Το Δάσος του Άλμπεϊ (μέρος 4ο)

(το τρίτο μέρος εδώ )

VIΙ Αραζίγκι

chaotic.bird.head

   «Αραζίγκι, ανατολικά της γης των Χετταίων η πόλη» λέγαν οι Αιγύπτιοι, και ξόρκιζαν το όνομα με μια χειρονομία προς τον ήλιο. «Αραζίγκι, παραδομένη στα φτερά του Κέκου, υπνωτισμένη αιώνια στα κοάσματά του,» προσέθεταν οι ιερείς δαγκώνοντας τη γλώσσα τους και φτύνοντας αίμα. «Αραζίγκι, που η κόρη της περπατάει στα δύο πόδια και δρέπει τα πρωτότοκα,» σκούζαν οι μανάδες, και τάιζαν τη σπιτική φωτιά γιατί ψύχραινε απότομα ο αέρας.

«Άνοιξα απρόθυμος τα μάτια ξένε, γιατί η Σιφ είχε σαλέψει γυρίζοντας προς την άκρη της στέγης. Εκεί που μέχρι πριν λίγο ανεμπόδιστη διέτρεχε η ματιά μου την απέραντη πόλη, τώρα ένα άγαλμα γκρίζο, ελάχιστα ψηλότερό μου, ατένιζε τις αστικές εκτάσεις με πλάτη γυρισμένη προς εμάς. Μου φάνηκε πως άνηκε σε γυναίκα η κορμοστασιά του, κρυμμένη κι ας ήταν ολάκερη σχεδόν, ανάμεσα σε λαξευμένα φτερά. Μαρμάρινα μαλλιά και φτέρωμα, αδιάσειστα ενωμένα έστεκαν όπως το κοίταζα από πίσω, μπλεγμένα στους αιώνες από του ανώνυμου γλύπτη τη σμίλη. Η Σιφ προχώρησε προς το μέρος του επιφυλακτικά, έκανε να το αγγίξει, πισωπάτησε απότομα.

«Ρόμπερτ,» με απορία δονήθηκε η φωνή της, «είναι ο Μέλλικενς, ο άρχων του Άγριου Κυνηγιού. Αδιάφορη είναι η εξωτερική του εμφάνιση για τις αισθήσεις μου, όσο ελλιπείς και να είναι τον αναγνωρίζω. Πρέπει να μας ακολούθησε εδώ, παραβλέποντας την επιρροή που έχουν πάνω του αυτά τα μέρη. Ήδη ο αδερφός μου τον είχε σημαδέψει ανείπωτα, διαρρηγνύοντας το όνομά του καθώς μας είπε, μα αυτός επέλεξε  να αψηφήσει το ρίσκο, κρεμώντας την υπόστασή του στη μύτη ενός καρφιού. Και ιδού το αποτέλεσμα. Αυτός που κάποτε ήταν ο μέγας Μιχάναελ Μέλλικενς, περήφανος ηγέτης της Εκδικητικής Ορδής, τώρα μαρμαρωμένος στέκεται να θωρεί τον ίσκιο της παλιάς γενέτειράς του. Αναγνωρίζω το πνεύμα του, μα όχι την αποφασιστικότητα και την απρόσκοπτη σκέψη του, αυτή που με άθλους τιτάνιους κατάφερε να στιλβώσει μέσα από χιλιετηρίδες ανέλιξης. Κύλησε πάλι στα άνυδρα μονοπάτια της Μεσοποταμίας, εδώ μέσα σε αυτό το αντίγραφο της αρχαίας φωλιάς του.»

«Αραζίγκι, η πόλη των μαύρων φτερών, η μήτρα του Μέλλικενς,» μου είπε. «Ο αδερφός μου πρέπει να άντλησε τις παλαιότερες μνήμες του Κυνηγού, όταν τον κράτησε εδώ αιχμάλωτο, και από αυτές ξεχώρισε όσες αφορούσαν την πόλη αυτή. Ανατολικά των Χετταίων κούρνιαζε πριν τον κατακλυσμό, η μελανότερη σελίδα της ιστορίας των οικισμών, ένα συνονθύλευμα κατοικιών αόμματων τρόμων και έρπουσας τρέλας, η Αραζίγκι. Εκεί πρωτοεμφανίστηκε ο Μιχάναελ, με άλλη μορφή και όνομα από αυτά που ξέρουμε. Γυναίκας φτερωτής ήταν το κορμί του, και το ίδιο όνομα είχε με την πόλη των σκιών, Αραζίγκι.»

«Από τις εύφορες κοιλάδες των μεγάλων ποταμών, από τις απάνθρωπες ερήμους της Ασίας, πλησίαζαν στην πόλη σκουντουφλώντας οι παράφρονες. Σερνόντουσαν μέχρι τα παράθυρα της Αραζίγκι οι στιγματισμένοι εγκληματίες, όσοι κρίνονταν άξιοι εξοστρακισμού από τους συμπατριώτες τους. Και έπρεπε καθένας που γλιστρούσε προς αυτήν να φέρει μια θυσία αντάξια της πόλης. Λένε πως κλάματα βρεφών βασάνιζαν τα αυτιά των κατοίκων της μακρινής Αράφκα όταν ο άνεμος φύσαγε από την κατεύθυνση της Αραζίγκι. Λένε πως φτερωτοί όγκοι σάλευαν στις κορυφές των πιο σκοτεινών νεφών που πλησίαζαν από την κατεύθυνση της Αραζίγκι. Και κάποτε λέγαν πως οι νεκροί που οι τάφοι τους κοίταζαν ανεμπόδιστα προς την πόλη των μαύρων φτερών, νοσταλγούσαν τους ζωντανούς συγγενείς τους, και έσπαζαν από μέσα τα μνήματα για να τους αγκαλιάσουν ξανά. Ήρθε όμως το σφυρί του κατακλυσμού και ισοπέδωσε για πάντα τα σκιερά σοκάκια της πόλης, και πήρε μαζί του στον ωκεανό κάθε πέτρα και γυαλί που άνηκε στα κτίρια της παραφροσύνης.»

«Αυτές τις μνήμες της Αραζίγκι ανέσυρε από τον Μέλλικενς ο Νέλτον, και τις εφάρμοσε στην κατασκευή της πόλης που βρισκόμαστε τώρα. Ο Μέλλικενς δεν περίμενε να βρει εδώ το παρελθόν που έχει απαρνηθεί, και θαρρώ πως σείστηκε συθέμελα η ύπαρξή του. Αναρωτιέμαι…»

Όσο τα λόγια της έθρεφαν τα αυτιά μου, εγώ είχα προσεγγίσει το άγαλμα με επιφυλακτικότητα, και λαχτάρισα να δω το πρόσωπό του. Έκπληξη όμως με διαπέρασε κάνοντας τον κύκλο του, γιατί από όποια πλευρά και να το κοίταζα, μονάχα το πίσω μέρος, η υπονοούμενη πλάτη με αντίκριζε. Τι ξόρκια ή παράνοιες έκρυβε το κουκούλι αυτό δεν μπορούσα να φανταστώ. Το άγγιξα με το αριστερό χέρι και ένοιωσα κρύα φτερά να σαλεύουν στο πέρασμα της παλάμης μου, ψευδαίσθηση αποκαλύφθηκε η μαρμάρινη εμφάνιση. Βύθισα το χέρι μου ακόμη βαθύτερα στο φτέρωμα, χωρίς να συναντήσω αντίσταση. Όσο πιο βαθιά προχωρούσε η παλάμη, τόσο πιο παγωμένα ένοιωθα τα πούπουλα, αλλά με πείσμα συνέχιζα την αναζήτησή μου.

Η Σιφ πρέπει να είχε σταματήσει να μιλάει, γιατί τώρα έφτανε στα αυτιά μου ένα ανεπαίσθητο βουητό  από το εσωτερικού του πράγματος, το οποίο δεν άκουγα προηγουμένως. Θύμιζε τον ήχο κορακιού που τινάζει τις φτερούγες του στη βροχή. Γέμισε ο αέρας με οσμή λιβανιού, και είδα πως δίχως να το συνειδητοποιήσω είχα χωθεί σχεδόν ολόκληρος μέσα στο ζωντανό γλυπτό. Προσπάθησα να τραβηχτώ, αλλά με έκοβαν από παντού τα φτερά, που είχαν γίνει σαν ξυράφια σκληρά, σαν τον ξηρό νοτιά του καλοκαιριού χαράκωναν το κορμί μου. Θέριωσε μέσα μου οργή και λύσσα επιβίωσης, και σημαδεύοντας το χέρι μου σε αμέτρητα σημεία, κατάφερα να τραβήξω το πιστό μαχαίρι μου. Με μανία θέριζα το φτερωτό παλίμψηστο, άπειρα στρώματα είχε η επιφάνειά του, αλλά κατάφερα να ελευθερωθώ, αιμορραγώντας σαν μάρτυρας, η όψη μου για πάντα ρημαγμένη από τότε.

Η Σιφ είχε στραμμένο το πρόσωπό της πάνω στην τερατωδία από την οποία είχα ξεφύγει, αυτό τον όγκο από φτερά και μαλλιά που πετάριζε μπροστά μας, αυτόν που μέχρι πρόσφατα ένας ισόθεος ήταν. Το μαχαίρι μου παρέμενε σαν πρόκληση απέναντί του, σταθερό στο κράτημά μου. Το πλάσμα που λέγονταν Αραζίγκι, θρόιζε ολόκληρο μπροστά στη λεπίδα που κάποτε, με άλλο όνομα, μου είχε πουλήσει. Τρύπωσε η φωνή της στα αυτιά μου, και έσερνε μαζί της νύχτες σπασμένων καθρεφτών και ανοιχτών μνημάτων.

   «Επέστρεψα Κόρη του Λόγου, από τη σιωπή χιλιετηρίδων. Θαμμένη κάτω από τα πυκνά χαλιά της Δομημένης Σκέψης, αφορισμένη πλάγιαζα και το βασίλειο της Αραζίγκι κατέρρευσε κάτω από τα πλοκάμια της Προόδου, αλλά κοίτα με πως πνίγω ήδη αγέλες εντόμων και νεογνών μέσα στα μάτια μου. Αδελφοκτόνε, από τις πτυχές μου έκλεψες τα ξυράφια των χειλιών, σαν λωποδύτης και χιλιοπρόσωπος Ιανός πλησιάζετε, ω θα συρθώ πάνω σε τρυφερές οικογένειες για αιώνες.»

Ανήλθε στον φόντο του γκρίζου στερεώματος, αόρατη σχεδόν, και ήταν η δόξα που εξέπεμπε ισάξια με εξαπτέρυγου αρχάγγελου, και έπεφτε η σκιά της πηχτή πάνω στις δικές μας, ξεσκίζοντάς τες, ρουφώντας τα ξέφτια τους με απόλυτη ησυχία. Όταν σου λυμαίνονται τον ίσκιο τα δόντια σου κροταλίζουν, οι κόρες των ματιών συσπώνται και γυρίζουν ανάποδα στις κόγχες, και το ψύχος που κουλουριάζεται στην καρδιά σου είναι ανυπολόγιστο. Αισθάνεσαι να βιάζεται η σπίθα της ζωής σου. Έτρεμα στην αγκαλιά των απτών σκοταδιών.

ψρος

Μα αυτό που κράδαινα στο χέρι μου δεν είχε εγκαταλείψει την ελπίδα. Φως έλαμψε πρισματικό από την Λεπίδα των Στεναγμών, φως που απλώθηκε γύρω μας όμοιο με σεληνιακή άλω, πεινασμένο για τα απρόσιτα σε προσευχές μέρη. Άκουσα μέσα μου λόγια μιας γλώσσας άγνωστης να υψώνονται σε μια περιφρονητική προς την Ορδή ελεγεία, λέξεις που με ατσάλωναν, στίχοι που ξεπερνούσαν το μυαλό μου. Βοήθεια άνθιζε μέσα μου, θαρρείς πως κάποιος είχε αγανακτήσει με την ανημποριά μου, και ύψωνε πλάι στο μαχαίρι την ψυχή του, ενάντια στην Αραζίγκι, κάποιος αθάνατος, πανίσχυρος σαν κοσμική δύναμη.

Όρμισα μισότρελος προς αυτήν, αγνοώντας τις τρεις οργιές ουρανού που μας χώριζαν. Το αιωρούμενο σχήμα άρχισε να περιστρέφεται, γυρνούσαν τα φτερά και οι τρίχες του σε ομόκεντρους κύκλους. Στο κέντρο αυτών, κυριαρχούσε ένα σημείο μαλακό στην όψη, συστρεφόμενο με ασύγχρονη σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα ταχύτητα, και έμοιαζε σαν μια σκούρα κουρτίνα να αποτραβιόταν. Τριγμοί κοκάλων ήχησαν.

«Ρόμπερτ, απέστρεψε το βλέμμα σου!», φώναξε η Σιφ. «Η Αραζίγκι απογυμνώνει το πρόσωπό της! Ο Μέλλικενς χωρίς περικεφαλαία! Φυλάξου από την όψη του!»

Προσπάθησα να υπακούσω, αλλά η φλόγα που έκαιγε μέσα μου, αυτός ο άλλος που μου έδινε πυγμή γιγάντων, κράτησε τα μάτια μου καρφωμένα πάνω στην αυλαία του παραλόγου. Και είδα, για μια στιγμή μόνο, πριν καρφώσω τη λεπίδα στο αριστερό μου μάτι, αναγκάζοντας έτσι και το δεξί να κλείσει τρομαγμένο. Ένα μάτι θυσίασα για να σώσω τα ψήγματα λογικής που μου είχαν απομείνει. Τι είδα δε θα σου περιγράψω ξένε, γιατί αυτά που κρύβονται κάτω από τις φτερούγες των νυχτοπουλιών της ερήμου δεν είναι προορισμένα μήτε για μάτια, ούτε για αυτιά νοημόνων όντων. Κι έτσι ήταν που με έσωσε το μαχαίρι δυο φορές εκείνη τη μέρα, χάρη του απέφυγα μοίρα χειρότερη από θάνατο, κι ας ήταν το τίμημά βαρύ.

Πεσμένος μέσα στο αίμα μου, σφαδάζοντας από τον πόνο στο μάτι, άκουσα τη Σιφ να προκαλεί την Αραζίγκι, ή να της απευθύνει έκκληση, αδυνατούσα να καταλάβω. Λιποθύμησα ευθύς και ήταν η τελευταία φορά που άκουσα τη φωνή της Κόρης του Λόγου.»

 

VIIΙ: Οι φλόγες τη σκέψης Του

flames

«Το χέρι που μου προτάθηκε είχε όψη γέρικου κορμού σφενδάμου, διάσπαρτο με ρόζους και ρετσίνι θαρρείς πως ήταν, στιγματισμένο από τα νύχια του μόχθου. Το άδραξα αδύναμα, ενώ με το καλό μου μάτι είδα τη γυναίκα στην οποία άνηκε, ένα πλάσμα όμοιο με βουνοκορφή. Κοίτες ρυακιών και χειμάρρων χαραγμένες στο μωσαϊκό του δέρματός της από τα χρόνια· σαν θίνες δημιουργημένες από τον σιμούν ανυψώνονταν πολλαπλά οιδήματα πάνω στο κορμί της, το ανάστημα του οποίου όμως έστεκε περήφανο ακόμη. Με ρώτησε η γριά αν ένοιωθα καλά, αν με είχαν ρημάξει ληστές και με παράτησαν εκεί πλάι στο δρόμο αρπάζοντας τα υπάρχοντα και το μάτι μου, από την κόγχη του οποίου ένοιωθα πύον να αργοκυλά πάνω σε πηγμένο αίμα. Μου πρόσφερε τροφή ταπεινή, φρούτα και ένα μπαγιάτικο καρβέλι.

Αγκάλιασα με τα μάτια μου τον περίγυρο, ψηλές ερυθρελάτες συγχρωτιζόμενες με οξιές θρόιζαν ολόγυρα, περικυκλώνοντας τα χαμηλά τείχη μιας πόλης, ανθρώπινης, κοσμικής, κατοικημένης, όσο μπορούσα με ανακούφιση να δω.

«Που βρίσκομαι σεβάσμια κυρά;»

«Στη Λειψία παιδί μου, πλάι στη νότια πύλη της, αυτή που κάθε μέρα διαβαίνω για να μαζέψω το εμπόρευμά μου», απάντησε αυτή.

Σηκώθηκα και την ακολούθησα εντός των οχυρώσεων, ενώ το δερμάτινο φουστάνι της ανέμιζε με τη χάρη κατολίσθησης από αλπικά ύψη.

 

Από τότε έζησα όλη μου τη ζωή στην πόλη της Λειψίας, χωρίς να αποκτήσω οικογένεια, κι έφτασα στα γεράματα, ογδόντα ετών, χωρίς ζώσα κληρονομιά να έχω αφήσει πίσω μου, παρά μόνο τα έργα των χεριών μου, γραπτά και μη. Μια ζωή εκ του ασφαλούς βιωμένη, δίχως εξάρσεις και συγκινήσεις μετά το ταξίδι εκείνο. Εδώ και ένα μήνα όμως αδυνατούσα να βρω ηρεμία μέσα στους τοίχους της οικίας μου, και βάλθηκα να περιδιαβαίνω ολοένα και μακρύτερα έξω από τα τείχη της πόλης. Μαζί μου παίρνω σε κάθε περίπατο το κρυφό πακέτο της Σιφ, που όλο με καλεί να το ανοίξω τώρα που ο θάνατος πλησιάζει καλπάζοντας. Απόψε με πρόλαβε το σκοτάδι, χαμένος καθώς ήμουν στις ονειροπολήσεις μου, και δίχως τη θαλπωρή που μου προσέφερες δεν ξέρω αν το αύριο θα ξημέρωνε για μένα.»

«Πες μου ευλογημένε ξένε το όνομά σου, για να σε μνημονεύω στις προσευχές μου ως σωτήρα. Δείξε μου το πρόσωπό σου, για να κουβαλώ στη μνήμη μου τα χαρακτηριστικά σου, όσο καιρό έχω ακόμη στον κόσμο αυτόν.»

Ο ακροατής αγνόησε τις ερωτήσεις, προτίμησε να αντιπαραβάλει μία δικιά του:

«Έχεις μαζί σου εκείνο το πακέτο απόψε γερό-Ρόμπερτ;»

«Μάλιστα άρχοντά μου.»

«Νομίζω πως είναι η νύχτα αυτή κατάλληλη για να αντικρίσεις επιτέλους το μυστικό που τόσα χρόνια απέφευγες.»

Ζαλισμένος, ο Ρόμπερτ είδε τα ίδια του τα χέρια να βουτάνε μέσα στο σάκο του, να βγάζουν το δερμάτινο μπόγο, και να τον ξεδιπλώνουν με λαχτάρα. Υφή ονείρου είχαν οι πράξεις του. Κάτω από τα δέρματα, για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, ανάσανε μια πλάκα ξύλινη, επίπεδη από τη μια μεριά της. Πάνω της ήταν ζωγραφισμένη μια σκηνή, με τεχνοτροπία ρεαλιστικότατη, μια σκηνή όμοια σχεδόν με αυτή που εξελισσόταν γύρω από τη φωτιά. Να ο γέρο-Ρόμπερτ τυλιγμένος με την κάπα του, να διηγείται. Να και ο ξένος με το πρόσωπό του αποκαλυμμένο, που όμως δε βρίσκεται απέναντι του, αλλά στο πλάι του, χαμογελαστός, κραδαίνοντας ατσάλι. Να πως το υψώνει για να σκίσει το σώμα του γέρου.

Είδε το πρόσωπο του ξένου στην ξυλογραφία ο Ρόμπερτ, και χτύπησε γοργά η καρδιά του. Γιατί αυτό το πρόσωπο το ήξερε καλά, πάμπολλες φορές το είχε δει στον καθρέφτη του όταν ήταν νεότερος. Σήκωσε το βλέμμα και είδε απέναντί του δίχως κουκούλα τον ευεργέτη του, και τρόμαξε όπως ποτέ ξανά. Γιατί ήταν ο νεαρός εαυτός του που τον κοίταζε χαμογελαστός, τον παρατηρούσε με τα μάτια της νιότης του, γκρίζα σαν την φθινοπωρινή ανατολή. Εκεί, στην άλλη μεριά της φωτιάς ήταν το προ εξηκονταετίας είδωλό του, απαράλλαχτο, σαν τότε που ξεκινούσε το ταξίδι με τη Σιφ.

Έκανε να τραβήξει το μαχαίρι από τη ζώνη του, μα πανικόβλητος διαπίστωσε πως δεν ήταν εκεί. Πέρα από τη λάμψη της φωτιάς κοίταξε, και εκεί βρίσκονταν το προδοτικό όπλο, φώλιαζε στο αριστερό χέρι του νεαρού «Ρόμπερτ». Τα λόγια της Σιφ αντήχησαν στο μυαλό του:

   «Για την ώρα σιωπάει το μαχαίρι αυτό, μα πρόσεχε τη στιγμή που θα αναγνωρίσει τον πραγματικό του αφέντη, μην είσαι στη λάθος πλευρά του.»

Κατάλαβε τότε, και έσκουξε δυνατά, με τρόμο, ο Ρόμπερτ. Γιατί απέναντί του ο Νέλτον Ταρέναερ καθόταν, και γύρω τους το δάσος απέβαλε το μανδύα των ψευδαισθήσεων, αποκαλύπτοντας την αρρωστημένη φύση των κυρτωμένων δέντρων του Άλμπεϊ. Ούρλιαξε δυνατά ο Ρόμπερτ, γιατί κατάλαβε πως ποτέ δεν είχε αφήσει το καταραμένο Δάσος, και πως όλα τα χρόνια αυτά, για πάνω από μισό αιώνα, κάτοικος της έρημης, κολασμένης Αραζίγκι ήταν. Άκουσε το προδοτικό μέταλλο να βρυχάται μπρος στη φλόγα, και οι στάχτες όρμησαν πάνω του. Ήταν καταδικασμένος, στη λάθος πλευρά της λεπίδας αβοήθητος.

Γελώντας, ο Νέλτον προχώρησε προς τον γερό-Ρόμπερτ, με αργά βήματα, τρεκλίζοντας. Με τη Λεπίδα των Σπαραγμών του άνοιξε το κορμί, από την κλείδα ως το βουβώνα. Ένας καταρράκτης από λευκά σκουλήκια, νεκρά, ανέβλυσε από την τομή, αφήνοντας μετά την κάθοδό τους ένα κενό κουκούλι από ανθρώπινο δέρμα.

«Καλέ μου homunculus, άρτια με υπηρέτησες,» μονολόγησε ο Νέλτον. «Της αδερφής μου τα βίτσια υπέμεινες, και τις επιδιώξεις της κατάφερες να στρεβλώσεις, έστω κι ακούσια. Μου έφερες το κλειδί του κελιού μου. Πως θα μπορούσες άλλωστε να κάνεις αλλιώς; Με τέχνη άγνωστη στους ανθρώπους επεξεργάστηκα τα δέρματα των Αλανών, έραψα μέσα τους νεογέννητα σκουλήκια από το χώμα της φυλακής μου. Και το έστειλα με μια ανυποψίαστη γυναίκα στη Νυρεμβέργη. Πως φάνηκε στη μάνα σου το δωρισμένο φόρεμα, πως της ταίριαζε όταν αυτό ζευγάρωνε μαζί της, πως έκαιγε από ηδονή όταν συνέλαβε εσένα, ενώ ο άνδρας που θεωρούσες πατέρα σου κοιμόταν δίπλα; Πως ένοιωσε η στείρα ψυχή σου όταν τεμάχιζες το κορμί της αδερφής σου, όπως προσπάθησα ο ίδιος κάποτε να τεμαχίσω τη Σιφ; Δε σου χρωστάω βέβαια εξηγήσεις,» είπε φτύνοντας το ανθρώπινο τομάρι.

«Επιτέλους ελεύθερος.» μουρμούρισε χώνοντας το μαχαίρι στην ξυλογραφία, καταστρέφοντας την απεικόνιση του εαυτού του. «Μισητή μου Σιφ, κάπου εκεί έξω, στις πόλεις αυτού του κόσμου περιδιαβαίνει το άδειο βλέμμα σου. Ένα λαό καταδίκασα σε άχρονα βασανιστήρια, το Άγριο Κυνήγι αλλοίωσα για πάντα, ισχυρός σαν τις φλόγες του μυαλού μου θα βαδίσω στον κόσμο. Άκουσέ τη σκιά μου να σέρνεται και απελπίσου αδερφή μου!» Χάθηκε μέσα στο δάσος, ένα ασυνάρτητο βουητό ήταν το δώρο του στα κοιμισμένα πλάσματα της γης.

Τέλος

Advertisements

One response to “Το Δάσος του Άλμπεϊ (μέρος 4ο)

  1. Παράθεμα: Το Δάσος του Άλμπεϊ (μέρος 3ο) | Industries of Inferno

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s