A Thousand Plateaus – Τα πρώτα 500

rhizome

Μπορεί ο Κόναν να υποστήριζε πως “Crushing your enemies, see them driven before you and hear the lamentation of their women” είναι το καλύτερο στη ζωή, αλλά η απάντηση του προηγούμενου πολεμιστή στην επίμαχη σκηνή είναι αυτή που έχει όλο το επικό ζουμί: “The open steppe, fleet horse, falcons at your wrist, and the wind in your hair”. Εδώ και καμιά δεκαριά χρόνια τουλάχιστον κουβαλάω τον τίτλο ενός βιβλίου που πρέπει να γράψω κάποτε. Ο τίτλος είναι “Η Σφαίρα των Σλάβων”, η πρώτη σκηνή περιλαμβάνει ένα κάρο εν μέσω ενός απέραντου επίπεδου τοπίου, και στον πυρήνα του είναι -παρά τον τίτλο- οι Σκύθες και οι νομαδικοί λαοί των στεπών, ενώ κάπου υπάρχει και μια χρυσού χρώματος σφαίρα. Τόσο η στέπα (όσο και η τάιγκα της Σιβηρίας), είναι από τα γεωγραφικά μέρη που λειτουργούν πολύ δονητικά εντός μου, λόγω απομόνωσης/αραιής κατοίκησης, εξωτικού στοιχείου, αίσθησης ελευθερίας – δραστικά αντίθετα μορφολογικά από το αστικό τοπίο – καθώς και σαμανιστικής ψυχής.

Το “1000 Plateaus” είναι ένα βιβλίο που είχε αναπτύξει εντός μου μια πολύ μυθική σκεπτομορφή χωρίς να το έχω διαβάσει μέχρι τώρα. Γνωρίζοντας εμμέσως (και ελάχιστα άμεσα, μέσω του πολύ λίγου που έχω διαβάσει από τον “Αντι-Οιδίποδα”) και πολύ αδρά το που κινείται η σκέψη των Ντελέζ και Γκουαταρί, το 1000 Plateaus φάνταζε ως ένα γοητευτικό γριμόριο επίθεσης στην ενισχυμένη θωράκιση της σύγχρονης προσωπικότητας, στις αυστηρές κατηγορίες, και ωδής στην ανοιχτή στέπα, στις νομαδικές κινήσεις και τρόπο ζωής. Επίσης όμως και ως μια ακατάσχετη μάζα με πολλαπλά ελισσόμενα πλοκάμια, πάνω στην οποία στέκουν τα 1000 οροπέδια του τίτλου, κλειδωνιζόμενα και παρασυρόμενα μα συγχρόνως ικανά να κουβαλήσουν το κάρο και τον έφιππο γερακάρη καθώς αυτός ατενίζει από μακριά το καραβάνι με μια ματιά αποστασιοποιημένου ενδιαφέροντος αλλά και συνετής απόστασης. Τουλάχιστον έτσι ήθελα να μοιάζει, και μέχρι στιγμής η μάζα του προσαρμόζεται στις φιάλες αυτές.

Το είχα ξεκινήσει άλλη μια φορά πριν δυο χρόνια, αλλά το πρώτο κεφάλαιο με είχε ζορίσει, με αποτέλεσμα να το ξαναβάλω στο ράφι. Φέτος, με την ευκαιρία της κυκλοφορίας της ελληνικής έκδοσης έγινε ένα μικρό σούσουρο στο facebook λόγω της επιλογής του όρου πλατώματα στον τίτλο, και σκανδαλίστηκα. Όταν δε, βρήκα και μια προτεινόμενη εναρκτήρια σειρά ανάγνωσης κεφαλαίων για πιο ομαλό μπάσιμο από σχόλιο κάποιου φίλου, αποφάσισα πως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Η ανάγνωση έχει πλέον καλύψει τα μισά κεφάλαια (7) του βιβλίου, και οπότε ήρθε η ώρα για έναν πρώτο απολογισμό του καθενός. Η σειρά που ακολουθώ στα κεφάλαια έχει να κάνει με το προαναφερθέν σχόλιο (που πρότεινε τα 12->1->10 για αρχή) και μια ακόμη λίστα στο reddit, καθώς και την παρέμβαση των affects που διέπουν το assemblage «Εγώ-και-το-βιβλίο».

Δυο λόγια λοιπόν για κάθε κεφάλαιο (καθαρά το πρώτο απόσταγμα που μου αφήσανε, χωρίς βλέψη για κάποια στομφώδη γνώμη), των οποίων προηγείται μια (ή και παραπάνω) εικόνα που πιστεύω πως πιάνει τη σκεπτομορφή που έχω για το καθένα κεφάλαιο.

Κεφάλαιο 12: Treatise on Nomadology – The War Machine

Εικόνα: Όσοι έχετε διαβάσει (έστω και το πρώτο βιβλίο) Malazan θα θυμάστε ένα τεράστιο κάρο με αλυσοδεμένους νεκρούς και μη πάνω του, το οποίο όλο σύμπλεγμα βρισκόταν μέσα στο σπαθί του Anomander Rake. Κάπως έτσι φαντάζομαι τη War Machine, αλλά χωρίς τις αλυσίδες, μια seething mass στις στέπες της Ασίας.

Ιδανικό ξεκίνημα με ένα αρκετά εύκολο στην παρακολούθηση κεφάλαιο-μαμούθ (το ένα από τα δυο πραγματικά μεγάλα). Ωδή στο νομαδισμό, τις ροές, την απεδαφικοποίηση, την αλληλεπίδραση μεταξύ άκαμπτων και μη εξουσιαστικών δομών και της νύχτας που ελοχεύει έξω από αυτές – μια νύχτα ευμετάβλητη, η οποία με νύχια και δόντια στέκει απέναντι στην οργανωτική εξουσία. Τα χαρακτηριστικά της πολεμικής μηχανής (προδοσία, πτήση, ταχύτητα, ελαφρότητα, μυστικότητα) προβάλλονται ως δικλείδα ασφαλείας απέναντι στη συσσώρευση εξουσίας, η δε πολεμική μηχανή ως πρωτίστως δημιουργική (που διαβρώνεται όμως όταν φτάνει να έχει τον πόλεμο ως σκοπό). Επίσης οι Πόλεις στου Λόφους είναι πολεμικές μηχανές, βεβαίως.

Κεφάλαιο 1: Introduction: Rhizome

Εικόνα: Όταν ψάχνεις για τους μεγαλύτερους οργανισμούς στη γη, ανακαλύπτεις για τεράστια δίκτυα από μύκητες που εξαπλώνονται για χιλιόμετρα κάτω από τη γη, δίχως κεντρική ρίζα.

Κάτι γενικότερα για τη γραφή του βιβλίου: έχω την αίσθηση πως οι πολλές επαναλήψεις εννοιών και κάποια από τα ενδιάμεσα δυσνόητα εδάφια του βιβλίου λειτουργούν εκτός των άλλων και ως κονίαμα για τη διαισθητική κατανόηση των εννοιών και της ατμόσφαιρας του βιβλίου. Εδώ έχουμε μια δυσκολούτσικη εισαγωγή που με είχε αποθαρρύνει κάποτε. Λοιπόν, το ρίζωμα εξαπλώνεται σαν παραφυάδες και κληματσίδες χωρίς κεντρικές ρίζες, σαν τεράστια πλοκάμια μεδουσών χωρίς κορμό, σαν παλίμψηστο χωρίς βάση, δίχως αρχή ή τέλος, σαν ένας ιδεατός χρόνος χωρίς γενεαλογία. Το ρίζωμα είναι που παράγει το ασυνείδητο, κι όχι ένας τρόπος-μοντέλο ερμηνείας αυτού [του ασυνειδήτου]. Το ρίζωμα είναι όμως μια πολύ ωραία εικόνα για την αναπαράσταση ροών, των τρόπων σύνθεσης και αποσύνθεσης, και πάνω από όλα για τις γενεαλογίες, ένα κουβάρι που συνεχώς ανακινείται και σπαρταράει χωρίς να έχει νόημα να αναζητούμε την πηγή του (μιας και αυτές είναι λεγεώνα).

Κεφάλαιο 2: 1914: One or Several Wolves?

Εικόνα: Αγέλη λύκων, ο καθένας ουρλιάζει με διαφορετικό κάλεσμα στο φεγγάρι, έξω από το παράθυρο του παιδιού-ταυτότητα, λιμπιζόμενος το κομμάτιασμα του παιδιού, του δωματίου και του σπιτιού.

Η συνύπαρξη διάφορων πλασμάτων το άθροισμα των οποίων προσπαθεί να θεωρηθεί η αποκρυσταλλωμένη ταυτότητα του εγώ. Ο Φρόιντ και η ψυχανάλυση γαντζώνονται με νύχια και δόντια από την ταυτότητα, από το συμπαγές εγώ του ατόμου, και αυτό προσπαθούν να συντηρήσουν. Αυτό το μικρό κεφάλαιο είναι ουσιαστικά μια υπέροχη κριτική στην ψυχανάλυση και στην ατομική συμπαγή και ακίνητη σύγχρονη ταυτότητα.

Κεφάλαιο 10. 1730: Becoming-Intense, Becoming-Animal, Becoming-Imperceptible…

Εικόνα: Ο sorcerer (όχι ο μάγος) στέκεται ποζάροντας με τις κλειδώσεις του σε γωνίες φορώντας ένα σαμανικό καφτάνι και υψώνοντας το χέρι ενάντια στους ουρανούς, με την παλάμη σε ορθή γωνία σε σχέση με το κάτω μέρος του καρπού .

Το δεύτερο κεφάλαιο-μαμούθ, και ίσως το πιο απολαυστικό μέχρι στιγμής. Ξεκινώντας από τους στρουκτουραλιστικούς τρόπους ταξινόμησης της Φυσικής Ιστορίας, περιπλανιέται ανάμεσά τους για να τους απορρίψει. Το becoming παρουσιάζεται ως μια αυθύπαρκτη δυνατότητα ύπαρξης, ξέχωρη από το being, ένα συνεχόμενο στροβίλισμα μέσα σε assemblages (υπεροργανισμοί, σύνολα οργανισμών, άσχετα με βιολογικές κατατάξεις, μονάχα με αλληλεπιδράσεις – για παράδειγμα, όπως είχε γράψει ο Bateson ο τυφλός άνθρωπος με το μπαστούνι του είναι ένα assemblage. Το ίδιο και ο Κόναν με τον τροχό του μύλου που γυρίζει – όπως σωστά μου επισημάνθηκε).

Εδώ υπάρχει ενότητα Memories of a Sorcerer, αυτό και μόνο μου αρκεί (η ακολουθία του μοτίβου των τίτλων του βιβλίων του Dumezil είναι εμφανής). Οι μεταμορφώσεις και τα becomings υμνούνται και πλαισιώνονται με αναφορές σε Lovecraft και Castaneda και τη Μαγεία. Αυθύπαρκτες ορδές ζώων, μετάθεση της συνείδησης (ή της οποιασδήποτε παραλλαγής της) εκτός του ορισμένου από εμάς ως οργανισμού. Εκεί που ο οργανισμός βασίζεται σε χαρακτηριστικά οι αγέλες και τα σμήνη βασίζονται στα affects και τις παρορμήσεις και τις αναβράζουσες δυναμικές. Η μαγεία, ως περιθωριακή δύναμη είναι ενάντια στο κράτος, ενάντια στην εξουσία, ενάντια στα ιδρύματα. Οι μάγοι ακολουθούνε παράλογους συνειρμούς και αναλογίες. Οι συγγραφείς, και με τα 1000 στόματά τους αναφωνούν: “Of course there are werewolves and vampires, we say this with all our heart.”

Υπάρχει και ένα απόσπασμα που ουσιαστικά δείχνει προς το μεγάλο Έργο του Αποκρυφισμού, την ένωση και διάλυση μέσα στο Godhead: “To be present at the dawn of the world. Such is the link between imperceptibility, indiscernibility, and impersonality—the three virtues. To reduce oneself to an abstract line, a trait, in order to find one’s zone of indiscernibility with other traits, and in this way enter the haecceity and impersonality of the creator. One is then like grass: one has made the world, everybody/everything, into a becoming, because one has made a necessarily communicating world, because one has suppressed in oneself everything that prevents us from slipping between things and growing in the midst of things. One has combined «everything» (le «tout»): the indefinite article, the infinitive-becoming, and the proper name to which one is reduced. Saturate, eliminate, put everything in.”

Στο τέλος αναφέρεται στην ανάγκη κατεύθυνσης προς τη θρυμμάτιση της πλειοψηφικής ταυτότητας (λευκός-άνδρας-άνθρωπος-ενήλικας-κτλ) ως απεδαφικοποιητική αρχή για την ανάδυση των μειοψηφικών ταυτοτήτων και των becomings αυτών – γιατί προς τις κυρίαρχες, πλειοψηφικές δεν υπάρχουν becomings.

Κεφάλαιο 14. 1440: The Smooth and the Striated

Εικόνα: Ο αργαλειός που υφαίνει έναν υφασμάτινο χάρτη πάνω στον οποίο ξεφυτρώνει μια πόλη στις μασχάλες της οποίας αναπτύσσονται θύλακες τσόχας και αστικομαγικών ρευμάτων που ακολουθούν τα περιστέρια, οι κατσαρίδες και τα πνεύματα του αστικού πεδίου.

Το υφαντό στον αργαλειό που πλέκεται οριζοντιοκάθετα είναι ένας καμβάς που μετατρέπεται σε χάρτη, έναν χάρτη φορέα πολιτισμού απέναντι στα συμπιεσμένα συσσωματώματα των κετσέδων, τον χάρτη των νομάδων δηλαδή, εκεί που η οργάνωση είναι οργανική και δίχως αρχή και τέλος παρά μόνο με αναδύσεις και περιφέρειες. Πιο κάτω υπάρχει μια ευπρόσδεκτη αναφορά στην εργασία και την ανάπαυση (ως υπάρχουσα μόνο μέσω της αντιπαραβολής με την εργασία), καθώς και σχολιασμός του εργασιακού χρόνου. Μια ουροβορική αύρα απλώνεται, καθώς μέσα στα τελείως χαρακωμένα (territorialized) πλέγματα της πόλης βρίσκονται χαοτικές απεδαφικοποιήσεις – υποσχέσεις για μια Megapolisomancy. Επίσης υπάρχουν αρκετά θεωρητικά μαθηματικά και μουσικά εδάφια, τα οποία έχω αφήσει τα μεν δεύτερα για μετέπειτα στιγμή, τα δε πρώτα για πάντα.

Κεφάλαιο 9. 1933: Micropolitics and Segmentarity

Εικόνα: Μαύρες τρύπες μέσα από τις οποίες κοιτάνε τα μάτια των θεών. Πίσω από το βλέμμα τους οι μικροφασισμοί που κυλάνε μέσα στην κοινωνία σαν το μαύρο λάδι των X-Files.

Το ότι οι κατηγοριοποιήσεις και τα αυστηρά δοχεία είναι κάτι που διαπερνά το βιβλίο από άκρη σε άκρη είναι λίγο πολύ κατανοητό μετά από πέντε κεφάλαια. Εδώ όμως αφιερώνεται ολόκληρος τίτλος κεφαλαίου στην τμηματοποίηση. Μια μελέτη του φασισμού και ανάδειξη της τμηματοποιημένης φύσης του: ο φασισμός είναι οι μικροφασισμοί. Κι ενώ μέχρι τώρα η ακαμψία και η δομημένη φόρμα ήταν ο εχθρός και η πλάνη, εδώ πληροφορούμαστε πως οι μικροφασισμοί ανθίζουν και εξαπλώνονται και μέσα από ροές, κρύβονται μέσα στις μη ευκρινείς πτυχές και ριζώνουν στα άτομα. Τέλος, οι τέσσερις κίνδυνοι στην αναζήτηση για το Ιερό Δισκοπότηρο.

Κεφάλαιο 3. 10,000 B.C.: The Geology of Morals (Who Does the Earth Think It Is?)

Εικόνα: Ο αστακός της χαρακτηριστικής εικόνας του κεφαλαίου.

Αυτό ήταν το πρώτο πολύ ζόρικο κεφάλαιο. Οι αρκετές αρχικές σελίδες του βουτάνε σε μια παράθεση γεωλογίας και (μη-)προσπάθειας εξήγησης των χαρακτηριστικών των stratas, με μια ζαλιστική μετάβαση μεταξύ μιας φανταστικής διάλεξης και κειμένων το υποκείμενο των οποίων είναι τα χίλια πρόσωπα των συγγραφέων. Ειδικά οι διπλές αρθρώσεις (εξ ου και ο αστακός με τις δαγκάνες με τα δυο στελέχη στη φωτό του κεφαλαίου) ήταν μαρτύριο. Από τα μισά όμως κι έπειτα το υλικό ξάφνου αποκτά εξαιρετικό ενδιαφέρον και ευκολία παρακολούθησης λόγω μετάβασης σε γλωσσολογικά θέματα και πιο απτή άρθρωση. Έχει στο τέλος και μια πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα, το Plane of Consistency, το οποίο όπως το αντιλαμβάνομαι είναι σαν αυτό που φαντάζομαι πως μοιάζει ο κόσμος αν δε διαμεσολαβείται από καμία αίσθηση, μετά-αποκαλυπτικό τοπίο χωρίς χρώματα ή ήχους ή τίποτα, παρά μόνο saturated contrasted μορφές.


Μέχρι τα επόμενα επτά κεφάλαια, ας ρίξουμε όλοι μια ματιά στην entry του Living Wall στο Monstrous Manual.

livingwall

Advertisements