Dead of Night (1945)

Dead of Night - the mirror

Μια σπονδυλωτή ταινία, 4 ιστορίες που κινούνται από το φαιδρά αστείο (ο φασματικός γκόλφερ) έως το ανησυχητικά απειλητικό (καθρέφτης, και κούκλα εγγαστρίμυθου), με μια ζοφερή ατμόσφαιρα η οποία χτίζεται σταδιακά, πατώντας σε κλισέ που τότε δεν ήταν κλισέ. Ακόμη και η υποτιθέμενη θαλπωρή και ασφάλεια του σαλονιού, του φουαγιέ γείωσης ανάμεσα στις διηγήσεις, καταρρέει σιγά σιγά. Οι ακροατές νιώθουν τη διαχωριστική αυλαία μεταξύ θεατή και παράστασης να εξανεμίζεται. 

Η υφέρπουσα ονειρική εσάνς ατσαλώνεται από την πρώτη ακόμη διήγηση: Η παθιασμένη εξάρτηση όλων μας με τη μέτρηση και τον έλεγχο του χρόνου, και πόσο μπορεί να σε αρρωστήσει το να χάσεις την αίσθηση της ώρας. Το να στρέφεις αλλού το βλέμμα για μια στιγμή κι εκεί που νομίζεις πως έχουν περάσει στιγμές να συναντάς καλπάζοντες ωροδείκτες. Για το σύγχρονο άνθρωπο το να ξέρει που βρίσκεται χρονικά είναι ένα βαρύ ψυχολογικό αποκούμπι. Δε μπορείς να κοντρολάρεις την τέταρτη διάσταση, αλλά τουλάχιστον μπορείς να τσεκάρεις που βρίσκεσαι ανά πάσα στιγμή πάνω στον άξονά της. Πέτα στα σκουπίδια αυτή τη σιγουριά, σκηνοθέτη-δημιουργέ (βασικά ήταν 4, ένας για κάθε ιστορία), και δες αμέσως πως καλπάζει επί του θεατή η θεία-Μόρα. Συν μια νεκροφόρα να σου γαργαλάει αναίσθητα τα θανατολάγνα κύτταρα, να εμφανίζεται από το πουθενά και να σου γνέφει με μαύρο μαντήλι και βέλο στο πρόσωπο, σαν το απολειφάδι του εφιάλτη που είδες πρόσφατα.

Δε θα προβώ σε περαιτέρω spoilers, απλά να πω για το τέλος με αυτά τα υπερφωτισμένα εκ της μίας όψεως πρόσωπα, που αφορίζουν και επιθυμούν ταυτόχρονα τον πρωταγωνιστή, πως πιθανότατα στοίχειωσε τα όνειρα του νεαρού τότε Herk Harvey (Carnival of Souls). Πρωτοποριακό.

Advertisements

The Dragonphoenix Chronicles: Indomitable

ADAMASTOS-OFFICIAL-POSTER

Χτες αξιώθηκα επιτέλους να δω τον Αδάμαστο (Τα χρονικά του Δρακοφοίνικα), στα πλαίσια του SFF-Rated Athens festival. Για άγνωστους πλέον λόγους είχα χάσει την avant-premiere το Σεπτέμβρη, και από τότε, παρόλο που η ταινία προβλήθηκε για μικρό διάστημα σε διάφορες αίθουσες, δεν πήρα την πρωτοβουλία να την παρακολουθήσω. Ευτυχώς ξεκουνήθηκα εν τέλει, και κατάφερα να δω την πρώτη “ουσιαστική” ελληνική ταινία ηρωικής φαντασίας (το Γιαγκόναν μόνο ως γραφική παρωδία μπορεί να εκτιμηθεί) σε μεγάλη οθόνη.

Πάμε να δούμε πρώτα τα αρνητικά σημεία. Οι ερμηνείες είναι ως επί τω πλείστον ερασιτεχνικές, αναδεικνύοντας το αυθόρμητο του εγχειρήματος. Η ελληνική γλώσσα, όπως έχω αναφέρει πολλάκις δεν ταιριάζει στην ηρωική φαντασία (στη μορφή που έχει καθιερωθεί εδώ και έναν αιώνα σχεδόν, δεν αντιλέγω πως τα 2 τεράστια Ομηρικά αριστουργήματα είναι κολοφώνες του είδους), ιδιαίτερα αν έχεις ασχοληθεί εκτεταμένα με την παγκόσμια παραγωγή, και έχεις καλουπωθεί με αυτόν τον τρόπο από την αγγλική. Είναι σημεία στην ταινία που γελάς χαιρέκακα με τις εξελληνισμένες ατάκες. Το σενάριο έχει κάποια ασαφή σημεία (για παράδειγμα ήμουν σχεδόν σίγουρος στο πρώτο μισό της ταινίας πως το χωριό του πρωταγωνιστή ήταν εκτός του αυτοκρατορικού χάρτη, ή έστω αρκετά μακριά από το πεδίο δράσης), και ειδικά για τον αμύητο (όπως είμαι εγώ) στα κόμικ του Ρουμπούλια μπορεί να δημιουργήσει απορίες.

Όλα αυτά όμως είναι δευτερεύουσας σημασίας. Η ταινία σπέρνει, δημιουργώντας ρίγη ευχαρίστησης στον θεατή. Πρώτο και κύριο πλεονέκτημα για μένα είναι η απόφαση να περιοριστούν σε μη αστικά τοπία, εκμεταλλευόμενοι πλήρως την ελληνική ύπαιθρο. Με αυτόν τον τρόπο ξεπεράστηκε ο σκόπελος του “πως-να-φτιάξουμε-την-πόλη; εμπρός-για-full-computer-rendered-graphics”. Αντί να μας φλομώσουν με CGI, οι δημιουργοί προτίμησαν τις χιονισμένες βουνοπλαγιές, τα αστείρευτα δάση, τα δασύτριχα pastures. Και τα κατάφεραν διάνα, με μπροστάρη μια κάμερα, η οποία φαίνεται πως έχει μαθητεύσει στο πως να περνά το επικό συναίσθημα, με απόμακρα περιστροφικά πλάνα, με όσο πρέπει κράτημα του αγναντεύματος. Θερίζει ανατριχίλες και ιαχές. Το κοσκίνισμα σε down to basics στοιχεία αποτελεί γενναία αναφορά στα βασικά επικά στοιχεία· φωτιά-πάγος-γη-δέντρο. Εκεί που ο πρώτος Κόναν έσπειρε, ο Αδάμαστος δρέπει.

Στα του ήχου έχουμε έναν συνθέτη ο οποίος πίνει πολύτιμους λίθους στο όνομα του τεράστιου Βασίλη Πολυδούρη. Πολλές φορές έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται αν αυτό που τώρα παίζει είναι διασκευή του Theology/Civilisation ή του Orphans of Doom. Αλλά η ομοιότητα όχι μόνο δε με χάλασε, αλλά με χαροποίησε ιδιαίτερα, γιατί κακά τα ψέμματα,  μετά την ακρόαση του soundtrack της Μεγάλης ταινίας γίνομαι αηδιαστικό φανμπόη, θέλω ανθούς να φυτρώνουν από το ίχνος του Μεγάλου. Ιδιαίτερα στο συνδυασμό πλάνων και μουσικής, ο Αδάμαστος τα πήγε περίφημα, προκαλώντας δάκρυα.

dragonlance-meeting

Κι ερχόμαστε στην αλληλεπίδραση συγκεκριμένων χαρακτήρων, στο δέσιμο αυτής της αρμάδας μισθοφόρων με το ατιθάσευτο πνεύμα του Ντράγκαρ αλλά και με το θεατή. Θυμάται κανείς εκείνο τον πίνακα του Elmore, το Fellowship of the Lance; Αυτό το τελείως φανταστικό, αλλά τόσο δυνατό στο δικό μου υποσυνείδητο, έργο τέχνης. Εκεί που η comraderie γίνεται η σημαία της δεμένης παρέας πολεμιστών, εκεί που η φωτιά πυρώνει τα ακροδάχτυλα των awaiting-the-battle adventurers. Εκεί που καλώς δε ντράπηκαν οι συντελεστές της ταινίας να μπολιάσουν την αφήγηση με αδρό a cappella sing-along ταβερνιάρικο ύμνο (ο οποίος συγκινεί υπέρ το δέον – λύκοι του βορρά, κτλ). Ο σκηνοθέτης πρέπει να είναι μεγάλος old school rpg-ας, δεν παίζει. Δε γίνεται αλλιώς να αναπτύσσονται μέσα σου κατά την πορεία της ταινίας (για την οποία διάβασα ότι είναι μεγάλη σε διάρκεια – γελάω μόνο) τέτοια αδελφικά αισθήματα και πηγαία συμπάθεια για μέλη της ομάδας τα οποία δεν είπαν ούτε μια άμετρη κουβέντα στην ταινία. Τι κι αν ήταν σχεδόν κλοπή από Κόναν/13ο Πολεμιστή η σκηνή πριν την επίθεση των βαρβάρων; Με ζύμωσε όπως έπρεπε. Ο Falco ήταν πρωταγωνιστής στα χνάρια των έξυπνων ηρώων της μυθολογίας, αντιστάθμισε την καφρίλα του Ντράγκαρ όπως του έπρεπε. Επίσης, σιγά μη δε σταθώ στο τελικό τέρας, το οποίο ΕΥΤΥΧΩΣ ήταν αγνή πλαστελίνη, ευτυχώς είχε τόσο παλιακή σχεδίαση, και πέτυχε το στόχο του απόλυτα. Να αναφέρω και τα σκίτσα στους τίτλους τέλους, που με έκαναν να θέλω να ξαναδιαβάσω forgotten realms campaigns μου, να θέλω να ξαναπεράσω ένα χέρι την “Art of Dragonlance”.

Ο Αδάμαστος είναι ταινιάρα από τις λίγες για όσους έχουμε μεγαλώσει με Κόναν, με αισθητική δεύτερης έκδοσης Ad&d, με Fafhrd και Grey Mouser, με τα λοιπά αριστουργήματα της sword&sorcery. Φεύγοντας από την αίθουσα, ενώ αναζητούσα στυλό για να βαθμολογήσω την ταινία, το παιδί που μου το έδωσε μου λέει μη βάλεις μόνο βαθμό, γράψε έκθεση μπας και ελεηθούν και βγάλουν 2ο μέρος. Συμφωνώ απόλυτα, συνυπογράφω τη δήλωση, κι ελπίζω πως σε κανένα χρόνο θα έχουμε το επόμενο μέρος.

Carnival of Souls (1962)

costitle

Ανατέλλον σωτήριο έτος 1962, με το ύψιστο “Carnival of Souls” του Herk Harvey, ένα μνημείο (και) εξπρεσιονιστικής τέχνης, το οποίο έχει – έτσι απλά – στιγματίσει, μεταξύ άλλων το 80’s darkwave κίνημα, μέσω της αισθητικής του. Από τα στασίδια της ασφυκτικής εκκλησίας, στην εγκαταλελειμμένη αποθήκη και το αποκρουστικό καρουζέλ, στους αναδυόμενους από τα νερά εφιάλτες και στο γνώριμο τρόπο του διαμερίσματος, το Carnival of Souls είναι από τις πιο τρομακτικές ταινίες όλων των εποχών.

 Ακολουθούν Spoilers:

 Εδώ έχουμε μια από τις εμφανίσεις του μοτίβου “νεκρή-που-δεν-το-ξέρει πρωταγωνίστρια”, το οποίο έχει ξεζουμιστεί για τα καλά από τότε. Που βρίσκεται ο τρόμος; Στην αριστουργηματική ασπρόμαυρη φωτογραφία – τέτοια χρήση σκιάς θέλω να βλέπω, αδρή και μελετημένη συνάμα, να κουλουριάζεται στο κατώφλι του οπτικού σου πεδίου. Στις ανήθικες συγχορδίες του εκκλησιαστικού οργάνου που ασελγούν επί του χώρου, και βεβηλώνουν το ναό. Άλλωστε τι πιο βλάσφημο από μια ανεπιτήδευτα κακοπροαίρετη μελωδία σε έναν καθαγιασμένο μέρος, ιδιαίτερα όταν παίζεται από μια μουσικό που εκτελεί το επάγγελμα καθαρά βιοποριστικά, δίχως θρησκευτικό αίσθημα; Στους ανελέητους δερβισισμούς της κάμερας όταν η πραγματικότητα γίνεται ασαφής, οι οποίοι κλείνουν το μάτι στη βωβή εποχή. Αλλά πάνω και πέρα απ’ όλα στον ίλιγγο της πρωταγωνίστριας όταν υποσυνείδητα αρχίζει να μυρίζεται πως ο περίγυρός της είναι ένα κέλυφος που έχει δημιουργήσει γύρω της η προσφάτως απολεσθείσα θνητότητά της. Με άλλα λόγια, στη σπηλαιώδη απελπισία της όταν υποπτεύεται πως κάτι δεν πάει καλά, όταν αργότερα αντιλαμβάνεται πως ότι αντικρίζει εδώ και μία εβδομάδα είναι τα τελευταία τηλεγραφήματα που ανταλλάζει με τον κόσμο των ζωντανών.

Carnival

 Η Candace Hilligoss, όταν ξεπερνά την αρχική κυνικότητά της, αρχίζει να εντοπίζει λάθη στην καθημερινότητά, ανθρώπους που την αγνοούν επιδεικτικά, χρονικά παράδοξα, και τη μυρωδιά μιας τεράστιας προσωπικής wasteland πίσω από τον καμβά του περιβάλλοντος κόσμου. Μυσταγωγικό κατά βάση, δίχως ελπίδα, χτίζει μια αποκαλυπτική ατμόσφαιρα χωρίς να βασίζεται σε ιδιαίτερα εφέ. Πάρε και τον ανατριχιαστικό χορό με τους αποτρόπαια (με την καλή έννοια) μακιγιαρισμένους νεκρούς (;), μια σκηνή που κατ’ εμέ είναι η κορωνίδα της ταινίας. Ο David Lynch και ο George Romero, θεωρούν το Carnival of Souls μεγάλη επιρροή, και μια ματιά στο έργο τους είναι ικανή να το επιβεβαιώσει (ιδιαιτέρως του Lynch). Αρκετά άγνωστη, ακόμη και σήμερα, αυτή η ΤΑΙΝΙΑΡΑ πατάει κάτω το 90%(και βάλε) των horror films.

http://www.imdb.com/title/tt0055830/

The Innocents (1961)

the-innocents

Το “Στρίψιμο της Βίδας” είναι από τα πιο ύπουλα βιβλία τρόμου. Ύπουλο γιατί σε ταΐζει με στιγμές (μεταφορικά) ηλιόλουστης μακαριότητας όσον αφορά την προσωπικότητα των δύο παιδιών, χώνοντας παράλληλα σφήνες υπονοούμενων χυδαιοτήτων στη συμπεριφορά τους. Και κλιμακώνει αρκετά περίεργα, με μακαβριότητα καμουφλαρισμένη σε ηθελημένα ασαφές νόημα. Η πρώτη μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη, το “The Innocents” του 1961 από τον Jack Clayton, πιάνει με άριστο τρόπο (τηρουμένων των κινηματογραφικών αναλογιών) το μοχθηρό πνεύμα του βιβλίου. Ασπρόμαυρο, εναλλαγή θρησκευτικών σχεδόν (όσον αφορά τη μυστικιστική φωτεινότητα – θυμάστε εκείνα τα παλιά χριστιανικά παιδικά βιβλία με τις ασφυκτικά καθωσπρεπικής τεχνοτροπίας απεικονίσεις της οικογένειας; κάπως έτσι είναι και οι ιλαρές στιγμές της ταινίας) σκηνών με βαρβάτο γοτθικό ντουμάνιασμα.

Innocents The 1961 movie pic

Τα 2 παιδάκια απεικονίζουν εξαιρετικά τους αντίστοιχους χαρακτήρες του βιβλίου, έχοντας καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας προσωπεία χερουβικής αγαλλίασης, με το φάσμα της διαστροφής να κρέμεται από πάνω τους, πάντα φευγαλέο. Οι εμφανίσεις των δύο -χμμμ- φαντασμάτων(;) είναι υπέρ το δέον λειτουργικές και ατμοσφαιρικές, με απουσία ανάλαφρης διακοσμητικής διάθεσης. Από τη μία η ανατριχίλα στο παράθυρο που λέγεται Peter Quint, δίχως περιττά φτιασιδώματα να είναι το πρόσωπο της διαφθοράς της ίδιας (ο Πονηρός που λέγαμε και παλιά, και όσο φαιδρή και να ακούγεται η λέξη, η παρουσία του τσιμπάει επώδυνα το συνειδητό υπογάστριο του θεατή). Από την άλλη η δις Jessel, μια απομακρυσμένη φιγούρα, δίχως εμφανή χαρακτηριστικά, που κάλλιστα θα μπορούσε να υπάρχει σε ένα προραφαηλιτικό πίνακα ιδωμένο μέσα από λαβκραφτικό πρίσμα. Εδώ το στήσιμο της θα θυμίσει και Ιαπωνικό τρόμο όσον αφορά την ασάφεια, τη λιτότητα της μορφής, την ακαμψία εν τέλει. Κερασάκι στην τούρτα της σαστιμάρας ο εκκλησιασμός των παιδιών, η όλη πορεία έως εκεί όπου σκάνε επιβεβαιωτικά ψήγματα της πραγματικής φύσης τους, αλλά και η ελαφρά δυσανασχέτηση ως προς το άγιο μέρος (πολύ απαλή, καμία σχέση με την αντίδραση του Damien για παράδειγμα, στο πρώτο Omen). Το Innocents είναι τρόμος πάνω απ’ όλα γιατί παίζει με την παιδική αθωότητα, την ξεφλουδίζει σιγά σιγά, και δείχνει στο τέλος πόσο παραφυσική είναι η διάβρωσή της. Σα να βλέπεις μωρά να σου ψιθυρίζουν εδάφια του Μαλντορόρ λίγο πριν κοιμηθείς ένα πράγμα.

http://www.imdb.com/title/tt0055018/