μου, λίγες που είχα ακούσει στο καπηλειό. Ήταν και δυο τρεις που μου τις είχαν ψιθυρίσει παλιά τα δέντρα στο δάσος, όταν αναπαυόμουν στη σκιά τους. Άκουγε η Σιφ αδιαμαρτύρητα, με ενδιαφέρον αντάξιο της εμφανούς ηλικίας της, ιδιαίτερα αυτές που αφορούσαν το δάσος του Άλμπεϊ και τους Αλανούς της Νυρεμβέργης. Ρώτησε μάλιστα για εκείνη την κοπέλα που είχε φιλοξενηθεί από τους γονείς μου:

«Το φόρεμα που χάρισε στη μάνα σου, σε αντάλλαγμα της οικογενειακής ανιδιοτέλειας, τι απέγινε;»

«Δεν το είδα εγώ, τουλάχιστον όχι όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Ήταν δερμάτινο, παχύ, για πιο κρύα κλίματα, μου είχε αναφέρει η μητέρα μου. Και πρέπει να το είχε κλειδωμένο στο μεγάλο μπαουλοντίβανο, έτσι τουλάχιστον μας είχε πει. Σκίαζαν τα μάτια της όταν μίλαγε για αυτό, σαν κάτι άσχημο να είχε μαζί του συνδέσει, το οποίο ούτε η ίδια μπορούσε να προσδιορίσει.»

Τελειώνοντας τις αφηγήσεις με κυρίευε η επιθυμία για ανάπαυση, και η Σιφ τότε μου τραγουδούσε τη μελωδία των άστρων, εξαργυρώνοντας την έως τότε αδιατάρακτη σχεδόν σιωπή της με νότες. Τη γλώσσα του παγωμένου νανουρίσματος δεν την καταλάβαινα, μα με έστελνε ταχιά σε ύπνο βαθύ δίχως όνειρα, μόνο μια μυρωδιά απάτητων κορφών και ομιχλιασμένων δασών σα να τρύπωνε στο υποσυνείδητό μου. Κάθε πρωί με ξύπναγε η μυρωδιά κυνηγιού στη φωτιά, και ένοιωθα τα μέλη μου βαριά από εξάντληση, λες και για την ηρεμία της ψυχής πλήρωνε τίμημα το κορμί μου.
albay4

Η συνοδοιπόρος μου είχε κι αυτή μυστικά, σφραγισμένα στο κορμί της, πίσω από τις κενές φωλιές των ματιών. Ένα όμως ήταν απτό, το πρόσεξα ένα βράδυ που επέστρεφα κοντά της φορτωμένος με κλαριά για τη φωτιά. Από μακριά, κρυμμένος πίσω από θάμνους, την είδα να περιεργάζεται ένα πακέτο που έκρυβε μέσα στις πτυχές της πρωτόγονης κάπας της. Έμοιαζε δερμάτινο, στο μέγεθος βιβλίου, σαν αυτά που είχα δει στην εκκλησία μας πολλάκις. Η περιέργεια νίκησε τη διακριτικότητά μου. «Τι γύρευε μια τυφλή με ένα δεμένο έγγραφο συντροφιά;» αναρωτήθηκα. Έτσι εκείνο το βράδυ της ξεδίπλωσα την απορία μου.

«Μάτια ποτέ δεν είχα, κι έτσι ποτέ δεν τα στερήθηκα, γιε του δάσους και της αποσύνθεσης,» μου απάντησε. «Όμως γνωρίζω πώς τα βιβλία να διαβάζω, από μικρή. Τι είναι άλλωστε τα μάτια παρά προεκτάσεις του μυαλού, όπως τα χέρια και τ’ αυτιά. Μη σκέφτεσαι πως με εμποδίζει η ατέλειά μου να μαζεύω τη γνώση από του κόσμου τα γραπτά.»

«Όχι», συνέχισε, «το φορτίο μου δεν κρύβει εμπειρίες καταγεγραμμένες με τον τρόπο που φαντάζεσαι, δε θα το έλεγες βιβλίο ποτέ. Μα φυλάξου από αυτό που δεν είναι ακόμη η ώρα σου να αντικρίσεις.»

Ντράπηκα, και δεν της είπα τίποτε άλλο, ούτε ιστορία εκείνη τη βραδιά. Μα εκείνη με ξάφνιασε, κάνοντας με τη σειρά της μια ερώτηση:

«Τα όπλα σου, που με τόση φροντίδα κρατάς πάνω σου όλη μέρα, μπορώ για λίγο να περιεργαστώ;»

Της πέρασα το τόξο, το καμάρι των χεριών μου. Γλίστρησε τα δάχτυλά της πάνω στις χαραγμένες μορφές του Άγριου Κυνηγιού, ενώ σιγομουρμούρισε κάτι ακατάληπτο.

«Είναι οι θεοί σου αυτοί;» με ρώτησε σηκώνοντας προς το μέρος μου το κεφάλι.

«Δεν τους λάτρεψα ποτέ», απάντησα μετά από σκέψη, «δεν έχω διαβάσει ύμνους προς τιμή τους. Δεν έχω θυσιάσει σε ανοιχτό βωμό για χάρη τους», πρόσθεσα με αβεβαιότητα. «Αλλά στις φλέβες μου κάποτε ένοιωσα το κάλεσμά τους. Ανάμεσα στα έλατα κάποιες νύχτες καρτερούσα τα βούκινα του Άγριου Κυνηγιού να ηχήσουν, και στο φως του φεγγαριού καλπάζοντας να με καλέσουν.»

«Είναι αρχαίοι θεοί,» μου είπε επιστρέφοντας το όπλο, «πριν την αυγή της λογικής κατάγονται. Βάδιζε προσεχτικά στο άκουσμά τους, βάλε το φόβο οδηγό, και όχι το σεβασμό που είναι μεταγενέστερος τους. Μυρίζουν τα ίχνη μας από τότε που αφήσαμε την πόλη. Λίγα μπορώ να κάνω για να σε προστατέψω απέναντι τους, ιδιαίτερα από τον ηγέτη τους,» είπε περισσότερο στον εαυτό της παρά σε εμένα και με παραξένεψε. «Και προστασία χρειάζεσαι Ρόμπερτ, γιατί εσύ είσαι η λεία τους. Οι στάχτες του παρελθόντος σου αναμοχλεύονται, δίχως να ξέρω από ποιανού το χέρι. Τα κάρβουνα μέσα τους δεν έχουν πεθάνει, και λάμπουν σαν φάρος για το Κυνήγι, έστω και αν είναι κρυμμένα από εμάς τους δύο.»

Τα λόγια της γλίστρησαν πάνω στην καταπακτή που σφράγιζε την ανάμνηση της αδελφοκτονίας, μα δε στάθηκαν ικανά να τη σηκώσουν, κι έμεινα ζαλισμένος να αναρωτιέμαι στα τυφλά.

«Δώσε μου τώρα το στιλέτο σου.»

Το κράτησε με το αριστερό χέρι, άτσαλα, σα να μην είχε αγγίξει λεπίδα ξανά, και ανέβασε τη αιχμή προς τις κόγχες της. Έγλειψε την κόψη, αίμα κύλισε από το σαγόνι πάνω στο μαχαίρι. Έτσι ματωμένο, το άγγιξε στο αριστερό αυτί της.

«Αυτό το όπλο σε βρήκε, σε περιεργάστηκε, και απόρησε. Μα εσύ το επέλεξες, και το απέκτησες με τον ιδρώτα σου. Είναι ατιθάσευτο μέταλλο, και το έχουν αγγίξει χέρια που στάζουν αίμα. Για την ώρα σιωπάει το μαχαίρι αυτό, μα πρόσεχε τη στιγμή που θα αναγνωρίσει τον πραγματικό του αφέντη, μην είσαι στη λάθος πλευρά του.»

Έκανε να μου το επιστρέψει, όταν τα δάχτυλά της άγγιξαν ακούσια κάποιο σημείο της λεπίδας. Μετέωρο έμεινε ευθύς το χέρι της, και είδα για πρώτη φορά στο πρόσωπό της ταραχή. Τρόμαξα από την αντίδραση και έγειρα να δω τι μελετούσε πάνω στο μαχαίρι. Ήταν τα αρχικά που είχε χαράξει ο τεχνουργός ή κάποιος προηγούμενος ιδιοκτήτης. “Ν. Τ. Φροκέρια”.

Μου επέστρεψε εν τέλει το όπλο, μα έβλεπα πως στριφογυρνούσε μέσα της μια ανησυχία απέραντη. Φοβήθηκα τότε, γιατί όπως συλλογιζόταν η Σιφ, μου φαινόταν και το έδαφος μαζί της να στοχάζεται, σα να ρεμβάζει κάτω μου, σα να συλλογίζονται οι ρίζες. Βρήκα το θάρρος και τη ρώτησα τι έγινε.

«Πες μου Ρόμπερτ,» σηκώθηκε όρθια και ήταν το πρόσωπό της στο επίπεδο του δικού μου, «Ρόμπερτ από τη Νυρεμβέργη, ποιος άνεμος έφερε αυτό το όπλο στα χέρια σου;» Η φωνή της σα να καλούσε αλυσίδες από τα σύννεφα, κι άγνωστο μου ήταν ποιον θα έδεναν σφιχτά.

«Το αγόρασα ένα βράδυ πριν τρία χρόνια,» της απάντησα, «από έναν τρανό αλλά μυστήριο έμπορο, περιπλανώμενο σε όλο το βασίλειο, τον απρόσωπο κύριο Καρντερόν. Το είχα δει ένα χρόνο πρωτύτερα, σε άλλη επίσκεψή του, και στοίχειωναν έκτοτε την επιθυμία μου η κόψη και η αριστοτεχνική του κατασκευή, τόσο που ορκίστηκα να το αποκτήσω. Κι έτσι όταν ροβόλησε στην πόλη μας ξανά η άμαξα του γυρολόγου, ένα σούρουπο Βαλπούργιας Νύχτας, τον επισκέφτηκα στα μυστικά, και αντάλλαξα τη λεπίδα με το κομπόδεμά μου. Ακούστηκε μάλιστα ικανοποιημένος όταν το πήρα στα χέρια μου, λέγοντας μέσα από τη μόνιμα χαμηλωμένη παρωπίδα του, πως ένας κύκλος είχε κλείσει.»

«Μα φαίνεται να ξέρεις κάτι για την υπογραφή στο μέταλλο,» συνέχισα, «η οποία ως τώρα αίνιγμα ήταν για μένα. Μπορείς να ρίξεις φως στο γρίφο της;»

«Είναι προδοτικό όπλο,» αρκέστηκε να μου πει, ενώ ρίγη τη διαπερνούσαν, και άγγιζε με τα χέρια της την αριστερή πλευρά της. «Θα σε συμβούλευα να το ξεφορτωθείς σύντομα, να απαλλάξεις από την παρουσία του τον εαυτό σου.»

Άλλη κουβέντα δεν της πήρα εκείνο το βράδυ, και ήταν δυσάρεστος ο ύπνος μου, γεμάτος με εφιάλτες για το φονικό που έκανα μικρός, μόλο που εξακολουθούσα στον ξύπνιο μου να μη θυμάμαι τίποτα για την τελευταία μέρα της αδερφής μου. Ξυπνώντας μέσα στα άγρια σκοτάδια κάθιδρος, μου φάνηκε πως άλλο όνειρο με προϋπάντησε, γιατί είδα τη Σιφ να είναι ξύπνια δίπλα στην ετοιμοθάνατη φωτιά. Ακούμπαγε τις παλάμες στη γη, χωμένα ήταν τα δάχτυλά της στο νοτισμένο χώμα, λες και προσπαθούσε να αναπαραστήσει τις ρίζες των δέντρων ολόγυρά μας. Πάγος και φλόγες διέτρεχαν το κορμί της, στοιχειακές σαλαμάνδρες εκμαυλισμένες από χιονονιφάδες. Η ίδια δε φαινόταν να έχει αντιληφθεί την παράσταση που παιζόταν πάνω στο σώμα της, μονάχα ψιθύριζε μια λέξη συνεχώς, προς τα κάτω, προς το χαλί του δάσους: «Κάλκουλους».

Δεν ξέρω αν ήταν φαντασία μου, ή έγινε στ’ αλήθεια. Γρήγορα πάντως ξαναπέταξα προς τις χώρες του ονείρου, και αργότερα με βρήκε το πρωινό, παραδόξως ξεκούραστο σε σχέση με τις προηγούμενες ημέρες. Τροφή στη φωτιά δεν υπήρχε, κάτι που θεώρησα καπρίτσιο της Σιφ σχετιζόμενο με το μαχαίρι. Απόρησα πολύ ξένε με αυτή της τη συμβουλή, γιατί ένα υπέροχο στιλέτο σαν κι αυτό δεν το αποχωρίζεται κανείς σώφρων άνθρωπος. Κοίτα την κόψη του, την απαστράπτουσα στη λάμψη της φωτιάς χάρη του.»

Ο ακροατής της ιστορίας, καλά τυλιγμένος σε μετάξια σκοτεινά, κοίταξε το όπλο μέσα από τις σκιές της κουκούλας του.

«Να που έμεινε στη δούλεψή σου τόσα χρόνια, μέχρι τα γεράματα,» είπε στο γέρο Ρόμπερτ. «Δεν είναι όλοι οι χρησμοί σωστοί, ούτε τα προαισθήματα, και είναι υπέροχη η δικαίωση όταν κανείς ενάντια στην υποτιθέμενη μοίρα πάει.»

«Σωστά μιλάς άρχοντα, κι όπως θα δεις αργότερα, βοήθεια μου προσέφερε η λεπίδα αυτή στο ταξίδι μας.»

ΙV. Οι στήλες του Κρίματος
albay5

«Ούτε ώρα μετά την αναχώρησή μας, οι ουρανοί ξύπνησαν οργισμένοι. Ρομφαίες αγγέλων όμοιοι ήταν οι κεραυνοί, διψούσαν για τα παιδιά του Ανθρώπου. Βαριά, καψαλισμένα σύννεφα θύμιζαν τις ορδές του Αττίλα, σκιρτούσε μέσα μου ο προγονικός φόβος για τα βαρβαρικά στίφη του ανατολικού ορίζοντα. Η βροχή μας ανάγκαζε να σερνόμαστε κάτω από τις πλατύτερες φυλλωσιές, κάνοντάς την πορεία μας όμοια με σκουληκιού στο βρεγμένο χώμα. Το μεσημέρι η καταιγίδα κόπασε, μα ζεστή ομίχλη τη διαδέχτηκε, μια αποπνιχτική καταχνιά από τα ανατολικά, σημάδι ότι είχαμε προσεγγίσει το ποτάμι περισσότερο από όσο απαιτούσε ο δρόμος μας. Διόρθωσα την κατεύθυνση προς βορειοδυτικά, με τον κουρνιαχτό της νωθρής υγρασίας να μας ακολουθεί κατά πόδας. Σύντομα πλέαμε πεζοί μέσα σε νέφη ομίχλης, σα να ήμασταν προσκυνητές θεών του κάτω κόσμου, χωμένοι εκεί που τα μάτια αχρηστεύονται, για να τελέσουμε ακατονόμαστες λατρευτικές πράξεις. Εν τέλει παραδέχτηκα την ήττα μας και θεώρησα σωστό να σταματήσουμε έως ότου να μπορώ να διακρίνω το περιβάλλον. Καθίσαμε και φάγαμε τα κρύα απομεινάρια του προηγούμενου γεύματος.

Όταν η ομίχλη άρχισε να διαλύεται είδα πως ήμασταν στις παρυφές ενός ξέφωτου. Με γοργό ρυθμό καθάριζε το τοπίο, και εξίσου ταχιά χτυπούσε η καρδιά μου, βλέποντας πως ήταν το ξέφωτο από το οποίο με χώριζε μια δεκαπενταετία, απαράλλαχτο. Ξεκίναγε επίπεδο στην περιφέρειά, κι ανέβαινε σταδιακά το ύψος του καθώς το προσέγγιζες από το νότο, όπως εμείς τότε, μέχρι να σχηματιστεί ο μικρός λοφίσκος της βόρειας πλευράς. Από το βορρά η κλίση ήταν απότομη, καθώς η κορυφή του λόφου άγγιζε σχεδόν τα δέντρα του δάσους, δεσποτική σε ύψος τεσσάρων μέτρων. Εκεί καθόντουσαν οι δέκα αιώνιοι πέτρινοι κάτοικοι του ξέφωτου μου, αδαμάντινοι απέναντι στη φθορά του χρόνου και της φύσης, και προς αυτούς η Σιφ άρχισε να βαδίζει, ανεβαίνοντας αργά τη φυσική ράμπα. Εγώ σαν τον παράλυτο έστεκα έξω από το ξέφωτο, γιατί ξένε, όταν αντιλήφθηκα που βρισκόμουν, γοργές ήρθαν οι μνήμες πίσω, πεντακάθαρες, και δεν έβρισκα το κουράγιο να ζητήσω συγχώρεση για αυτό που είχε γίνει εκεί παλιά. Έτρεμα, πως αν ξαναπατήσω το πόδι μου εκεί μέσα, το πόδι αδελφοκτόνου, χέρια θα βγουν από το έδαφος να με αρπάξουν και να με τραβήξουν στο σκοτάδι, να αναπνέω χώμα μαζί με τους ιδιοκτήτες τους.
albay6

Έχασα τις αισθήσεις μου από την ταραχή, στην άκρη του παλιού μου καρτεριού. Πρέπει να κοιμήθηκα κάποιες ώρες, γιατί όταν άνοιξα τα μάτια μου ο ήλιος είχε δύσει και το φεγγάρι με παρατηρούσε ανάμεσα από τις λαξευτές πέτρες του λοφίσκου, από το Βορρά. Το ξέφωτο ήταν διάσπαρτο με αιθέριο σεληνόφως. Ο βόρειος άνεμος κινούσε σπασμωδικά τις κορυφές των γύρω ελάτων, αλλά δεν έφτανε μέχρι εμένα η φωνή του.

Στο φεγγαρόφως ήταν που είδα να διαγράφονται δυο σιλουέτες πάνω στο λόφο και επέστρεψε ο τρόμος μέσα μου. Η μία ήταν παιδική σε μέγεθος, τυλιγμένη με λυκοτόμαρο, η Σιφ. Μα βλέποντας ένα κορίτσι να στέκεται εκεί ψηλά, στο ναό της ακολασίας μου, μακάβρια οράματα από εκείνο το μακρινό βράδυ με έζωσαν. Η άλλη μορφή ήταν ψηλότερη από μένα, όσο μπορούσα να υποθέσω από την απόσταση, ενώ φορούσε ενδυμασία περίεργη, που δεν την είχα ξαναδεί. Ένα καπέλο τρίκοχο προσέθετε στην επιβλητικότητα του, ενώ για κοστούμι είχε τις ανάγλυφες σκιές των δέντρων, έτσι τουλάχιστον μου φάνηκε από μακριά. Η Σιφ άγγιζε τον κεντρικό μονόλιθο, αυτόν που πάντα μου θύμιζε πετρωμένο κορμό, κουτσουρεμένο στο ύψος πόρτας. Ο άλλος έγερνε πάνω στον ίδιο βράχο, με έναν αέρα ιδιοκτησίας ή βαθιάς εξοικείωσης με το χώρο.

Θέλησα να πλησιάσω κοντά τους, γιατί άκουγα φωνές μα όχι το περιεχόμενο της συζήτησης. Πίστευα πως μυστικά και αλήθειες χαμένες αντάλλαζαν οι δυο τους μέσα στο ξέφωτο μου, και ένοιωθα πως είχα δικαίωμα να κοινωνήσω τα λόγια τους. Καθώς ο φόβος της εισόδου στα κάποτε βεβηλωμένα από εμένα χώματα παρέμενε μεγάλος, σκέφτηκα να βαδίσω περιμετρικά, και να φωλιάσω κοντά στη βάση της βόρειας απόκρημνης λοφοπλαγιάς. Τα βήματά μου αθόρυβα με μετέφεραν, γλιστρώντας πίσω από βατομουριές και χαμηλά πουρνάρια και πανταχού παρόντα έλατα, κρατώντας σε όλη τη διαδρομή μια ασφαλή απόσταση εντός του δάσους. Στο μικρό γκρεμό που ήταν ο στόχος μου έφτασα από δυτικά και τρύπωσα ανάμεσα σε καλυμμένες από βρύα πέτρες, μόλο που η οπτική επαφή με τους δύο συνομιλητές είχε χαθεί. Κάθισα εκεί σιωπηλός και άκουσα.

«Θυγατέρα της αδερφής μου,» ήταν μια αρσενική φωνή που κουβαλούσε βάρη ανυπολόγιστα μέσα της, «πολλά τα χρόνια πάνε από την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε, στην πόλη των Γλωσσών. Μα η ξεροκεφαλιά σου παραμένει αδιάσειστη σαν την ασπίδα του Γκιώνη. Είχες βαλθεί να περιδιαβείς ανάμεσα σε δήθεν συγγενικούς μας λαούς, στη σκιά των ψηλότερων κορυφών του τότε γνωστού κόσμου. Δεν ήταν ολότελα άκαρπη η άγνωστη σε εμένα έρευνά σου, από ότι μου λες, αλλά νέες έγνοιες να βαραίνουν την κορμοστασιά σου διακρίνω. Και κάτι χειρότερο φέρεις πάνω σου, χθόνιο φορτίο και αλυσίδα, που το μνημείο που πατάμε δε θα δεχθεί αδιαμαρτύρητα. Ακολούθα με, αίμα μου, κι ας είναι η μνήμη του αδερφού σου για πάντα εγκλωβισμένη σε αυτόν τον κόσμο της στάχτης. Βήματα ελάχιστα μας χωρίζουν από τους ουρανούς της πραγματικής σου κοιτίδας.»

«Κάλκουλους, δεν είμαι πια το κοριτσάκι που έπαιρνες στα γόνατά σου κάποτε,» θυμός ξεχείλιζε από τη φωνή της Σιφ. «Ούτε στα πόδια σου μπλέχτηκα ποτέ, ούτε τους ιστούς των εκατοντάδων σχεδίων σου κάθισα να ροκανίσω, ούτε χάρη σου ζήτησα ως τώρα. Σου είπα αυτό που έκρινα πως έπρεπε να μοιραστώ μαζί σου για το ταξίδι μου στον Καύκασο, παρόλο που γνωρίζω πόσο αδιάφορα κοιτάς τον κόσμο αυτό. Μακριά από μένα οι νουθεσίες της Φροκέρια, γιατί γνωρίζεις πόσο κοντά στην επιφάνεια κοχλάζει η οργή μου για εσάς. Τη βοήθειά σου μονάχα επικαλούμαι απόψε, με τη δύναμη του αίματος που μας ενώνει.»

Σιωπή ακολούθησε τα λόγια της, την οποία έσπασε η ίδια μετά από λίγο, με τόνο αλλαγμένο, διστακτικά ονειροπόλο:

«Έχω ένα οδηγό τώρα Κάλκουλους, ένα νεαρό άνδρα που κρύβει από τον εαυτό του μυστικά. Μόλις αντιλήφθηκα πως η φυλακή του Νέλτον μετακινείται αργά στον κόσμο μου, πάτησα τις παγωμένες κορυφές του Καυκάσου, σύρθηκα στις σήραγγες κάτω από αυτές, βάλθηκα να επανορθώσω το παλιό μου κρίμα. Τώρα είμαι κοντά του θείε, ποτέ δεν τον προσέγγισα τόσο πολύ, μα χρειάζομαι τα μάτια του Ρόμπερτ, του αγοριού, για να αποκτήσω πρόσβαση στο δάσος.»

«Η πόλη του πριν χρόνια δέχτηκε κάποιους πρόσφυγες από την Άπω Σκυθία. Την πρώτη μου μέρα έξω από τα τείχη της, ένοιωσα την αιώνια μνήμη τους, σε μια περιοχή πλάι στο ποτάμι. Ήταν αμυδρή η ανάσα τους στον αέρα, και κυριαρχούσε πάνω της ένα αποπνικτικό στοιχειό, παραδομένο στην παράνοια, γνήσιο τέκνο του αδερφού μου, αν και οι ρίζες του ήταν κατά πολύ αρχαιότερες του αίματός μας. Δάσος του Άλμπεϊ το ονομάζουν από ότι μου είπε το αγόρι, και λένε ότι αυτό εξαφάνισε τους Αλανούς πρόσφυγες από προσώπου γης, λίγο πριν γεννηθεί ο ίδιος. Μα κάτι άφησαν πίσω αυτοί εκτός από τους ίσκιους τους. Μια από τους Καυκάσιους δώρισε στην οικογένεια του Ρόμπερτ ένα δερμάτινο φόρεμα. Μπορείς να φανταστείς, όπως κι εγώ, τι είδους τομάρι χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του.»

«Με ζώνουν φόβοι πως κάτι άφησε μέσα στην ψυχή του αγοριού αυτό το τεχνούργημα, κάτι που αδυνατώ να προσδιορίσω. Από όταν αφήσαμε πίσω μας τη Νυρεμβέργη, στα όρια των αισθήσεών μου όλων, πλαταγίζει με μεμβράνες τρόμου μια αδίστακτη σκιά καλπάζουσα, δε λέει να με αποχωριστεί μια αίσθηση επικείμενης συνάντησης. Οιωνοί διάφοροι προσπαθούσαν να με ακουμπήσουν, σχεδόν καθημερινά, και εν τέλει μου ψιθύρισαν πως το Άγριο Κυνήγι βρίσκεται στο κατόπι μας, τον Ρόμπερτ καταδιώκοντας, μα άγνωστo παραμένει για μένα το κίνητρό τους. Χτες βράδυ μου έδειξε το μαχαίρι του το αγόρι, ατσάλι με υδράργυρο, σφυρηλατημένο στη Φροκέρια, με τα αρχικά Ν.Τ. χαραγμένα στη λεπίδα. Αδερφέ της μητέρας μου, αυτό είναι το όπλο που κάποτε με διαπέρασε. Ισχυρίζεται ο νέος πως από κάποιον Καρντερόν το αγόρασε, και ψέμα δε διέκρινα στα λεγόμενά του. Βρίθει αυτή η γη από σημάδια, μα δύσκολο μου είναι να τα αποκρυπτογραφήσω. Τι αναζητεί η ορδή της άγριας δικαιοσύνης από τον Ρόμπερτ Νάσυλ; Τι σκοτεινό φωλιάζει στου Ρόμπερτ το κεφάλι, μακριά από τη σκέψη του, ικανό να θέσει το Άγριο Κυνήγι στα ίχνη του; Και τι γυρεύει το μαχαίρι του αδερφού μου στην ιδιοκτησία αυτού του Νυρεμβέργιου;»

«Στα χέρια ενός παιδιού της Εύας η λεπίδα των Σπαραγμών», μονολόγησε ο άνδρας που άκουγε στο όνομα Κάλκουλους, χαμηλώνοντας τον ήχο της φωνής του. «Αυτό είναι..»

Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω πλέον λέξεις από το σημείο που βρισκόμουν, και απορροφημένος από τη συζήτηση, από τις υπόνοιες σχετικά με το παρελθόν μου, έκανα κάποια βήματα μπροστά, πατώντας άθελά μου το χώμα του ξέφωτου. Ευθύς ο Βοριάς λυσσομάνησε, ταλάνισε τα δέντρα συθέμελα με την οργισμένη πνοή του. Τα νυχτοπούλια πέταξαν μακριά, τρομαγμένα από την ξαφνική μανία του βασιλιά των αιθέρων. Τα λιγοστά σύννεφα πλανήθηκαν γοργά στο στερέωμα, μισοκρύβοντας τη Σελήνη. Και ο ήχος οπλών ακούστηκε από ψηλά, πιο δυνατός από ποτέ, θεϊκά πέταλα κατάπιναν αμύθητες αποστάσεις προσεγγίζοντάς μας.
albay2

Στη στιγμή, χωρίς να καταλάβω πώς, βρέθηκε πλάι μου η Σιφ, ανάστατη, με φόβο στο πρόσωπό της, μα και στυγνή αποφασιστικότητα. Με λευκά φίδια έμοιαζε η κόμη της καθώς πάλευε με τον πανταχού παρόντα άνεμο. Με έπιασε από το χέρι και μου έκανε ένα ανυπόμονο νόημα να την ακολουθήσω, ευθεία πάνω στο λόφο. Έκαιγε η παλάμη της με φεγγαρόφλογα, ήταν το άγγιγμα της, κόρης, μητέρας και γριάς μαζί. Σφάλισαν τα μάτια μου από τη λάμψη που ανέδυε, δυο βήματα έκανα στα τυφλά, κι έπειτα ανοίγοντας τα βλέφαρα βρέθηκα ανάμεσα στους μονόλιθους της κορυφής του λόφου, ανάμεσα στη Σιφ και τον εκθαμβωτικό συγγενή της.

Μια ματιά ξέκλεψα στο πρόσωπο του Κάλκουλους, και ευτυχισμένος θα άφηνα να θάψουν τα κόκαλά μου, αν ήξερα πως την εικόνα αυτή θα έπαιρνα πέρα από τον τάφο μαζί μου, στην αιωνιότητα. Μέσα στις σκιές του τρίκοχου φλέγονταν δυο κεχριμπαρένιες σφαίρες, μάτια θεού, μάτια εκείνη τη στιγμή ανυψωμένα στον ταραγμένο ουρανό. Τα χαρακτηριστικά που αναπτύσσονταν γύρω από αυτά λίγη σημασία είχαν, όσο βλοσυρά και τιμωρημένα από τους αιώνες και να ήταν. Λύθηκαν τα πόδια μου, ήθελα στα γόνατα να πέσω και να λατρέψω αυτόν, τον όμοιο με δύναμη της φύσης, όσο αδιάφορη και να του φάνταζε η πενιχρή εκδήλωσή μου. Το άγγιγμα της Σιφ όμως ήταν σίδερο και φωτιά, δε μου επέτρεπε υποταγή να δείξω σε κανένα.

«Ο Λόρδος των Όρκων καλπάζει» φώναξε πάνω από τη θύελλα ο Κάλκουλους. «Όλη η ορδή σαλεύει πίσω του, κλειδαμπαρώθηκε η Αυλή των Ερινύων, φωτιές δεν καίνε παγωμένες στα τζάκια της. Σιφ, ακολούθησε με κόρη μου, παράτα τούτο τον θνητό και τον κόσμο του, παράτα και τη σκέψη του αδερφού σου.»

«Θείε, αν έχεις σκοπό βοήθεια να μας προσφέρεις απέναντί τους, για χάρη της συγγένειάς μας, κάτσε στο πλάι μου και δόξασε με Λόγο και Ατσάλι για μια φορά ακόμη το όνομα Ταρέναερ. Μα αν ασήμαντη θεωρείς του θνητού αυτού τη φλόγα, τότε στρέψε την πλάτη ευθύς, εξαφανίσου πίσω στα δώματά σου, και αίμα σου μη με λογαριάζεις πια.»

Σπίθες διέτρεξαν το σακάκι του αλλόκοσμου, χαράζοντας ακατανόητα στη γεωμετρία τους σχέδια πάνω στις σάρκες των ίσκιων. Οσμή σπηλαίων απύθμενων διέγειρε της αισθήσεις μου, και είδα τον στρατηλάτη που στεκόταν πλάι μου, μέσα από το πρίσμα των αιώνων. Από τις κορυφές των Πυρηναίων ατένιζε τις ακούραστες λεγεώνες του να μάχονται με χιονοθύελλες, αυτός, ο Αννίβας, ο Καρχηδόνιος ήλιος, ορκισμένος εχθρός των Ρωμαίων, τους ευλογούσε με το ανάστημά του. Πλάι στο Καπιτώλιο αθέατος γευόταν τη λαχτάρα των λεηλατητών του αυτός, ο Αλάριχος· άκουγε τους επιθανάτιους ρόγχους της Αιώνιας Πόλης. Σε άγνωστους για την ανθρωπότητα τόπους, οδηγούσε μια χούφτα σκιών σε ένα νησί, ενώ κόχλαζαν τα σκοτεινά νερά τριγύρω τους. Τέλος, πέρα από θάλασσες, στις άγιες ερήμους της Ιερουσαλήμ, ανάμεσα σε σωρούς πτωμάτων χριστιανών έστεκε, μαύρα τα μάτια του από αποτροπιασμό και μανία. Όχι για τη σφαγή που αυτός προκάλεσε, μα για αυτή που έφεραν από τις πατρίδες τους οι καταραμένοι Ευρωπαίοι. Σφαγή ανυπόφορη, στο όνομα ενός αδιάφορου θεού. Ακόρεστη ήταν η πείνα του για αντίποινα σε αυτούς που τόλμησαν να τον συμπαρασύρουν στην άδικη Σταυροφορία. Αυτός που με θεούς και ανθρώπους έχει αναμετρηθεί στα αμέτρητα χρόνια του, αυτός που γεννήθηκε θνητός, στις φλέβες του οποίου αίμα σαν το δικό μου έρεε, ο Χασάν-ι-Σαμπάχ του Αλαμούτ, τότε αποκήρυξε για πάντα τον κόσμο μας, αποκαρδιωμένος από την ίδια τη φύση του είδους του.

Κι όμως, ιδού! Στο ξέφωτο της καταδίκης μου, αυτός τράβηξε από την κάπα του μια λόγχη, ελαφρώς κυρτή, ολόγυρα ντυμένη με ρούνους άγνωστους σε μένα. Για πρώτη φορά έστρεψε τα πυρακτωμένα μάτια του πάνω μου.

«Στάσου πίσω μας παιδί της Εύας, και ακίνητο σαν τους αυστηρούς βράχους να είναι το κορμί σου, απρόσιτο σε κάθε κυνηγό.»

«Στάσου πίσω μας Ρόμπερτ της Νυρεμβέργης, και όπως το φεγγάρι κρύβεται από τα σύννεφα, έτσι κρυμμένο από τα μάτια εχθρών να είναι το κορμί σου,» απήγγειλε η Σιφ στρεφόμενη σε μένα.

«Στάσου πίσω μας τροφή του τάφου, και ας είναι η μνήμη σου γερή σαν ρίζες απλωμένες, κι ας είναι το χέρι σου σταθερό όταν γέρος θα γράφεις για εμάς, για τα παιδιά των Ταρέναερ. Γιατί από τα βάσανα των γηρατειών δε θα σε χωρίσει κανείς σήμερα, εγώ ο Κάλκουλους Ταρέναερ, το ορκίζομαι στο αίμα που θα ποτίσει αυτές τις πέτρες των αιώνων.»

Προχώρησαν και οι δύο μπρος μου, κι έμεινα εγώ σαν άγαλμα, δίχως να μπορώ μήτε τα μάτια να κουνήσω. Έτσι ήταν που άκουσα τους καλπασμούς να ροκανίζουν εκκωφαντικοί τη μεταξύ μας απόσταση, και είδα το Πλήθος των Οργισμένων Ουρανών να κατεβαίνει στο κατώφλι των φρουρών μου. Εκεί, πλάι στις πέτρες που μη ανθρώπινο χέρι τις λάξεψε, μπροστά σε δυο αθάνατους, σταμάτησε η Ορδή. Εκεί, στον κύκλο του Κρίματός μου, ξεπέζεψε ο Πρίγκιπας του Άγριου Κυνηγιού, και θάμπωσε το λιγοστό φως γύρω μας από τη σκοτεινιά της περικεφαλαίας του, φτιαγμένης από μαύρους ιστούς και πέτρες ονείρων και μέταλλα από πέταλα εφιαλτών. Γύρω του ατίθασοι, έτρεμαν με ανυπομονησία οι μεγαλύτεροι κυνηγοί των αιώνων.

«Κόρη του Λόγου, Αφέντη των Μονοπατιών», τους αναγνώρισε με ένα νεύμα ο Άρχων του Πλήθους. Η φωνή του ηχούσε πεντακάθαρη, αναλλοίωτη από το ουρλιαχτό των ανέμων και των δέντρων έφτανε στα αυτιά μου, και με τη σειρά μου αναγνώρισα μέσα στην ανημποριά μου, τη χροιά του μεγάλου περιπλανώμενου εμπόρου, αυτού που κάποτε μου πούλησε το μαχαίρι μου, του Καρντερόν. «Σας χαιρετώ με το σημάδι του αγκαθιού και το χαμόγελο μου.»

«Άρχοντα των Θυμωμένων Ουρανών,» ανταπέδωσε ο Κάλκουλους με μια υπόνοια υπόκλισης· η λόγχη του όμως αγρυπνούσε επιφυλακτικά. «Χρόνια δυσθεώρητα μας χωρίζουν από την τελευταία μας συνάντησή. Χρόνια και αποστάσεις τεράστιες. Μακριά από τα παλάτια σου σε βρίσκει αυτή η νύχτα.»

«Η αναζήτηση της λείας μας δε γνωρίζει πατρίδες, μήτε μέρη απάτητα. Εδώ και νύχτες ψάχνουμε το θήραμά μας, Κόρη του Λόγου, αυτόν που με μαεστρία προσπαθείς κάθε βράδυ να κρύψεις από τα μάτια μας. Μα ξέρεις πως δεν έχει ο πατέρας σου παρά ελάχιστη εξουσία πάνω μου, ούτε κι εσύ. Ακούω την καρδιά του να χτυπά ξέφρενη, είναι κοντά μας, νομίζει κρυμμένος πως είναι, μα τα μάτια μου δε μπορείς να ξεγελάσεις εσύ, τυφλή Σιφ.»

Έκανε ένα βήμα μπρος, μα η μικρή που ως τότε σιωπούσε του έκλεισε το δρόμο και φώναξε, κάνοντας τη γη να τρέμει:

«Γιε του Ενστίκτου και της Δικαιοσύνης, σε δένω με το πραγματικό σου όνομα ΜΙΧΑΝΑΕΛ ΜΕΛΛΙΚΕΝΣ, σε δένω τρεις φορές, όσες οι νύχτες που έζησε ο γιος σου, σε δένω με τη δύναμη του Λόγου, πραγματικού πατέρα μου, από τα πόδια σε κρεμάω στα ουράνια νύχια, εσένα και το πλήθος που ορίζεις. Τρεις νύχτες να καλπάζετε στα αναθεματισμένα μονοπάτια ανάμεσα στα άστρα, εσείς, η ορδή της Μάταιης Εκδίκησης.»

Τα υποζύγια των καβαλάρηδων χλιμίντρισαν, έκρωξαν, κινήθηκαν ανήσυχα. Βαθιά ομίχλη εισέβαλε από τα ανατολικά, και μέσα της χάθηκε το Άγριο Κυνήγι. Μα ο Άρχων του μπρος στη Σιφ παρέμεινε, και το αθάνατο ελάφι μαζί του. Και γέλασε ο Μιχάναελ Μέλλικενς, γιατί είδε πως δεν είχε πάνω του εξουσία ο Λόγος ούτε η κόρη Του. Και τράβηξε τη λόγχη του από τη σέλα, κατάμαυρη, πέτρινη. Και έστρεψε την πολυεδρική αιχμή της προς τους δυο φύλακές μου.

«Γέννημα του Λόγου, δεν έχεις πάνω μου δικαιοδοσία, όπως προφήτεψα στιγμές πριν. Ανέσυρες από τις ομίχλες του χρόνου το όνομα που κάποτε κράταγα κρυφότερο του προσώπου μου. Μα όχι πια Σιφ,δεν υπάρχει ανάγκη να κρύβομαι, φρόντισε ο αδερφός σου για αυτό. Όταν απόξενε από πάνω μου το στίγμα της μητέρας μου, άθελά του καυτηρίασε και το όνομά μου. Εκεί, στη φυλακή που του χάρισες με δίκαιη απανθρωπιά, με αλλοίωσε για πάντα, όσο κι αν άργησα να το συνειδητοποιήσω. Δεν είμαι πια αυτός που κάποτε ένωσε μαζί σου λεπίδα και ρίμα ενάντια σε πολιτισμένα στίφη,» σημείωσε κοιτώντας τον θείο της Σιφ. «Στο όνομα της αδερφής σου Κάλκουλους, απευθύνω έκκληση σε εσένα να απομακρύνεις την ανιψιά σου. Μονάχα ενός Ταρέναερ το αίμα λαχταρά να γευτεί η Σχιζοφρένεια, και αυτός δεν είναι κάποιος από τους δυο σας. Αλλά κανείς δε στέκεται ανάμεσα στον Άρχοντα του Άγριου Κυνηγιού και το θήραμά του, όχι όταν η νύχτα σκούζει για Εκδίκηση.»

«Πες μου άρχοντα Μιχάναελ, τι έχει σημαδέψει τα χέρια του ανθρώπου αυτού, ποιανού το αίμα σας κάλεσε από τα άχραντα παλάτια, διψώντας για το δικό του; Σου λέω πως όρκο ιερό έχω μόλις πάρει, να μην αφήσω κακό να πέσει πάνω του όσο περνά από το στόμα και τη λόγχη μου. Μα στο όνομα περασμένων αγωνιών και σιωπηλών συζητήσεων που μοιραστήκαμε, αποκάλυψέ μου το λόγο για τον οποίο πρόκειται τη ζωή μου να πετάξω πάνω στη μαύρη Σχιζοφρένεια, αυτό το τεχνούργημα που πρώτη φορά αντικρίζω, δόρατο αντάξιο θεού.»

«Το φριχτότερο των αμαρτημάτων διέπραξε, αδελφοκτονία, στα χνάρια του Κάιν βάδισε. Την αδερφή του έχει σκοτώσει πριν χρόνια, και το αίμα της παγωμένο παρέμεινε στο έδαφος που πατάμε, κάτω από τις Πέτρες του Κρίματός του. Μα πάντα βρίσκει τρόπο η κραυγή του αδικοχαμένου να φτάσει στα παλάτια μου, και δε μπορώ να ηρεμήσω δίχως στυγερή δικαιοσύνη να παραδώσω. Για έναν αδελφοκτόνο θνητό θα θυσιάσεις το αίμα αιώνων Κάλκουλους; Κάνε στην άκρη, και πάρε τη Σιφ από το διάβα μου.»
scan0002

Ο Κάλκουλους γύρισε προς το μέρος μου, κι ένοιωσα τους κεχριμπαρένιους ήλιους να διαπερνούν την ψυχή μου, ψάχνοντας, γυρίζοντας τις σελίδες των αναμνήσεών μου. Η Σιφ, στο άκουσμα των τελευταίων λόγων του Μέλλικενς είχε στραφεί στιγμιαία προς εμένα, και ήταν η έκφρασή της λευκή απορία και μαύρη οργή. Επέστρεψε να αντικρίζει τον Άρχοντα, μα είχαν οι ώμοι της κυρτώσει, σα να τη βάραινε φορτίο ασήκωτο.

«Σιφ πάρε τον Ρόμπερτ και ακολουθείστε το μονοπάτι που με έφερε εδώ.» είπε στωικά ο Κάλκουλους ζυγιάζοντας τη λόγχη του στο αριστερό χέρι, στρεφόμενος προς τον αντίπαλό του. «Δεν οδηγεί στη Σουρμαέησλα,» είπε αισθανόμενος τη διστακτική άρνηση της Σιφ, «σε χώματα ασφαλή θα πατήσουν τα πόδια σας, χώματα αυτού του κόσμου. Βιαστείτε!», φώναξε καθώς ο Μέλλικενς με αφύσικη ταχύτητα έπεφτε πάνω του, μια βαθύτερη θολούρα στη σκοτεινιά της νύχτας, με αγκάθι τη μύτη του αεικίνητου δόρατός του.

Η Σιφ σαν χαμένη με τράβηξε από το χέρι, σπάζοντας τα ξόρκια της ακινησίας από πάνω μου. Με δύναμη απάνθρωπη με τράβηξε προς το σημείο που μέχρι πριν λίγα λεπτά καθόταν ο θείος της, εκεί που υπήρχε, όπως πρόσεξα για πρώτη φορά, ένας κύκλος στο γρασίδι οριοθετημένος από θραύσματα κάποιας γυαλιστερής πέτρας. Καθώς πατήσαμε εντός του, έριξα μια ματιά πίσω. Ο Κάλκουλους παρέμενε όρθιος κάτω από τις αμείλικτες επιθέσεις του Μέλλικενς, προσπαθώντας με υπεράνθρωπη δεξιότητα να αμυνθεί απέναντι στη λόγχη των Βοώντων Ουρανών, μα ήδη αιμορραγούσε, και το αίμα του είχε βάψει τις πέτρες του μνημείου. Έκλεισα τα μάτια δακρυσμένος, χολωμένος, καθώς γύρω μου ο κόσμος κατέρρεε με ασφυκτική ταχύτητα.»

Εδώ το τρίτο μέρος.

Advertisements

Το Δάσος του Άλμπεϊ (μέρος 1ο)

fer
«Άκου τώρα ξένε, εσύ που δε δίστασες να μοιραστείς τη φωτιά σου με ένα σακάτη γέρο, άκου την ιστορία ενός νεαρού οδοιπόρου κι ενός αιώνιου κοριτσιού. Όπως μοιράζεσαι μαζί μου τροφή, κρασί, και πολύτιμη ζεστασιά, θα μοιραστώ κι εγώ μαζί σου το σκοτεινότερο πετράδι του διαδήματος των αναμνήσεών μου. Άκου τώρα ευεργέτη του οδοιπόρου την ιστορία του Ρόμπερτ Νάσυλ και της Σιφ Ταρέναερ, στην αναζήτησή τους για το Δάσος του Άλμπεϊ.»

Ι. Νυρεμβέργη
Nuremburg

«Το καλοκαίρι του 1349 η όψη των άστρων ήταν απαγορευμένη για τους συμπατριώτες μου. Όσους δηλαδή ήταν ζωντανοί, μια χούφτα τυχερά καθάρματα, όπως ο ξεδοντιάρης που τώρα κάθεται απέναντί σου. Ήμασταν αυτοί που αψηφήσαμε το Μαύρο Θάνατο· λέγαμε ότι κατουρήσαμε τα καμμένα ίχνη του αλόγου του, εκεί, στις μαγαρισμένες σοδειές που άφησε στο διάβα του. Φωνάζαμε δυνατά πως τον διώξαμε, πως τον κυνηγήσαμε μακριά. Ξέραμε ότι τα ψέματά μας ήταν τερατώδη, όμοια με τα λευκά σκουλήκια που σερνόντουσαν στους ομαδικούς τάφους πέριξ της πόλης και ξεχείλιζαν τα βράδια προς τα σοκάκια και τα κατώφλια μας. Τα χρειαζόμασταν όμως τα ψέματα, όπως και τα σκουλήκια, για να μας απαλλάξουν από τα απομεινάρια του πρόσφατου παρελθόντος.

Σου είπα πως τα άστρα ήταν απαγορευμένα σε εμάς. Βλέπεις, οι ομαδικοί τάφοι ήταν προσωρινή λύση, ανεπιθύμητη και επικίνδυνη. Οι λίγοι μορφωμένοι επιζήσαντες διαλαλούσαν την ανάγκη για νεκρικές πυρές που θα εξάγνιζαν τις πεθαμένες σάρκες, καίγοντας όσα υπολείμματα αρρώστιας φώλιαζαν μέσα τους. Μα ήταν τόσα τα πτώματα από την πανούκλα, που αν και νυχθημερόν έκαιγαν οι φλόγες, τρώγοντας μολυσμένα σώματα και αφοδεύοντας μαύρα οστά, πάλι σωροί άρρωστης σάρκας γιγάντωναν πλάι στα άχρηστα τείχη. Ήταν αυτές οι φλόγες, που με τον αβάσταχτο, τερατώδη καπνό τους μας είχαν κρύψει τον ουρανό για εβδομάδες.

Είκοσι καλοκαίρια είχα δεμένα πίσω μου τότε, είκοσι χρόνια ευήμερα. Κακορίζικο ήταν το εικοστό πρώτο, που έκαψε τα χωράφια και κάλεσε από την ανατολή τον ασώματο καβαλάρη, αυτό με άφησε δίχως οικογένεια, δίχως μάστορα να με διδάσκει. Μαθήτευα να ξέρεις ξυλουργός, πλάι σε μεγάλο αφέντη, που τώρα το όνομά του έχει σαπίσει στη λήθη μαζί με τη σάρκα του. Εκείνο το έτος το καταραμένο, στα μισά του με άφησε ολομόναχο, συντροφιά με τρίχες λευκές στο κεφάλι μου, τόσο παράταιρες γύρω από νεανικό πρόσωπο. Γυάλιζε η παραίτηση στα γκρίζα μάτια μου, κάτισχνα είχαν καταντήσει τα χαρακτηριστικά μου από το μέγεθος της πληγής που μας είχε στείλει ο Θεός. Σκόρπιες γνώσεις, άχρηστες πλέον, σέρνονταν μέσα στο δηλητηριασμένο από αναμνήσεις κεφάλι μου. Ένοιωθα τα λευκά σκουλήκια να έχουν τρυπώσει στο μυαλό μου και να μουρμουρίζουν χωρία από το Κενό Ευαγγέλιο. Οι μέρες και οι νύχτες εναλλάσσονταν σε μια παράθεση καταχνιάς και βρόμας, μια λιτανεία ψεύδους, παρανοϊκού κουράγιου, και αβάσταχτης πείνας.
Narrenschiff_(Brant)_1499_pic_0049

Τα πράγματα άλλαξαν όταν γνώρισα τη Σιφ. Ήταν μια νύχτα που αναπαυόμουν στον αχυρώνα ενός άδειου πανδοχείου, του οποίου το όνομα έχω ξεχάσει προ πολλού. Μόνο το μικρό σιντριβάνι πλάι στην είσοδο παραμένει στο μνήμη μου, με την κορυφή του σμιλευμένη στη μορφή ρασοφόρου καλόγερου. Πρόσωπο και χέρια δε φαινόντουσαν στο άγαλμα, μόνο ένα πλήθος όγκων, σαν τμήματα πρησμένων φλεβών, διέτρεχε όλο του το σώμα, έρποντα βδελύγματα κάτω από τα λίθινα ρούχα. Είχε στη βάση του μια επιγραφή, “Tarenaer Homunculi “, η οποία ακόμη αίνιγμα για εμένα αποτελεί, έστω κι αν τη μια λέξη πλέον αναγνωρίζω.

Το κορίτσι που με πλησίασε εκείνο το βράδυ πρώτη φορά το έβλεπα. Μια γκρίζα προβιά έπεφτε μέχρι τα γόνατά της, γόνατα λασπωμένα μα όχι πληγιασμένα – πρόσεξε ξένε, στη θέα έστω και της παραμικρής πληγής θα της άνοιγα το κρανίο με το καλέμι μου δίχως δεύτερη σκέψη, μας είχε κάνει απάνθρωπους η επιδημία. Δεν είχε κρέας πάνω της η μικρή· το ότι ήταν τόσο αδύνατη ίσως και να την έσωσε από το χέρι μου – μην ταράζεσαι, η πείνα αλλοτριώνει αφέντες και σκλάβους, μας θυμίζει πως θηρία αλυσοδεμένα κοιτάνε μέσα από τα μάτια μας, σαθρά τα δεσμά τους. Ημέρεψε ευτυχώς το χέρι μου, και με τις ελάχιστες δυνάμεις που είχα δεν επιτέθηκα σ’ αυτό το δεκάχρονο παιδί για να ξεδιψάσω με ακατονόμαστο τρόπο ανάγκες μου.

Καθώς με πλησίασε φύσηξε ένας αέρας ευλογημένα δυνατός, ο πρώτος εδώ και μέρες. Σήκωσα το βλέμμα και είδα τον πτωματογέννητο καπνό να τεμαχίζεται, να φεύγει κυνηγημένη σαν από το ίδιο το Άγριο Κυνήγι η αποπνικτική σκιά του. Ξαναείδα το Μικρό Αργαλειό στον ουρανό να σιγογνέθει όπως πάντα το στερέωμα, με αδράχτι τον παγωμένο Πολικό. Ρίγη λύτρωσης με διαπέρασαν, όμοια με αυτά που πρέπει να ένοιωθαν οι πανάρχαιοι πρόγονοί μας όταν έβλεπαν τον ήλιο να ξαναγεννιέται μετά τη σκοτεινή νύχτα, τότε που κάθε δύση τους φαινόταν σαν το τέλος του κόσμου.

Σηκώθηκα όρθιος και κοίταξα για πρώτη φορά το πρόσωπο του κοριτσιού που είχε σταθεί μπροστά μου. Κατάξανθα, λευκά σχεδόν μαλλιά, περιδινίζονταν στις διαθέσεις του ανέμου, στεφανώνοντας ένα πρόσωπο που στο φως του ήλιου θα φάνταζε χερουβικό. Πανέμορφο, μα και κρυστάλλινα ψυχρό, πάνω του χόρευαν αλλόκοσμα οι νυχτερινές σκιές, όπως στους ναούς του Μίθρα οι ηλιαχτίδες γύρω από τις Ζωντανές Προτομές.

Ένα ψεγάδι μονάχα είχε το πρόσωπό της. Εκεί που θα έπρεπε γκρίζα ή γαλανά μάτια να μαρτυρούν καταγωγή ευγενική, σαν τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της, εκεί έχασκαν δυο άδειες κόγχες, ειρωνεία πικρή. Γιατί αυτή, που με τον ερχομό της έφερε τον στρατηλάτη άνεμο, και μας επέστρεψε τη θέα των άστρων, αυτή δεν είχε μάτια να αντιληφθεί το καλό που μας έκανε. Αναρωτήθηκα σε ποιον θεό του σκοταδιού την είχαν υποσχεθεί οι γονείς της, και με τι ανέκφραστο τίμημα αντάλλαξαν τη ματιά της.

«Δεσποινίς,» της είπα, «ευλογημένη να είσαι για τον αγέρα που έφερες μαζί σου. Μα τι γυρεύεις τέτοια ώρα έξω από μέρος προφυλαγμένο;»

«Νεαρέ Ρόμπερτ,» απάντησε αυτή, «το λημέρι σου έψαχνα, εσένα αναζητούσα. Μου σύστησαν πως είσαι άξιος οδηγός για να μισθώσει κάποιος που θέλει να ταξιδέψει προς βορρά.»

Η φωνή της, αν και είχε χροιά άγουρη, θα έπαιρνα όρκο πως ανήκε σε άτομο με αιώνες στην πλάτη του, αιώνες αλλά και έγνοιες περιτυλιγμένες γύρω του. Οι κόγχες της, στραμμένες πάνω στα μάτια μου, αρνούνταν την κενότητά τους, θαρρείς πως παρατηρούσαν κάθε μου αναπνοή, ακόμη και την αδιόρατη σε εμένα ροή του αίματος στις φλέβες μου. Τα ασημένια δίχτυα των μαλλιών της αρμένιζαν στο φως των άστρων, και διαθλώντας το, ήταν σαν να ηχούσαν με τη μουσική του στερεώματος, μια απερίγραπτα ψυχρή μελωδία, κενή σαν το διάστημα ανάμεσα στα ουράνια σώματα.

«Θα πληρωθείς καλά για τις υπηρεσίες σου,» επέμεινε, ενώ μου φάνηκε για μια στιγμή πως αλλοιώθηκε η χροιά της. Ήταν σκιά κάποιου τρόμου αυτό που κρύβονταν μέσα της, θαμμένο κάτω από τόνους αποφασιστικότητας; Ή μήπως αχαλιναγώγητη περιέργεια διέγειρε τον τόνο της;

«Κυρά,» ψέλλισα, «δεν ξέρω ποιος σε παρέπεμψε σε εμένα, και σου είπε αυτά τα πράγματα. Πράγματι, ως μικρό παιδί χανόμουν για ώρες, για μέρες κάποτε, στα βόρεια δάση, κι έτσι αναγκάστηκα με πείσμα να τα μάθω σαν την παλάμη του χεριού μου. Πράγματι, ως παραγιός ξυλουργού, οδήγησα κάποιες φορές ομάδες ξυλοκόπων σε μέρη απάτητα ως τότε απ’ όλους πέρα από εμένα.»

«Μα ξέρε πως η πρόσφατη πανούκλα μου σημάδεψε ψυχή και σώμα, κι ας μην με άγγιξαν άμεσα τα σκυθρωπά χέρια της. Όσο κι αν τα τραύματα του νου μπορούν να γίνουν αδυσώπητοι σύντροφοι, έως ότου το υπομονετικό ροκάνισμά τους τσακίσει τη γέφυρα της λογικής, το σώμα θέλει τροφή για να υπακούσει, κάτι πιο δυσεύρετο από νομίσματα αυτές τις κακογραμμένες ημέρες. Αν τα πλευρά μου πιάσεις, εύκολα θα μπορέσεις τα κόκαλά μου να μετρήσεις, κουράγιο δεν έχω για να κυνηγήσω καν, πόσο μάλλον για να αναλάβω ταξίδι πολυήμερο. Χρήματα μου προσφέρεις, μα μόνο βάρος περιττό θα είναι για μένα, όσο δε βρίσκω αγορά για να τ’ ανταλλάξω με τροφή.»

Εκείνη τότε σώπασε σκεπτική για λίγο, πριν μονολογήσει:

«Στη σκιά της γέφυρας παραμονεύει ο κυνηγός.»

Φύσηξε πάνω μου. Χάθηκαν οι αισθήσεις μου μεμιάς, και βυθίστηκα στον πιο ήρεμο ύπνο του τελευταίου μήνα.

karvoyne

Ξύπνησα από τον ήχο νερόμυλου. Ο ήλιος έκαιγε κάπου στα αριστερά μου, μισοκρυμμένος από τις δρύινες φυλλωσιές. Αναγνώρισα το μέρος – βρισκόμουν πλάι στο μύλο του Χέρμπερτ του Αλωνάρη. Τι κι αν τον είχαμε κουβαλήσει προσεκτικά το νεκρό Χέρμπερτ, βδομάδες πριν, στο λάκκο της πυράς, ο μύλος του συνέχιζε ακατάπαυστα το ουροβόρο κυνηγητό του τρεχούμενου νερού.

Η μυρωδιά ψητού κρέατος με έκανε να στραφώ προς την όχθη. Η κοπέλα, τυλιγμένη στην ογκώδη κάπα της, έψηνε ένα λαγό πάνω από μια πρόχειρη φωτιά, θέαμα απερίγραπτο για έναν λιμοκτονημένο σαν του λόγου μου. Γοργά πλησίασα το αυτοσχέδιο σουβλί, ένα κλαδί σημύδας ολόισιο, σαν αυτό με το οποίο ισχυριζόταν ο μακαρίτης ο Έμπερχαντ πως μπορούσε να βρει νερό, χρυσάφι, και άλλα πράγματα. Το ότι πέθανε από αφυδάτωση, ξερός και μαζεμένος σαν πεταμένο κουκούλι εντόμου, ήταν η καλύτερη απάντηση όσον αφορά την αλήθεια των λεγόμενών του. Άθελά μου χαμογέλασα, και το κορίτσι ανασήκωσε τους ώμους της, σα να τη διαπέρασε ένα ρίγος. Η χαίτη της, συμμορφωμένη με τη νηνεμία που επικρατούσε, έπεφτε ακούνητη μέχρι τη μέση της πλάτης.

«Φάε με προσοχή,» με προειδοποίησε χωρίς να γυρίσει προς το μέρος μου. «Το στομάχι σου δε θα αντέξει ένταση.»

Τράβηξα ένα πόδι από το ζώο. Το δάγκωσα λαίμαργα, κατάπια χωρίς να γευτώ. Ξανά. Το στομάχι μου, που από την πολυήμερη αχρηστία στην οποία είχε επέλθει είχε σχεδόν ξεχάσει να λειτουργεί, διαμαρτυρήθηκε. Με προσπάθεια κράτησα το κρέας μέσα μου. Συνέχισα με βασανιστικά αργούς ρυθμούς, εισακούοντας την προτροπή της παράξενης μικρής.

«Κυνήγησες,» της είπα όταν μόνο τα κόκαλα είχαν απομείνει. «Μα πόσο δύσκολο μου είναι να το πιστέψω, με την κατάσταση των ματιών σου.»

Αγνόησε την παρατήρησή μου.

«Θα με οδηγήσεις τώρα;» αρκέστηκε να ρωτήσει.

Κοίταξα πίσω, προς το σημείο όπου ξύπνησα. Πλάι στη βελανιδιά, η ρίζα της οποίας είχε γίνει προσκεφάλι μου, κείτονταν τα άρματά μου: τόξο, φαρέτρα, και το κυνηγετικό μαχαίρι. Δε θυμόμουν από πότε είχα να τα πιάσω στα χέρια μου, παραχωμένα καθώς ήταν έως χτες στο σεντούκι με τα λιγοστά υπάρχοντά μου, στο δωμάτιο του τρίτου ορόφου του ξυλουργείου. Απόρησα πως είχαν φτάσει μέχρι εδώ.

Επέστρεψα δίπλα τους. Η χορδή του τόξου ήταν περασμένη στα αυλάκια του ξύλου, έτοιμη είτε να προστάξει κυνήγι, είτε να αναπολήσει το πρόσφατο θήραμα. Μα δεν το είχα για καιρό χρησιμοποιήσει, και αμφέβαλλα για το κατά πόσο μπορούσε να είχε χειριστεί το όπλο η κοπέλα, όσο μυστήρια και να φάνταζε στα μάτια μου. Άγγιξα το σώμα του τόξου. Αγριελιά, θεόρατο το μήκος της, διάσπαρτη με εγχάρακτες παραστάσεις του Άγριου Κυνηγιού. Να η γοργοπόδαρη Αταλάντη, πεζή αφήνει πίσω της τα γρηγορότερα άλογα. Να ο Ιπαμπόγκ, καρπερή η γενειάδα του, ιππεύει την Άρκτο των ουρανών. Ιδού ο άρχων του Κυνηγιού, λυγερός, ψηλός, με μονοκόμματη περικεφαλαία να σφαλίζει από τα μάτια των θνητών το τρομερό πρόσωπό του, καβάλα σε πελώριο ελάφι ορμά. Τα θηράματα του Πλήθους δε διακρίνονταν στην αναπαράσταση, καθώς όλες οι μορφές ήταν έτσι σκαλισμένες στο ξύλο, ώστε να κοιτάζουν μπροστά από τον τοξότη, για να ευλογούν την πορεία του βέλους. Ήμουν περήφανος για το δημιούργημά αυτό, το επιστέγασμα ως τότε της ολιγόχρονης τέχνης μου, ήξερα πως δεν ήταν δίχως αντίκρισμα οι ατέλειωτες ώρες αγρύπνιας.

Στη φαρέτρα φώλιαζαν δυο ντουζίνες βέλη, κατά ένα λιγότερα από όσα νόμιζα ότι είχα αφήσει την τελευταία φορά που τα χρειάστηκα. Τα βέλη ήταν μακρύτερα από το συνηθισμένο, εναρμονισμένα με το μέγεθος του τόξου· μαύρα φτερά κύκνου είχαν για πλοηγούς. Φόρεσα πάνω από το μανδύα τη φαρέτρα, στη ζώνη πέρασα το μακρύ μαχαίρι, αγορασμένο με χρήματα πολυετούς κόπου.

«Ποια είσαι κυρά;»

«Σιφ είναι το όνομά μου, κι από το Νότο έρχομαι κι από τη μακρινή Ανατολή.» απάντησε στρεφόμενη προς τη μεριά μου για πρώτη φορά εκείνο το πρωινό. «Ψάχνω πέρασμα προς Βόρεια, η Λειψία είναι ο προορισμός μου.»

«Η Λειψία είναι πέρα από τα μέρη που έχω αγγίξει, θα πρέπει να διαβούμε άγνωστα δάση και ρουμάνια. Θα σου ‘λεγα πως χαραμίζεις τις ελπίδες σου με εμένα, αν υπήρχε έστω και ένας άλλος ζωντανός στη Νυρεμβέργη που να μπορούσε να σε οδηγήσει καλύτερα. Μα όλοι οι γνώστες των μονοπατιών είναι στάχτη ή σκουλήκια τώρα. Με βοήθησες, με τάισες, και θα σου το ανταποδώσω ακόμη και δίχως αμοιβή, ακόμη και στο μακρινό Δάσος του Άλμπεϊ θα σε συντρόφευα αν χρειαζόταν. Άλλωστε τίποτα πια δε με κρατάει στην πόλη πίσω μας.»

Στα λόγια μου αυτά κάτι άστραψε για λίγο στο πρόσωπο της Σιφ, σαν η αναπάντεχη ελπίδα με τη διστακτική προσμονή να συνωμοτούσε. Δίχως άλλη κουβέντα στράφηκα βόρεια, προσπερνώντας το μοναχικό νερόμυλο, ακολουθώντας την πορεία του μικρού ποταμού.»

 

ΙΙ. Καύκασος
DSC00029

Ο δεσπότης του ξέφωτου μίλησε για πρώτη φορά:

«Ταξιδιώτη συγχώρα τη διακοπή, μα αυτό παράξενο μου φάνηκε: Γιατί απ’ όσο μου επιτρέπουν οι περιπλανήσεις μου να ξέρω, ανάμεσα στη Νυρεμβέργη και τη Λειψία κείτεται δάσος, μα όχι το ξεχασμένο πια Άλμπεϊ. Αν δε με γελά το κρασί που άφθονα κατανάλωσα, το δάσος αυτό βρίσκεται στους πρόποδες του Καυκάσου, εκεί που ζούσε η αρχαία τυχοδιωκτική φυλή των Αλανών, μήνες μακριά από την πατρίδα σου. Απορώ λοιπόν, δίκαια νομίζω, για την αρχική αναφορά σου περί αναζήτησης του Άλμπεϊ, ενώ η διήγησή σου βόρεια μας καλπάζει. Έχεις εξάψει την περιέργειά μου, και θέλω να βεβαιωθώ πως δεν λανθάνω στο συλλογισμό μου.»

«Πράγματι άρχοντα, φαίνεσαι γνωστικός και πολυγυρισμένος. Άστοχα ήταν εκείνα τα λόγια μου, τα τελευταία πριν ξεκινήσει το ταξίδι μας, οιωνοί κακοτράχαλης στράτας. Μήτε εγώ όταν δεχόμουν να συνοδεύσω τη Σιφ, νοήθηκα πως τα βήματά μας θα εξόκειλαν προς το δάσος αυτό, από το οποίο μας χώριζαν πολιτισμοί ολάκεροι και πεδιάδες που για αιώνες ήταν παραδομένες στους Ούννους. Ήταν γνωστό στους συμπατριώτες μου το μακρινό δάσος του Άλμπεϊ, με φήμη κατάμαυρη σαν την ψυχή του αδελφοκτόνου, και άκου πως προήλθε αυτή η γνώση.»

«Μισό αιώνα πριν γεννηθώ, είχαν φτάσει μια χούφτα άνθρωποι στη Νυρεμβέργη με ένα καραβάνι, νέοι όλοι τους. Έδειχναν να έχουν περάσει κακουχίες αμέτρητες, σχεδόν δίχως υπάρχοντα έφτασαν. Ζήτησαν από την πόλη κάποιο χώρο για να εγκατασταθούν, και ο τότε άρχοντας τους παραχώρησε μια έκταση έξω από τα τείχη, στα βορειοανατολικά, λίγα χωράφια που είχαν πέσει σε αχρηστία λόγω έλλειψης αγροτών εκείνα τα χρόνια. Τα δέχτηκαν με περήφανη ευγνωμοσύνη οι νεόφερτοι, και σύντομα δημιούργησαν εκεί ένα μικρό οικισμό, που τον ονόμασαν Σεράλμπ’νι.»

«Από όσα είχα ακούσει από τους μεγαλύτερούς μου, οι άνθρωποι αυτοί είχαν έρθει από τα ανατολικά, από τη Σκυθία και πιο πέρα. Δεν έμοιαζαν με Ούννους, ούτε με Εσθονούς ή Μογγόλους. Τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους θύμιζαν τα δικά μας, ιδωμένα όμως μέσα από το λυκόφως της αρχαιότητας. Είχαν κάτι το ασμίλευτο τα ψηλά ζυγωματικά, τα ευφυή υπερόφρυα τόξα, το λευκότερο του δικού μας δέρμα, σα να τους είχε ξεχάσει η ιστορία. Πίστευες τότε πως ίσως κόκκοι αλήθειας υπάρχουν στους μύθους που λένε ότι κατάγονται από τις μυθικές Αμαζόνες και κάποιον άλλο άγνωστο λαό. Ποτέ δεν τους είδα εγώ από κοντά, ούτε τη γλώσσα τους ποτέ δεν άκουσα, για την οποία μου είπαν αργότερα πως και αναμεταξύ τους τη χρησιμοποιούσαν μόνο σε τελετουργίες, και όχι για καθημερινή χρήση.»

«Όταν τους ρώταγες το λόγο που εγκατέλειψαν την πατρίδα τους, τα βλέμματα σκυθρώπιαζαν, βλοσυρή γίνονταν η διάθεση, κι έτσι, όμοιοι με θεούς της καταιγίδας συνήθως σιωπούσαν. Ήταν όμως και φορές που μεθούσαν, και τότε σε δώριζαν με ποιητικές περιγραφές ενός δάσους, ανάμεσα στον Καύκασο και τις περιοχές τους, το δάσος του Άλμπεϊ. Λέγαν πως ήταν αρχαίο, αλλά ότι στη χώρα τους είχε έρθει πρόσφατα, όσο ακατανόητο και να ακούγεται αυτό όταν αναφέρεσαι σε συστάδες δέντρων. Επέμεναν πως πριν τρεις γενιές ο «Δρυμός της Μπάμπα Γιάγκα», όπως αλλιώς το λέγανε, βρίσκονταν πέρα από τα καταπράσινα λιβάδια τους, κοντά στις εκβολές του Βόλγα. Εκεί κατέληγαν παλιότερα τα απομεινάρια των σαμάνων της Σιβηρίας, τα λείψανά τους, έτσι τουλάχιστον θυμούνταν από τότε που είχε συλλογική μνήμη ο λαός των Αλανών. Είχε βαλτώσει με πνεύματα η γη, ενώ για τα δέντρα που φύτρωναν στο δάσος λέγαν ότι απομύζησαν τα κόκαλα χιλιετηρίδων. Και από τις στέπες της ανατολής σέρνονταν μέχρι εκεί πλάσματα γερασμένα και πανίσχυρα, εφιάλτες ανθρώπων, και ζευγάρωναν μαζί τους ρουσάλκες του Βόλγα και ανώνυμα πράγματα που ανέβαιναν τη νύχτα από τις σπηλιές τους για να καταραστούν τον ήλιο. Έτσι λέγαν οι περήφανοι Καυκάσιοι πως δημιουργήθηκε το Δάσος του Άλμπεϊ.»

«Έναν αιώνα πριν τη γέννησή μου το δάσος άρχισε να μετακινείται, έτσι διηγούνταν οι ξένοι. Χρόνο με το χρόνο σκαρφάλωνε από τις όχθες, σέρνονταν πάνω στα νυχτοφώτιστα μονοπάτια, προσεγγίζοντας τη χώρα τους και τα πανύψηλα βουνά. Τα αγρίμια των νεοδημιούργητων λόγγων ήταν παράξενα και ξεστράτιζαν προς τη γη των Αλανών τα βράδια χωρίς φεγγάρι, αποδεκατίζοντας τα κοπάδια τους. Σαν έφτασε το δάσος στα όρια των χωριών, οι άνθρωποι αυτοί είχαν ήδη αρχίσει να εγκαταλείπουν τα πατρογονικά εδάφη. Μόνο ξεροκέφαλοι νέοι μέσα στο σφρίγος της απειρίας τους αρνήθηκαν να εξοστρακιστούν, και αυτοί ήταν που πλήρωσαν με τις ζωές τους το τίμημα. Τα αποκαΐδια των βλασταριών των Αλανών αποφάσισαν εν τέλει να ξεριζωθούν από την πατρίδα τους, και κατέληξαν στις πύλες μας.»

«Έμειναν πενήντα χρόνια εκεί στον προάστιο οικισμό τους, καλλιεργώντας ακούραστα. Πάντα ξέχωρα από τους κατοίκους της πόλης, και αυτό ήταν το δικό μας φταίγμα. Γιατί δε δέχτηκαν οι λίγοι Αλανοί να αφήσουν την πίστη των προγόνων τους. Εκεί, στη μικρή πεδιάδα, δίπλα στα ανώνυμα δάση της Γερμανίας, λάτρευαν ήρεμα τους θεούς τους και ξόρκιζαν τους δαίμονες του παρελθόντος. Στην πόλη δεν ήταν ευπρόσδεκτοι, γιατί η πίστη του Ναζωραίου είχε θεριώσει στη Νυρεμβέργη, και αποτροπίαζαν οι κληρικοί σε κάθε ιδέα πολυθρησκευτικής συμβίωσης. Μα ήταν και η μακροζωία των γειτόνων μας ακατανόητη. Μισό αιώνα μετά, τα πρόσωπα που είχε κάποτε περιθάλψει η πόλη, την αντίκριζαν απαράλλαχτα πέρα από τα τείχη, ενώ κανένας σχεδόν από αυτούς που τους είχαν προϋπαντήσει δε ζούσε πια. Τα ερπετά του ξενοφοβικού φθόνου είχαν για τα καλά κουλουριαστεί στην καρδιά της Νυρεμβέργης.»

«Ένα χρόνο πριν γεννηθώ, οι Αλανοί έγιναν ανήσυχοι και φοβισμένοι. Στους λίγους που είχαν μείνει να συναναστρέφονται μαζί τους έλεγαν πως η μυρωδιά των πλαγιών του Καυκάσου περιπλανιόταν μέρα και νύχτα πλέον στα χωράφια τους, και πάνω της καβάλαγε η πνοή του δάσους εκείνου που πέταξε το λαό τους στα μονοπάτια του νομαδισμού και της λήθης. Κοιτώντας πέρα από το ποτάμι μουρμούριζαν πως τους είχε ακολουθήσει, και τώρα δίψαγε για τα λευκά σώματα που κάποτε του ξέφυγαν. Κάνανε κάποιες νύξεις για προσωρινή εγκατάσταση μέσα στην πόλη, μα η περηφάνια τους δεν επέτρεπε κάτι παραπάνω να αρθρώσουν. Μόνο μια κοπέλα κατέφυγε εντός των τειχών, και ήταν οι γονείς μου που δέχτηκαν να τη φιλοξενήσουν, άνθρωποι ανοιχτόκαρδοι.»

«Εν τέλει ένα πρωί όλος ο οικισμός χάθηκε. Κανένα ίχνος ανθρώπου, ζώου, ή κτίσματος δε βρέθηκε. Μήτε η κοπέλα που έμενε στο σπίτι μας γλύτωσε, εξαφανίστηκε το ίδιο ξαφνικά, και μόνο ένα φόρεμα που δώρισε στη μητέρα μου είχαν οι γονείς μου για να τη θυμούνται. Τα χωράφια απλώνονταν εγκαταλελειμμένα σα να μην είχαν καλλιεργηθεί ποτέ. Κάποιοι μάλιστα από τους συμπατριώτες μου που τα είχαν επισκεφτεί πρόσφατα λέγαν πως όσα συνόρευαν με το δάσος δεν υπήρχαν πια, ότι στη θέση τους βρίσκονταν καχεκτικές βελανιδιές. Δεν τους πίστεψαν πολλοί, μα ο μύθος του δάσους του Άλμπεϊ στέριωσε, και το σημείο του παλιού οικισμού των Αλανών το απέφευγε ο κόσμος ακόμη και στις μέρες μου.»

«Αυτά λοιπόν είχα ακούσει για το δάσος, και υπήρχε γύρω από το όνομά του ένας παιδικός φόβος που σιγανάσανε στον ώμο μου, ακόμη και στα εικοσιένα μου χρόνια. Δύσκολα θα ακολουθούσα το κορίτσι αν ήξερα ότι ο δρόμος μας θα το διέσχιζε, μα ήταν η άγνοια συνοδοιπόρος μου.»

 Εδώ το δεύτερο μέρος.

Βετεράνος των Ψυχικών Πολέμων (μέρος 3)

Το πρώτο μέρος εδώ

Το δεύτερο μέρος εδώ

greyscaled
V
: Ο Σιωπηλός Θεός

Οι τρεις θαμώνες χαιρέτησαν με δυσπιστία και μια υποψία δυστροπίας την εισβολή του προμηθευτή τους στο ησυχαστήριο. Άλλωστε, ανάμεσα στους καθιερωμένους πελάτες του πανδοχείου ήταν κοινό μυστικό η συμφωνία που είχε γίνει μεταξύ του πανδοχέα και της φιλοσοφικής κάστας· το άσυλο του μονόθυρου μαυσωλείου ηθικής δεν είχε διαρρηχθεί πρότερα. Πόσο μάλλον από μία μορφή, με την οποία κάλλιστα ο πληθυσμός του δωματίου θα προτιμούσε να περιορίσει τη συναναστροφή στη χαμηλόφωνη ανταλλαγή του πολύτιμου ψυχοτρόπου νέκταρ με αφθονία κληρονομημένου χρήματος. Μην επιθυμώντας παρόλα αυτά διεμβολισμό των σχέσεων τους με τον περιφερόμενο έμπορο, οι θυμηδίες αποφεύχθηκαν, και μονάχα εγκεφαλικές σημειώσεις αποπειράθηκαν να κρατήσουν οι παραισθητιστές αδερφοί, για άμεση επίπληξη του πανδοχέα και της αβρότητάς του, όσον αφορά την ελευθερία κίνησης των πελατών.

Αδράχνοντας μόνος του την κορωνίδα των θέσεων γύρω από τον πυρήνα του οπίου, ο κύριος Μέλλικενς απέβαλε σιωπηλά τα πανωφόρια του, αποκαλύπτοντας ένα πολυκαιρισμένο τουϊντ κοστούμι στο χρώμα του κόκκινου φάσματος του αλεξανδρίτη, ασορτί γκέτες και μπότες, ενώ πάνω από τα μεταλλικά γυαλιά μυωπίας θέριεψε μια πλούσια κόμη, επαγγελματικά περιποιημένη. Παρέμεινε αμίλητος, ενώ τα αδέρφια Άμπελ και Κάιν, παίρνοντας θάρρος από την άνεση με την οποία αφομοιώθηκε με το περιβάλλον, ετοίμασαν για χρήση το δοχείο του λάβδανου, συζητώντας ταυτόχρονα για τις μοντέρνες και ομολογουμένως διαταραγμένες ιδέες ενός νεαρού Ελβετού ψυχιάτρου, σχετικά με ένα κοινό ψυχικό δίκτυο της ανθρωπότητας, το συλλογικό ασυνείδητο. Ο τρίτος αδερφός, ο Σηθ, περισσότερο συνεσταλμένος από ότι οι άλλοι δύο, προσπαθούσε να μη διασταυρώνει το βλέμμα του με τον εισβολέα. Έπαιζε με το μισοάδειο ποτήρι αψεντιού, όταν δεν το ρουφούσε σαν ναυτεργάτης μετά το πέρας της βάρδιας, και εκλιπαρούσε για τη στιγμή κατά την οποία ο βαρύς αρωματικός καπνός θα μετέτρεπε το χώρο σε μικρογραφία του εξωτερικού δρόμου, όσον αφορά τη δυσδιακριτηκότητα των μορφών.

Ήταν και το σουλούπι του πεζουλιού του νότιου τοίχου, που πάντα του προκαλούσε αμυδρή δυσφορία, μα απόψε αλώνιζε για τα καλά στη σκέψη του, ξυπνώντας ανούσιες συσχετίσεις με το ανατριχιαστικότερο τμήμα της οικογενειακής ιστορίας που του αφηγήθηκε πριν λίγες μέρες ο Κάιν, της ιστορίας του βιβλιοθηκάριου σχετικά με την προγονή τους. Δεν έρεε αίμα δειλού στις φλέβες κανενός της οικογενείας του. Είχε άλλωστε αντέξει με ελάχιστη δυσαρέσκεια το οικοτροφείο Νόμπινσον, φημισμένο για τη σκληρή πειθαρχία με την οποία εμβάπτιζε τους νεαρούς ζάπλουτους μαθητές του. Ούτε είχε διστάσει στον -τελικά χαμένο- πόλεμο της διατήρησης των αποικιών του Νέου Κόσμου υπό το Στέμμα, όπου υπηρέτησε ως λοχαγός, αν και οι μνήμες εκείνης της περιόδου ήταν μουτζουρωμένες στον εγκεφαλικό του πίνακα, όπως και σε αυτούς των αδερφών του. Μα το πέτρινο ύψωμα στη βάση του τοίχου, τόσο ατημέλητα παραδομένο προς χρήση που νόμιζες πως έγινε από τεχνίτη μεθυσμένο ή εξαιρετικά βιασμένο, ανέδυε μοχθηρία στα, ασθενή από νεαρή ηλικία, νεύρα του Σηθ. Ο θυρεός του άνω μέρους, σχεδόν αδιόρατος από τη γωνία στην οποία καθόταν ο νεαρός ευγενής (γεγονός το οποίο άλλωστε τον είχε παρακινήσει να ιδιοποιηθεί εδώ και χρόνια τη συγκεκριμένη θέση), αποτύπωνε ένα σύμπλεγμα παραφυάδων, εντός του οποίου μάχονταν παγιδευμένοι ένας έφιππος πολεμιστής που έσερνε άμαξα, και ένα ακαθόριστο αγόρι. Το παιδί, μια και μοναδική φορά που το καλοκοίταξε ο Σηθ, είχε τρία πρόσωπα μέσα στο κεφάλι του, και κράδαινε λόγχη ανείπωτη. Πίσω από τους μαχητές ξεπρόβαλε ένα μωσαϊκό ρολογιών, γρίφος για τον εκτιμητή της χρονολογίας αποπεράτωσης. Ούτε ο ίδιος καταλάβαινε γιατί του ασκούσε τέτοια απέχθεια, μα ο εφιάλτης που ακολούθησε την πρώτη θέαση, εγκαθίδρυσε τα αντιπαθητικά αισθήματά του για το έργο.

Το όνειρο τον επισκέφτηκε τη νύχτα που έκλεινε τα δώδεκα του χρόνια, νύχτα 31ης Οκτώβρη προς πρώτη Νοέμβρη. Είχε σηκωθεί αποκαμωμένος στον ύπνο του, ενώ η πανσέληνος έφεγγε σκοτεινή από το παράθυρό του. Η νυχτικιά του έπλεε στους διαδρόμους του αρχοντικού μαζί του, εξερευνητές ακούσιοι της βραδινής ημιζωής των δωματίων. Όταν εντόπισε φως να δραπετεύει από τη γυριστή σκάλα που οδηγούσε στα διαμερίσματα των μαγειρείων, άθελά του ξεκίνησε την κατάβαση, τριγμός στον τριγμό του ερειπωμένου κουφαριού της κλίμακας, αλαφρό βήμα διαδεχόμενο το επόμενο σε χρονική παραζάλη. Όσον αφορά το κάτοπτρο που κάλυπτε την εξωτερική πλευρά της πόρτας της κουζίνας, είχε ελεήσει ο αρχιτέκτονας Μορφέας και φως πίσω από το παιδί δεν είχε βάλει, ώστε να μην απαντήσει μπρος του δυσανάλογες αλήθειες για τον ίδιο. Σαν πέρασε την πόρτα όμως, είδε λουσμένες στο ερυθρό φως των μισοσβησμένων κάρβουνων δυο μορφές καθιστές. Αυτή της πεθαμένης προ τριετίας μητέρας του, κερωμένη όπως ήταν όταν τη βάλανε στο φέρετρο, και αυτή μιας πεπλοφορεμένης άγνωστης. Είχαν προσηλωθεί στην ανάγνωση ενός αρχαίου τόμου, δερματόδετου, ιλαρού στο λιγοστό φως, ίδιου χρώματος με το νεκρό πρόσωπο της μάνας του. Η άγνωστη γύρισε προς το μέρος του, τόσο άκαμπτα όπως άνθρωπος ζωντανός ποτέ του δε θα τολμούσε, και χάρη αιώνια θα χρωστά ο Σηθ σε αυτό το πέπλο που τον προστάτευσε από το πραγματικό πρόσωπο της. Γνέφοντάς του να πλησιάσει, ήταν σαν τα κόκαλα των ποδιών του να υπάκουαν σε νήματα μαριονετοπαίχτη που τα συνέδεαν με αυτή. Σκληρή ήταν η μοίρα που τον προσέγγισε σε εκείνο το ορθάνοιχτο δεμάτι από φύλλα, χαλεπή η προσταγή της μητέρας Άλλιδερς που τον διέταξε να σχίσει με το δικό της νύχι το εσωτερικό της βιβλιοδεσίας. Κι ενώ απόκοσμα άρχισε να ηχεί πένθιμος ήχος άμαξας από το υπερπέραν, να βγάλει αμέσως το διπλωμένο χαρτί τον πρόσταξε, στο οποίο ήξερε πως έγραφε αλήθειες απαγορευμένες για το θάνατό του.

Η αίθουσα της Σιωπηλής Ετικέτας θύμιζε ρεικότοπο νυχτιάτικης σύναξης ασφοδέλων κάτω από τα πνιγερά βλέφαρα της ομίχλης. Τα τρία αδέρφια και ο επισκέπτης είχαν καταναλώσει υπέρογκες ποσότητες πράσινου νέκταρ και άνοθου λάβδανου. Τριγύριζαν οι Άλλιδερς σε μονοπάτια εκστατικά, σε ακραίες εμπειρίες, ασύνδετες με τις προσωπικότητές του καθενός, μέσα στη ζωντάνια τους. Όταν ήχησε για πρώτη φορά η φωνή του Μέλλικενς μονάχα ο Σηθ την άκουσε απόμακρα, σα να τους χώριζαν εκατονταετίες χιλιομέτρων. Λυπητερά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει για λίγες στιγμές τη συντροφιά τμημάτων της αιωνιότητας.

-Το δείπνο σερβίρεται, επανέλαβε πιο δυνατά ο έμπορος. Νεαροί, η υπηρέτρια στέκεται με το δίσκο στο χέρι.

Ο Κάιν έστρεψε περίεργος το βλέμμα στη γυναίκα που υπομονετικά περίμενε την εξυπηρέτηση των αφεντών της. Προσπαθώντας να διακρίνει τα χαρακτηριστικά της μέσα από τις τουλούπες καπνού, του ήρθε στο νου ο εφιάλτης που είδε κάποτε μικρός, κλείνοντας τα δώδεκα χρόνια. Πάνιασε θωρώντας το βελοφορεμένο κεφάλι, ούρλιαξε ο Άμπελ με τη φανερή ταύτιση με την άγνωστη του ονείρου. Ο Σηθ έψαξε οπτικό διέξοδο στο δρύινο ταβάνι, και τόλμησε να ξεστομίσει κατάρα αυτοκτονική, αυτός, ο λάτρης της κάθε ανάσας. Επί της οροφής μπουσουλούσε σπασμωδικά μια καρικατούρα της φύσης και παντός ιερού, ένα βδέλυγμα που πάνω από εξάμηνο δεν πρέπει να είχε περάσει από όταν κάποια ακόλαστη μήτρα το ξέσχισε από τα σωθικά της. Ανάθεμα την ακοή του Κάιν που του πρόδωσε τον τριγμό πέτρας σε πέτρα, πυρωμένα σίδερα ευχήθηκε να μπουν στα μάτια που γύρισαν να δούνε τη σαρκοφάγο να ανοίγει. Καμία κίνηση δε φάνταζε επιτρεπτή για τα αδέρφια, κι όμως καθένας τους βρισκόταν δίπλα στον άλλο, σε εναγκαλισμούς σπαραχτικούς στην ένταση, απάνθρωπους στην επαφή.

Πριν χάσουν τις αισθήσεις τους για πάντα σε αυτόν τον κόσμο, τα αδέρφια είδαν τον κύριο Μέλλικενς να υψώνεται πανύψηλος μέσα στις αιθέρες του χρόνου, με λόγχη κατάμαυρη στο χέρι, ισάξια σε σκοτεινιά με την άχρονη προσωπίδα του -αυτή που λίγοι έχουνε διαπεράσει με τα βλέμματά τους, και μακάριοι ύστερα απολαμβάνουν το άχραντο ποτήρι της αληθινής παράνοιας. Είδαν τον Μέλλικενς να τιθασεύει την πομφόλυγα που κόχλαζε ανάμεσα στο πέτρινο μνήμα και τα αδέρφια, παραχαράσσοντας μια πλασματική δυναστεία που είχε ανήμπορος φανταστεί ένας ομόειδός του. Είδαν το δόρυ του να διαπερνά τα σώματα της μοναδιαίας τριάδας, να προκαλεί μνημονικό λάβωμα στα ζυγωματικά της, να καθαιρεί το δίχτυ ανθρωπιάς που μολυσματικά είχε γλιστρήσει στα βλέφαρα του ευγενούς μέλους της Αυλής των Ψυχασθενειών, εξανθρωπισμένης από τους θνητούς ως “Unseelie Court”. Το απολωλόν πρόβατο των απελευθερωτών του Νου από την πεζότητα της κοινής λογικής, είχε γυρίσει στη φυσική του θέση, ευτυχισμένοι θνητοί θα αποκτούσαν αυτό το βράδυ παντοτινούς εσωτερικούς συντρόφους στη σύντομη πορεία της ζωής τους.

inn

VI: Επώνυμο

Την άλλη μέρα, στη μισθωμένη σάλα, ο πανδοχέας Έργουιν βρήκε τον κύριο Άλλιδερς (το όνομά του ποτέ δεν κατάφερε να συγκρατήσει) σε παρανοϊκή κατάσταση μέθης και ναρκοληψίας. Από ότι έμαθε αργότερα, οι υπηρέτες του κανόνισαν για τη μεταφορά του στο ψυχιατρείο Πανόπτικον, φανερά τρομοκρατημένοι από την καταστολή στην οποία παρέμενε εβδομάδες μετά. Ο πανδοχέας επιθεώρησε το δωμάτιο που μίσθωνε μοναχικά ο κύριος πολλές φορές, και κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι του όταν είδε ότι ο ευγενής δεν είχε προκαλέσει καταστροφές, πέρα από ένα αναποδογυρισμένο δίσκο εξαιρετικής δυσωδίας, και κάποιους λεκέδες στο ταβάνι. Όσο για το πεζούλι του νότιου τοίχου, ποτέ δεν του είχε φανεί του γούστου του, και τώρα που είχε ραγίσει στο σημείο του παλιού θυρεού, κανόνισε να το αφαιρέσουν. Ένα κιτρινισμένο απόκομμα εφημερίδας αγνώστου ημερομηνίας διακήρυττε μέσω ανώνυμου συγγραφέα πως «Οι φαντασιοπληξίες των σύγχρονων ψυχολόγων, καλπάζουν στο πηγάδι της παραφροσύνης. Σε πρόσφατο συνέδριο στο Εδιμβούργο, ο ομιλητής συνέδεσε τις ψυχικές ασθένειες με χωριάτικους μύθους, όπως ο Καλός Λαός, τα Μικρά Ανθρωπάκια της παράδοσης, συγκεκριμένα διαπιστώνοντας υπόγεια σύνδεση μεταξύ του λεγόμενου Unseelie Court(Κακοτυχισμένη ή Ανίερη Αυλή) του θρύλου, και των αρχετύπων των ψυχασθενειών, μέσω του συλλογικού ασυνειδήτου. Προς τιμή τους, οι περισσότεροι επιστήμονες του κοινού αποχώρησαν κατά τη διάλεξη ”. Ο ιδιοκτήτης το τσαλάκωσε αφηρημένα, χωρίς να διατρέξει τα μάτια του πάνω στο περιεχόμενο, μήτε σε αυτό του μαυροπίνακα που σκονιζόταν εδώ και χρόνια στην εσοχή της κατηφορικής σκάλας. Έγραφε ένα χέρι σταθερό πως «Η διασχιστική διαταραχή ταυτότητας, περισσότερο γνωστή με την παλαιότερη ονομασία «διαταραχή πολλαπλών προσωπικοτήτων», είναι ψυχική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη τουλάχιστον δύο ή περισσότερων αυτόνομων προσωπικοτήτων ή ταυτοτήτων, οι οποίες εναλλακτικά αναλαμβάνουν τα ηνία της εξωτερικής συμπεριφοράς του ασθενή». Οι υπηρέτριες ανέλαβαν το συγύρισμα, ενώ ο ίδιος μελαγχολικά γκρίνιαξε στους δύο συνιδιοκτήτες για την ακαταστασία του κυρίως πανδοχείου στρωμένος στη δουλειά.

Βετεράνος των Ψυχικών Πολέμων (μέρος 2)

Το πρώτο μέρος εδώ


Medieval_City_01_by_RafaelCastro14

ΙΙΙ: Ουροβόρες Ρίζες

Ήταν κάποτε που θέριεψε η απέχθεια του Μέλλικενς για τη βραδύτητα του ανόθευτου νου. Το λάβδανο έρεε στον οργανισμό του εξίσου άφθονο με τη στυφή βρώμα του χαραμισμένου στο πάτωμα -σα σπονδή σε τρυγικούς θεούς- κρασιού. Τη σαμχαϊνική νύχτα εκείνη, στο μισθωμένο δωμάτιο του δευτέρου ορόφου του πανδοχείου, άλλοτε γνωστό και ως αίθουσα της Χλωμής Ετικέτας, θαλπωρούσανε τρία μέλη της συνήθης εννιάδας των οπιόφιλων αργόσχολων. Η φλόγα δύο τεράστιων τζακιών χάριζε στη σάλα φως αντάξιο πυράς που καλοδέχεται τους κατάκοπους ταξιδιώτες· αυτής της φλόγας που αισιοδοξεί, ενώ το άλικο σέλας αγκαλιάζει τα αθάνατα πνεύματα των νεκρών συνοδοιπόρων. Μα το διαβρωτικό ψύχος του αρκτικού ανέμου, με τις σιωπηλές και μη ιαχές που εξαπολύει ενάντια στις πενιχρές απόπειρες προστασίας των διαβατών, έχει αποθαρρύνει τους μεγαλύτερους σε ηλικία.

Η σπινθηροβόλα στην αναμονή της για την επερχόμενη καταιγίδα ομίχλη, αργοπάφλαζε στα ρηγματώδη μονοπάτια της γειτονιάς, πλημμυρίζοντας με φωσφορισμούς τις κλεφτές ματιές που αποτολμούσαν οι πιο θαρραλέοι οικόκλειστοι. Παράδοξα, ο αχός της κεντρικής αίθουσας του πανδοχείου αντιλαλούσε ακόμη και δύο ορόφους πάνω, σαν βουητό ασκεριού εξισωμένου ηχητικά με νεωτεριστικό θίασο αηθών ερασιτεχνών ηθοποιών, μετριάζοντας τη ρέμβη της εξαιρετικά νηφάλιας για τα δεδομένα της, τριάδας. Το δείπνο είχε ήδη εναποτεθεί από την καμαριέρα έξω από την πόρτα -η συμφωνημένη διακριτικότητα αμείβονταν ικανώς- εδώ και μισή ώρα, καταβροχθίστηκε με την πρέπουσα άνεση που προσφέρει η απομόνωση, και οι εν ψυχεδέλεια μα και αίμα σύντροφοι περίμεναν το χτύπημα του υπηρέτη που θα σηματοδοτούσε την εξώθυρη παρουσία της φιάλης αψεντιού. Γι’ αυτό και γριφώδες θεώρησαν, το άνευ προειδοποίησης άνοιγμα της στιβαρής ερυθρέλατης πόρτας, κοσμούμενης με εγχάρακτη αναπαράσταση του ενήλικου Αρποκράτη, ελληνιστικού θεού της σιωπής.

Οι τρεις κύριοι, που δικαιολογημένα θορυβήθηκαν με την ασέβεια προς την ιδιότητα της αρχαίας θεότητας (χρόνια είχανε να τροφοδοτηθούν με λάδι οι μεντεσέδες), ήταν τρία αδέρφια, γόνοι της οικογενείας Άλλιδερς, παλαιάς δυναστείας γαιοκτημόνων. Όταν τον όψιμο Μεσαίωνα ο μορφωμένος για την εποχή έμπορος Κίθιλ Άλλιδερς συνέπλεκε τις τύχες των δύο γιων του με κόρες εξόριστων φράγκων ευγενών, έβαζε τα θεμέλια του μεγαλείου που θα ακολουθούσε. Πριν ακόμη από τον πόλεμο των Ρόδων, οι Άλλιδερς είχαν εγκατασταθεί στο κάστρο τους στην πόλη, από εκεί υφαίνοντας τους ιστούς της φεουδαρχικής ηγεμονίας. Η πολυπόθητη κομητοποίηση ήρθε επί Ελισάβετ της Πρώτης, για τη στελέχωση των ναυσιπλοϊκών τάξεων των διακορευτών της Ισπανικής Αρμάδας, μαζί με τον οποίο τίτλο ευγενείας εκκολαφθηκαν προνόμια εξερεύνησης και εκμετάλλευσης του Νέου Κόσμου λίγα χρόνια αργότερα. Όταν ο Κρόμγουελ παρουσιάστηκε ως δύναμη υπολογίσιμη, αυτοί είχαν ήδη ταχθεί με τα νερά του, και παράλληλα οργάνωναν κολοσσιαίο για ιδιώτες (ακόμη και τιτλούχους) εμπορικό στόλο.

Μα το ξέφτι στο υφαντό των Άλλιδερς διαιωνιζόταν πλάι στη γιγάντωση του κύρους τους, ένα σκοτεινό νήμα μπολιασμένο στον κορμό του απαστράπτοντος εργόχειρου που έπλεκαν για αυτούς οι Μοίρες. Ποτέ μέλος της οικογένειας δεν ξεπέρασε την τέταρτη δεκαετία της ζωής του, παρά τη συνδρομή δεκάδων ανά τη μακρά τους ιστορία εξεχόντων γιατρών, αλλά και θεραπευτών μικρότερης ακαδημαϊκής αναγνώρισης. Οι Άλλιδερς επέμεναν να αποκόπτονται άξαφνα από τα εγκόσμια, κάποια στιγμή μεταξύ των τριάντα και σαράντα ετών, σαν κάποιος θεϊκός αγγειοπλάστης να είχε ξεμείνει από πρώτη ύλη στην κατασκευή του δοχείου εμφιάλωσης του ιχώρα της οικογενείας. Στους αμαθείς κύκλους των υποτελών τους κυκλοφορούσαν σκοτεινότερες φήμες, εφαπτόμενες με την αναμενόμενη δεισιδαιμονία, τόσο για τον παράξενο τρόπο που επιδρούσαν τα χρόνια πάνω στους αφέντες τους, όσο και για την οριστική ανάπαυση των λειψάνων τους. Τα τέλη του 14ου αιώνα, ο φροντιστής των βιβλιοθηκών του κάστρου, εμφανίστηκε κάθιδρος και φανερά καταπονημένος ένα πρωί στο ναό της Αγίας Σκέπης, ζητώντας μετάληψη, με το πέρας της οποίας κατέθεσε ενυπόγραφα στον αρχαιότερο ιερωμένο τα ακόλουθα (σύμφωνα με αυτόν) γεγονότα:

ΙV: Αναγνωστικό Απόρρητο

«Την προχτεσινή ημέρα, δωδέκατη του Νοεμβρίου του 1587ουέτους από τη γέννηση του Σωτήρος μας, επέθανε η κυρά μου Κέηθριν Άλλιδερς, μην έχοντας καν κλείσει την τρίτη δεκαετία της στην πλάση. Ο γιατρός Έσμιθ αποφάνθηκε καρδιακό πρόβλημα, όπως και δήλωσε στο επίσημο έγγραφο που συνέταξε ο κύριος μου Όλιβερ, αδερφός της μακαρίτισσας. Ξέραμε βέβαια όλο το προσωπικό, πως παρασάγγας απείχε η επίσημη γνωμάτευσή του από την πραγματικότητα που αντικρήσαμε σοκαρισμένοι πριν ένα μήνα να ξετυλίγεται στο πρόσωπο της αξιότιμης κυράς μας. Η ίδια, από μικρό παιδί που την θυμάμαι, πιότερο με αγόρι την έκανες παρά με δεσποσύνη· περισσότερο ρωμαλέα έμοιαζε, λέγανε χασκογελώντας οι εργάτες, από τον αδερφό της. Και στις πορείες μέχρι τις εποχιακές αγορές, πάντα ξεθώριαζε από το βλέμμα μας προτού η ακολουθία της καμτσικώσει τ’ άλογα με το πέρασμα της τάφρου του κάστρου.

Μα είναι φαρμακωμένη η γενιά των κυριών μου. Ο πατέρας της, και ο δικός του πριν αυτόν, διαγράφηκαν από το μανουσκρίπτο του Θεού μας πριν καν έχουν δει σαράντα θερισμούς στην ευλογημένη γη. Η δύστυχη, τρεις Κυριακές πριν τη σημερινή, μετά από διήμερη απομόνωση στις κάμαρές της (εξαφανίσεις που τόσο συνήθιζε η ίδια όσο και ο αδερφός της), κάλεσε την προσωπική της υπηρέτρια, βγαίνοντας στο πλατύσκαλο του ορόφου. Τι κρίμα είναι τα μάτια ενός ταπεινού γέροντα να αντικρίζουν σώμα, που μέχρι πρότινος εξέπεμπε της νιότης το βαλσάμι, τώρα στης γηρατιάς το αδράχτι να έχει ζευτεί. Σαν της αράχνης τον ιστό είχαν λεπτύνει τα μαλλιά της, λευκότερα της πάχνης φαίνονταν. Τα μάτια της, τραγουδισμένα από περαστικούς μενεστρέλους, είχαν οργωθεί από αυλάκια ρυτίδων και η θολούρα της ηλικίας τα είχε καλύψει. Σταυροκοπήθηκαν οι άλλοι δυο υπηρέτες που την είδαν, εγώ κατάφερα να κρύψω την ταραχή μου. Μαύρες μνήμες ξεπήδησαν στο λογικό μου, κενά χρόνων γεφυρώθηκαν, και ολοζώντανα είδα μπρος μου τις εικόνες των προγόνων της να στέκονται σε αυτό το κάστρο εξίσου πρόωρα κι αφύσικα γηραλέοι, σαν κάποιο κρίμα από πολύ παλιά να τυραννά το όνομα Άλλιδερς.

Από τότε δεν την ξαναείδε κανείς εκτός του κυρίου Όλιβερ, του γιατρού Έσμιθ, και της καμαριέρας της, παρά μόνο προχτές που πληροφορηθήκαμε ότι απέπνευσε εις Κύριο. Σέβη δε μας επέτρεψαν να αποτίσουμε, μα εμένα λόγω γραμματοσύνης με κάλεσαν να υπογράψω εκ μέρους του προσωπικού κάποια χαρτιά. Νόμιζα πως ήξερα τι να περιμένω, όταν, προχωρώντας αργά προς το γραφείο με το έγγραφο, έριξα δειλό βλέμμα προς την εντυπωσιακή κλίνη στην οποία αναπαυόταν το πτώμα της αδικοχαμένης. Μα αυτό που αντίκρισαν τα μάτια μου έκανε τα γόνατά να λυθούν, και το σημάδι του σταυρού επιβεβλημένα αναγκάστηκα να σχηματίσω. Στο σημείο που περίμενα πτώμα γριάς να κείτεται, το φως του καντηλιού αργοσάλευε πάνω σε μια μακάβρια κοροϊδία. Πως αλλιώς να περιγράψω αυτό που θύμιζε νεογνό ούτε εξαμηνίτικο, πνιγμένο με τον ίδιο του τον ομφάλιο λώρο από παραδομένη σε σαββατιανές μαγείες παραμάνα. Λώρο που η ίδια πιθανότατα είχε κρατήσει ξεραμένο μέσα σε φίλτρα ρυπαρά, από τα έμμηνα της παρασκευασμένα, και με το Μαύρο Άνθρωπο σε σταυροδρόμι, κάτω από γιοφύρι αχρείαστο, τα είχε κεντήσει σε νύχτα αφέγγαρη. Σα να είχε σαβανωθεί σε εμπαιγμό της ιερής φροντίδας των νεκρών, με σκούρους κισσούς και άλλα αγκάθια -που δόξα τον Παντοδύναμο ως θεοσεβούμενος άνθρωπος δεν τα αναγνωρίζω. Φρίκη ανέβλυσε, με μιαρή χολή μέσα μου, και με τρεμάμενα χέρια αποτελείωσα την υποχρέωση, πριν αλαφιασμένος αφήσω την ανίερη κάμαρα.

Όταν αργότερα αποτραβήχτηκα στη βιβλιοθήκη προσπαθώντας να ηρεμήσω, καμώθηκα να πλάθω ιστορίες που θα διέψευδαν τα τεκμήρια των ματιών μου, και δίχως αμφιβολίες θα απέστραπταν ξανά την οικογενειακή εικόνα των κυριών μου. Η αφοσίωσή μου τόσων ετών, υπερίσχυσε εν τέλει και ανέθρεψε την ανήθικη, μα αφάνταστα πιο καταπραϋντική για την ψυχή μου, θεωρία της εγκυμοσύνης της νεκρής, δεχόμενος πως τα φθαρμένα μάτια μου πλανήθηκαν ελαφρώς από το νεκροστολισμένο σώμα ενός νόθου παιδιού, ενώ αλλού βρισκόταν η κυρά μου.

Την ακόλουθη μέρα τελέσθηκε η κηδεία στο παρεκκλήσι του κάστρου παρουσία όλων, μα το φέρετρο είχε σφραγισθεί αυστηρά, αποσύροντας για πάντα τη δυνατότητα τελευταίας θέασης της νεκρής. Με το πέρας της τελετής, τέσσερις χωρικοί από κάποιο διπλανό οικισμό που είχανε μισθωθεί για αυτό ακριβώς το σκοπό, εξαφανίσθηκαν με την κάσα στο κατηφορικό μονοπάτι που οδηγεί στο παραδοσιακό εσωτερικό κοιμητήριο των μελών της οικογενείας, ακολουθούμενοι από τον κύριο Όλιβερ. Το υπόλοιπο της δυσάρεστης ημέρας μου κύλισε εντός της βιβλιοθήκης, αντιγράφοντας μια παρτίδα υμνικών περγαμηνών που είχε την καλοσύνη να μας παραχωρήσει προσωρινά το ουαλικό μοναστήρι του Αγίου Μαυρικίου. Μα σε όλο το διάστημα, τα ερπετά ενός ενδόμυχου τρόμου κουλουριάζονταν στις πτυχές του ασθενούς μου πνεύματος. Δεν ξέρω ποιος πειρασμός εισχώρησε εντός μου, αγνοώντας τα παραπέτα των καθημερινών προσευχών, μα αυτή η δαιμόνια επιρροή στο νου μου κατάντησε απύθμενη την περιέργειά, και βάλθηκα να καταστρώνω ευθύς σχέδιο κατάβασης στο άβατο προγονικό κοιμητήριο των Άλλιδερς. Έπρεπε σύντομα να ξεδιαλύνω το μυστήριο, και κάποιες δερματόδετες μελέτες επί σκοτεινών πτυχών της προ Χριστού ελεύσεως Βρετανικής θρησκείας δε βοήθησαν στο κλάδεμα της ανυπομονησίας.

the-catacombs-richard-wetterer

Η σελήνη είχε εν τέλει καταβροχθιστεί για αυτό το μήνα, καθιστώντας με ευνοημένο συνεργό της. Φως δε χρειαζόμουν, παρά τον περασμένο χρόνο από τη δύση του ηλίου· τουναντίον, εχθρό θα το χαρακτήριζα έως να παραβιάσω την θυρική κιγκαλερία με το “άρχον κλειδί”, που για παν ενδεχόμενο μου είχε παραχωρήσει πριν χρόνια ο κλειδοτεχνίτης αδερφός μου, δυνάμενο να ανοίξει οιοδήποτε λουκέτο. Γνωρίζοντας κάθε γωνιά των εδαφών των αφεντών μου, έχοντας τα περιδιαβεί αμέτρητες φορές στον μισό αιώνα υπηρεσίας, γοργά αντιμετώπισα την παμπάλαια κλειδαριά, και άνοιξα με όνειδος ψυχής την είσοδο του υπόγειου μαυσωλείου, ακριβώς στη βάση και σκιά του Βράχου του Ταλιέσιν. Αυτού του μεγαλειώδους μονόλιθου, το ουράνιο ύψος του οποίου ορθώς οι αρχαιότεροι κατασκευαστές του κάστρου σεβάστηκαν και ταπεινά δεν ξεπέρασαν με την ανθρώπινη κτίση τους. Τα κατηφορικά σκαλοπάτια αντηχούσαν παράξενα τα βήματά μου, θα ορκιζόμουν πως τα χρονικά διαστήματα ανάμεσα στο βήμα καθεαυτό και τον ήχο που έστελνε στα αυτιά μου, όχι μόνο δεν ήτανε ανύπαρκτο όπως θα έπρεπε, μα μεταβαλλόταν από πάτημα σε πάτημα. Είδα στην πλάκα της φαντασίας μου ξανά την επιγραφή που με επιτηρούσε αυστηρά από το αέτωμα άνωθεν της σιδερένιας πύλης του τυμβικού συμπλέγματος: “ Τριαδικός νους, Φόβου τον Καταφράκτη ιππότη της κλεψύδρας, Ελευθερία δίνει στο ανθρωπάριο που δέσμιο βρίσκεται ανατολικά του Δυστυχούς Ανακτόρου”, και απόρησα για αμέτρητη φορά περί του νοήματος των γλωσσικών αυτών αινιγμάτων.

Την πορεία από εκεί και πέρα μπορώ να διηγηθώ μονάχα περιληπτικά και ανολοκλήρωτα, καθώς οι ανέλπιστες δικλίδες διατήρησης της ψυχικής υγείας έχουν λυτρωτικά λειτουργήσει και μετριάσει τις αναμνήσεις από την κατάβαση στους τάφους ανεξιχνίαστων περιεχομένων. Αυτό που λάμπει στη μνήμη μου σαν μαύρος αστέρας, μα μόνο εξομολογητικά αποφάσισα να αποθέσω σε γραφή (εκλιπαρώντας τον Παντοδύναμο για γλυκιά λήθη), είναι οι σκιές που συνάντησα χτυπώντας το κράσπεδο του τέλους των σκαλιών, ακολουθώντας για ελάχιστα μέτρα το διάδρομο που συνέχιζε προς αριστερά, ενάντια σε κάθε θεόφιλη αρχιτεκτονική μα και ενάντια στην ειρήνη των ενταφιασμένων. Το αμυδρό φως του λυχναριού που ανέσυρα από μια εσοχή του βραχώδους εσωτερικού κατά την είσοδό μου στην κρύπτη, τρεμόπαιξε πάνω σε ένα βαθύτερο σκότος του χώρου. Στο οποίο εσφιγμένος καρδίας αναγνώρισα, παραλυμένος από μακάβριο δέος, τα χαρακτηριστικά του φάσματος του προαναφερθέντος αδερφού μου -ο οποίος έχαιρε πλήρους υγείας απ’ όσο ήξερα-, τώρα κατάχλομου μέσα σε σάβανο, να μου γνέφει πρόστυχα να τον πλησιάσω. Να του υποταχθώ όπως η αδερφή μου πλάι του, η οποία ήταν ζωσμένη με σκονισμένη ανάλογη εξάρτηση. Νομίζω πως εκεί τα λογικά μου χάθηκαν. Και όταν τα ανέκτησα, πατούσα το μαρμάρινο δάπεδο ενός, ελάχιστου σε μέγεθος για να χωρέσει το πλήθος των σαρκοφάγων που στέγαζε, δώματος. Μη δυνάμενος να ελέγξω το κορμί μου, άκουγα τα αόρατα στον κοινό θνητό αδέρφια μου να εξαπολύουν κατάρες διθυραμβικές ενάντια στην καθεστηκυία θρησκευτική τάξη, ενώ εγώ αρκούμουν σε σιωπηλά αναφιλητά για τους δύο εξ αίματος αγαπημένους μου, που μέχρι πρότινος θεωρούσα ζωντανούς.

Ανάμεσα στους τάφους που ανάπαυαν μια μικρή ορδή ευγενών, είδα τον κύριό μου Όλιβερ με την αδερφή του, να στέκουν σιωπηλοί, ακούνητοι, με πλάτη γυρισμένη προς το μέρος μου, προσηλωμένοι στη μορφή του Μαύρου Ανθρώπου. Το περίγραμμα του οποίου ξεπρόβαλε οριακά από ένα καθρέφτη μελαψό, ισάνθρωπο στο ύψος, κορνιζαρισμένο με ασήμι χλωμό, σαν αυτό με το οποίο λέγαν οι γριές ότι στολίζουν τα Καλά Ανθρωπάκια τα γκέμια των αλόγων τους όταν ξεπροβάλλουν στα λεπτά σημεία για να παρασύρουν αλαφροΐσκιωτους χριστιανούς στα μέγαρά τους κάτω από τους λόφους. Άρχισα, ενάντια στη θέλησή μου, να προχωρώ προς τον καθρέφτη, υπακούοντας την επιθυμία της αδερφής μου μέσα στο κεφάλι μου, ενώ ούτε τα μάτια μπορούσα να κλείσω για να μη διακρίνω τις ανίερες λεπτομέρειες της μορφής του θαμπού πρίγκιπα μέσα στον καθρέφτη.

Με περισσή προσπάθεια κατάφερα να στρίψω το κεφάλι προς τα αριστερά καθώς περνούσα δίπλα από το ζεύγος, μα ανάθεμα! Ελπίδα αναζωπυρωμένη πως σε εξακόντισα ευθύς στα τάρταρα της απόγνωσης μαζί μου, σαν είδα πως στην αγκαλιά του Όλιβερ βρισκόταν το πράγμα που είχα δει στο νεκροκρέβατο: μια ευτελής απομίμηση ζωής να χειρίζεται τα οστέινα άκρα του, τα συμπλεγμένα με αγκάθια και κισσό, σε σημείο που να μην αντιλαμβάνομαι ποιο ήταν το πρωταρχικό συστατικό και ποιος ο παρείσακτος. Το βρέφος με σοβαρότητα κοιτούσε τον κύριό μου, με βλέμμα μοχθηρίας και σκοτεινής αγαλλίασης, το οποίο ανταπέδιδε ο κύριος Όλιβερ. Η κυρία Κέηθριν ήταν ζωντανή, μα άτοπη κατέστη κάθε προσπάθεια να της προσδώσω εμφανή ηλικία. Χαμένος ήμουν ανάμεσα στα μισόγκριζα μαλλιά που θρόιζαν με τη φρεσκάδα της νιότης και τις απατηλές ρυτίδες που –μη μπορώντας να τις περιγράψω αλλιώς- έρεαν, μισοβυθίζονταν και αναδυόταν φασματικά πάνω στη χλωμή σάρκα του προσώπου της. Αλίμονο, η δέσποινα του κάτω κόσμου των ειδωλολατρών έστεκε μπρος μου, όμοια με την Περσεφόνη ήταν το κορίτσι που είχα δει να ενηλικιώνεται όχι πλειάδα χρόνων πριν. Και όταν άκουσα τα αδέρφια μου να δοξολογούν την αιρετική μίμηση των θεοτόκων γονιών του κύριου μας Ιησού Χριστού -μια μίμηση που πραγματώνονταν από τα αδέρφια Άλλιδερς- διαπίστωσα το νόημα του βλάσφημου θεάτρου τους, αναγούλιασα με το πλάσμα που σατίριζε κάθε ιερό που είχα, και μακάρια έχασα ξανά τις αισθήσεις μου.

Όταν ξύπνησα βρισκόμουν έξω από την πόρτα της κατακόμβης, άτσαλα ακουμπισμένος στο φύλλωμα ενός παρτεριού μαγαρισμένου από γαϊδουράγκαθα. Η νύχτα ακόμη ατένιζε την ύπαιθρο με τα τόσο ψυχρά μάτια των αστεριών της. Υπερβαίνοντας τα σωματικά εμπόδια που θέτει η ηλικία, κατηφόρισα προς τους στάβλους, σέλωσα ένα γέρικο άτι -το οποίο κι αν μου άνηκε είχα να καβαλήσω χρόνια-, και εξασφαλίζοντας το πέρασμα από την εξωτερική πύλη με ένα νεύμα στον (γνωστό μου) φύλακα της βάρδιας, έβαλα σταθερή πορεία μέχρι το ναό της κωμόπολης. Ποτέ πια δε θα περάσω ξανά από το κάστρο που ήταν για όλη μου τη ζωή πατρίδα. Είθε ο φιλεύσπλαχνος Θεός να λυπηθεί τις ψυχές όλης αυτής της οικογενείας και της δικιάς μου. “

Το κείμενο αυτό βρισκόταν στο ναό της πόλης μέχρι μισό αιώνα πριν, όταν εξαφανίστηκε κάτω από συνθήκες μυστηριώδεις. Ένας μεταγενέστερος των γεγονότων Άλλιδερς, που αποφάσισε να ερευνήσει το μυστήριο, κατέληξε σε ασάφειες όσον αφορά τη διήγηση. Ο βιβλιοθηκάριος, που το όνομά του είχε διατηρηθεί έως τότε, αλλά εξαφανίστηκε από κάθε αρχείο παράλληλα με την κλοπή του εγγράφου, ήταν μοναχοπαίδι, όπως άλλωστε και η Κέηθριν Άλλιδερς, η οποία όντως πέθανε την αναγραφόμενη ημερομηνία. Ο αφηγητής έφτασε στο Ναό της Αγίας Σκέπης στις 6 το βράδυ της προηγούμενης της ημερομηνίας σφράγισης, σε κατάσταση κλονισμού. Αδυνατούσε να συνδυαστεί χρονικά η διάρκεια της βραδινής του περιπέτειας με τη δύση του ηλίου, μία μόλις ώρα προηγουμένως. Ο επίσκοπος που επισκέφθηκε το κάστρο κάποιες μέρες μετά συνάντησε έναν οικισμό σε πένθος, μα ποτέ δε βρήκε κάποια νύξη έστω για κάποιον Όλιβερ Άλλιδερς, ενώ ο σύζυγος της νεκρής αρχόντισσας, ο οποίος δεν αναφέρονταν πουθενά στο παραλήρημα, διαβεβαίωσε για την ψυχική υγεία του πρώην υπαλλήλου τους. Αργότερα ο γραμματιζούμενος υπηρέτης έχτισε και εγκαταστάθηκε στην έπαυλη που χρόνια αργότερα μετεξελίχθηκε στο γνωστό πανδοχείο της οδού Σίντε. Το μόνο σημείο ρεαλιστικής αγκυροβόλησης μέσα στη θάλασσα των παραισθήσεων της κατάθεσης ήτανε η επιγραφή στην είσοδο, της κατά τ’ άλλα άμεμπτης κρύπτης.

Το τρίτο μέρος εδώ

Βετεράνος των Ψυχικών Πολέμων (μέρος 1) 

(Το διήγημα πήρε την τρίτη θέση στην κατηγορία Νουβελέτα Τρόμου στα Βραβεία Λογοτεχνίας του Φανταστικού Larry Niven το 2013)

brodsk

Ι: Ανώνυμο

Το λαοφιλέστατο πανδοχείο της οδού Σίντε θωριεύει νωχελικά τρία τετράγωνα από το ναό της Αγίας Σκέπης. Τα εμβληματικά, υψίλιγνα παράθυρα της πρόσοψής, είναι καλυμμένα από ασήκωτες σκουρόχρωμες κουρτίνες, που θαρρείς διεστραμμένες γραίες κέντησαν στον αέναο αργαλειό τους. Δείχνουν να τρέφουν αντιπάθεια στο φως του ηλίου, το οποίο άλλωστε σπανίως τα διαταράσσει, καθότι βορινά. Αργοσαλεύουν τα στόρια στην ανάσα του παγωμένου ανέμου, ποτισμένα με ερεβώδεις σκιές, ανίερες φωλιές ασυνείδητων φοβιών. Ένας περαστικός καθηγητής κάποτε παρατήρησε την ομοιότητα της ανησυχίας που του προκάλεσε ολάκερη η όψη του κτηρίου με αυτή που είχε νοιώσει νεότερος. Τότε, δουλεύοντας ως νυχτοφύλακας στο εσωτερικό αιγυπτιακής πτέρυγας αρχαιολογικού μουσείου, αναγκάστηκε να παραιτηθεί πριν κλείσει μια βδομάδα εργασίας, καθώς «ο τόνος των σκιάσεων πάνω στα βαθουλωμένα μάτια και τα χαμογελαστά στόματα των σφιγγών, μου θύμιζε μαρτυρικά τις θολές μελανοκηλίδες που απεικόνιζαν τις Αμαρτίες σε γκραβούρες παιδικών θρησκευτικών βιβλίων».

Κι όμως, παρά την γκροτέσκα εικόνα του, το πανδοχείο (που θαρρείς πως κανείς από τους ιδιοκτήτες δε βρήκε χρόνο να πετάξει προσωρινά το γυαλόπανο του πάγκου για να στρωθεί και να ανασύρει εκ φαντασίας ένα όνομα για το οίκημά του), λαοφιλέστατο όπως αναφέρθηκε, αποτελεί μια βραδινή κυψέλη για την μέση και ανώτερη αστικής τάξη της περιοχής. Για τους μεροκαματιάρηδες των αποβάθρων και του εργοστασίου οι πόρτες είναι αμπαρωμένες, περισσότερο από την ίδια τους την απέχθεια προς τους θαμώνες και το φευγαλέο κόσμο που αυτοί εκπροσωπούν, παρά από την απειλή του ηλικιωμένου Ίλας, διακοσμητικού πορτιέρη του χανιού. Εύκολα λοιπόν η κενοδοξία και ψωροπερηφάνια που γεννάται από την αμάθεια των κατώτερων στρωμάτων προλαμβάνει πιθανές αναμίξεις, που μόνο άβολες θα ήτανε και για τα δύο αντιδραστήρια τμήματα. Τουλάχιστον αυτή είναι η άποψη των βαυκαλιζόμενων ντέκαντεντ φιλοσόφων. Αυτών που, συγκεντρωμένοι εβδομαδιαία στην απομονωμένη (δικαίωμα που αποσπούν με το αζημίωτο από τον ιδιοκτήτη κάθε μήνα) βόρεια αίθουσα του δευτέρου ορόφου του πανδοχείου, υπό τη μοναδική φωταγωγία του οπιοβραστήρα (αυτού του θαυμαστού μισού του ζεύγους καταλυτών της αντίδρασης μεταξύ των καλοζωισμένων τάξεων που αναφέρθηκαν-με το έτερο ήμισυ να είναι προφανώς το αειθαλές αλκοόλ), ορέγονται τα θέλγητρα των εναλλακτικών συνειδησιακών καταστάσεων οι οποίες ξεδιπλώνονται με μορφή λόγου πέρα της νοητικής πτυχής τους. Και αν το τίμημα της υπεροψίας πρέπει να πληρωθεί για την τέρψη τους, είναι ένα νόμισμα που φειδωλά κατέχουν οι ανεξαθλίωτοι.

Οι φτωχογειτονιές που γειτονεύουν με το εν λόγω οικοδομικό τετράγωνο προς ανατολάς, δέχονται μοιρολατρικά κάθε απόγευμα τον όγκο του σκιώδους πέπλου που εκτινάσσει το πανδοχείο της οδού Σίντε· μια πηχτή σκοτεινιά η οποία σταδιακά καταβροχθίζει τις αυλές με τα μαγκάλια, τις αλάνες (που μόνο η πλέον αμόλυντη παιδική σκέψη θα αποκαλέσει αλλά και θα χρησιμοποιήσει ως παιχνιδότοπους), έως και το μνημείο του Σιωπηλού Βιβλιοθηκάριου, στο κέντρο της πλατείας Κατάνυξης. Το μνημείο αυτό απεικόνιζε κάποτε τον μοναδικό ένοικο της έπαυλης, η οποία προσέφερε αργότερα το δρυοστόλιστο λίθινο σώμα της στον πρώτο ιδιοκτήτη του πανδοχείου για εμπορική χρήση. Το όνομά του, όπως και τα χαρακτηριστικά της μορφής του, έχουνε προ πολλού τεμαχιστεί και σκορπιστεί σαν κονίαμα στα θεμέλια του παρόντος επιπέδου της περιοχής, ηθελημένα λησμονημένα θα έλεγε ένας άχρονος μελετητής, Ο περίγυρος του μνημείου είναι πλέον το θέατρο των νυχτερινών συνάξεων των περίοικων, οι οποίοι -έρποντας θαρρείς- ξεμυτίζουν από τις σανιδένιες κατοικίες μετά το φτωχικό δείπνο, για να συγκεντρωθούν κατανυκτικά, και τις αφέγγαρες νύχτες να ξορκίσουν με φλεγόμενα κλαδιά ιτιάς το σκότος που γεννοβολάει το σερνάμενο δειλινό.

Οι πρωινές στάχτες λιγομίλητα θα ανταποκριθούν σε κάθε επιτυχημένη προσπάθεια επικοινωνίας, με δέος ίσως αποκαλύψουν τους ψιθύρους που άβουλα απορρόφησαν, για τη μυθιστορία του πέτρινου γίγαντα της οδού Σίντε. Θα υπονοήσουν πως το δεύτερο πάτωμα είναι αφύσικα υπερυψωμένο σε σχέση με το πρώτο, πως αν κάποιος κοιτάξει τη βόρεια όψη του πανδοχείου όταν ο ήλιος βρίσκεται στο απώτερο σημείο του καταναγκαστικού περιπάτου του, θα εντοπίσει περιγράμματα παραθύρων αχρηστευμένων με τούβλα. Σαν κάποτε ανάσες να έπαιρνε από αυτά μια κρυμμένη πλέον σάλα. Κάποιες καταβεβλημένες στάχτες, μέχρι πρότινος γηραιά δέντρα, ίσως μοιραστούν νεαρές μνήμες περί νεκρώσιμων φωτισμών από τα εν λόγω σφραγισμένα ανοίγματα, σπανίως δε, θα αναφερθεί οσμή μύρου και αποσύνθεσης να συνοδεύουν οχλαγωγίες ανυπόφορες. Μα για τον ήχο της άμαξας στο πλακόστρωτο σταυροδρόμι της οδού Σίντε με τη λεωφόρο Γκεστάλτ, για τα απόκοσμα κουδουνίσματα της καθώς κατεβαίνει τη λεωφόρο από το λόφο όπου δεσπόζει ο ναός της Αγίας Σκέπης, δε θα μιλούσε η τέφρα ποτέ.

ΙΙ: Τυμβωρυχία

Κατά τους προύχοντες της πολεοδομίας, ο κεντρικός αυτός ναός ταυτίζεται με το γεωγραφικό κέντρο της πόλης. Μα για τους ασυμβίβαστους διανοητές που φλερτάρουν καθεβραδίς με το ευγενέστερο σύντροφο του αψεντιού, ο ναός αποτελεί την έναρξη του ομφάλιου λώρου τους. Κι αυτό καθ’ ότι από εκεί ξεκινάει με την εμφάνιση του Αποσπερίτη η κατάβαση της συνθλιπτικής στον πλούτο της διακόσμησής της, τρίιππης άμαξας του κυρίου Μέλλικενς. Κατηφορίζει την λεωφόρο Γκεστάλτ παράλληλα με την χρωματική παρακμή του ουράνιου θόλου στις μελανότερες και πλέον μυστηριακές κλίμακες του φάσματος. Ο Μέλλικενς είναι ένας κύριος, του οποίου η τοποθεσία κατοικίας παραδόξως αγνοείται από κάθε συνδιαλεγόμενο μαζί του ή μη, αφήνοντας τη μεθυσμένη δεισιδαιμονία να τοποθετεί το σπίτι σε φαντασμαγορικές κρύπτες της παντεπόπτριας εκκλησίας. Θα έλεγε λοιπόν ένας αστικοκοινωνικός ανατόμος, πως ο ομφάλιος λώρος των ναρκολάγνων με κάποια οικονομική στάθμη στην πόλη, εκτείνεται από το προαύλιο του Ναού της Αγίας Σκέπης, έως το πανδοχείο της οδού Σίντε, υλοποιημένος ως ένα ιππήλατο μέσο μεταφοράς.

Η άμαξα αυτή, κληροδοτημένη από μητέρα σε γιο για τουλάχιστον οχτώ γενιές -σύμφωνα πάντα με τα εξαιρετικής σπανιότητας λογύδρια του Καρόλου Μέλλικενς, εκκολαπτόμενα όταν το εμπόρευμά του κονιορτοποιεί τα τείχη νηφαλιότητας που μελετημένα υψώνει εντός του από την εποχή που τον θυμάται η πόλη-, φέρει ακέραιους τους μώλωπες της αιωνοβιότητάς της, τουλάχιστον στα μάτια ενός προσεκτικού παρατηρητή. Ο περαστικός αργόσχολος θα τη βρει ευκόλως κακόγουστη και θα αποστρέψει το βλέμμα χάριν φινέτσας – όχι χωρίς δικαιολογία, καθώς η απαράμιλλη ποσότητα περιηγητικών ενθυμίων κάθε μορφής που σκεπάζει το εξώτερο κουβούκλιο του τετράθυρου μέσου, καθιστά το υπερφίαλο ροκοκό ασκητική τέχνη εν συγκρίσει, μα καμουφλάρει εξαίσια τη φθορά που επέσυρε η αποφράδα επίθεση των χρονικών δακτύλων επί του κλειστού οχήματος.

Δύσκολα όμως η πραγματικά αισθησιακή προσωπικότητα δε θα δελεαστεί από τον χείμαρρο εμπειριών που υπόσχεται ο ετερόκλητος τροχοφόρος καμβάς. Η αντάξια ενός Ιερώνυμου Μπος απεικόνιση δείπνου σε εγκάρσια τομή κορμού αγριελιάς, που κάποτε σκίαζε τους φρουρούς του μαντείου της Δωδώνης, σκιάζει τώρα πλήθος αμυχών και βαθουλωμάτων με τα οποία φιλοδωρήθηκε η πρόσθια αριστερή πόρτα της άμαξας κατά την -θρυλική σε συγκεκριμένους κύκλους κακόφημων επαγγελματιών, ανυπόστατη στους κύκλους των καθώς πρέπει πολυδιαβασμένων ιστορικών- καταδίωξή της επί της ουγγρικής Αλυσιδωτής Γέφυρας, από ένα ασαφές στίφος Ρομά και Λουθηρανών κραδαίνοντων προγονικά οστά. Μια συστοιχία μπρούτζινων καδενών φαντάζουν ενθύμια νυχτερινών επιδρομών σε ποικιλόθρησκα νεκροταφεία, λάβαρα βεβηλωτών που αντιμετωπίζουν το πύρινο μένος των πιστών με βλάσφημη αγαλλίαση. Ακόμη και τώρα στην Κρακοβία, αν ψάξει κανείς ανάμεσα στα πλέον ηλικιωμένα και διαποτισμένα με τις τοπικές παραδόσεις άτομα, θα διαπιστώσει μια άμεση ανησυχία των ακροατών απέναντι στο νυχτερινό ήχο περαστικής άμαξας, ένα, υπερβαίνοντα το στοιχειώδες, αμπάρωμα των οικιακών εισόδων. Και αληθινά, αν τύχει και συμπέσει ο ήχος με ομιχλώδες αύρες -γεννήματα του Βιστούλα σε περίπτυξη με ρουσάλκες θυγατέρες του-, τότε η πλησιέστερη εκκλησία είναι πέραν του βέβαιου πως θα στελεχωθεί από ηλικιωμένους οικιακούς φυγάδες.

Επιστρέφοντας στην περιγραφή του διάκοσμου, η δέσμη των καδενών είναι αυτή που έντεχνα κρύβει τα μαυρισμένα αποτυπώματα της, σεβούμενης τη λογική, οργής στη μπορντούρα του στεγάστρου. Παρομοίως ανάγεται, μέσω του τυχάρπαστου και μη πλούτου της, η οικογενειακή άμαξα των Μέλλικενς, σε αφάνταστα πλούσια περίληψη των ανά την Ευρώπη αστικών δεισιδαιμονιών. Η σχέση βέβαια ανάμεσα στην υπενθύμιση και την αιτία των αμφιλεγόμενων γεγονότων αυτών, ποτέ δεν μελετήθηκε διεξοδικά από αρμόδιες διάνοιες, ίσως γιατί μια πλήρης ημερών ανθρώπινη πορεία αδυνατεί να βρει τα ψήγματα των υφασμένων σε αιώνες νημάτων σύνδεσης. Κι έτσι συνεχίζουν όχημα και οδηγός να ιπποπλοούν στα κύματα του χρόνου, έχοντας τιθασεύσει τις περιπλανητικές ορμές ο ένας του άλλου.

Εδώ το 2ο μέρος

The Death of Balder

balder-death

(«The Death of Balder» is an unpublished short story of mine, written circa 2009, being a take on the well-known Norse myth. I translated it in English some 2 years ago.)

Three shapes are gliding through the night, under the tower’s shadow marching. Subtle to the eye of the beholder, three shadows, like pilgrims of a forgotten darkness deity. Three women, standing still for a moment, drawing down the moon, off of its watchtower, that silver pulpit on the starlit sky. One of them shrouds it in a black sheet, the second one sews it inside with silver thread, the last one sprinkles it with golden mead, laying it in a dreamless sleep. Thence they plead the one eyed stars, with the power that is theirs from the dawn of time, to avert their gaze from the world for this night of all nights.

-No light will taint this hour’s purity, uttered the first shape.

On they proceeded, through the arched entrance. Unbarred had it been left, all latches had been cast away, though there was no lock in the whole world which could keep them at bay. Towards the queen’s chamber they crawled, betwixt the sleeping servants. The oaken door opened willingly under their eye. The palace lady had fallen into an exhausted slumber, following her long labour. They moved past her, past the treating plate which for them had been prepared, past the hearth erstwhile cold. They circled the newborn’s cradle.

-The first light that will shine on him will be nothing less than the sun’s first ray, recited Skuld. On its brilliance he will shine, most radiant of all, the sun will be his chariot.

-His first sip is the tear of the sleeping moon, muttered Verdandi lowering on her gnarled finger a drop to the half opened lips of the blond infant. With its knowledge he becomes wisest of all, one eyed and hanged like his father, but whole nevertheless. The runes are under his will.

-His death was decided afore his birth, pronounced Urd unbinding a knot. The humblest of creation will be the herald, the deceitful Fire will be the wielder, all of creation but one shall mourn him.

-His name is Balder, they uttered, all three as one, and were gone as Frigg arose, as the sun touched for the first time the newborn god.

The shadow chased him again. The shadow with the voice of crackling wood. He run through Odin’s frozen court, gloomy in its desolation. Though fast his feet did carry him, the shadow always approached. A postern appeared before him, where none existed before. Dimly carved on the door was a wolf – chained; a snake – coiled around the world. The middle part was dominated by the first treachery of the gods.

He pressed mightily upon the splendid wood, and it succumbed to him. Beside it Yggdrassil was revealed, the tree uprooted, Wrathfully smoldered. The runes lay broken among the roots, Enviously destroyed. The Sun and Moon vanished, Gluttonously devoured. The earth’s gold, blackened and defiled, Greedily rendered useless. Compassion and Mercy dead, Arrogantly lacerated. The crops rotten, Slothfully abandoned. The sacred ordinance of hospitality devoid of meaning, Lustfully raped.

A glare burned his eyes, and blinded was Balder. Moments before becoming lost in nothingness, he faintly smelled of mistletoe. Alas, the memory did not accompany his waking self.

He was safe at last. His mother, queen of the gods, agitated by his dream more than he ever was, had walked upon the whole of creation, claiming vows from every being, plant and animal, ore and mineral, from every force of nature, that none of them will ever come to harm the youngest and the wisest of immortals. The divine hodgepodge was entertaining itself, trying with every weapon imaginable to wound Balder. Laughing was he as swords inflected, arrows broke upon his body. Thor, though mighty Mjollnir was he wielding, was unable of even coming into contact with the most beloved of the gods. Gungnir, the unwavering spear of Odin, faltered, inches before his son’s heart, weary of its fruitless exertion to break the oath. The oath that steel had sworn to the one eyed god’s wife. Balder burst with joy and calmness. The Sun, his chariot, was powerfully shining.

balder-death-painting

A flickering of thought, not even a reminder

Up to the surface was it trying to rise

Alas! Fate’s net was tightly strapped around him

‘Cause what is woven in the Norns’ loom can’t be changed

Nor by mortal, nor by beast, neither by gods almighty

And thus did Loki from Frigg learn with deceit

That all the beings of the world, all elements more so

With vows terrible had she leashed upon her brow

So as no harm to come to him who was spawned of her loins

All pieces of creation did vow, besides the humble mistletoe

So unseeming to a goddess tall, beneath her notice was it,

That she considered harmless, small enough,

To not embrace with promise given

Behold! Loki in his guise of truth,

The fiery mantle shining, slithering,

Commands a gimlet branch of this forgotten herb

And full of cunning does he strike to bore

A fatal hole through Odin’s son, so helpless.

At once is lifted Fate’s veil

And galloping returns the smell to Balder’s mind

Of this discarded plant, his woe, his doom.

Late is the hour for him now,

Useless his wisdom, his excellence

To Destiny’s iron will he must succumb,

Admit that even gods are upon it chained.

Thus died Balder, youngest, wisest and fairest, the most beloved in Asgard whole. He passed away due to Loki’s wrathful envy, due to his mother’s haughtiness. And thus ascended the decline of Aesir, they passed from glory’s summer to their destiny’s autumn. Swift-footed was their twilight, approaching, burning darkly.

The wolf Fenrir shatters the chain that holds him in check, the chain for which did Tyr consider justified to sacrifice his own hand. The Wolf is unleashed, rattling the world with his steps. He mates with a hag, a giantess, and with the rabid brood of this union he marches against the gods from the West. His mouth ajar, dripping blood, the upper jaw touches the sky, the lower scratches the earth.

Garm, the guardian of Hel’s gates, emits a manic howling from the bowels of the earth, a signal to the unglorified dead to follow him to battle.

The giant Hrym, chief among the unburied souls, sails with the Ship of Night from the East, a ravenous shield his banner. His guide and navigator is the Great Serpent of Midgard, eternal enemy of the world.

Surt, lord of the distant South, unsheathes his sword of Flame. Leading the armies of the giants north, burning his way through. At the sound of his steps rocks crumble, fields are salted, mortals drop to dust, leaving behind shades as silent witnesses.

From the north weighs anchor Lord Loki, the Great Traitor and Lord of Lies, on his ship made of nails of the dead. So terrible its visage, that the sea splits in fear before it, the earth opens up in terror underneath it, the skies are ripped apart in horror of its flagitious being.

And the gods did do battle, and the giants, and the honoured dead led by the Valkyries in their last fight. And the plain of Vigridr did flood with ichor and black blood, but also with heroics and incomparable abnegation, the stuff that the grandest tales are born of. And the dead were beyond count, so numerous that Hel’s halls, unable to host them all, did shatter, letting the sun’s blessing on them for the first time. But they were lost, along with their mistress. And lost too was Thor, though manage did he to slay his nemesis, the Great Serpent of Midgard. And lost was Odin, first to fall beneath Fenrir’s jaws. And lost was Loki, broken under Heimdall’s blows.

Thus ended the time of Gods and the old world. In blood, fire and death.

(The death of Balder[Daudi Baldrs] is one of the crucial events of Norse mythology, the one that starts the chain reaction of Ragnarok[Twilight of the Gods]. Balder, son of Odin and Frigg, wisest and most beloved among the gods, associated with light and the Sun, begins seeing prophetic dreams about his death. His mother becomes worried as son as he relates them to her, and embarks on a journey through the world, in order to claim vows from every being, object and natural force, that nothing will harm her son. But she ignores the humble mistletoe. In order to celebrate her success, a gathering of the gods is called, where all of them try to wound the Sun god, using different weapons, to no avail. Loki, god of fire and mischief, brooding a deep hatred for the Aesir pantheon, disguises himself as an old crone, and speaking with Frigg he learns that no vow was claimed from mistletoe. Assuming his true form, he gives a branch of it to the weaponless blind god Hod, so that he could participate in the festivities. Thus, unwittingly, Hod kills Balder. The gods in their despair realise that Loki participated in the murder and they incarcerate him. He escapes and departs far away, to prepare for the war against them. From this moment on begins the decline of the gods, culminating in the final battle at Vigridr plain, which marks the end of their era and world)