Hoffnungstod

10417671_10152258897878282_5499423992369893639_n
Scroll down for English version


1652, σε μια φυλακή στο Λονδίνο:

Η καμπάνα σήμανε την πρώτη πρωινή ώρα. Η βροχή δεν είχε σταματήσει να πέφτει για δύο ηλιακούς κύκλους στην πόλη, και έβρισκε στο φεγγίτη του κελιού την ιδανική δίοδο για να εισέλθει στο σκυθρωπό κατάλυμα του. Οι σταγόνες δημιουργούσαν με τον συνεχή ήχο της πτώσης τους μια νεκρώσιμη ακολουθία, σχημάτιζαν με την πορεία τους μια αντίστροφη σκάλα του Ιακώβ, η οποία μετέφερε τις ικεσίες για ζωή, από τα ουράνια πίσω στον αποστολέα τους. Δεν είχε κάπου αλλού να στραφεί μέσα στην απελπισία του, παρά στην ανώτερη δύναμη, με την ύπαρξη της οποίας είχε γαλουχηθεί, με την πίστη στην οποία είχε ανατραφεί τις τρεις δεκαετίες της ζωής του.

Ο αβάς με το σημαδεμένο χέρι που τον επισκέφθηκε το προηγούμενο βράδυ του είχε υποσχεθεί πως η αθωότητά του, αν ήταν αληθινή, θα έλαμπε σαν αστίλβωτος χρυσός μπροστά στο μεγάλο δικαστή της ζωής και του θανάτου, θα του χάριζε μια θέση δίπλα στο δημιουργό του, απ’ όπου θα μπορούσε να τον υμνεί στο βάθος της αιωνιότητας. Μια αιωνιότητα που του φαινόταν πολύ μακρινή, παρ’ όλο που πλησίαζε όλο και περισσότερο με κάθε πένθιμη κωδωνοκρουσία. Δεν ήθελε να υμνεί κανέναν – τι βλάσφημη σκέψη λίγες ώρες πριν πεθάνει… – ήθελε να συνεχίσει να αναπνέει από τη σπασμένη μύτη του, να συνεχίσει να αγγίζει με τα γεμάτα εγκαύματα χέρια του, να συνεχίσει να σκέφτεται με την κουρελιασμένη από τα βασανιστήρια νόησή του. Τι κι αν το σώμα του είχε πληρώσει βαρύ φόρο στα όργανα των ανακριτών; Ήταν δικό του, παγωμένα ρίγη τον διαπερνούσαν στην ιδέα ότι σε λίγες ώρες θα το έχανε.

Τον ξαναέπιασε το στομάχι του, έπεσε στα γόνατα και προσπάθησε να αποβάλλει τα εναπομείναντα περιεχόμενα του στομαχιού του, να τα αφήσει ως αναθήματα μίσους στις πέτρινες πλάκες του δαπέδου. Δεν τα κατάφερε, ο λαιμός του κόμπιασε, πήγε να καταπιεί πηχτό σάλιο μα τα γδαρμένα τοιχώματα του οισοφάγου δεν το δέχτηκαν. Παντού η απόρριψη. Ήταν σαν η θηλιά να τον είχε σφιχταγκαλιάσει πρόωρα, τόσο ανυπόμονη μέσα στην τελεσίδικη ασπλαχνία της, τόσο αχόρταγη μέσα στην ακόρεστη βουλιμία της για καταδικασμένους λαιμούς. Του κόπηκε η ανάσα, τα χέρια του μάταια πάλεψαν με τον ανύπαρκτο κόμπο.

Συνήλθε, σηκώθηκε, πάτησε με τα γυμνά του πόδια σε μια νεοσχηματισμένη λιμνούλα, έπεσε ξανά, προσπάθησε να συρθεί με τα σημαδεμένα από τις πύρινες λεπίδες του εξεταστή χέρια του. Αποχωρίστηκε το σάλιο του και η όραση σκοτείνιασε, για να αποκαλυφθεί στον οφθαλμό του μυαλού του το ικρίωμα. Άνοιξε γοργά τα μάτια και ούρλιαξε χολωμένος. Δάκρυα κύλησαν στα βρώμικα μάγουλά, ο κόμπος στο στομάχι έγινε ακόμη πιο σφιχτός. Δεν ήθελε να πεθάνει. Όρμηξε στην λιτή αλλά τόσο αφοσιωμένη στο σκοπό της πόρτα και προσπάθησε να τη δαγκώσει με τα σπασμένα υπολείμματα των δοντιών. Ο πόνος αβάσταχτος, αλλά δεν του χάρισε ούτε ρανίδα ηρεμίας.

Η καμπάνα ήχησε την πέμπτη πρωινή. Άκουσε τα βαριά, αυστηρά βήματα των δεσμοφυλάκων να πλησιάζουν την απαραβίαστη θύρα. Άρχισε να κοπανάει ξανά το λίθινο πάτωμα, έσπασε τον ένα του καρπό. Η πόρτα ξεκλείδωσε, άνοιξε. Το φως του πυρσού τον τύφλωσε, η μυρωδιά του καμένου λίπους που χρησίμευε ως καύσιμη ύλη κυριάρχησε στην όσφρησή του. Χέρια δυνατά τον σήκωσαν, οι λαβές τον έσφιγγαν σαν μέγγενες. Τον έσυραν έξω από το κελί, έξω από τα υπόγεια του πύργου, στο πρώτο ρόδισμα του άνεφου ουρανού. Από τη διαδρομή το μυαλό του συγκράτησε ελάχιστα, είχε κλείσει κάθε δίοδο επικοινωνίας με τον εξωτερικό κόσμο, κλειδώθηκε στο αναμάσημα του αισθήματος της απελπισίας και του επερχόμενου τέλους.

Το επόμενο ερέθισμα που αξιολόγησε ήταν τα τελευταία λόγια του δικαστή: «..καταδικάζεσαι σε θάνατο δια απαγχονισμού. Είθε ο Θεός να δείξει έλεος στην ψυχή σου.» Κοίταξε γύρω του και είδε ότι τον είχαν ανεβάσει στην ξύλινη πλατφόρμα της κρεμάλας. Το κοινό του επικείμενου θανάτου του ήτανε μια ντουζίνα περίεργοι, αγουροξυπνημένοι αλήτες, ο δικαστής, οι τρεις φρουροί που τον μετέφεραν, και στην άλλη άκρη της πλατείας ένας μουσικός με έναν αυλό στο χέρι,. Μια θλιβερή κουστωδία για να επευφημήσει το κλείσιμο της αυλαίας του.

Άκουσε από πίσω μια βαριά ανάσα, γύρισε και είδε τον τελευταίο ηθοποιό στο θέατρο σκιών που ήταν η ζωή του. Κεφάλι σκεπασμένο από μαύρη κουκούλα, γκρίζα άχρωμα μάτια, πλαδαρά, γέρικα χέρια, με μια ουλή στην αριστερή παλάμη. Την παρατήρησε καθώς του πέρναγε τη θηλιά και δεν παραξενεύτηκε ιδιαίτερα που αναγνώρισε τον αβά ως δήμιό του. Μια ειρωνική σκέψη για τη συγχώρεση και την ανιδιοτελή αγάπη άρχισε να σχηματίζεται στο μυαλό του αλλά εξανεμίστηκε απότομα με το σφίξιμο του κόμπου στον αυχένα. Η καταπακτή άνοιξε κάτω από τα πόδια του, ένοιωσε να αιωρείται για λίγο, πριν ο ψυχρά επαγγελματικός κόμπος του σπάσει το λαιμό. Πρόλαβε με τον τελευταίο αέρα των πνευμόνων του να βγάλει μια πικρόχολη, απελπισμένη κραυγή και μετά πέθανε.

Ο μουσικός έφερε τον αυλό στα χείλη, αντί όμως να φυσήξει για να παίξει κάποια μελωδία, εισέπνευσε την τελευταία κραυγή του καταδικασμένου, την ύφανε σε νότες μέσα στα πνευμόνια του, και εκπνέοντας την παγίδεψε μέσα στο όργανο. Κατόπιν γύρισε, έβαλε τον αυλό στη ζώνη και συνέχισε το δρόμο του.

1349, σε ένα δρόμο της Νυρεμβέργης:

Το τελευταίο πτωματοφόρο κάρο της ημέρας είχε μόλις περάσει χωρίς να μαζέψει κάποιο φορτίο απ’ το καλύβι τους. Ένοιωθε τυχερή που θα κρατούσε συντροφιά στα τρία σπλάχνα της για μια νύχτα ακόμη. Τα βογκητά τους ήταν σα σαΐτες από ξύλο ελατιού με σκουριασμένες μύτες, που της διαπερνούσαν το κορμί, το τράνταζαν, και το κάρφωναν στο ξύλινο τοίχωμα του ταπεινού οικήματος. Όμως τα προτιμούσε από την ατέλειωτη σιωπή, από το να μείνουν αλάλητα για πάντα τα στόματα των παιδιών της.

Έβγαλε το βρεγμένο πανί από το μέτωπο του μεγαλύτερου, το βούτηξε στον κουβά με το νερό που είχε ανεβάσει απ’ το πηγάδι, και νωπό το ξανάσφιξε στο κεφάλι του. Σχημάτισε με το χέρι στον αέρα το ρούνο της Φρέια, και ψιθύρισε μια τρίστιχη προσευχή στην προγονική της θεά. Η χαμηλή ένταση της φωνής ήταν αποτέλεσμα πολυήμερης συνήθειας, δεν είχε σχέση με το φόβο της ανακάλυψης. Είχε πλέον διαβεί το κατώφλι αυτό, δεν την ενδιέφερε αν την κατηγορούσαν για λατρεία των παλιών θεών. Ο θεός που ήταν αναγκασμένη να λατρεύει σε όλη της τη ζωή είχε στείλει τον Μεγάλο Θάνατο ανάμεσά τους, ή έστω τον άφηνε να δρέπει ανεξέλεγκτα τις ζωές τους. Είχε σταματήσει να προσεύχεται όταν η πανούκλα πήρε τον άντρα της, δύο εβδομάδες νωρίτερα. Στράφηκε στους θεούς των πατέρων της, χωρίς να ξέρει πώς να τους λατρέψει, πώς να επικοινωνήσει μαζί τους. Ήταν μια τελευταία απελπισμένη έκκληση για σωτηρία, παρακάλαγε τον Όντιν να βγει καβάλα στον οχτάποδο Σλάιπνιρ, να κυνηγήσει το φάσμα της αρρώστιας απ’ την πόλη.

Η κραυγή του μικρότερου γιου την έβγαλε από την άκαρπη προσευχή της, την έκανε να πεταχτεί στο προσκεφάλι του. Από χτες είχε αρχίσει να μαυρίζει, να μελανιάζει στο δέρμα, και τα άκρα του ήδη σκοτεινιασμένα ανέδιδαν μια φρικτή δυσωδία, σαν κρέας που έχει αφεθεί για μέρες στον ήλιο του καλοκαιριού. Ήξερε τι θα συνέβαινε μέχρι το επόμενο πρωί. Πως ο αόρατος, ανίκητος μαύρος καβαλάρης θα απομυζούσε σιγά σιγά την πνοή του παιδιού της μέχρι να αφήσει ένα μισοσαπισμένο κουφάρι, βορά για τους νεκροθάφτες των αρχών. Θα το ανέβαζαν στο κάρο τους και θα το μετέφεραν σαν καυσόξυλο στη μεγάλη πυρά, που εδώ και εβδομάδες έκαιγε ακατάπαυστα, τρεφόμενη από τη σάρκα των θυμάτων. Εκεί που είχε καταλήξει ο άντρας της, οι γονείς της, εκεί που θα κατέληγε η ίδια, τα παιδιά της, η πόλη, ο κόσμος ολάκερος.

Σε δύο νύχτες της είχε μείνει μόνο ο μεγαλύτερος, μαυρισμένος κι αυτός απ’ την αρρώστια. Οι εκκλήσεις της στους αρχαίους θεούς δεν είχαν εισακουστεί, η ίδια ένιωθε τα πόδια της να σαπίζουν. Είχε πέσει από το ηλιοβασίλεμα δίπλα του, ανίκανη να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε κίνηση, αδυνατώντας ακόμη και να τον αγγίξει, παρ’ όλο που ούτε μέτρο δεν τους χώριζε. Ήταν σα να υπήρχε ένα τεράστιο χάσμα ανάμεσά τους, χάσμα που θα συνέχιζε να βρίσκεται εκεί και μετά το θάνατό τους. Οι άσπλαχνοι θεοί, παλιοί και νέοι της είχαν στερήσει ακόμη και το δικαίωμα να πεθάνει ακουμπώντας το αίμα της. Τους καταράστηκε νοερά, γιατί το σάλιο της είχε στεγνώσει προ πολλού, η γλώσσα της είχε γίνει μαύρη και πληγωμένη σαν το ροζιασμένο κορμό γέρικου εβένου. Καταράστηκε την ελπίδα, αυτή την άσπλαχνη πλανεύτρα που δεν την άφησε να πάρει τις ζωές και των τεσσάρων τους όταν μπορούσε. Τότε ξεψύχησε.

Ένας βρωμερός τσαρλατάνος καθόταν έξω απ’ το παράθυρό της από τη στιγμή που έπεσε ο ήλιος. Έφερε τον αυλό του στα χείλη και αφομοίωσε την τελευταία της κατάρα, την έπλεξε μέσα του και την έκλεισε στο κοκάλινο όργανό του. Ταίριαζε με αυτές που είχε ήδη μαζέψει, αλλά βρισκόταν πολύ μακριά ακόμη από την ολοκλήρωση. Έβαλε τον αυλό στη ζώνη του και απομακρύνθηκε μέσα στη νύχτα, πιο σιωπηλός κι από τον ίσκιο.

1180 π.Χ. στα ανάκτορα των Μυκηνών:

Κοίταξε την αντανάκλασή της στο ασημένιο κάτοπτρο που στόλιζε το βορινό τοίχο του διαμερίσματός. Ακόμη και μετά τις κακουχίες δέκα ολόκληρων ετών η μορφή της παρέμενε πανώρια, γνήσια πριγκίπισσα του Ιλίου. Αν ήταν ο αδερφός της ίσως και να φούσκωνε από υπερηφάνεια στη σκέψη της βασιλικής γενιάς. Δεν ήταν όμως. Ο Έκτορας, ο πολυαγαπημένος, ήταν για πάντα χαμένος στα κρύα δώματα του Πλούτωνα, διασυρμένος από το φονιά του. Η ίδια ήταν η Κασσάνδρα, η καταραμένη μάντισσα, καταραμένη από το καπρίτσιο ενός θεού. Ενός θεού φωτοδότη για όλους τους άλλους, γεννήτορα του εσωτερικού σκότους για την ίδια.

Ο καθρέφτης άρχισε να θαμπώνει, να σκοτεινιάζει. Αναγνώρισε τα σημάδια του επικείμενου οράματος. Σε μια σπάνια κρίση αντιδραστικής άρνησης, πέταξε το χάλκινο κύπελλο που κρατούσε, με απελπισμένη δύναμη πάνω στον καθρέφτη. Κατάφερε να κάνει μια μικρή αμυχή, από την οποία άρχισε να αναβλύζει σκούρο, πηχτό, κοχλάζον αίμα. Κάλυψε όλη την επιφάνεια του, εκτός από ένα τμήμα ακαθόριστου σχήματος στη μέση, οπού και εμφανίστηκε η εικόνα του λουτρού των ανακτόρων. Εκεί που ο νικητής του πολέμου την είχε βιάσει τις τρεις προηγούμενες βραδιές και θα συνέχιζε να το κάνει μέχρι να έβρισκε το κουράγιο να πάρει τη ζωή της με τα ίδια της τα χέρια.

Το λουτρό στον καθρέφτη παλλόταν, σα να το έβλεπε μέσα από αιμάτινη κουρτίνα. Είδε το μισητό βασιλιά να την πλησιάζει, να την παίρνει με τη βία, να αφήνει αιματηρά σημάδια στο κορμί της. Είδε τον Αίγισθο, το ανδρείκελο αυτό της Κλυταιμνήστρας να χυμάει πάνω τους πάνοπλος, μαζί με την προσωπική του φρουρά, να τους μαχαιρώνει με πάθος, να ξεσκίζει και να σκορπάει τις σάρκες του Αγαμέμνονα, να ερωτοτροπεί πάνω στο δικό της γυμνό, πεθαμένο κορμί.

Δεν τόλμησε να ελπίσει ότι το όραμα δεν ήταν αληθινό. Το είχε κάνει παλιότερα, και κάθε φορά, οι τραγικές επιβεβαιώσεις της ξερίζωναν τα ελάχιστα ψήγματα ελπίδας. Πλέον περίμενε παθητικά, δουλικά, την ολοκλήρωση της καταραμένης, σύντομης ζωής, παραδομένη σε ένα μοιρολατρικό κενό. Αυτή, η Κασσάνδρα, πριγκίπισσα της Τροίας, κόρη του Πριάμου και της Εκάβης, ερωμένη του Απόλλωνα και καταραμένη από τον ίδιο, θα έσβηνε, θα πήγαινε στις πένθιμες αίθουσες της Περσεφόνης, θα γινότανε μια από τις αναρίθμητες σκιές που αλυχτούν γοερά αυτό που έχουν χάσει, περιμένοντας τους ζωντανούς να προστεθούν στις τάξεις τους.

Ο μουσικός κοίταζε από το παράθυρο του λουτρού την πολύβουη σφαγή. Αυτή τη φορά δεν περίμενε κάποια φωνή για να αιχμαλωτίσει στο αρχαίο μουσικό του όργανο. Την είχε πάρει προ πολλού την κραυγή της Κασσάνδρας, πίσω στην Τροία, ενώ ο θεογέννητος Αχιλλέας έσερνε το σώμα του Έκτορα γύρω από τα τείχη. Ήθελε απλά να παίξει μια μελωδία γι’ αυτή, χωρίς νόημα, χωρίς ελπίδα, βασανισμένη, όπως η ζωή της. Έφερε τον αυλό στα χείλη, έπαιξε για λίγο, τον έβαλε στη ζώνη του και κίνησε για αλλού.

Κάπου στο χρόνο:

Επί χιλιετίες τις μάζευε, κραυγές από παντού, κραυγές θανάτου, πόνου, δυστυχίας, πάνω απ’ όλα απελπισίας, Τις έψαχνε μεθοδικά, τις αναζητούσε σε οποιοδήποτε τόπο, σε οποιοδήποτε χρόνο. Δεν ήταν επιλεκτικός, αρκούσε ο ήχος να ήταν μια ολοκληρωτική άρνηση του ενδόμυχου περιεχομένου του αυλού του. Να θρυμμάτιζε, έστω και απειροελάχιστα αυτό που κρυβόταν στα βαθύτερα λαγούμια του κοκάλινου σωλήνα. Και ήταν τόσες πολλές οι κραυγές, που το είχανε ροκανίσει σχεδόν ολοκληρωτικά. Έμενε μια ακόμη τελευταία και το έργο του θα ολοκληρωνόταν. Μετά μπορούσε να ξεκουραστεί.

Στην Ανατολή πορεύτηκε, στη μεγαλύτερη οροσειρά σκαρφάλωσε. Στη στέγη του κόσμου κούρνιασε όταν έπεσε η νύχτα. Εκεί, κάτω από το καθάριο, αγνό λαμπύρισμα των άστρων, πήρε τον αυλό στα πολύπαθα χέρια του, τον περιεργάστηκε για λίγο, νιώθοντας το βασανισμένο παλμό των φωνών, τη μελωδία των καταραμένων. Τον έφερε δυο πόντους από τα χείλη του και ψιθύρισε τα τελευταία του λόγια, λόγια που τα ύφαινε από την αρχή του κόσμου. Τον αποχωρίστηκαν και πήγαν να συναντήσουν τους συντρόφους τους, στον οστέινο λαβύρινθο μπροστά του.

Και έπαιξε τη μελωδία του τέλους. Αυτός, που άκουγε σε πολλά ονόματα και τελευταίο διάλεξε το Πανδώρα να τον συντροφεύει, άπλωσε πάνω στην ανθρωπότητα το μελωδικό πέπλο της απελπισίας.

Και η ανθρωπότητα το άκουσε και κατάλαβε

Και τα μάτια τους σκοτείνιασαν και τα άστρα κρύφτηκαν για πάντα

Και τα αυτιά τους ράγισαν και η μουσική σώπασε για πάντα

Και οι μύτες τους σφάλισαν και τα λουλούδια μαράθηκαν για πάντα

Και οι γλώσσες τους κόπηκαν και η τροφή ήταν σαν στάχτη

Και τα άκρα τους πέσανε και σερνόταν σα φίδια

Και οι ψυχές τους θρυμματίστηκαν σαν την ελπίδα που οι ίδιοι είχαν σκοτώσει

(Εκδόθηκε στη συλλογή διηγημάτων Θρύλοι του Σύμπαντος Ι, Εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές, το 2007)

—————————————————————————————————————————
English version

1652, a London prison:

The bell tolled the first hour after midnight. For the past two days rain was falling ceaselessly upon the city. The cell dormer formed an ideal passage for the water to trickle into his solemn quarters. The steady sound of falling droplets imitated a funeral procession, their march creating a reverse Jacob’s ladder, casting unanswered from the heavens the pleas for life of their dispatcher. He had nowhere else to turn to in his despair, no one but the supreme Power. The belief in Its existence had nurtured him since birth, the faith in It had nourished his being through three decades of life. Now, in his hour of need, It had rejected him.

Last night, the visiting abbe had promised that, his innocence, be it true, would shine like unvarnished gold before the grand Judge of life and death, it would endow him with a seat beside his creator, a place to praise the Lord for all eternity. An eternity remote to him, seemingly far removed, though with every bell chime that distance was devoured. Stifled was his desire for giving praise to anyone now, though nigh was the hour of his death. He lusted to keep breathing through his broken nose, to keep touching with his scalded hands, to keep his tattered mind thinking, for many years to come. His body had paid a heavy toll to the inquisitors’ instruments. But it was his body nonetheless, shuddering chills coursed through him in the thought that it would be lost in a few hours.

His stomach convulsed again, he fell down to his knees, trying to discharge the remaining of its contents, to raise them as votive offerings of hate amidst the stone floor tiles. Unsuccessfully. His throat coarse, his gullet contused, they opposed the thick saliva as he tried to swallow. Rejection everywhere. It was as if a precocious noose was constricted around him, eager in its decisive pitilessness, insatiable its cruel gluttony for doomed necks to snap. He couldn’t breathe, in vain did his hands try to deal with the nonexistent knot.

Recovering, he rose, stepped on a newly formed urine pool with his bare feet, fell down again, tried to crawl on his hands, hands irreversibly deformed by the fiery blades of inquisition. He spat, and his outer vision darkened, letting his inner one to be filled with the phantom of the gallows. He opened his eyes quickly and screamed bitterly. Tears ran down his filthy cheeks, the knot in his stomach tightened. He didn’t want to die. He hurled himself at the plain yet staunch to its purpose door, he tried to bite it with the fragments of his teeth. The pain unbearable, yet not a sliver of redemptive unconsciousness did smile upon him.

The bell tolled the fifth hour after midnight. He heard the austere, heavy steps of the gaolers approaching the inviolable door. He started clobbering again the stone floor, breaking one of his wrists. The gate unlocked, opened. The torch’s light blinded him, the smell of burning fat, used as fuel, prevailed in his nostrils. Strong arms lifted him, iron grips like black vises around his body. They dragged him out of the cell, out of the tower dungeons, as the cloudless morning sky flared red in the east. The procession onwards marched, a blur of images. He had shut himself up, barricading every route of communication with the outside world, he ruminated the feelings of despair and of his approaching end.

The next stimulus were the judge’s final words: “…sentenced to death by hanging. May God have mercy on your soul.” He looked around and saw that he was upon the wooden gallows. The audience of his upcoming death consisted of a dozen curious bystanders, a few drowsy trumps, the judge, the trio of guards that had carried him. In the opposite corner of the square there stood a musician, a flutist. A lugubrious entourage to cheer the dropping of his curtain.

Hearing a heavy breath from behind, he turned his head. He saw the last actor of the shadow play that was his life. Black-hooded head, gray-washed eyes, pulpy, aged hands. One of the man’s palms was scarred, he was watching it as it slipped the noose over his head. Not great was his surprise as he realised that the abbe was his executioner. Ironic thoughts about forgiveness and selfless love came to fruition in his mind, but they were all abruptly dispersed as the knot tightened about his neck. The trapdoor opened underneath him, a momentary levitation, before the ruthless professional knot snapped his nape. Time enough to empty his lungs with a sour, desperate cry, before he died.

The musician brought the flute to his lips. Instead of blowing a melody, he inhaled through it the last cry of the condemned, he wove it into notes inside his lungs, and trapped it in his instrument by exhaling. Thence he turned around, placed the flute at his belt, and continued down the road.

1349, a Nuremberg street:

The last corpse-carrier of the day had just moved on, his cart not claiming any cargo from their hut. She felt lucky, being able to keep company to her three children for one more night. Their groans, like rusty arrowheads they pierced her body, they rattled it, they nailed it to the wooden boards of the humble abode. Still, those cries were preferable to the endless silence, to the eternal muting of her children’s voices.

She removed the dry cloth from her youngest son’s forehead, immersed it in a bucket of water, water that she had drawn from the family well. Cold and moist again, she retied it around his head. Then she drew the Freyja rune in the air, muttering a three versed prayer to her ancestral goddess. The low volume of her voice was a result of convention, not related anymore to the fear of discovery. She was past that threshold, not bothered by accusations of heathen worship. This god that she was forced to praise throughout her life had probably sent Black Death among them. At the very least he had left it unchecked to reap their lives. She had stopped praying to him two weeks past, when the plague claimed her husband. She had turned to the gods of her forefathers, with only vague knowledge of their worship, with no idea of how to communicate with them. It was a last desperate cry for salvation, she beckoned Odin to emerge, riding Sleipnir the eight hoofed, to dispel the spectre of disease from the town.

The moan of her youngest son disrupted her fruitless prayer, she hastened to his side. Since yesterday his flesh had started blackening, his skin bruising. His hands and feet, already dark, exuded a putrid stench, like meat left for days under the summer sun’s gaze. She knew what to expect come next morning. Oh, how the invisible, the all-invincible rider would drain slowly the breath of her child, till the only thing left would be a half-rotten husk, prey to the gravediggers. It would be thrown upon their cart, then carried like a log to the great pyre, the bonfire that burned incessantly for weeks, feeding of the flesh of the deceased. The pyre had already fed on her husband, her parents, it would feed on her children, on her, on the town, on the whole world.

In two nights time she had only her elder son left, the disease already blackening him. Her pleas to the ancient gods had not been answered. She felt her own legs rotting. Since sunset she had fallen next to him, incapable of moving, not able to touch him, though not even a yard separated them. It was like a cavernous chasm had appeared between them, a chasm that would exist past death as well. Woe to the pitiless gods, old and new, that had deprived her of the mercy of dying embraced with her offspring. She cursed them silently, for gone was her saliva for hours, blackened was her tongue and blistered like a tainted tree bark. She cursed Hope itself, that remorseless mistress, who would stay her hand from taking her own life while she was still able. Then she passed away.

A filthy charlatan had moved outside her window since twilight. He raised the flute to his lips, assimilating her last curse. He wove it inside him, then encased it in his bone instrument. It matched those curses already collected, but far from complete was his assortment. He replaced the flute on his belt, and set off into the night, silent as a shade.

1180 b.c. The Mycenaean palace:

She gazed upon her reflection in the silver mirror gracing the north wall of her apartment. Even after ten years of hardships, her figure was exquisite, a genuine princess of Illion. If her mindset was anything like her brother’s, she would be reveling in the thought of the royal line. But no Hector was she. No beloved Hector who was now forever lost in the cold halls of Hades, traduced by his killer. She was Cassandra, the accursed oracle, damned by a capricious god. A god luminous for all humanity but her. In Cassandra he had birthed darkness impenetrable.

The mirror turned blurry, murky. She acknowledged the signs of the impending vision. In a moment of rare refusal, denial, she tossed the copper cup in her hand towards the polished metal, with desperate force. Only a small scratch did she managed, and from that scratch thick, seething blood started oozing. It spread all over the surface, apart from a vague area in the middle. There appeared an image of the palace baths. The baths where the conqueror of Troy had raped her for the past three nights, as he would continue doing, unless she mustered the courage to take her own life.

The scene in the mirror pulsated, like she was watching it through a curtain of blood. She saw the hated king approaching her, taking her by violence, leaving bloody marks on her body. She watched Aegisthus, Clytemnestra’s puppet, rushing fully armed upon them, flanked by his personal guard. She watched as he stabbed them passionately, as he ravaged and scattered the flesh of Agamemnon, as he made love to her own naked, dead body.

No hope had she that the vision would come to be deceptive, false. Every time she had dared to think so, the tragic confirmations had come rushing, ripping apart her few vestiges of hope. She would give her mind over to a fatalistic void, would await passively her damned, short life’s end. She, Cassandra, princess of Troy, daughter of Priam and Hecuba, lover of Apollo, cursed by him, she would be quenched, she would descend to the mournful halls of Persephone, she would be one of the countless shades, the ones that wail endlessly for what they have lost, awaiting the living to join their ranks.

The musician beheld from the bath window the blustering slaughter. This time no voice, no scream, no curse awaited to be trapped inside the ancient instrument of his. Cassandra’s outcries he had claimed long ago, back in Troy, while god-begotten Achilles hauled Hector’s body around the city walls. No, this time he had a melody for her, a meaningless, hopeless one, as tortured as her life was. He played the flute awhile, then returned it in his belt and roamed far away.

Somewhere in time

For millenia had he gathered them, moans from the whole world, screams of death, misery, pain, screams of raw despair. He was methodically questing for them, through time and space. Fastidious he was not, any sound was suitable, as long as it was in total negativity with his flute’s inmost core. As long as it shattered infinitesimally what was hidden in the deepest burrows of the bone tube. So innumerable were the screams, that it had been almost totally gnawed. One more, then his work would be complete. Then he could rest.

To the East he marched, on the greatest mountain range he climbed. At the top of the world he perched, as night fell. There, beneath the clear and pure shimmer of stars, he grasped the flute in his weary hands, prying it for a moment, sensing the tortured pulse of the voices, the melody of the damned. He raised it to his lips and uttered his last words, words that he had woven since the dawn of Time. They parted with him, gone to meet their comrades, inside the bony maze.

And he performed the End melody. He of many names, Pandora being his last, he suffused humanity with the discordant veil of hopelessness.

…And humanity listened and understood.

…And darkened were their eyes, and the stars were hidden eternally.

…And cracked were their ears, and music muted forever.

…And sealed were their nostrils, and flowers forever withered.

…And cut were their tongues, and all nourishment was ash.

…And fallen were their extremities, and they did slither like snakes.

…And broken into pieces were their souls, broken like Hope that they themselves had murdered.

(Published in the short story collection «Legends of the Universe I»[Θρύλοι του Σύμπαντος Ι], Universal Pathways Editions, in 2008)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s