Abhartach – Το Κελτικό βαμπιρικό ελατήριο

Ο πιο ενστικτώδης αλλά και λιγότερο πρακτικός ή αποτελεσματικός τρόπος για να διαβάσεις μια εγκυκλοπαίδεια ή λεξικό είναι να ξεκινήσεις από την αρχή. Το ότι η αποδοτικότητα είναι μια απείρως υπερεκτιμημένη έννοια κάνει αυτομάτως συμπαθή αυτόν τον τρόπο ανάγνωσης. Επίσης, μιας και τα γράμματα των αλφάβητων φέρουν αρκετή δύναμη από μόνα τους ως σύμβολα που έχουν φορτιστεί από εκατομμύρια/δισεκατομμύρια ατόμων, η γραμμική πορεία εντός μιας εγκυκλοπαίδειας μπορεί να είναι μια εν δυνάμει μαντική υπόθεση (όπως μαντικές τεχνικές μπορεί να είναι και το άνοιγμα τόμων σε τυχαίες σελίδες ή το πάτημα τυχαίου λήμματος στη Wikipedia).  Δυστυχώς, το ζήτημα με τις κοινές εγκυκλοπαίδειες είναι πως αναπόφευκτα, λόγω του θεματικού εύρους των περιεχομένων τους, η πλειοψηφία των θεμάτων θα είναι εκτός των ενδιαφερόντων των περισσοτέρων αναγνωστών, και άρα βαρετή για αυτούς.

Στην περίπτωση όμως ειδικευμένων εγκυκλοπαιδειών, θεματικά περιορισμένων, τα πράγματα αλλάζουν. Εκεί υπάρχει μια θάλασσα από λήμματα σχετικά με το αντικείμενο της εκάστοτε εγκυκλοπαίδειας – για να ανοίξει κάποιος την όποια θεματική εγκυκλοπαίδεια, οι πιθανότητες λένε πως έχει ένα άλφα ενδιαφέρον για το εν λόγω θέμα.

Το αντικείμενο της Encyclopedia of Vampire Mythology της Theresa Bane είναι προφανές από τον τίτλο. Ξεκίνησα λοιπόν να τη διαβάζω από την αρχή, από το “A”, μιας και δύσκολα θα θεωρήσω ως ενοχλητικά αδιάφορη κάποια μυθολογική βαμπιρική καταχώρηση. Μπορεί το πρώτο λήμμα, Abchanchu (Βολιβιανό βαμπίρ με τη μορφή καλόβολου γέρου), να μην άφηνε πολλά περιθώρια σχολιασμού, το αμέσως επόμενο όμως ήτανε άκρως σαγηνευτικό.

Ένα από τα αρχαιότερα βαμπιρικά πλάσματα της Δυτικής Ευρώπης είναι ο πάλαι ποτέ Κέλτης Abhartach, που έδρασε πριν αρκετούς αιώνες στην περιοχή Slaghtaverty της σημερινής Βορείου Ιρλανδίας. Τρία ήταν τα χαρακτηριστικά του Abhartach: τυραννικός άρχοντας, ισχυρός μάγος και ανάστημα αφύσικα κοντό (τα δυο τελευταία στις νησιώτικες Κελτικές χώρες εύκολα σηματοδοτούν αλλόκοσμη προέλευση).

Οι ιστορίες συμφωνούν στα εξής: ο Abhartach ήταν ένας δεσποτικός άρχοντας που καταδυνάστευε τους υποτελείς του. Όταν πέθανε (εδώ υπάρχει μια διχογνωμία ως προς τον τρόπο, βλέπε παρακάτω) θάφτηκε όρθιος μέσα στον τάφο, σύμφωνα με το συνήθειο για τους αρχόντους της εποχής. Την επόμενη κιόλας ημέρα, ο Abhartach επέστρεψε στον οικισμό και απαίτησε από όλους τους υπηκόους του να ματώσουν μέσα στο προσωπικό του δοχείο για να πιει – κανονικός φόρος αίματος. Ο Abhartach ξαναθανατώνεται έπειτα από κάποιες μέρες (πάλι υπάρχουν διαφορές ανάλογα με την εκδοχή), αλλά επιστρέφει αμέσως, σα να μην έγινε τίποτα, ζητώντας το καθιερωμένο ξέχειλο κύπελλο. Εν τέλει απαιτείται η συμβολή ενός δρυίδη, ο οποίος συμβουλεύει το σωστό τρόπο ταφής: ο νεκροζώντανος πρέπει να θαφτεί κατακόρυφα, με το κεφάλι κάτω όμως (σε κάποιες εκδοχές πρέπει προηγουμένως να τρυπηθεί με ραβδί από πουρνάρι), και από πάνω του να υψωθούν λιθάρια. Έτσι το πλάσμα παγιδεύεται, δίχως όμως να πεθάνει πραγματικά – ακόμη και σήμερα είναι επικίνδυνο για όποιον πλησιάσει στον τάφο του.

Όσον αφορά το πως πεθαίνει αρχικά ο Abhartach, οι περισσότερες εκδοχές αναφέρουν πως ο απηυδισμένος λαός ζήτησε από τον πολέμαρχο Fionn mac Cumhaill να φονεύσει τον τύραννο. Στην εκδοχή που υπάρχει στην Encyclopedia της Theresa Bane, ο νάνος-μάγος τρέφει τρομερή κτητικότητα και ζήλια για τη γυναίκα του· ένα βράδυ σκαρφαλώνει στον τοίχο του σπιτιού τους, προσπαθώντας να φτάσει στο παράθυρο της κρεβατοκάμαρας με την ελπίδα να την πιάσει σε κάποια απιστία. Γλιστράει όμως στο πρεβάζι και σκοτώνεται από την πτώση.

Όπως και να έχει, ο Abhartach είχε προνοήσει να κάνει contingency ξόρκι, έτσι ώστε με το θάνατό του να γίνει νεκροζώντανος. Ένα πλάσμα κυριολεκτικά απέθαντο: ο δρυίδης αναγνωρίζει πως το πλάσμα δε γίνεται να πεθάνει αμετάκλητα, παρά μόνο να παγιδευτεί μέσα στο σκάμμα του τάφου με τα λιθάρια άνωθεν. Ο ήλιος δε φαίνεται να ενοχλεί το ον, μιας και αναφέρεται ρητά πως είναι μέρα όταν έρχεται στον οικισμό για το φόρο αίματος.

Σχετικά με τους μετέπειτα θανάτους του Abhartach, στην εκδοχή που ο Fionn mac Cumhaill είναι ο αρχικός φονιάς, το ίδιο άτομο συνεχίζει να σκοτώνει ανεπιτυχώς το νεκροζώντανο. Στην εκδοχή της Bane οι υποτελείς μισθώνουν κάποιο δολοφόνο για να κάνει τη δουλειά.

Υπάρχει μια διαμάχη όσον αφορά το κατά πόσο οι βαμπιρικές, αιματολαγνικές λεπτομέρειες του θρύλου έχουν προστεθεί πολύ πρόσφατα, ιδίως γιατί ο θρύλος έχει χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη της Ιρλανδικής αφετηρίας του Bram Stoker όσον αφορά το Dracula. Αυτή η διαμάχη είναι κάτι που δεν αφορά το παρόν κείμενο· ο συγκεκριμένος θρύλος έχει μια συνολική δύναμη ως έχει, άσχετα αν κάποια τμήματά της είναι χιλιετίες νεότερα από κάποια άλλα.

Ίσως το πιο αξιοσημείωτο από τα περιεχόμενα της ιστορίας είναι ο τρόπος με τον οποίο το νεκροζώντανο πλάσμα επιστρέφει μετά από κάθε φορά που πεθαίνει: πηγαίνει στους υποτελείς του και απαιτεί το φόρο αίματος, χωρίς ωστόσο να κάνει κάποια νύξη για τις απόπειρες εναντίον της ζωής του, λες κι αυτές δεν έγιναν ποτέ. Είναι σαν ένα ελατήριο που λυγίζει ασύγχρονα με το Χρόνο, σαν ένα παθιασμένο αυτόματο εκτός Ιστορίας: ένα πλάσμα που έχει ξεφύγει από τον κυκεώνα των συνεπειών, από το αίτιο και το αιτιατό. Αυτό είναι που δίνει και τον άκρως παράκοσμο αέρα στο πλάσμα, πέρα και πάνω από την ίδια την απέθαντη φύση του. Δεν είναι μόνο ο φαινότυπος και η διατροφή που τον ξεχωρίζουν από τους ζωντανούς, αλλά και η ίδια η συμπεριφορά όσον αφορά τη μνήμη και τα συμβάντα. Αυτό είναι το σημάδι ενός πραγματικά μη ανθρώπινου πλάσματος, και όχι κάποιο τρομακτικό κάλυμμα που απλά κρύβει από κάτω ανθρώπινα χαρακτηριστικά προσωπικότητας και συμπεριφοράς.


Βιβλιογραφία:

Encyclopedia of Vampire Mythology, Theresa Bane

The Dolmens of Ireland, Borlase

Folklore and the Fantastic, Harris

 

 

 

 

 

Advertisements

A Thousand Plateaus – Τα πρώτα 500

rhizome

Μπορεί ο Κόναν να υποστήριζε πως “Crushing your enemies, see them driven before you and hear the lamentation of their women” είναι το καλύτερο στη ζωή, αλλά η απάντηση του προηγούμενου πολεμιστή στην επίμαχη σκηνή είναι αυτή που έχει όλο το επικό ζουμί: “The open steppe, fleet horse, falcons at your wrist, and the wind in your hair”. Εδώ και καμιά δεκαριά χρόνια τουλάχιστον κουβαλάω τον τίτλο ενός βιβλίου που πρέπει να γράψω κάποτε. Ο τίτλος είναι “Η Σφαίρα των Σλάβων”, η πρώτη σκηνή περιλαμβάνει ένα κάρο εν μέσω ενός απέραντου επίπεδου τοπίου, και στον πυρήνα του είναι -παρά τον τίτλο- οι Σκύθες και οι νομαδικοί λαοί των στεπών, ενώ κάπου υπάρχει και μια χρυσού χρώματος σφαίρα. Τόσο η στέπα (όσο και η τάιγκα της Σιβηρίας), είναι από τα γεωγραφικά μέρη που λειτουργούν πολύ δονητικά εντός μου, λόγω απομόνωσης/αραιής κατοίκησης, εξωτικού στοιχείου, αίσθησης ελευθερίας – δραστικά αντίθετα μορφολογικά από το αστικό τοπίο – καθώς και σαμανιστικής ψυχής.

Το “1000 Plateaus” είναι ένα βιβλίο που είχε αναπτύξει εντός μου μια πολύ μυθική σκεπτομορφή χωρίς να το έχω διαβάσει μέχρι τώρα. Γνωρίζοντας εμμέσως (και ελάχιστα άμεσα, μέσω του πολύ λίγου που έχω διαβάσει από τον “Αντι-Οιδίποδα”) και πολύ αδρά το που κινείται η σκέψη των Ντελέζ και Γκουαταρί, το 1000 Plateaus φάνταζε ως ένα γοητευτικό γριμόριο επίθεσης στην ενισχυμένη θωράκιση της σύγχρονης προσωπικότητας, στις αυστηρές κατηγορίες, και ωδής στην ανοιχτή στέπα, στις νομαδικές κινήσεις και τρόπο ζωής. Επίσης όμως και ως μια ακατάσχετη μάζα με πολλαπλά ελισσόμενα πλοκάμια, πάνω στην οποία στέκουν τα 1000 οροπέδια του τίτλου, κλειδωνιζόμενα και παρασυρόμενα μα συγχρόνως ικανά να κουβαλήσουν το κάρο και τον έφιππο γερακάρη καθώς αυτός ατενίζει από μακριά το καραβάνι με μια ματιά αποστασιοποιημένου ενδιαφέροντος αλλά και συνετής απόστασης. Τουλάχιστον έτσι ήθελα να μοιάζει, και μέχρι στιγμής η μάζα του προσαρμόζεται στις φιάλες αυτές.

Το είχα ξεκινήσει άλλη μια φορά πριν δυο χρόνια, αλλά το πρώτο κεφάλαιο με είχε ζορίσει, με αποτέλεσμα να το ξαναβάλω στο ράφι. Φέτος, με την ευκαιρία της κυκλοφορίας της ελληνικής έκδοσης έγινε ένα μικρό σούσουρο στο facebook λόγω της επιλογής του όρου πλατώματα στον τίτλο, και σκανδαλίστηκα. Όταν δε, βρήκα και μια προτεινόμενη εναρκτήρια σειρά ανάγνωσης κεφαλαίων για πιο ομαλό μπάσιμο από σχόλιο κάποιου φίλου, αποφάσισα πως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Η ανάγνωση έχει πλέον καλύψει τα μισά κεφάλαια (7) του βιβλίου, και οπότε ήρθε η ώρα για έναν πρώτο απολογισμό του καθενός. Η σειρά που ακολουθώ στα κεφάλαια έχει να κάνει με το προαναφερθέν σχόλιο (που πρότεινε τα 12->1->10 για αρχή) και μια ακόμη λίστα στο reddit, καθώς και την παρέμβαση των affects που διέπουν το assemblage «Εγώ-και-το-βιβλίο».

Δυο λόγια λοιπόν για κάθε κεφάλαιο (καθαρά το πρώτο απόσταγμα που μου αφήσανε, χωρίς βλέψη για κάποια στομφώδη γνώμη), των οποίων προηγείται μια (ή και παραπάνω) εικόνα που πιστεύω πως πιάνει τη σκεπτομορφή που έχω για το καθένα κεφάλαιο.

Κεφάλαιο 12: Treatise on Nomadology – The War Machine

Εικόνα: Όσοι έχετε διαβάσει (έστω και το πρώτο βιβλίο) Malazan θα θυμάστε ένα τεράστιο κάρο με αλυσοδεμένους νεκρούς και μη πάνω του, το οποίο όλο σύμπλεγμα βρισκόταν μέσα στο σπαθί του Anomander Rake. Κάπως έτσι φαντάζομαι τη War Machine, αλλά χωρίς τις αλυσίδες, μια seething mass στις στέπες της Ασίας.

Ιδανικό ξεκίνημα με ένα αρκετά εύκολο στην παρακολούθηση κεφάλαιο-μαμούθ (το ένα από τα δυο πραγματικά μεγάλα). Ωδή στο νομαδισμό, τις ροές, την απεδαφικοποίηση, την αλληλεπίδραση μεταξύ άκαμπτων και μη εξουσιαστικών δομών και της νύχτας που ελοχεύει έξω από αυτές – μια νύχτα ευμετάβλητη, η οποία με νύχια και δόντια στέκει απέναντι στην οργανωτική εξουσία. Τα χαρακτηριστικά της πολεμικής μηχανής (προδοσία, πτήση, ταχύτητα, ελαφρότητα, μυστικότητα) προβάλλονται ως δικλείδα ασφαλείας απέναντι στη συσσώρευση εξουσίας, η δε πολεμική μηχανή ως πρωτίστως δημιουργική (που διαβρώνεται όμως όταν φτάνει να έχει τον πόλεμο ως σκοπό). Επίσης οι Πόλεις στου Λόφους είναι πολεμικές μηχανές, βεβαίως.

Κεφάλαιο 1: Introduction: Rhizome

Εικόνα: Όταν ψάχνεις για τους μεγαλύτερους οργανισμούς στη γη, ανακαλύπτεις για τεράστια δίκτυα από μύκητες που εξαπλώνονται για χιλιόμετρα κάτω από τη γη, δίχως κεντρική ρίζα.

Κάτι γενικότερα για τη γραφή του βιβλίου: έχω την αίσθηση πως οι πολλές επαναλήψεις εννοιών και κάποια από τα ενδιάμεσα δυσνόητα εδάφια του βιβλίου λειτουργούν εκτός των άλλων και ως κονίαμα για τη διαισθητική κατανόηση των εννοιών και της ατμόσφαιρας του βιβλίου. Εδώ έχουμε μια δυσκολούτσικη εισαγωγή που με είχε αποθαρρύνει κάποτε. Λοιπόν, το ρίζωμα εξαπλώνεται σαν παραφυάδες και κληματσίδες χωρίς κεντρικές ρίζες, σαν τεράστια πλοκάμια μεδουσών χωρίς κορμό, σαν παλίμψηστο χωρίς βάση, δίχως αρχή ή τέλος, σαν ένας ιδεατός χρόνος χωρίς γενεαλογία. Το ρίζωμα είναι που παράγει το ασυνείδητο, κι όχι ένας τρόπος-μοντέλο ερμηνείας αυτού [του ασυνειδήτου]. Το ρίζωμα είναι όμως μια πολύ ωραία εικόνα για την αναπαράσταση ροών, των τρόπων σύνθεσης και αποσύνθεσης, και πάνω από όλα για τις γενεαλογίες, ένα κουβάρι που συνεχώς ανακινείται και σπαρταράει χωρίς να έχει νόημα να αναζητούμε την πηγή του (μιας και αυτές είναι λεγεώνα).

Κεφάλαιο 2: 1914: One or Several Wolves?

Εικόνα: Αγέλη λύκων, ο καθένας ουρλιάζει με διαφορετικό κάλεσμα στο φεγγάρι, έξω από το παράθυρο του παιδιού-ταυτότητα, λιμπιζόμενος το κομμάτιασμα του παιδιού, του δωματίου και του σπιτιού.

Η συνύπαρξη διάφορων πλασμάτων το άθροισμα των οποίων προσπαθεί να θεωρηθεί η αποκρυσταλλωμένη ταυτότητα του εγώ. Ο Φρόιντ και η ψυχανάλυση γαντζώνονται με νύχια και δόντια από την ταυτότητα, από το συμπαγές εγώ του ατόμου, και αυτό προσπαθούν να συντηρήσουν. Αυτό το μικρό κεφάλαιο είναι ουσιαστικά μια υπέροχη κριτική στην ψυχανάλυση και στην ατομική συμπαγή και ακίνητη σύγχρονη ταυτότητα.

Κεφάλαιο 10. 1730: Becoming-Intense, Becoming-Animal, Becoming-Imperceptible…

Εικόνα: Ο sorcerer (όχι ο μάγος) στέκεται ποζάροντας με τις κλειδώσεις του σε γωνίες φορώντας ένα σαμανικό καφτάνι και υψώνοντας το χέρι ενάντια στους ουρανούς, με την παλάμη σε ορθή γωνία σε σχέση με το κάτω μέρος του καρπού .

Το δεύτερο κεφάλαιο-μαμούθ, και ίσως το πιο απολαυστικό μέχρι στιγμής. Ξεκινώντας από τους στρουκτουραλιστικούς τρόπους ταξινόμησης της Φυσικής Ιστορίας, περιπλανιέται ανάμεσά τους για να τους απορρίψει. Το becoming παρουσιάζεται ως μια αυθύπαρκτη δυνατότητα ύπαρξης, ξέχωρη από το being, ένα συνεχόμενο στροβίλισμα μέσα σε assemblages (υπεροργανισμοί, σύνολα οργανισμών, άσχετα με βιολογικές κατατάξεις, μονάχα με αλληλεπιδράσεις – για παράδειγμα, όπως είχε γράψει ο Bateson ο τυφλός άνθρωπος με το μπαστούνι του είναι ένα assemblage. Το ίδιο και ο Κόναν με τον τροχό του μύλου που γυρίζει – όπως σωστά μου επισημάνθηκε).

Εδώ υπάρχει ενότητα Memories of a Sorcerer, αυτό και μόνο μου αρκεί (η ακολουθία του μοτίβου των τίτλων του βιβλίων του Dumezil είναι εμφανής). Οι μεταμορφώσεις και τα becomings υμνούνται και πλαισιώνονται με αναφορές σε Lovecraft και Castaneda και τη Μαγεία. Αυθύπαρκτες ορδές ζώων, μετάθεση της συνείδησης (ή της οποιασδήποτε παραλλαγής της) εκτός του ορισμένου από εμάς ως οργανισμού. Εκεί που ο οργανισμός βασίζεται σε χαρακτηριστικά οι αγέλες και τα σμήνη βασίζονται στα affects και τις παρορμήσεις και τις αναβράζουσες δυναμικές. Η μαγεία, ως περιθωριακή δύναμη είναι ενάντια στο κράτος, ενάντια στην εξουσία, ενάντια στα ιδρύματα. Οι μάγοι ακολουθούνε παράλογους συνειρμούς και αναλογίες. Οι συγγραφείς, και με τα 1000 στόματά τους αναφωνούν: “Of course there are werewolves and vampires, we say this with all our heart.”

Υπάρχει και ένα απόσπασμα που ουσιαστικά δείχνει προς το μεγάλο Έργο του Αποκρυφισμού, την ένωση και διάλυση μέσα στο Godhead: “To be present at the dawn of the world. Such is the link between imperceptibility, indiscernibility, and impersonality—the three virtues. To reduce oneself to an abstract line, a trait, in order to find one’s zone of indiscernibility with other traits, and in this way enter the haecceity and impersonality of the creator. One is then like grass: one has made the world, everybody/everything, into a becoming, because one has made a necessarily communicating world, because one has suppressed in oneself everything that prevents us from slipping between things and growing in the midst of things. One has combined «everything» (le «tout»): the indefinite article, the infinitive-becoming, and the proper name to which one is reduced. Saturate, eliminate, put everything in.”

Στο τέλος αναφέρεται στην ανάγκη κατεύθυνσης προς τη θρυμμάτιση της πλειοψηφικής ταυτότητας (λευκός-άνδρας-άνθρωπος-ενήλικας-κτλ) ως απεδαφικοποιητική αρχή για την ανάδυση των μειοψηφικών ταυτοτήτων και των becomings αυτών – γιατί προς τις κυρίαρχες, πλειοψηφικές δεν υπάρχουν becomings.

Κεφάλαιο 14. 1440: The Smooth and the Striated

Εικόνα: Ο αργαλειός που υφαίνει έναν υφασμάτινο χάρτη πάνω στον οποίο ξεφυτρώνει μια πόλη στις μασχάλες της οποίας αναπτύσσονται θύλακες τσόχας και αστικομαγικών ρευμάτων που ακολουθούν τα περιστέρια, οι κατσαρίδες και τα πνεύματα του αστικού πεδίου.

Το υφαντό στον αργαλειό που πλέκεται οριζοντιοκάθετα είναι ένας καμβάς που μετατρέπεται σε χάρτη, έναν χάρτη φορέα πολιτισμού απέναντι στα συμπιεσμένα συσσωματώματα των κετσέδων, τον χάρτη των νομάδων δηλαδή, εκεί που η οργάνωση είναι οργανική και δίχως αρχή και τέλος παρά μόνο με αναδύσεις και περιφέρειες. Πιο κάτω υπάρχει μια ευπρόσδεκτη αναφορά στην εργασία και την ανάπαυση (ως υπάρχουσα μόνο μέσω της αντιπαραβολής με την εργασία), καθώς και σχολιασμός του εργασιακού χρόνου. Μια ουροβορική αύρα απλώνεται, καθώς μέσα στα τελείως χαρακωμένα (territorialized) πλέγματα της πόλης βρίσκονται χαοτικές απεδαφικοποιήσεις – υποσχέσεις για μια Megapolisomancy. Επίσης υπάρχουν αρκετά θεωρητικά μαθηματικά και μουσικά εδάφια, τα οποία έχω αφήσει τα μεν δεύτερα για μετέπειτα στιγμή, τα δε πρώτα για πάντα.

Κεφάλαιο 9. 1933: Micropolitics and Segmentarity

Εικόνα: Μαύρες τρύπες μέσα από τις οποίες κοιτάνε τα μάτια των θεών. Πίσω από το βλέμμα τους οι μικροφασισμοί που κυλάνε μέσα στην κοινωνία σαν το μαύρο λάδι των X-Files.

Το ότι οι κατηγοριοποιήσεις και τα αυστηρά δοχεία είναι κάτι που διαπερνά το βιβλίο από άκρη σε άκρη είναι λίγο πολύ κατανοητό μετά από πέντε κεφάλαια. Εδώ όμως αφιερώνεται ολόκληρος τίτλος κεφαλαίου στην τμηματοποίηση. Μια μελέτη του φασισμού και ανάδειξη της τμηματοποιημένης φύσης του: ο φασισμός είναι οι μικροφασισμοί. Κι ενώ μέχρι τώρα η ακαμψία και η δομημένη φόρμα ήταν ο εχθρός και η πλάνη, εδώ πληροφορούμαστε πως οι μικροφασισμοί ανθίζουν και εξαπλώνονται και μέσα από ροές, κρύβονται μέσα στις μη ευκρινείς πτυχές και ριζώνουν στα άτομα. Τέλος, οι τέσσερις κίνδυνοι στην αναζήτηση για το Ιερό Δισκοπότηρο.

Κεφάλαιο 3. 10,000 B.C.: The Geology of Morals (Who Does the Earth Think It Is?)

Εικόνα: Ο αστακός της χαρακτηριστικής εικόνας του κεφαλαίου.

Αυτό ήταν το πρώτο πολύ ζόρικο κεφάλαιο. Οι αρκετές αρχικές σελίδες του βουτάνε σε μια παράθεση γεωλογίας και (μη-)προσπάθειας εξήγησης των χαρακτηριστικών των stratas, με μια ζαλιστική μετάβαση μεταξύ μιας φανταστικής διάλεξης και κειμένων το υποκείμενο των οποίων είναι τα χίλια πρόσωπα των συγγραφέων. Ειδικά οι διπλές αρθρώσεις (εξ ου και ο αστακός με τις δαγκάνες με τα δυο στελέχη στη φωτό του κεφαλαίου) ήταν μαρτύριο. Από τα μισά όμως κι έπειτα το υλικό ξάφνου αποκτά εξαιρετικό ενδιαφέρον και ευκολία παρακολούθησης λόγω μετάβασης σε γλωσσολογικά θέματα και πιο απτή άρθρωση. Έχει στο τέλος και μια πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα, το Plane of Consistency, το οποίο όπως το αντιλαμβάνομαι είναι σαν αυτό που φαντάζομαι πως μοιάζει ο κόσμος αν δε διαμεσολαβείται από καμία αίσθηση, μετά-αποκαλυπτικό τοπίο χωρίς χρώματα ή ήχους ή τίποτα, παρά μόνο saturated contrasted μορφές.


Μέχρι τα επόμενα επτά κεφάλαια, ας ρίξουμε όλοι μια ματιά στην entry του Living Wall στο Monstrous Manual.

livingwall

Βιβλία που διάβασα το 2017

Λογοτεχνικά

Gateways to Abomination (Matthew M. Bartlett, 2014)

Ανθολογία με πολύ μικρής έκτασης και χαλαρά συνδεόμενα μεταξύ τους διηγήματα τρόμου, τα οποία αναδύουν παρακμή (δυστυχώς) αλλά και παράδοξο (ευτυχώς). Δομικά συγγενές των Παγανιστικών, έστω κι αν είναι πιο αστικό και δυστοπικό θεματολογικά. Εδώ γράφω περισσότερα.

————————————————————————————————————————–

Ghosts And Ruins (Ben Catmull, 2013)

Κάπως έτσι φαντάζομαι μια εικονογραφημένη εκδοχή των Παγανιστικών. Βιβλίο για να κάθεσαι και να χαζεύεις σελίδες με τις ώρες. Αγνό setting, πινελιές ιμπερσιονισμού, ελάχιστο στόρι – προσωπική αδυναμία. Σαν να βουτάς μέσα σε ένα horror sandbox.

————————————————————————————————————————–

The Last Wish (Andrzej Sapkowski, 1993)

Το πρώτο βιβλίο του Witcher είναι μια συλλογή διηγημάτων που μπολιάζει το κλασικό fantasy με φιλοσοφικές ανησυχίες (ειδικά στο θέμα της πολιτισμικής σύγκρουσης) και σλάβικο φολκλόρ. Ευκολοδιάβαστο, σαγηνευτικό, μια ιδανική πτυχή της φανταστικής λογοτεχνίας. Εδώ γράφω περισσότερα.

————————————————————————————————————————–

The Man Who Collected Machen and Other Weird Tales (Mark Samuels, 2011 https://www.goodreads.com/review/show/1903149660)

Μεταμοντέρνος τρόμος και Άρθουρ Μάχεν είναι τα στοιχεία που συνθέτουν το αγαπημένο μου βιβλίο για αυτή τη χρονιά. Με μια γραφή στρωτή και συνάμα λυρική, που δε σε κουράζει. Όπως θα έπρεπε να είναι ο τρόμος των αρχών του 20ου αιώνα στις αρχές του 21ου.

————————————————————————————————————————–

The Secret History of Twin Peaks (Mark Frost, 2016)

Φέτος ήταν μια twin Peaks χρονιά και το ντοσιέ του Mark Frost ήταν αναπόφευκτο ανάγνωσμα. X-Files-ίζουσα αισθητική με ότι καλό και κακό αυτό συνεπάγεται (συνωμοσιολογία, εξωγήινοι, δουλεμένη μυθολογία), ενώ λύνονται αρκετές απορίες και στρώνεται η πλοκή των δύο πρώτων σεζόν.

————————————————————————————————————————–

The Wide, Carnivorous Sky and Other Monstrous Geographies (John Langan, 2013)

Καταπληκτικός τίτλος μιας καλής συλλογής διηγημάτων (και) μεταμοντέρνου τρόμου, η οποία μπαίνει στη λίστα λόγω δύο καταπληκτικών ιστοριών: του Technicolor (ένα πλέξιμο της βιογραφίας του Πόε με μια οκάλτ εναλλακτική ιστορία) και του Mother of Stone (σπουδή στο πως πρέπει να γράφεται ένα απλωτό διήγημα τρόμου, από τα καλύτερα πράγματα που έχω διαβάσει). Εδώ γράφω περισσότερα.

————————————————————————————————————————–

Μπόρχες, Άπαντα τα πεζά Ι (Jorge Luis Borges, 2014)

Πρώτη επαφή με Μπόρχες μετά το Βιβλίο των Φανταστικών Όντων – εμπειρία ζωής. Ακόμη δεν έχω κάτσει να σταχειολογίσω πλήρως το υλικό για γράψιμο εκτενούς παρουσίασης. Πάντως οι ιδέες που παρουσιάζονται στην πρώτη κιόλας ανάγνωση απαιτούν σημειωματάριο δίπλα για σημείωσή τους.


Η σκιά στο σπίτι (Κωνσταντίνος Κέλλης, 2016)

Το ελληνικό gothic είναι εδώ και είναι όμορφο, ατμοσφαιρικά τρομακτικό, και άκρως ευανάγνωστο. Μια σκιώδης ματιά στην εξοχή της βορείου Ελλάδας, με καλά δουλεμένη ιστορία και χαρακτήρες, και όλα τα φόντα του best-seller. Εδώ γράφω περισσότερα.



Μη λογοτεχνικά

Circles of Power: Ritual Magic in the Western Tradition (John Michael Greer, 1997)

Ίσως η καλύτερη αναλυτική πρακτική εισαγωγή στην δυτική μαγεία, μαζί με το Modern Magick του Craig – ισορροπεί τέλεια ανάμεσα στο ευανάγνωστο και το ουσιαστικό. Προτιμήστε την πρόσφατη δεύτερη έκδοση, μιας και διορθώνει πολλά λάθη όσον αφορά την εβραϊκή γραφή.

————————————————————————————————————————–

Dreamtime: Concerning the Boundary Between Wilderness and Civilization (Hans Peter Duerr, 1985)

Πολεμική ενάντια στο ρασιοναλισμό. Παγκόσμιο στο φάσμα του, το έργο του Duerr έχει εμμονή με το δίπολο Civilization-Wilderness και με ένθερμη γλώσσα νοσταλγεί διαφορετικά συνειδησιακά φάσματα. Πολύ καλά τεκμηριωμένο (σημειώσεις και βιβλιογραφία καλύπτουν μεγαλύτερη έκταση από το κυρίως κείμενο), στρατευμένο και δίχως διαθέσεις αντικειμενικού.

————————————————————————————————————————–

Mysteries of the Dreamtime: The Supernatural Life of the Australian Aborigine (James Cowan, 1993)

Πολεμική ενάντια στο δυτικό πολιτισμό. Απαραίτητο ανάγνωσμα για όσους γοητεύονται από τους Αυστραλούς ιθαγενείς και τον για χιλιετίες απαράλλαχτο πολιτισμό τους. Πολύ καλό γράψιμο σχετικά με τη σημασία και την ιεροποίηση του χώρου/περιβάλλοντος για τους νομάδες αυτούς, φυσικά στρατευμένο και αυτό.

————————————————————————————————————————–

Soul Hunters: Hunting, Animism, and Personhood among the Siberian Yukaghirs (Rane Willerslev, 2007)

Συμμετοχική ανθρωπολογία από τον Δανό Rane Willerslev που έζησε με τους Yukaghirs για 3 χρόνια. Καταπληκτική εκ των έσω παρουσίαση των ανιμιστικών ψηφίδων τους, με αρκετή ανάλυση περί του φαινομένου της μεταμόρφωσης και του κοινωνικού συστήματος ελέγχου της συσσώρευσης πλεονάσματος που έχουν οι Σιβηριανοί.

————————————————————————————————————————–

The Varieties of Magical Experience: Indigenous, Medieval, and Modern Magic (Lynne Hume, Nevill Drury, 2013)

Παραφράζοντας τον τίτλο του κλασσικού The Varieties of Religious Experience, αυτό εδώ καταπιάνεται με την Μαγική Εμπειρία (από ψυχολογική, συνειδησιακή, και πολλές άλλες σκοπιές) ανά την ιστορία, δίχως διάθεση χλεύης ή επιστημονικής αποστειρωμένης ματιάς. Συν τοις άλλοις πολύ πλούσια βιβλιογραφία.

2017 – Top 25 albums

Places 11-25 are ordered alphabetically. Skip below for the top 10. Top EPs & Demos here.


Places 11-25 (Alphabetically ordered)

Arckanum – Den Förstfödde

Shamaatae’s swansong is a strange beast with quite unconventional song structures – several seem like weird elongated intros or snapshots from a paranoid film. Yet, that’s the magic of this album – it offers something different, yet remaining throughout an Arckanum album. An excellent farewell.

———————————————————————————————————————————-

Attic – Sanctimonious

It sounds like Kind Diamond, vocally, musically and lyrically. To be exact it sounds like good King Diamond – and the few blasting parts they incorporate work just fine. Anything that sounds like good King Diamond is bound to end up in my list.

———————————————————————————————————————————-

Cradle Of Filth – Cryptoriana – The Seductiveness Of Decay

I grew up with Cradle Of Filth, I loved Cradle up to Midian, and with Cryptoriana they pulled me back in their wagon. Yes it’s a safe album steeped in nostalgia for the first four albums, but that is what I ask from 2017 Dani. The fact that it contains one of the best songs of their career (The Night At Catafalque Manor) is just the icing on the cake. [Full review in Greek here]

———————————————————————————————————————————-

De Magia Veterum – Naked Swords Into The Wombs Of The Enemy

Maurice is one of the most hyper-productive members of the scene, and De Magia Veterum is his best project for 2017. In Naked Swords lie 30 minutes of hyper-tense black metal with a mesmerizing and completely personal guitar sound. The atmosphere of extreme damnation.

———————————————————————————————————————————-

Divine Element – Thaurachs Of Borsu

Contemporary epic death metal is a term that automatically repels me. Divine Element somehow manage to become the exception to this, with their spontaneous feeling that combines technical and highly interesting guitars with a bombastic element. The album even winks to Basil Poledouris, what is not to love? [Full review in Greek here]

———————————————————————————————————————————-

Fleurety – The White Death

18 years after Min Tid Skal Komme Fleurety returned with a bizarre, seemingly disjointed album – yet somehow the result is very very good. A partial return to the black metal sound of yore, a song-writing skill that hasn’t been blunted by time, this is almost educational, in a dynamic way. [Full review in Greek here]

———————————————————————————————————————————-

Horisont – About Time

Amazing hard rock, a tour-de-force of the ‘70s with a slightly radio friendly attitude and a huge ability of writing timeless hymns like “Electrical” and the self-titled. This is the stuff that used to fill arena stadiums. The bastard child of Scorpions, Uriah Heep, Rainbow, and a host of others.

———————————————————————————————————————————-

Jordablod – Upon my Cremation Pyre

Somehow this reminded me of old Enslaved jamming with Hawkwind. It definitely has a strong aura of improvisation that brings Vikinglir into mind. A quite exotic nordic listen that flows almost seamlessly – the overall duration could be a bit shortened, but that’s why future discography exists.

———————————————————————————————————————————-

Krallice – Go Be Forgotten

I am not a big fan of Krallice. Still, their second 2017 album just clicked. Maybe due to the B&W cover, maybe due to the non-abstract title, mainly due to the absence of sophistication. This is Krallice’s best work, a tight black metal album which does not scoff at its genre – and it shiones because of it.

———————————————————————————————————————————-

Malokarpatan – Nordkarpatenland

Pagan rituals in Slovakian countryside, filtered through an ‘80s proto extreme metal lens. Malokarpatan improved hugely since the debut, and here they present us with speed metal/first wave of black metal anthems. All this under an amazing cover art. [Full review in Greek here]

———————————————————————————————————————————-

One Master – Lycanthropic Burrowing

Extreme, oh so extreme black metal, flirting with noise structures, dominated by a mania that is lycanthropic indeed. Black metal at its most ferocious which thankfully never forgets the riffs in favour of abstract destruction. Music to howl to the moon.

———————————————————————————————————————————-

Profundum – Come, Holy Death

This is how storming through cloudways and angel flesh sounds like – you can’t get smoother than that. This is the distillation of atmospheric black metal and celestial wings, a canvas on which to float eternally. The compositions are not the main focus (though they are pretty good) here; it is the sound that steals the lightning.

———————————————————————————————————————————-

Satyricon – Deep Calleth Upon Deep

Another band that returned after many many years with an album worthy of their past. I stopped listening to Satyricon after Volcano, and this is their first album since then that I listened to more than once – many times to be precise. Finally they got the song-writing right and they managed to successfully mix present with past.

———————————————————————————————————————————-

Wrathblade – God of the Deep Unleashed

Rough-around-the-edges, barbaric epic metal. Where Lunar Shadow are the Nobles in this list, Wrathblade are the Savages. Galloping riffs (there’s been done some great work at the guitar department), unpolished vocals which call to battle, Brocas Helm and Slough Feg by their side.

———————————————————————————————————————————-

Yellow Eyes – Immersion Trench Reverie

I have a soft spot for these New Yorkers though their previous album was something of a letdown. Thankfully, Yellow Eyes are back with a blizzard of intelligent traditional black metal with a heart of dark folk. Alpine New York, that’s how you sound. [Full review in Greek here]



The Top 10

10. Lunar Shadow – Far From Light

This is the epic metal of the year. Lyricism, history, amazing-amazing guitars which bring to mind epic power metal’s golden era. This is overflowing with epic and romantic emotion, and brings back to mind my early Blind Guardian listens back in the ‘90s, along with AD&D modules reading. [Full review in Greek here]


9. Chelsea Wolfe – Hiss Spun

This is the sonicalization of neuroses into voices both ethereal and full of terror, into waves of metallic noise; a bleak, black landscape in which you can immerse yourself, and let it embrace you like an uterus. This is the sound of impending doom. [Full review in Greek here]


8. Evilfeast – Elegies of the Stellar Wind

There was a time that black metal was only snow, night, forests and stars, as far as I was concerned. This is Evilfeast’s black metal, and I couldn’t be happier listening to it. This is atmospheric black metal as it should be, returning me to this younger state of spirit.


7. Resurgency – No Worlds… nor Gods Beyond

The brutal death metal album of the year as far as I am concerned. Coming out of nowhere, this riff-fest of an album worships Morbid Angel and Deicide, managing to stir completely clear of any filler compositions.


6. Urarv – Aurum

Aldrahn returns once more with a new project, this one dressed in spectacular vestments, treading many music fields, from black metal to avant-garde. His voice, as voluptuous as always, here sings, moans, growls, whistles, and reconfirms that Aldrahnian Norwegian is a pure addiction of a language.


5. Locust Leaves – A Subtler Kind Of Light

A Subtler Kind Of Light is a cryptic creation deeply rooted and devoted to heavy metal, yet an enemy of metal’s rigidity. Here lies everything from black/thrash to Watchtower-like prog. The album reeks of angles and hidden nooks, which turn it into a plateau whose complete exploration requires devotion. [Full review in Greek here]


4. Necromante – The Magickal Presence of Occult Forces

These Brazilians drank deep from the Sarcofago and Necromantia wellsprings, creating an album that writhes with ritualistic volcanic energy. Combined with the delicious vocal mis-pronunciation of English, this is a homage to very early black metal. Music to lift your fist in the face of god.


3. Acrimonious – Eleven Dragons

Eleven Dragons rearranges the chips of extreme metal in familiar yet Highly imaginative patterns. It allows an emotional immersion within it, without raising any pretentiousness walls, engulfing and easily freezing the listener’s blood. This is what apex 2017 black metal sounds like. [Full review in Greek here]


2. Black Cilice – Banished from Time

This is spectral lo-fi music, the closer thing to spirit whispers and haunted passages. This is the furthest one can get from humanity. It feels like wandering in medieval dungeons and upon the paths of the deceased, outside time. Les Legions Noires would be proud.


1. Wolves In The Throne Room – Thrice Woven

Thrice Woven made me experience again this magickal feeling that overwhelmed me when in days long past I listened to albums such as Emperor’s In The Nightside Eclipse: it bade me strap on my headphones and go out in the dark autumn night to gaze at the firmament. Black metal at its most majestic. [Full review in Greek here]

Αλπικός χριστουγεννιάτικος παγανισμός – Η θεά Πέρχτα

frau holle.jpg

Στους απομονωμένους οικισμούς της κεντρικής Ευρώπης (και δη των Άλπεων) οι νύχτες του χειμώνα είναι τεράστιες (ειδικά σε αυτούς με βορεινό προσανατολισμό που ενδέχεται να μη βλέπουν ήλιο για μήνες) και οι θεότητες τρομερές. Οι άνθρωποι κουρνιάζουν μέσα στα σπίτια τους γύρω από τρεμάμενες εστίες, οι άνεμοι απ’ έξω σκούζουν σαν τα άλογα του Άγριου Κυνηγιού, και οι οικιακές σκιασμένες γωνιές είναι γεμάτες με το υπερφυσικό. Τα μωρά στοιβάζονται κάτω από τις κούνιες τους μόλις εμφανιστεί η σκιά ενός γέρικου γυναικείου προσώπου στον τοίχο του δωματίου. Τα μαξιλάρια της Πέρχτα, παραφουσκωμένα με χιόνι, τινάζονται καθ όλη την διάρκεια της εορταστικής χριστουγεννιάτικης περιόδου, στολίζοντας τις οξείες, ρινόμορφες σκεπές. Εδώ η λατρεία του λευκού Χριστού έχει πολύ περιφερειακή συμμετοχή στους εορτασμούς του χειμερινού ηλιοστασίου.

Υπήρχε ένα επιτραπέζιο κάποτε με το όνομα «Η Χώρα του Παραμυθιού». Το ταμπλό του ήταν ένα απέραντο δάσος, μέσα στο οποίο στήνονταν φιγούρες ελάτων, κάτω από τις οποίες υπήρχαν διάφορα γεγονότα και αντικείμενα με παραμυθένια θεματολογία. Το ότι το παιχνίδι αυτό ήταν γερμανικό είναι αναμενόμενο για όποιον έχει μια κάποια επαφή με το φολκλόρ της κεντρικής Ευρώπης – τους περισσότερους από εμάς δηλαδή, μιας και η καταλογογράφηση των αδερφών Γκριμ έχει φροντίσει για αυτό. Το ότι οι αρχικές εκδοχές αυτών των ιστοριών ήταν αρκετά σκοτεινότερες και πιο ωμές από τις αποστειρωμένες βερσιόν των σύγχρονων παιδικών βιβλίων είναι γνωστό. Η ανίχνευση των λαϊκών μύθων που στοίχειωσαν και στοιχειώνουν αυτούς τους τόπους έχει ενδιαφέρον από πολλαπλές γωνίες – προφανώς και από τη σκοπιά της αρχαιολογίας μαι γενεαλογίας των παραμυθιών. Και θαρρώ πως δεν υπάρχει καταλληλότερη περίοδος για αυτήν από τη χριστουγεννιάτικη, γύρω από την οποία υπάρχει πλήθος υλικού, με δημοφιλέστερο μάλλον αυτό που αφορά τον Krampus. Εδώ θα καταπιαστώ με κάποια λιγότερο γνωστή φιγούρα.

Πριν από δύο με τρία χρόνια, όταν είχα πρωτοανακαλύψει την ανεξάντλητη δωρεάν δεξαμενή που λέγεται Sci-hub, ανάμεσα σε μυριάδες άλλα papers κατέβασα και ένα με τον τίτλο “The Winter Goddess: Percht, Holda and Related Figures” του Lotte Motz. Το συγκεκριμένο επιστημονικό κείμενο του 1984 έχει ως θέμα μια χειμερινή θεότητα της κεντρικής Ευρώπης η οποία ανιχνεύεται με διάφορα ονόματα στις γερμανόφωνες περιοχές των Άλπεων, της Νότιας Γερμανίας και της Βοημίας/Τσεχίας. Το paper αυτό, μαζί με τη σχετική ενότητα του πρώτου τόμου της μεταφρασμένης Τευτονικής Μυθολογίας του μεγαλύτερου εκ των αδερφών Γκριμ, είναι οι βασικές αγγλόγλωσσες πηγές για τη θεά και τα έθιμα που σχετίζονται με αυτή.

Η θεά Πέρχτα (Perchta) (όπως είναι το όνομά της στις Άλπεις) και οι παραλλαγές της εμφανίζονται κυρίως κατά το χειμώνα και ιδίως εντός της εορταστικής περιόδου, δηλαδή στις δύο εβδομάδες ανάμεσα στα Χριστούγεννα και τα Φώτα. Πρόκειται για μια θεά με νομαδική νοοτροπία, προερχόμενη εκτός του χώρου των οικισμών, η οποία είναι αυστηρή και απρόσκλητη επισκέπτρια στα χωριά. Τρυπώνει τα βράδια στα σοκάκια, κοιτάει από τα παράθυρα μέσα στα κοιμισμένα σπίτια, κυκλοφορεί με τον περίγυρό της στους επαρχιακούς δρόμους. Ακόμη και όταν η παράδοση την εγκαθιστά κάπου, το άντρο της είναι η σπηλιά και το πηγάδι – εκάστοτε στοιχειώνει πηγάδια τα μεσημέρια, φέρνοντας στο νου την σλαβική Poludnica από την οποία είναι εμπνευσμένα και τα noonwraiths του Witcher.

Η Πέρχτα είναι αυτή που προκαλεί το χιόνι τινάζοντας τα μαξιλάρια της πάνω από τον κόσμο – τα πούπουλα που δραπετεύουν είναι οι χιονονιφάδες. Πρόκειται για μια θεότητα με έντονο το στοιχείο των αντιθέσεων. Τα δυο πρόσωπα με τα οποία εμφανίζεται, ένα γηραιό – με μεγάλη μύτη, αποκρουστικό, και μονίμως οργισμένο – που παραπέμπει σε μάγισσα του παραμυθιού (ή η μάγισσα παραπέμπει σε αυτό) και ένα νεαρό, λαμπρό και όμορφο. Αυτή η Ιανική διπολική φύση αντικατοπτρίζεται και στη συμπεριφορά της, με το γηραιό, άσχημο πρόσωπο να είναι αυτό που τιμωρεί τους ανθρώπους και το φωτεινό νεανικό να είναι το πιο ευμενές, το οποίο συνδέεται και με τη γονιμότητα – γυναίκες που βρέχονταν στο πηγάδι της μπορούσαν να μείνουν έγκυες.

Όσον αφορά τη δραστηριότητά της, είναι κατά κύριο λόγο συνδεδεμένη με το γνέσιμο και την ύφανση, καθώς και την εποπτεία της συμπεριφοράς. Ελέγχει το κατά πόσο οι γυναίκες είναι τακτικές στον αργαλειό, κατά πόσο τιμούν την αργία των εορτών – απαγορεύεται να ασχοληθούν με τον αργαλειό κατά το δωδεκαήμερο – αλλά και το κατά πόσο οι άνθρωποι εφαρμόζουν τη νηστεία των ημερών. Σε όλες τις περιπτώσεις η τιμωρία της προς τους παραβάτες είναι παραδειγματική: τους ανοίγει τις κοιλιές, τις γεμίζει με χώμα, κλαδιά, άχυρα και πέτρες, κι έπειτα τις ράβει χρησιμοποιώντας ένα υνί για βελόνα και σιδερένια αλυσίδα για κλωστή. Πολλές φορές η δυσμένεια της στρέφεται προς όσα παιδιά είχαν ανήθικη συμπεριφορά, αλλά κάποιες φορές και προς τα μωρά, τα οποία θέλει να τραυματίσει, και για αυτό οι γονείς τα χώνουν κάτω από την κούνια τις νύχτες των γιορτών.

YTG8_066.jpg

Ο περίγυρος που συνοδεύει την Πέρχτα είναι όσο πολυποίκιλος και γκροτέσκος ταιριάζει σε μια απειλητική θεότητα των μεγαλύτερων νυχτών της χρονιάς. Περιλαμβάνει νεκρά, αβάπτιστα μωρά, κακομορφισμένους νάνους και τεχνίτες, καθώς και φρενήρεις γυναίκες που ακολουθούν την πορεία σαν μάγισσες σε συνάξεις δαιμόνων. Υπό αυτό το πρίσμα της ορδής (συνήθως νυχτερινής) η θεά θυμίζει τους θρύλους για το Άγριο Κυνήγι, αυτό το πολυσυλλεκτικό λεφούσι που καλπάζει στους Ευρωπαϊκούς ουρανούς – για κάποιες από τις αρτιότερες εμφανίσεις του στην ποπ κουλτούρα παραπέμπω στα Books of Magic κόμιξ, και στο εξώφυλλο του Blood Fire Deathτων Bathory. Με αυτόν τον περίγυρο συναντάται στους δρόμους εκτός του πολιτισμού και ζητά από τους διαβάτες να επισκευάσουν το άρμα της. Για πληρωμή τους δίνει κομμάτια ξύλου που όταν ιδωθούν την επόμενη μέρα στο χωριό έχουν μετατραπεί σε χρυσό. Η κουστωδία όμως απαντάται και εντός των χωριών (ή πάνω από αυτά), κατά τις νυχτερινές ώρες.

Τα έθιμα που συνδέονται με την Πέρχτα έχουν να κάνουν με λιτανειακές πορείες από μεταμφιεσμένα άτομα (συνήθως νεαρούς άντρες). Κυριαρχούν οι γκροτέσκες μάσκες ζώων και οι μάσκες της θεάς (τόσο αποκλειστικά μιας εκ των δύο εκφάνσεών της, όσο και διπρόσωπες), όλες με αποτροπαϊκή δράση. Οι πορείες χαρακτηρίζονται από οχλαγωγία, με χρήση κουδουνιών και μαστιγίων, και κυνήγι των περαστικών. Το βράδυ αφήνονται φαγητά σε καίρια σημεία του σπιτιού (κατώφλι, παράθυρα, μπροστά στην εστία, ακόμη και στις στέγες) για εξευμενισμό της θεάς.

Masopust_držíme_10.jpg

2017 – Top demos & EPs

The order is alphabetic.

Blooming Carrions – Sparkling Rotten Dreams (Demo)

Finnish death metal from beyond the grave, thick and sepulchral, with almost subsonic growling vocals and a hazy atmosphere. The subterranean guitar sound is an absolute win. Grotesque, pulsating music for Lovecraftian rituals, with a very matching cover art.

———————————————————————————————————————————

Chevalier – A Call to Arms (EP)

Epic speed metal holocaust steeped in the ‘80s. The guitars are just unable to stop their quicksilvery cascades, the choruses are akin to frenetic marches, and some Mercyful Fate occult vibes cross wands with pure Maiden galloping. One of the best classic metal releases of the year.

———————————————————————————————————————————

Cult Of Fire – Untitled (EP)

Apparently these Czechs are not in a hurry of releasing another full-length – they seem to have found their momentum in short EP releases. “Untitled” is their third one in 4 years and it continues an amazing streak of quality. Tightly packed black metal with beautiful leads and atmosphere that would not seem amiss in a mid ‘90s Norwegian album. Ten minutes of pure black satisfaction. Download for free from the band’s site here.

———————————————————————————————————————————

Daeva – Pulsing Dark Absorptions (EP)

For all those craving Aura Noir-ish black/thrash with a hint of debut-era Impaled Nazarene. The exceptional frontman follows up the Masters’ commands (even down to emphatic rasping and incessant repeating of syllables), the drumming is pure tight chaos, and the guitars snake through with coiled poison. The envy of losers they piss on.

———————————————————————————————————————————

Expulsion – Nightmare Future (EP)

All-star project done right. This gathering of death metal/grind exemplars manage to showcase in seven tracks spanning something less than 14 minutes how Repulsion-style extreme metal is done right. Special attention to the leads and the maniacal song structures.

———————————————————————————————————————————

False – Hunger (EP)

2015’s “Untitled” debut was a stellar release of dark and cryptic US black metal. Two years later False return with a short (8 minutes long) EP of stormy BM on the same wavelength. Early Dimmu Borgir with a higher density comes into mind, as well as a more serpentine version of debut-era Borknagar.

———————————————————————————————————————————

Gnipahålan – I Blodets Kamp (EP)

Ancient Records could not be absent from this list. Gnipahålan’s EP is (unsurprisingly) a homage to the snow-covered mystical forests of the ‘90s. 12 minutes of nostalgic, atmospheric black metal excellently executed. In here lies and burns bright the core of what drew me to black metal many years ago – nature worship, mythology and the not-human.

———————————————————————————————————————————

Katakomb – Chained To A Wolf (Demo)

That was probably the biggest surprise of this list. Weird, drape-covered black metal from Sweden, with an almost collage articulation logic, combining noise and atmospheric passages, as well as traditional riffs and folk moments. The highly intriguing growling vocals are oscillating beneath the surface, while the guitars build up ritual madness. The cover art (a painting by the Belgian symbolist Auguste Levêque) is amazing and fits nicely with the tape concept of the lay-out. My personal list favourite.

———————————————————————————————————————————

Skaphe – Untitled (EP)

The follow up to the excellent “Skáphe²” is a 22-minute EP which keeps treading on the desolate path opened by its predecessor. More cavernous wanderings from the American-come-Iceland group, which seems to be one of the few dissonant artists worth following nowadays. The cover-art is just the crown on top of this very delicious release.

———————————————————————————————————————————

Ungesehen – Unaussprechliches Entsetzen (Demo)

Instrumental records is not something usually associated with black metal. Yet these Germans’ first demo is a 45-minute vocal-less exploration of atmosphere. A rather courageous decision, which ends up emphasizing the natural aspect of the hauntingly beautiful soundscapes. Silent wanderings in cold inexpressible horror.

Knowledge & Conversation of the Holy Guardian Owls

Ο σημαντικότερος ίσως στόχος του οικοδομήματος της Δυτικής Μαγείας (τουλάχιστον για όσους από εμάς δεν τον έχουμε πετύχει ήδη) είναι η επιτυχημένη σύνδεση με την αξιοπερίεργη οντότητα Holy Guardian Angel μας, διαδικασία γνωστή ως Knowledge & Conversation of the Holy Guardian Angel. Ουσιαστικά μια επαφή με κάτι τελείως εκτός της συνείδησης: θεότητα, ανώτερος εαυτός, συμβουλάτορας υπάλληλος των Ακασσικών Αρχείων, μια έλλογη κύστη του γιουνγκιανού συλλογικού ασυνείδητου, η νοημοσύνη του υπέρ-οργανισμού του οποίου είμαστε κύτταρα, κουκουβάγιες, ή οτιδήποτε άλλο. Η οποία επαφή αυτή αλλάζει το μάγο ριζικά – ο Crowley θα έλεγε πως τον εναρμονίζει με το Πραγματικό Θέλημά του. Όχι μονάχα προνόμιο της δυτικής παράδοσης, η ρηξικέλευθη αυτή επαφή με μια διάνοια εκτός της συνείδησής, είναι λίγο πολύ στα θεμέλια κάθε μαγικής παράδοσης, από τον (δια των πνευμάτων) διαμελισμό και επανακατασκευή του σαμάνου ως τις μάχες υπέρβασης και κατακερματισμού του υπάρχοντος Εγώ στην ανατολή. Το τί γίνεται μετά την Συνομιλία, το πώς αλλάζει η μονάδα-μάγος, και κυρίως το πως κινείται και αλληλεπιδρά μέσα σε ένα κόσμο τον οποίο πλέον βιώνει διαφορετικά, είναι μια συνεχής πραγματική απορία μου, τουλάχιστον μέχρι να επιτύχω κι εγώ τη Γνώση και Συνομιλία.

Ξαναείδα τις τελευταίες εβδομάδες τις δύο παλιές σεζόν του Twin Peaks, έχοντας στο μυαλό μου ένα ποστ φίλου στο οποίο ανέφερε πως αυτό που κάνει τον Agent Cooper τόσο απολαυστικό και συμπαθή χαρακτήρα είναι το ότι πρόκειται για έναν ενήλικο που έχει αποκτήσει Σοφία, κι έπειτα, οπλισμένος με αυτή, έχει επανέλθει σε μια παιδική θέαση/θεώρηση του κόσμου (worldview – επίσης δεν υπάρχει καμία αρνητική χροιά στη λέξη «παιδική» εδώ). Οπλισμένος με τη σειρά μου με το πρίσμα του εν λόγω ποστ, συνειδητοποίησα, από τα αρχικά επεισόδια της πρώτης σεζόν ακόμη, πως ο αγαπητός Dale Cooper απεικονίζει θεσπέσια το πως μπορεί ένα ενήλικο άτομο να κυριαρχείται από τον παιδικό τρόπο αντίληψης και αντίδρασης – έναν κατεξοχήν μαγικό τρόπο, σίγουρα διάφορο του αμιγώς ορθολογιστικού – και συνάμα να μην φαντάζει γκροτέσκο ή αστείο, αλλά απλά αξιοζήλευτο.

Ο Cooper, πέρα από την εκπαίδευση και την έως τώρα εμπειρία του, εμπιστεύεται τα όνειρά του και τη μαντική τέχνη όσον αφορά την πορεία του τόσο εντός της ζωής όσο και των υποθέσεων που καλείται να εξιχνιάσει. Και αποκομίζει το όφελος αυτής της εμπιστοσύνης, καθώς η πραγματικότητα γύρω του ανταποκρίνεται, υπακούοντας στους οιωνούς και αλλοιώνοντας τους θεωρούμενους ως άθραυστους φυσικούς νόμους του κυρίαρχου παραδείγματος – όπως ακριβώς βλέπει τον κόσμο ένα παιδί, ειδικά στα νεότατα χρόνια του. Ο Cooper δείχνει μια παντελή έλλειψη κυνισμού, σαρκασμού και ειρωνείας, τούτων των τοξικότατων αποσκευών της ενήλικης ζωής. Ένας Cooper που βυθίζεται με όλο του το είναι στην απόλαυση μιας μηλόπιτας (δίχως να σνομπάρει τις φαινοτυπικές αντιδράσεις της απόλαυσής του) και εξωτερικεύει με σχεδόν απίθανη ειλικρίνεια τα συναισθήματά του. Κάτι το ιδιαιτέρως αναζωογονητικό εν μέσω ενός ίντερνετ που έχει τοτεμοποιήσει λατρευτικά το μηδενισμό, το σκεπτικισμό και την αποστασιοποίηση από τον αγνό ενθουσιασμό. Και το μαγικό στοιχείο με όλο αυτό είναι το προαναφερθέν: δε δείχνει γκροτέσκος, ή ηλίθιος, όπως είθισται να θεωρείται όποιο άτομο δε συμβαδίζει συμπεριφορικά με τον αποδεκτό για την ηλικία του τρόπο σκέψης (ειδικά αν ολισθαίνει προς τα πίσω στον ηλικιακό άξονα). Σε αυτό βοηθάει σίγουρα το γεγονός πως ο Cooper πατάει γερά τα πόδια του και στις δυο όψεις του κόσμου (μαγική και κυρίαρχη), και δεν ξεχνάει τις περισσότερες από τις κοινωνικές ή επαγγελματικές συμβάσεις, τουλάχιστον όταν πραγματικά αυτές χρειάζονται.

Μια παρατήρηση εδώ: αναγνωρίζω πως η ανοχή της συμπεριφοράς του Agent Cooper έχει σίγουρα να κάνει και με την προνομιούχα θέση του, ως πράκτορα του FBI και ως λευκού άνδρα. Ειδικά το πρώτο έχει μεγάλη βαρύτητα, τουλάχιστον εντός του law enforcement κύκλου στον οποίο κινείται κατά τη διάρκεια των ερευνών – έχει την εξουσία να προτείνει και να επιβάλλει τις ανορθόδοξες μεθόδους του (και φυσικά η δεκτικότητα τόσο του Deputy Hawk όσο και του Sheriff Truman ως προς το υπερφυσικό τον βοηθούν). Σε άλλη περίπτωση θα μπορούσε κάλλιστα να είχε καταλήξει σε ψυχιατρείο, ως αντικείμενο χλεύης, ή ως κάτι το ακίνδυνα αξιοπερίεργο, ένας τρελός του χωριού, μια Log Lady.

Εικάζω πως η κοσμοθεώρηση του Cooper και η εκπορεύουσα εξ αυτής συμπεριφορά είναι μια πολύ πιθανή εκδοχή του πώς μπορεί να είναι ένα άτομο μετά την Knowledge & Conversation of the Holy Guardian Angel. Επανάκτηση της μαγικής θεώρησης της παιδικής ηλικίας, ενισχυμένης με την εμπειρία και σοφία της έως τώρα πορείας, με αποτέλεσμα ένα κράμα που σχεδόν εκπέμπει φως κανονικό φως, σε φάση να σε ζεσταίνει και να σε φωτίζει λίγο. Μέσα από αυτή τη θεώρηση η μαγεία αρχίζει να λειτουργεί – οι οιωνοί του Cooper είναι ολόσωστοι και η μαντική τελετή πετυχαίνει θριαμβευτικά, το δαχτυλίδι του πράγματι εξαφανίζεται στην κατοχή του Γίγαντα έως τη στιγμή που πρέπει, κ.ο.κ. Και αυτό το κλικ του μαγικού διακόπτη δεν είναι ακριβώς θέμα πεισματικής πίστης, αλλά κυρίως ριζικής αλλαγής οπτικής, μια μετάβαση από ένα νοητικό «Πιστεύω ή δεν πιστεύω ή θα ήθελα να πιστεύω πως ο κόσμος λειτουργεί έτσι» σε ένα ολόσωμο και ολοπνεύματο «Ξέρω και πάντα ήξερα πως έτσι λειτουργούσε, έστω κι αν κάποτε ξέχασα για ένα διάστημα». Στο βιβλίο “The Re-enchantment of the World” ο Morris Berman καταλήγει στο προσωπικό συμπέρασμα πως κατά το Μεσαίωνα (ή γενικότερα προ Διαφωτισμού) όταν οι άνθρωποι έβλεπαν μάγισσες να πετάνε, το μόλυβδο να μετατρέπεται σε χρυσό, τα πνεύματα των δέντρων να μιλάνε, αυτά τα φαινόμενα όντως συνέβαιναν γιατί η μαγική κοσμοθεωρία έχει τα εργαλεία για να τα αντιληφθεί. Έτσι και η Knowledge & Conversation of the Holy Guardian Angel του σήμερα θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένας τρόπος επανάκτησης του τρόπου θέασης μιας άλλης οργάνωσης της πραγματικότητας.

Τέλος μια προβολή της πορείας του Cooper στην ανοδική πορεία του μάγου επί του Καβαλιστικού Δέντρου της Ζωής: Αν κατά την ανάβαση του Δέντρου η Knowledge & Conversation βρίσκεται στο Τίφαρεθ, το έκτο Σέφιροθ, και αν πρέπει να προηγηθεί αυτής η Dark Night of the Soul, τότε πολύ πιθανώς η Γνώση & Συνομιλία να έλαβε χώρα κάπου μετά τον τραυματισμό του Cooper από τον πρώην συνάδελφό του, Windom Earle, κάποια χρόνια πριν έρθει στο Twin Peaks. Από την άλλη, η ανάβαση στο Δέντρο δε σταματάει στο Τίφαρεθ. Η άβυσσος παρεμβάλλεται ανάμεσα στην «κάτω» επτάδα και την ανώτερη σεφιροθική τριάδα. Το Black Lodge κάλλιστα θα μπορούσε να είναι αυτή η άβυσσος, την οποία πρέπει να διασχίσει η οντότητα στην πορεία προς την ανώτερη τριάδα του Δέντρου. Και στα 25 χρόνια που παραμένει στην άβυσσο διασχίζοντάς την ο Dale Cooper, το κλιφοθικό του είδωλο αφήνει μαλλί και αποκτά ένα γούστο για τα δερμάτινα καθώς οργώνει τον απάνω κόσμο.