Το Αλώνι της Μέρας και της Νύχτας

Kornfeld_im_Mondenschein

Μια μέρα πέρναγε ένα παλικάρι μέσα από το Ρουμάνι του Λήσταρχου, κοντά στα Πουρνάρια της Υφάντρας. Σαν βράδιασε κάθισε να ξαποστάσει κάτω από ένα μεγάλο βράχο. Είχε το νου του, γιατί εκεί κοντά ήταν και το Αλώνι του Αφέντη, που είχε βουλιάξει μέσα στη Γη πριν πολλά χρόνια. Μόλις πήγε να βάλει μια μπουκιά στο στόμα, άκουσε από την άλλη μεριά του βράχου ένα ήχο σα να γυρνάει ρόκα. Έκανε μια βόλτα γύρω από το θεόρατο λιθάρι, και βρήκε μια μεγάλη τρύπα. Δίπλα της στέκονταν μια γρια και ύφαινε σε έναν μαύρο αργαλειό που χάνονταν μέσα στην γη.

-Τι υφαίνεις Γιαγιά;

-Το ζωνάρι της Μέρας. Πάρε αυτήν την κούπα και κατέβα μες στ’ αλώνι να μου φέρεις νερό.

Ο νέος κοίταξε μέσα στην τρύπα και είδε σκαλιά να κατεβαίνουν στο βάθος. Σκιαζόταν, αλλά τη λυπήθηκε τη γρια, δίψαγε κι αυτός, κι έτσι αποφάσισε να κατέβει.

Είχε μαζί του τρία κεριά. Άναψε το πρώτο, κατέβηκε εκατό σκαλιά, και το κερί σώθηκε. Άναψε το δεύτερο, κατέβηκε άλλα εκατό, και έλιωσε κι αυτό. Πήγε να ανάψει το τρίτο, αλλά είδε κάτι να φέγγει μπροστά του. Βρίσκονταν στο παλιό Αλώνι του Αφέντη, που ήταν ολοστρόγγυλο σαν το γεμάτο φεγγάρι. Ίσκιοι πολλοί ήταν μαζεμένοι πάνω στις πέτρες, και στο κέντρο είχε για στύλο έναν έλατο μαυρισμένο. Δίπλα στο δέντρο στέκονταν ένας σιδεράς και πλάι του υπήρχε μια βρύση. Περίμεναν σωρός οι σκιές, μια μια, να τους μανταλώσει τις φωνές ο σιδεράς, και να τους δώσει νερό απ’ την πηγή. Μόλις έπιναν, άρχιζαν να αλωνίζουν το φως απ’ το σκοτάδι, κι έτσι γίνονταν η μέρα και η νύχτα.

Δίχως να το καταλάβει, τον έβαλαν κι αυτόν στη σειρά, και τον έσπρωχναν οι κρύοι ίσκιοι, μέχρι να φτάσει στο σιδερά. Εκείνος τότε του ζήτησε τη φωνή, για να τη μανταλώσει. Σκέφτηκε γρήγορα το παλικάρι, και έβγαλε από το ταγάρι του τον ψίθυρο μιας κακούργας γάτας από το χωριό του. Τον πήρε ο σιδεράς και τον μαντάλωσε με το σφυρί του, και άφησε το παλικάρι να πιει και να γεμίσει την κούπα. Από τότε εκείνη η γάτα μουγκάθηκε.

Το παλικάρι έκανε να γυρίσει πίσω, αλλά δε θα του έφτανε ένα κερί για να βγει στον απάνω κόσμο. Τρύπησε τότε με το μαχαίρι το δάχτυλό του, κι άφησε να στάξει λίγο αίμα στο χώμα. Ευθύς μαζεύτηκαν οι σκιές να πιουν τη ζέστη των ζωντανών, και το αγόρι πήρε κάποια από τα αλωνισμένα κομμάτια φως. Με αυτά στο χέρι, ανέβηκε γοργά τα σκαλιά, και ξεφύσηξε σαν είδε το φεγγάρι να λάμπει στον ουρανό. Η γριά ήταν άφαντη, το ίδιο κι ο αργαλειός της. Το έβαλε στα πόδια, παίρνοντας το αθάνατο νερό μαζί του.

Κάποιες σκιές είχαν δει πώς το αγόρι ξεγέλασε το σιδερά, και άρχισαν που και που να κυνηγάνε ποντίκια μέσα στη γη, και να δίνουν τις φωνές τους στο σιδερά. Όταν συμβαίνει αυτό, η μέρα χάνει τον ήλιο, και η νύχτα το σκοτάδι. Ο σιδεράς δεν ξεγελιέται όμως για πολύ, και σύντομα το αλώνισμα ξαναρχίζει, επιστρέφοντας την ώρα εκεί που πρέπει.

(Η ιστορία πήρε την τρίτη θέση στο διαγωνισμό μίνι κειμένου The Way to Fantasticon 2015, με θέμα «στο παλιό αλώνι»)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s