Βιβλία που διάβασα το 2017

Λογοτεχνικά

Gateways to Abomination (Matthew M. Bartlett, 2014)

Ανθολογία με πολύ μικρής έκτασης και χαλαρά συνδεόμενα μεταξύ τους διηγήματα τρόμου, τα οποία αναδύουν παρακμή (δυστυχώς) αλλά και παράδοξο (ευτυχώς). Δομικά συγγενές των Παγανιστικών, έστω κι αν είναι πιο αστικό και δυστοπικό θεματολογικά. Εδώ γράφω περισσότερα.

————————————————————————————————————————–

Ghosts And Ruins (Ben Catmull, 2013)

Κάπως έτσι φαντάζομαι μια εικονογραφημένη εκδοχή των Παγανιστικών. Βιβλίο για να κάθεσαι και να χαζεύεις σελίδες με τις ώρες. Αγνό setting, πινελιές ιμπερσιονισμού, ελάχιστο στόρι – προσωπική αδυναμία. Σαν να βουτάς μέσα σε ένα horror sandbox.

————————————————————————————————————————–

The Last Wish (Andrzej Sapkowski, 1993)

Το πρώτο βιβλίο του Witcher είναι μια συλλογή διηγημάτων που μπολιάζει το κλασικό fantasy με φιλοσοφικές ανησυχίες (ειδικά στο θέμα της πολιτισμικής σύγκρουσης) και σλάβικο φολκλόρ. Ευκολοδιάβαστο, σαγηνευτικό, μια ιδανική πτυχή της φανταστικής λογοτεχνίας. Εδώ γράφω περισσότερα.

————————————————————————————————————————–

The Man Who Collected Machen and Other Weird Tales (Mark Samuels, 2011 https://www.goodreads.com/review/show/1903149660)

Μεταμοντέρνος τρόμος και Άρθουρ Μάχεν είναι τα στοιχεία που συνθέτουν το αγαπημένο μου βιβλίο για αυτή τη χρονιά. Με μια γραφή στρωτή και συνάμα λυρική, που δε σε κουράζει. Όπως θα έπρεπε να είναι ο τρόμος των αρχών του 20ου αιώνα στις αρχές του 21ου.

————————————————————————————————————————–

The Secret History of Twin Peaks (Mark Frost, 2016)

Φέτος ήταν μια twin Peaks χρονιά και το ντοσιέ του Mark Frost ήταν αναπόφευκτο ανάγνωσμα. X-Files-ίζουσα αισθητική με ότι καλό και κακό αυτό συνεπάγεται (συνωμοσιολογία, εξωγήινοι, δουλεμένη μυθολογία), ενώ λύνονται αρκετές απορίες και στρώνεται η πλοκή των δύο πρώτων σεζόν.

————————————————————————————————————————–

The Wide, Carnivorous Sky and Other Monstrous Geographies (John Langan, 2013)

Καταπληκτικός τίτλος μιας καλής συλλογής διηγημάτων (και) μεταμοντέρνου τρόμου, η οποία μπαίνει στη λίστα λόγω δύο καταπληκτικών ιστοριών: του Technicolor (ένα πλέξιμο της βιογραφίας του Πόε με μια οκάλτ εναλλακτική ιστορία) και του Mother of Stone (σπουδή στο πως πρέπει να γράφεται ένα απλωτό διήγημα τρόμου, από τα καλύτερα πράγματα που έχω διαβάσει). Εδώ γράφω περισσότερα.

————————————————————————————————————————–

Μπόρχες, Άπαντα τα πεζά Ι (Jorge Luis Borges, 2014)

Πρώτη επαφή με Μπόρχες μετά το Βιβλίο των Φανταστικών Όντων – εμπειρία ζωής. Ακόμη δεν έχω κάτσει να σταχειολογίσω πλήρως το υλικό για γράψιμο εκτενούς παρουσίασης. Πάντως οι ιδέες που παρουσιάζονται στην πρώτη κιόλας ανάγνωση απαιτούν σημειωματάριο δίπλα για σημείωσή τους.


Η σκιά στο σπίτι (Κωνσταντίνος Κέλλης, 2016)

Το ελληνικό gothic είναι εδώ και είναι όμορφο, ατμοσφαιρικά τρομακτικό, και άκρως ευανάγνωστο. Μια σκιώδης ματιά στην εξοχή της βορείου Ελλάδας, με καλά δουλεμένη ιστορία και χαρακτήρες, και όλα τα φόντα του best-seller. Εδώ γράφω περισσότερα.



Μη λογοτεχνικά

Circles of Power: Ritual Magic in the Western Tradition (John Michael Greer, 1997)

Ίσως η καλύτερη αναλυτική πρακτική εισαγωγή στην δυτική μαγεία, μαζί με το Modern Magick του Craig – ισορροπεί τέλεια ανάμεσα στο ευανάγνωστο και το ουσιαστικό. Προτιμήστε την πρόσφατη δεύτερη έκδοση, μιας και διορθώνει πολλά λάθη όσον αφορά την εβραϊκή γραφή.

————————————————————————————————————————–

Dreamtime: Concerning the Boundary Between Wilderness and Civilization (Hans Peter Duerr, 1985)

Πολεμική ενάντια στο ρασιοναλισμό. Παγκόσμιο στο φάσμα του, το έργο του Duerr έχει εμμονή με το δίπολο Civilization-Wilderness και με ένθερμη γλώσσα νοσταλγεί διαφορετικά συνειδησιακά φάσματα. Πολύ καλά τεκμηριωμένο (σημειώσεις και βιβλιογραφία καλύπτουν μεγαλύτερη έκταση από το κυρίως κείμενο), στρατευμένο και δίχως διαθέσεις αντικειμενικού.

————————————————————————————————————————–

Mysteries of the Dreamtime: The Supernatural Life of the Australian Aborigine (James Cowan, 1993)

Πολεμική ενάντια στο δυτικό πολιτισμό. Απαραίτητο ανάγνωσμα για όσους γοητεύονται από τους Αυστραλούς ιθαγενείς και τον για χιλιετίες απαράλλαχτο πολιτισμό τους. Πολύ καλό γράψιμο σχετικά με τη σημασία και την ιεροποίηση του χώρου/περιβάλλοντος για τους νομάδες αυτούς, φυσικά στρατευμένο και αυτό.

————————————————————————————————————————–

Soul Hunters: Hunting, Animism, and Personhood among the Siberian Yukaghirs (Rane Willerslev, 2007)

Συμμετοχική ανθρωπολογία από τον Δανό Rane Willerslev που έζησε με τους Yukaghirs για 3 χρόνια. Καταπληκτική εκ των έσω παρουσίαση των ανιμιστικών ψηφίδων τους, με αρκετή ανάλυση περί του φαινομένου της μεταμόρφωσης και του κοινωνικού συστήματος ελέγχου της συσσώρευσης πλεονάσματος που έχουν οι Σιβηριανοί.

————————————————————————————————————————–

The Varieties of Magical Experience: Indigenous, Medieval, and Modern Magic (Lynne Hume, Nevill Drury, 2013)

Παραφράζοντας τον τίτλο του κλασσικού The Varieties of Religious Experience, αυτό εδώ καταπιάνεται με την Μαγική Εμπειρία (από ψυχολογική, συνειδησιακή, και πολλές άλλες σκοπιές) ανά την ιστορία, δίχως διάθεση χλεύης ή επιστημονικής αποστειρωμένης ματιάς. Συν τοις άλλοις πολύ πλούσια βιβλιογραφία.

Advertisements

2017 – Top 25 albums

Places 11-25 are ordered alphabetically. Skip below for the top 10. Top EPs & Demos here.


Places 11-25 (Alphabetically ordered)

Arckanum – Den Förstfödde

Shamaatae’s swansong is a strange beast with quite unconventional song structures – several seem like weird elongated intros or snapshots from a paranoid film. Yet, that’s the magic of this album – it offers something different, yet remaining throughout an Arckanum album. An excellent farewell.

———————————————————————————————————————————-

Attic – Sanctimonious

It sounds like Kind Diamond, vocally, musically and lyrically. To be exact it sounds like good King Diamond – and the few blasting parts they incorporate work just fine. Anything that sounds like good King Diamond is bound to end up in my list.

———————————————————————————————————————————-

Cradle Of Filth – Cryptoriana – The Seductiveness Of Decay

I grew up with Cradle Of Filth, I loved Cradle up to Midian, and with Cryptoriana they pulled me back in their wagon. Yes it’s a safe album steeped in nostalgia for the first four albums, but that is what I ask from 2017 Dani. The fact that it contains one of the best songs of their career (The Night At Catafalque Manor) is just the icing on the cake. [Full review in Greek here]

———————————————————————————————————————————-

De Magia Veterum – Naked Swords Into The Wombs Of The Enemy

Maurice is one of the most hyper-productive members of the scene, and De Magia Veterum is his best project for 2017. In Naked Swords lie 30 minutes of hyper-tense black metal with a mesmerizing and completely personal guitar sound. The atmosphere of extreme damnation.

———————————————————————————————————————————-

Divine Element – Thaurachs Of Borsu

Contemporary epic death metal is a term that automatically repels me. Divine Element somehow manage to become the exception to this, with their spontaneous feeling that combines technical and highly interesting guitars with a bombastic element. The album even winks to Basil Poledouris, what is not to love? [Full review in Greek here]

———————————————————————————————————————————-

Fleurety – The White Death

18 years after Min Tid Skal Komme Fleurety returned with a bizarre, seemingly disjointed album – yet somehow the result is very very good. A partial return to the black metal sound of yore, a song-writing skill that hasn’t been blunted by time, this is almost educational, in a dynamic way. [Full review in Greek here]

———————————————————————————————————————————-

Horisont – About Time

Amazing hard rock, a tour-de-force of the ‘70s with a slightly radio friendly attitude and a huge ability of writing timeless hymns like “Electrical” and the self-titled. This is the stuff that used to fill arena stadiums. The bastard child of Scorpions, Uriah Heep, Rainbow, and a host of others.

———————————————————————————————————————————-

Jordablod – Upon my Cremation Pyre

Somehow this reminded me of old Enslaved jamming with Hawkwind. It definitely has a strong aura of improvisation that brings Vikinglir into mind. A quite exotic nordic listen that flows almost seamlessly – the overall duration could be a bit shortened, but that’s why future discography exists.

———————————————————————————————————————————-

Krallice – Go Be Forgotten

I am not a big fan of Krallice. Still, their second 2017 album just clicked. Maybe due to the B&W cover, maybe due to the non-abstract title, mainly due to the absence of sophistication. This is Krallice’s best work, a tight black metal album which does not scoff at its genre – and it shiones because of it.

———————————————————————————————————————————-

Malokarpatan – Nordkarpatenland

Pagan rituals in Slovakian countryside, filtered through an ‘80s proto extreme metal lens. Malokarpatan improved hugely since the debut, and here they present us with speed metal/first wave of black metal anthems. All this under an amazing cover art. [Full review in Greek here]

———————————————————————————————————————————-

One Master – Lycanthropic Burrowing

Extreme, oh so extreme black metal, flirting with noise structures, dominated by a mania that is lycanthropic indeed. Black metal at its most ferocious which thankfully never forgets the riffs in favour of abstract destruction. Music to howl to the moon.

———————————————————————————————————————————-

Profundum – Come, Holy Death

This is how storming through cloudways and angel flesh sounds like – you can’t get smoother than that. This is the distillation of atmospheric black metal and celestial wings, a canvas on which to float eternally. The compositions are not the main focus (though they are pretty good) here; it is the sound that steals the lightning.

———————————————————————————————————————————-

Satyricon – Deep Calleth Upon Deep

Another band that returned after many many years with an album worthy of their past. I stopped listening to Satyricon after Volcano, and this is their first album since then that I listened to more than once – many times to be precise. Finally they got the song-writing right and they managed to successfully mix present with past.

———————————————————————————————————————————-

Wrathblade – God of the Deep Unleashed

Rough-around-the-edges, barbaric epic metal. Where Lunar Shadow are the Nobles in this list, Wrathblade are the Savages. Galloping riffs (there’s been done some great work at the guitar department), unpolished vocals which call to battle, Brocas Helm and Slough Feg by their side.

———————————————————————————————————————————-

Yellow Eyes – Immersion Trench Reverie

I have a soft spot for these New Yorkers though their previous album was something of a letdown. Thankfully, Yellow Eyes are back with a blizzard of intelligent traditional black metal with a heart of dark folk. Alpine New York, that’s how you sound. [Full review in Greek here]



The Top 10

10. Lunar Shadow – Far From Light

This is the epic metal of the year. Lyricism, history, amazing-amazing guitars which bring to mind epic power metal’s golden era. This is overflowing with epic and romantic emotion, and brings back to mind my early Blind Guardian listens back in the ‘90s, along with AD&D modules reading. [Full review in Greek here]


9. Chelsea Wolfe – Hiss Spun

This is the sonicalization of neuroses into voices both ethereal and full of terror, into waves of metallic noise; a bleak, black landscape in which you can immerse yourself, and let it embrace you like an uterus. This is the sound of impending doom. [Full review in Greek here]


8. Evilfeast – Elegies of the Stellar Wind

There was a time that black metal was only snow, night, forests and stars, as far as I was concerned. This is Evilfeast’s black metal, and I couldn’t be happier listening to it. This is atmospheric black metal as it should be, returning me to this younger state of spirit.


7. Resurgency – No Worlds… nor Gods Beyond

The brutal death metal album of the year as far as I am concerned. Coming out of nowhere, this riff-fest of an album worships Morbid Angel and Deicide, managing to stir completely clear of any filler compositions.


6. Urarv – Aurum

Aldrahn returns once more with a new project, this one dressed in spectacular vestments, treading many music fields, from black metal to avant-garde. His voice, as voluptuous as always, here sings, moans, growls, whistles, and reconfirms that Aldrahnian Norwegian is a pure addiction of a language.


5. Locust Leaves – A Subtler Kind Of Light

A Subtler Kind Of Light is a cryptic creation deeply rooted and devoted to heavy metal, yet an enemy of metal’s rigidity. Here lies everything from black/thrash to Watchtower-like prog. The album reeks of angles and hidden nooks, which turn it into a plateau whose complete exploration requires devotion. [Full review in Greek here]


4. Necromante – The Magickal Presence of Occult Forces

These Brazilians drank deep from the Sarcofago and Necromantia wellsprings, creating an album that writhes with ritualistic volcanic energy. Combined with the delicious vocal mis-pronunciation of English, this is a homage to very early black metal. Music to lift your fist in the face of god.


3. Acrimonious – Eleven Dragons

Eleven Dragons rearranges the chips of extreme metal in familiar yet Highly imaginative patterns. It allows an emotional immersion within it, without raising any pretentiousness walls, engulfing and easily freezing the listener’s blood. This is what apex 2017 black metal sounds like. [Full review in Greek here]


2. Black Cilice – Banished from Time

This is spectral lo-fi music, the closer thing to spirit whispers and haunted passages. This is the furthest one can get from humanity. It feels like wandering in medieval dungeons and upon the paths of the deceased, outside time. Les Legions Noires would be proud.


1. Wolves In The Throne Room – Thrice Woven

Thrice Woven made me experience again this magickal feeling that overwhelmed me when in days long past I listened to albums such as Emperor’s In The Nightside Eclipse: it bade me strap on my headphones and go out in the dark autumn night to gaze at the firmament. Black metal at its most majestic. [Full review in Greek here]

Αλπικός χριστουγεννιάτικος παγανισμός – Η θεά Πέρχτα

frau holle.jpg

Στους απομονωμένους οικισμούς της κεντρικής Ευρώπης (και δη των Άλπεων) οι νύχτες του χειμώνα είναι τεράστιες (ειδικά σε αυτούς με βορεινό προσανατολισμό που ενδέχεται να μη βλέπουν ήλιο για μήνες) και οι θεότητες τρομερές. Οι άνθρωποι κουρνιάζουν μέσα στα σπίτια τους γύρω από τρεμάμενες εστίες, οι άνεμοι απ’ έξω σκούζουν σαν τα άλογα του Άγριου Κυνηγιού, και οι οικιακές σκιασμένες γωνιές είναι γεμάτες με το υπερφυσικό. Τα μωρά στοιβάζονται κάτω από τις κούνιες τους μόλις εμφανιστεί η σκιά ενός γέρικου γυναικείου προσώπου στον τοίχο του δωματίου. Τα μαξιλάρια της Πέρχτα, παραφουσκωμένα με χιόνι, τινάζονται καθ όλη την διάρκεια της εορταστικής χριστουγεννιάτικης περιόδου, στολίζοντας τις οξείες, ρινόμορφες σκεπές. Εδώ η λατρεία του λευκού Χριστού έχει πολύ περιφερειακή συμμετοχή στους εορτασμούς του χειμερινού ηλιοστασίου.

Υπήρχε ένα επιτραπέζιο κάποτε με το όνομα «Η Χώρα του Παραμυθιού». Το ταμπλό του ήταν ένα απέραντο δάσος, μέσα στο οποίο στήνονταν φιγούρες ελάτων, κάτω από τις οποίες υπήρχαν διάφορα γεγονότα και αντικείμενα με παραμυθένια θεματολογία. Το ότι το παιχνίδι αυτό ήταν γερμανικό είναι αναμενόμενο για όποιον έχει μια κάποια επαφή με το φολκλόρ της κεντρικής Ευρώπης – τους περισσότερους από εμάς δηλαδή, μιας και η καταλογογράφηση των αδερφών Γκριμ έχει φροντίσει για αυτό. Το ότι οι αρχικές εκδοχές αυτών των ιστοριών ήταν αρκετά σκοτεινότερες και πιο ωμές από τις αποστειρωμένες βερσιόν των σύγχρονων παιδικών βιβλίων είναι γνωστό. Η ανίχνευση των λαϊκών μύθων που στοίχειωσαν και στοιχειώνουν αυτούς τους τόπους έχει ενδιαφέρον από πολλαπλές γωνίες – προφανώς και από τη σκοπιά της αρχαιολογίας μαι γενεαλογίας των παραμυθιών. Και θαρρώ πως δεν υπάρχει καταλληλότερη περίοδος για αυτήν από τη χριστουγεννιάτικη, γύρω από την οποία υπάρχει πλήθος υλικού, με δημοφιλέστερο μάλλον αυτό που αφορά τον Krampus. Εδώ θα καταπιαστώ με κάποια λιγότερο γνωστή φιγούρα.

Πριν από δύο με τρία χρόνια, όταν είχα πρωτοανακαλύψει την ανεξάντλητη δωρεάν δεξαμενή που λέγεται Sci-hub, ανάμεσα σε μυριάδες άλλα papers κατέβασα και ένα με τον τίτλο “The Winter Goddess: Percht, Holda and Related Figures” του Lotte Motz. Το συγκεκριμένο επιστημονικό κείμενο του 1984 έχει ως θέμα μια χειμερινή θεότητα της κεντρικής Ευρώπης η οποία ανιχνεύεται με διάφορα ονόματα στις γερμανόφωνες περιοχές των Άλπεων, της Νότιας Γερμανίας και της Βοημίας/Τσεχίας. Το paper αυτό, μαζί με τη σχετική ενότητα του πρώτου τόμου της μεταφρασμένης Τευτονικής Μυθολογίας του μεγαλύτερου εκ των αδερφών Γκριμ, είναι οι βασικές αγγλόγλωσσες πηγές για τη θεά και τα έθιμα που σχετίζονται με αυτή.

Η θεά Πέρχτα (Perchta) (όπως είναι το όνομά της στις Άλπεις) και οι παραλλαγές της εμφανίζονται κυρίως κατά το χειμώνα και ιδίως εντός της εορταστικής περιόδου, δηλαδή στις δύο εβδομάδες ανάμεσα στα Χριστούγεννα και τα Φώτα. Πρόκειται για μια θεά με νομαδική νοοτροπία, προερχόμενη εκτός του χώρου των οικισμών, η οποία είναι αυστηρή και απρόσκλητη επισκέπτρια στα χωριά. Τρυπώνει τα βράδια στα σοκάκια, κοιτάει από τα παράθυρα μέσα στα κοιμισμένα σπίτια, κυκλοφορεί με τον περίγυρό της στους επαρχιακούς δρόμους. Ακόμη και όταν η παράδοση την εγκαθιστά κάπου, το άντρο της είναι η σπηλιά και το πηγάδι – εκάστοτε στοιχειώνει πηγάδια τα μεσημέρια, φέρνοντας στο νου την σλαβική Poludnica από την οποία είναι εμπνευσμένα και τα noonwraiths του Witcher.

Η Πέρχτα είναι αυτή που προκαλεί το χιόνι τινάζοντας τα μαξιλάρια της πάνω από τον κόσμο – τα πούπουλα που δραπετεύουν είναι οι χιονονιφάδες. Πρόκειται για μια θεότητα με έντονο το στοιχείο των αντιθέσεων. Τα δυο πρόσωπα με τα οποία εμφανίζεται, ένα γηραιό – με μεγάλη μύτη, αποκρουστικό, και μονίμως οργισμένο – που παραπέμπει σε μάγισσα του παραμυθιού (ή η μάγισσα παραπέμπει σε αυτό) και ένα νεαρό, λαμπρό και όμορφο. Αυτή η Ιανική διπολική φύση αντικατοπτρίζεται και στη συμπεριφορά της, με το γηραιό, άσχημο πρόσωπο να είναι αυτό που τιμωρεί τους ανθρώπους και το φωτεινό νεανικό να είναι το πιο ευμενές, το οποίο συνδέεται και με τη γονιμότητα – γυναίκες που βρέχονταν στο πηγάδι της μπορούσαν να μείνουν έγκυες.

Όσον αφορά τη δραστηριότητά της, είναι κατά κύριο λόγο συνδεδεμένη με το γνέσιμο και την ύφανση, καθώς και την εποπτεία της συμπεριφοράς. Ελέγχει το κατά πόσο οι γυναίκες είναι τακτικές στον αργαλειό, κατά πόσο τιμούν την αργία των εορτών – απαγορεύεται να ασχοληθούν με τον αργαλειό κατά το δωδεκαήμερο – αλλά και το κατά πόσο οι άνθρωποι εφαρμόζουν τη νηστεία των ημερών. Σε όλες τις περιπτώσεις η τιμωρία της προς τους παραβάτες είναι παραδειγματική: τους ανοίγει τις κοιλιές, τις γεμίζει με χώμα, κλαδιά, άχυρα και πέτρες, κι έπειτα τις ράβει χρησιμοποιώντας ένα υνί για βελόνα και σιδερένια αλυσίδα για κλωστή. Πολλές φορές η δυσμένεια της στρέφεται προς όσα παιδιά είχαν ανήθικη συμπεριφορά, αλλά κάποιες φορές και προς τα μωρά, τα οποία θέλει να τραυματίσει, και για αυτό οι γονείς τα χώνουν κάτω από την κούνια τις νύχτες των γιορτών.

YTG8_066.jpg

Ο περίγυρος που συνοδεύει την Πέρχτα είναι όσο πολυποίκιλος και γκροτέσκος ταιριάζει σε μια απειλητική θεότητα των μεγαλύτερων νυχτών της χρονιάς. Περιλαμβάνει νεκρά, αβάπτιστα μωρά, κακομορφισμένους νάνους και τεχνίτες, καθώς και φρενήρεις γυναίκες που ακολουθούν την πορεία σαν μάγισσες σε συνάξεις δαιμόνων. Υπό αυτό το πρίσμα της ορδής (συνήθως νυχτερινής) η θεά θυμίζει τους θρύλους για το Άγριο Κυνήγι, αυτό το πολυσυλλεκτικό λεφούσι που καλπάζει στους Ευρωπαϊκούς ουρανούς – για κάποιες από τις αρτιότερες εμφανίσεις του στην ποπ κουλτούρα παραπέμπω στα Books of Magic κόμιξ, και στο εξώφυλλο του Blood Fire Deathτων Bathory. Με αυτόν τον περίγυρο συναντάται στους δρόμους εκτός του πολιτισμού και ζητά από τους διαβάτες να επισκευάσουν το άρμα της. Για πληρωμή τους δίνει κομμάτια ξύλου που όταν ιδωθούν την επόμενη μέρα στο χωριό έχουν μετατραπεί σε χρυσό. Η κουστωδία όμως απαντάται και εντός των χωριών (ή πάνω από αυτά), κατά τις νυχτερινές ώρες.

Τα έθιμα που συνδέονται με την Πέρχτα έχουν να κάνουν με λιτανειακές πορείες από μεταμφιεσμένα άτομα (συνήθως νεαρούς άντρες). Κυριαρχούν οι γκροτέσκες μάσκες ζώων και οι μάσκες της θεάς (τόσο αποκλειστικά μιας εκ των δύο εκφάνσεών της, όσο και διπρόσωπες), όλες με αποτροπαϊκή δράση. Οι πορείες χαρακτηρίζονται από οχλαγωγία, με χρήση κουδουνιών και μαστιγίων, και κυνήγι των περαστικών. Το βράδυ αφήνονται φαγητά σε καίρια σημεία του σπιτιού (κατώφλι, παράθυρα, μπροστά στην εστία, ακόμη και στις στέγες) για εξευμενισμό της θεάς.

Masopust_držíme_10.jpg

2017 – Top demos & EPs

The order is alphabetic.

Blooming Carrions – Sparkling Rotten Dreams (Demo)

Finnish death metal from beyond the grave, thick and sepulchral, with almost subsonic growling vocals and a hazy atmosphere. The subterranean guitar sound is an absolute win. Grotesque, pulsating music for Lovecraftian rituals, with a very matching cover art.

———————————————————————————————————————————

Chevalier – A Call to Arms (EP)

Epic speed metal holocaust steeped in the ‘80s. The guitars are just unable to stop their quicksilvery cascades, the choruses are akin to frenetic marches, and some Mercyful Fate occult vibes cross wands with pure Maiden galloping. One of the best classic metal releases of the year.

———————————————————————————————————————————

Cult Of Fire – Untitled (EP)

Apparently these Czechs are not in a hurry of releasing another full-length – they seem to have found their momentum in short EP releases. “Untitled” is their third one in 4 years and it continues an amazing streak of quality. Tightly packed black metal with beautiful leads and atmosphere that would not seem amiss in a mid ‘90s Norwegian album. Ten minutes of pure black satisfaction. Download for free from the band’s site here.

———————————————————————————————————————————

Daeva – Pulsing Dark Absorptions (EP)

For all those craving Aura Noir-ish black/thrash with a hint of debut-era Impaled Nazarene. The exceptional frontman follows up the Masters’ commands (even down to emphatic rasping and incessant repeating of syllables), the drumming is pure tight chaos, and the guitars snake through with coiled poison. The envy of losers they piss on.

———————————————————————————————————————————

Expulsion – Nightmare Future (EP)

All-star project done right. This gathering of death metal/grind exemplars manage to showcase in seven tracks spanning something less than 14 minutes how Repulsion-style extreme metal is done right. Special attention to the leads and the maniacal song structures.

———————————————————————————————————————————

False – Hunger (EP)

2015’s “Untitled” debut was a stellar release of dark and cryptic US black metal. Two years later False return with a short (8 minutes long) EP of stormy BM on the same wavelength. Early Dimmu Borgir with a higher density comes into mind, as well as a more serpentine version of debut-era Borknagar.

———————————————————————————————————————————

Gnipahålan – I Blodets Kamp (EP)

Ancient Records could not be absent from this list. Gnipahålan’s EP is (unsurprisingly) a homage to the snow-covered mystical forests of the ‘90s. 12 minutes of nostalgic, atmospheric black metal excellently executed. In here lies and burns bright the core of what drew me to black metal many years ago – nature worship, mythology and the not-human.

———————————————————————————————————————————

Katakomb – Chained To A Wolf (Demo)

That was probably the biggest surprise of this list. Weird, drape-covered black metal from Sweden, with an almost collage articulation logic, combining noise and atmospheric passages, as well as traditional riffs and folk moments. The highly intriguing growling vocals are oscillating beneath the surface, while the guitars build up ritual madness. The cover art (a painting by the Belgian symbolist Auguste Levêque) is amazing and fits nicely with the tape concept of the lay-out. My personal list favourite.

———————————————————————————————————————————

Skaphe – Untitled (EP)

The follow up to the excellent “Skáphe²” is a 22-minute EP which keeps treading on the desolate path opened by its predecessor. More cavernous wanderings from the American-come-Iceland group, which seems to be one of the few dissonant artists worth following nowadays. The cover-art is just the crown on top of this very delicious release.

———————————————————————————————————————————

Ungesehen – Unaussprechliches Entsetzen (Demo)

Instrumental records is not something usually associated with black metal. Yet these Germans’ first demo is a 45-minute vocal-less exploration of atmosphere. A rather courageous decision, which ends up emphasizing the natural aspect of the hauntingly beautiful soundscapes. Silent wanderings in cold inexpressible horror.

Knowledge & Conversation of the Holy Guardian Owls

Ο σημαντικότερος ίσως στόχος του οικοδομήματος της Δυτικής Μαγείας (τουλάχιστον για όσους από εμάς δεν τον έχουμε πετύχει ήδη) είναι η επιτυχημένη σύνδεση με την αξιοπερίεργη οντότητα Holy Guardian Angel μας, διαδικασία γνωστή ως Knowledge & Conversation of the Holy Guardian Angel. Ουσιαστικά μια επαφή με κάτι τελείως εκτός της συνείδησης: θεότητα, ανώτερος εαυτός, συμβουλάτορας υπάλληλος των Ακασσικών Αρχείων, μια έλλογη κύστη του γιουνγκιανού συλλογικού ασυνείδητου, η νοημοσύνη του υπέρ-οργανισμού του οποίου είμαστε κύτταρα, κουκουβάγιες, ή οτιδήποτε άλλο. Η οποία επαφή αυτή αλλάζει το μάγο ριζικά – ο Crowley θα έλεγε πως τον εναρμονίζει με το Πραγματικό Θέλημά του. Όχι μονάχα προνόμιο της δυτικής παράδοσης, η ρηξικέλευθη αυτή επαφή με μια διάνοια εκτός της συνείδησής, είναι λίγο πολύ στα θεμέλια κάθε μαγικής παράδοσης, από τον (δια των πνευμάτων) διαμελισμό και επανακατασκευή του σαμάνου ως τις μάχες υπέρβασης και κατακερματισμού του υπάρχοντος Εγώ στην ανατολή. Το τί γίνεται μετά την Συνομιλία, το πώς αλλάζει η μονάδα-μάγος, και κυρίως το πως κινείται και αλληλεπιδρά μέσα σε ένα κόσμο τον οποίο πλέον βιώνει διαφορετικά, είναι μια συνεχής πραγματική απορία μου, τουλάχιστον μέχρι να επιτύχω κι εγώ τη Γνώση και Συνομιλία.

Ξαναείδα τις τελευταίες εβδομάδες τις δύο παλιές σεζόν του Twin Peaks, έχοντας στο μυαλό μου ένα ποστ φίλου στο οποίο ανέφερε πως αυτό που κάνει τον Agent Cooper τόσο απολαυστικό και συμπαθή χαρακτήρα είναι το ότι πρόκειται για έναν ενήλικο που έχει αποκτήσει Σοφία, κι έπειτα, οπλισμένος με αυτή, έχει επανέλθει σε μια παιδική θέαση/θεώρηση του κόσμου (worldview – επίσης δεν υπάρχει καμία αρνητική χροιά στη λέξη «παιδική» εδώ). Οπλισμένος με τη σειρά μου με το πρίσμα του εν λόγω ποστ, συνειδητοποίησα, από τα αρχικά επεισόδια της πρώτης σεζόν ακόμη, πως ο αγαπητός Dale Cooper απεικονίζει θεσπέσια το πως μπορεί ένα ενήλικο άτομο να κυριαρχείται από τον παιδικό τρόπο αντίληψης και αντίδρασης – έναν κατεξοχήν μαγικό τρόπο, σίγουρα διάφορο του αμιγώς ορθολογιστικού – και συνάμα να μην φαντάζει γκροτέσκο ή αστείο, αλλά απλά αξιοζήλευτο.

Ο Cooper, πέρα από την εκπαίδευση και την έως τώρα εμπειρία του, εμπιστεύεται τα όνειρά του και τη μαντική τέχνη όσον αφορά την πορεία του τόσο εντός της ζωής όσο και των υποθέσεων που καλείται να εξιχνιάσει. Και αποκομίζει το όφελος αυτής της εμπιστοσύνης, καθώς η πραγματικότητα γύρω του ανταποκρίνεται, υπακούοντας στους οιωνούς και αλλοιώνοντας τους θεωρούμενους ως άθραυστους φυσικούς νόμους του κυρίαρχου παραδείγματος – όπως ακριβώς βλέπει τον κόσμο ένα παιδί, ειδικά στα νεότατα χρόνια του. Ο Cooper δείχνει μια παντελή έλλειψη κυνισμού, σαρκασμού και ειρωνείας, τούτων των τοξικότατων αποσκευών της ενήλικης ζωής. Ένας Cooper που βυθίζεται με όλο του το είναι στην απόλαυση μιας μηλόπιτας (δίχως να σνομπάρει τις φαινοτυπικές αντιδράσεις της απόλαυσής του) και εξωτερικεύει με σχεδόν απίθανη ειλικρίνεια τα συναισθήματά του. Κάτι το ιδιαιτέρως αναζωογονητικό εν μέσω ενός ίντερνετ που έχει τοτεμοποιήσει λατρευτικά το μηδενισμό, το σκεπτικισμό και την αποστασιοποίηση από τον αγνό ενθουσιασμό. Και το μαγικό στοιχείο με όλο αυτό είναι το προαναφερθέν: δε δείχνει γκροτέσκος, ή ηλίθιος, όπως είθισται να θεωρείται όποιο άτομο δε συμβαδίζει συμπεριφορικά με τον αποδεκτό για την ηλικία του τρόπο σκέψης (ειδικά αν ολισθαίνει προς τα πίσω στον ηλικιακό άξονα). Σε αυτό βοηθάει σίγουρα το γεγονός πως ο Cooper πατάει γερά τα πόδια του και στις δυο όψεις του κόσμου (μαγική και κυρίαρχη), και δεν ξεχνάει τις περισσότερες από τις κοινωνικές ή επαγγελματικές συμβάσεις, τουλάχιστον όταν πραγματικά αυτές χρειάζονται.

Μια παρατήρηση εδώ: αναγνωρίζω πως η ανοχή της συμπεριφοράς του Agent Cooper έχει σίγουρα να κάνει και με την προνομιούχα θέση του, ως πράκτορα του FBI και ως λευκού άνδρα. Ειδικά το πρώτο έχει μεγάλη βαρύτητα, τουλάχιστον εντός του law enforcement κύκλου στον οποίο κινείται κατά τη διάρκεια των ερευνών – έχει την εξουσία να προτείνει και να επιβάλλει τις ανορθόδοξες μεθόδους του (και φυσικά η δεκτικότητα τόσο του Deputy Hawk όσο και του Sheriff Truman ως προς το υπερφυσικό τον βοηθούν). Σε άλλη περίπτωση θα μπορούσε κάλλιστα να είχε καταλήξει σε ψυχιατρείο, ως αντικείμενο χλεύης, ή ως κάτι το ακίνδυνα αξιοπερίεργο, ένας τρελός του χωριού, μια Log Lady.

Εικάζω πως η κοσμοθεώρηση του Cooper και η εκπορεύουσα εξ αυτής συμπεριφορά είναι μια πολύ πιθανή εκδοχή του πώς μπορεί να είναι ένα άτομο μετά την Knowledge & Conversation of the Holy Guardian Angel. Επανάκτηση της μαγικής θεώρησης της παιδικής ηλικίας, ενισχυμένης με την εμπειρία και σοφία της έως τώρα πορείας, με αποτέλεσμα ένα κράμα που σχεδόν εκπέμπει φως κανονικό φως, σε φάση να σε ζεσταίνει και να σε φωτίζει λίγο. Μέσα από αυτή τη θεώρηση η μαγεία αρχίζει να λειτουργεί – οι οιωνοί του Cooper είναι ολόσωστοι και η μαντική τελετή πετυχαίνει θριαμβευτικά, το δαχτυλίδι του πράγματι εξαφανίζεται στην κατοχή του Γίγαντα έως τη στιγμή που πρέπει, κ.ο.κ. Και αυτό το κλικ του μαγικού διακόπτη δεν είναι ακριβώς θέμα πεισματικής πίστης, αλλά κυρίως ριζικής αλλαγής οπτικής, μια μετάβαση από ένα νοητικό «Πιστεύω ή δεν πιστεύω ή θα ήθελα να πιστεύω πως ο κόσμος λειτουργεί έτσι» σε ένα ολόσωμο και ολοπνεύματο «Ξέρω και πάντα ήξερα πως έτσι λειτουργούσε, έστω κι αν κάποτε ξέχασα για ένα διάστημα». Στο βιβλίο “The Re-enchantment of the World” ο Morris Berman καταλήγει στο προσωπικό συμπέρασμα πως κατά το Μεσαίωνα (ή γενικότερα προ Διαφωτισμού) όταν οι άνθρωποι έβλεπαν μάγισσες να πετάνε, το μόλυβδο να μετατρέπεται σε χρυσό, τα πνεύματα των δέντρων να μιλάνε, αυτά τα φαινόμενα όντως συνέβαιναν γιατί η μαγική κοσμοθεωρία έχει τα εργαλεία για να τα αντιληφθεί. Έτσι και η Knowledge & Conversation of the Holy Guardian Angel του σήμερα θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένας τρόπος επανάκτησης του τρόπου θέασης μιας άλλης οργάνωσης της πραγματικότητας.

Τέλος μια προβολή της πορείας του Cooper στην ανοδική πορεία του μάγου επί του Καβαλιστικού Δέντρου της Ζωής: Αν κατά την ανάβαση του Δέντρου η Knowledge & Conversation βρίσκεται στο Τίφαρεθ, το έκτο Σέφιροθ, και αν πρέπει να προηγηθεί αυτής η Dark Night of the Soul, τότε πολύ πιθανώς η Γνώση & Συνομιλία να έλαβε χώρα κάπου μετά τον τραυματισμό του Cooper από τον πρώην συνάδελφό του, Windom Earle, κάποια χρόνια πριν έρθει στο Twin Peaks. Από την άλλη, η ανάβαση στο Δέντρο δε σταματάει στο Τίφαρεθ. Η άβυσσος παρεμβάλλεται ανάμεσα στην «κάτω» επτάδα και την ανώτερη σεφιροθική τριάδα. Το Black Lodge κάλλιστα θα μπορούσε να είναι αυτή η άβυσσος, την οποία πρέπει να διασχίσει η οντότητα στην πορεία προς την ανώτερη τριάδα του Δέντρου. Και στα 25 χρόνια που παραμένει στην άβυσσο διασχίζοντάς την ο Dale Cooper, το κλιφοθικό του είδωλο αφήνει μαλλί και αποκτά ένα γούστο για τα δερμάτινα καθώς οργώνει τον απάνω κόσμο.

The Nacirema people

north_america_1797

The life of the Nacirema people of North America, a tribe with a surprisingly developed market economy, is characterized by rituals and practices that we would consider alien, barbarous, and even going contrary to the self-preservation instincts. The late anthropologist Horace Miner’s extensive studies of the tribe culminated in the “Body Ritual among the Nacirema” paper*, originally published in 1958. Let’s take a look at a few selected parts, the first of them concerned with the ritual visits of the tribesmen to a member of a sacerdotal order:

In addition to the private mouth–rite, the people [of the Nacirema tribe] seek out a holy–mouth–man once or twice a year. These practitioners have an impressive set of paraphernalia, consisting of a variety of augers, awls, probes, and prods. The use of these objects in the exorcism of the evils of the mouth involves almost unbelievable ritual torture of the client. The holy–mouth–man opens the client’s mouth and, using the above mentioned tools, enlarges any holes which decay may have created in the teeth. Magical materials are put into these holes. If there are no naturally occurring holes in the teeth, large sections of one or more teeth are gouged out so that the supernatural substance can be applied. In the client’s view, the purpose of these ministrations is to arrest decay. The extremely sacred and traditional character of the rite is evident in the fact that the natives return to the holy–mouth–men year after year, despite the fact that their teeth continue to decay.

[…]One has but to watch the gleam in the eye of a holy–mouth–man, as he jabs an awl into an exposed nerve, to suspect that a certain amount of sadism is involved. If this can be established, a very interesting pattern emerges, for most of the population shows definite masochistic tendencies. It was to these that Professor Linton referred in discussing a distinctive part of the daily body ritual which is performed only by men. This part of the rite involves scraping and lacerating the surface of the face with a sharp instrument.”

Upon reading this excerpt for the first time, an image that came into my mind was that of a sacred mountainous retreat (namely the seat of power of the holy men) and a winding, narrow path, upon which the tribesmen traveled each year on their pilgrimage to the holy-mouth-men. Though never mentioned inside the text, a mountain (or at least a hilltop) is a somewhat obvious locale for the temple: in the text it is strongly implied that the people of the tribe consider the holy men keepers of power and somewhat apart and above them; it is also implied that the Nacirema travel to visit the holy-mouth-men in a sort of yearly pilgrimage; “the people seek out a holy–mouth–man once or twice a year” – “seek out” has a tone of the adventurous, of a quest for something that is not readily available, something or someone outside the daily-life plateau. Even the “naturally occurring holes in the teeth” evoke images of caves and rock formations. As for the sadism and masochistic aspects of Nacimera, they are already established via the horrendous practices mentioned above.

The following excerpt concerns ceremonies taking place in specialized temples named latipso:

The latipso ceremonies are so harsh that it is phenomenal that a fair proportion of the really sick natives who enter the temple ever recover. Small children whose indoctrination is still incomplete have been known to resist attempts to take them to the temple because “that is where you go to die.” Despite this fact, sick adults are not only willing but eager to undergo the protracted ritual purification, if they can afford to do so. No matter how ill the supplicant or how grave the emergency, the guardians of many temples will not admit a client if he cannot give a rich gift to the custodian. Even after one has gained admission and survived the ceremonies, the guardians will not permit the neophyte to leave until he makes still another gift.

The supplicant entering the temple is first stripped of all his or her clothes. In everyday life the Nacirema avoids exposure of his body and its natural functions. Bathing and excretory acts are performed only in the secrecy of the household shrine, where they are ritualized as part of the body–rites. Psychological shock results from the fact that body secrecy is suddenly lost upon entry into the latipso . A man, whose own wife has never seen him in an excretory act, suddenly finds himself naked and assisted by a vestal maiden while he performs his natural functions into a sacred vessel. This sort of ceremonial treatment is necessitated by the fact that the excreta are used by a diviner to ascertain the course and nature of the client’s sickness.[…] From time to time the medicine men come to their clients and jab magically treated needles into their flesh. The fact that these temple ceremonies may not cure, and may even kill the neophyte, in no way decreases the people’s faith in the medicine men.

A place closer to the underworld (“that is where you go to die”), an occult temple of a rich religious elite which must be gorged in gifts. Even the removal of the clothes is reminiscent of cthonic mythology (for instance Ishtar’s descent to the Underworld involves the gradual discarding of her clothes and ornaments).

The fact that the Nacirema in everyday life avoid exposure of their bodies and their natural functions (i.e. excretory acts), if taken into account along with their earlier mentioned obsession with the extraction of teeth and the scraping of the face, leads to the image of a tribe that has demonized the body. It considers it shameful and glorifies pain inflicted upon it as purificatory. Note also the largely patriarchal nature of the latipso temple clergy: the vestal maidens assist, while the medicine men are those having a substantial, energetic, leading role in the healing rituals.

The final excerpt refers to the tribe’s reproductive taboos:

Reference has already been made to the fact that excretory functions are ritualized, routinised, and relegated to secrecy. Natural reproductive functions are similarly distorted. Intercourse is taboo as a topic and scheduled as an act. Efforts are made to avoid pregnancy by the use of magical materials or by limiting intercourse to certain phases of the moon. Conception is actually very infrequent. When pregnant, women dress so as to hide their condition. Parturition takes place in secret, without friends or relatives to assist, and the majority of women do not nurse their infants.

As with the other bodily functions, intercourse is taboo among the Nacirema – it is obvious that these people have a deeply instilled fear and abhorrence of their bodies. All things coming out of the body are shameful, even infants, which are born in secrecy and are not even nursed by their mothers in most cases. See also how intercourse is limited by the lunar phases, a clear indication of its ritualized nature.

—————————————————————————————————————————–

Let’s change the subject: Palindromes are (among other things) words that read the same backwards as forward. Two of the most famous palindromes are the Byzantine “ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ” and the Roman “SATOR AREPO TENET OPERA ROTAS.” They usually offer a pleasant sense of fulfillment if someone discovers their palindrome nature on his own. (This paragraph contains a hint towards another layer of the Nacirema peoples)

*Body Ritual Among The Nacirema

Torment: Tides of Numenera

torment-sojourner-of-worlds-art_1280

(Here be Spoilers)

Almost two years ago, just after finishing Pillars of Eternity (and its XP-less combat system) for the first time, I remember myself musing over the necessity of combat in cRPGs. For a long time I’ve considered combat to be one of the four main pillars of the genre, along with exploration, story, and character development. Pillars, by removing the XP reward factor (though not the treasure one) from the equation, gave us a glimpse of how one of these four pillars could be diminished without any impact on the whole structure’s stability. Torment: Tides of Numenera (T:TON from now on), the spiritual successor of 1999’s mythic Planescape Torment, takes a grand leap towards this direction, presenting us with a minimal amount of mandatory battles.

Let’s get some things out of the way: The game’s graphics are masterfully designed and materialised, full of wonder and a semi-scifi, semi-exotic-fantasy look. The Mere’s screen paintings are gorgeous. Those into isometric cRPGs will adore T:TON’s visual part, and at the end of the day this is what really matters, for this a game for them(us). The same goes for music amd sound, which nicely and very discreetly frame the environment. Voice acting is scarce, a thing about which I couldn’t care less.

TidesOfNumenera 2017-03-05 21-46-07-94

One of the Mere screens. The Meres are an innovative idea (perhaps implemented somewhat hastily), which are underlined by the question: If you had the power to alter another being’s life course without permission or knowledge, would you do it?

Concerning combat: It is easily avoided in most cases. The inclusion of combat in the super-category of Crisis tones down the former’s importance – it seems that RPGs can do away with it, though their image afterwards may well be different from what we now have in mind as virtual RPGs. Crises are situations which can be resolved by force, but also in one or several other ways. In general they require a bit of thinking, them being organized more as riddles and less as clickfests or optimization/micromanagement challenges (i.e. see the adventuresque Sticha lair). Each one is more or less carefully designed, far away from a random-encounter logic.

A brief look on some things that bothered me:

-There are secret timers on a few quests, which timers are tied to the party rest count (this could be considered an asset for a lot of people, and it does make the game world more realistic – though there is a journal bug for failed quests of this type).

-Its short duration (T:TON took me roughly 31 hours to finish on the first playthrough, without any walkthrough, and completing all the quests I could find. Several of the areas are underdeveloped, especially on the later half of the game – the Maze being one of them).

-Not being able to return to previous areas and deal with any unfinished quests.

-Several minor bugs.

-A game engine thing: when the camera is at a place of an area far from your party (and the PCs do not appear on the camera) and you click so as it starts moving towards this area, the camera forcibly resets back to the party.

TidesOfNumenera 2017-03-04 22-10-26-67

One of the Bloom’s Maws, a definite homage to Sigil’s portals

Moving on to the juiciest aspects of the game, I must stress here that T:TON is not a game for people who do not like reading (in games or otherwise). There are many thousand dialogue lines in here, with the word count reaching a whopping 800.000. If at some point you feel that you cannot read more, then don’t; better save and quit til your mind is clear (speaking from personal experience I wasted several conversations this way – on the bright side, more things to read on the second playthrough). Reading is the single most important player activity in T:TON – if you remove the dialogues from the game you’ll be left with a grotesque monstrosity, an incoherent collection of lovely graphics and slightly underdeveloped mechanics.

Protagonist-wise the story has a definite Gnostic hue. The whole Changing God and Castoffs plot is a catalyst for questions you may already have asked and dilemmas you may have faced if you ever had a brush with the occult idea of humans being the cells or experience accumulators or sensory organs of the Divine. In what ways can one’s individuality and the value of it be compared with that of a greater whole? Can a cell rebel against the organism it is part of? Is the modern human able to change his perception focus from the scale of person to another grander or more diminutive scale? There is much food for thought and contemplation in here, theological-, occult-, and social-wise.

Still, T:TON’s story is less about the protagonist (and this is why I can accept the almost complete absence of character creation cosmetic options – you only select the gender), and more about fragments of other characters’ (NPCs’) stories. The game is a Sensate’s (I could not resist including an obvious reference to my favourite Planescape faction) paradise, with tidbits all around to taste and immerse yourself in. It is like being thrown in the midst of an immensely varied banquet of lives and experiences, which you can sample. One could say that the Protagonist/Player is an Interface; this actually leads to the interesting thought that this may be what a being a god feels like – being an interface for a multitude of lives, fragments of which stay and are lived through you. A few such stories that particularly impressed and will stay with me are those concerning:

-A man who apprentices his young self.

-A special kind of adoption, in which the foster parents adopt children born centuries ago, reaching the current era through time portals.

-A vehicle that crashed years ago, the guilt-ridden AI of which keeps alive the memory of the passengers that died in the crash by projecting holograms of them.

-Rhin.

Sagus_cliffs_at_dawn_chang_yuan.jpg

Sagus Cliffs, a city that will probably stay with me in almost the same way Sigil did

As in the original Torment, Numenera is characterized by the absence of an area with the essence of “home-base” throughout the game. Sagus cliffs serve as a sort of home town (or rather as the Only town, as Sigil was in PT’s first chapters, since the whole of the first part takes place in it (starting area aside)) but after leaving it there is no going back. This is true for almost all areas (apart from the Maze) – they are like beads on a string: once you pass one you cannot return. The Maze is a kind of home, you can visit it somewhat voluntarily, but it is not a place you can share with your companions (thus camaraderie is lost), and it also is never completely safe in the sense of the explored, mapped, and devoid of menace. This linear approach, akin to that of a strict narrative, deprives you of experiencing a place a-temporally, of having a city as home – for home is strongly characterized by its always being there, of being able to return to it, of never abandoning you, despite what you do. It would be nice to be able to see the consequences of your actions shaping a place, and not just see some old faces appear in new spaces.

In the end T:TON is a sprawling modular interactive narrative, a rough glimpse towards a possibility of what a combat-less cRPG could look like. I say rough because non-combat challenges could definitely be more challenging and not just depended on trivialized character skill checks; more challenge for the player (and not the characters) would be welcome. Where T:TON really shines is not in the framework but in the content department. This is a game to make you dream about its world and denizens, an artistic creation whose stories you may revisit in reveries, an entity that sows delicious seeds. A journey which may bring tears in your eyes and goosebumps on your skin, just as Planescape Torment did. From this point of view, Numenera is a worthy successor to what is one the most acclaimed RPGs of all times – though it would be best to let it carve a place of its own.

TidesOfNumenera 2017-03-03 00-08-27-80