Βετεράνος των Ψυχικών Πολέμων (μέρος 3)

Το πρώτο μέρος εδώ

Το δεύτερο μέρος εδώ

greyscaled
V
: Ο Σιωπηλός Θεός

Οι τρεις θαμώνες χαιρέτησαν με δυσπιστία και μια υποψία δυστροπίας την εισβολή του προμηθευτή τους στο ησυχαστήριο. Άλλωστε, ανάμεσα στους καθιερωμένους πελάτες του πανδοχείου ήταν κοινό μυστικό η συμφωνία που είχε γίνει μεταξύ του πανδοχέα και της φιλοσοφικής κάστας· το άσυλο του μονόθυρου μαυσωλείου ηθικής δεν είχε διαρρηχθεί πρότερα. Πόσο μάλλον από μία μορφή, με την οποία κάλλιστα ο πληθυσμός του δωματίου θα προτιμούσε να περιορίσει τη συναναστροφή στη χαμηλόφωνη ανταλλαγή του πολύτιμου ψυχοτρόπου νέκταρ με αφθονία κληρονομημένου χρήματος. Μην επιθυμώντας παρόλα αυτά διεμβολισμό των σχέσεων τους με τον περιφερόμενο έμπορο, οι θυμηδίες αποφεύχθηκαν, και μονάχα εγκεφαλικές σημειώσεις αποπειράθηκαν να κρατήσουν οι παραισθητιστές αδερφοί, για άμεση επίπληξη του πανδοχέα και της αβρότητάς του, όσον αφορά την ελευθερία κίνησης των πελατών.

Αδράχνοντας μόνος του την κορωνίδα των θέσεων γύρω από τον πυρήνα του οπίου, ο κύριος Μέλλικενς απέβαλε σιωπηλά τα πανωφόρια του, αποκαλύπτοντας ένα πολυκαιρισμένο τουϊντ κοστούμι στο χρώμα του κόκκινου φάσματος του αλεξανδρίτη, ασορτί γκέτες και μπότες, ενώ πάνω από τα μεταλλικά γυαλιά μυωπίας θέριεψε μια πλούσια κόμη, επαγγελματικά περιποιημένη. Παρέμεινε αμίλητος, ενώ τα αδέρφια Άμπελ και Κάιν, παίρνοντας θάρρος από την άνεση με την οποία αφομοιώθηκε με το περιβάλλον, ετοίμασαν για χρήση το δοχείο του λάβδανου, συζητώντας ταυτόχρονα για τις μοντέρνες και ομολογουμένως διαταραγμένες ιδέες ενός νεαρού Ελβετού ψυχιάτρου, σχετικά με ένα κοινό ψυχικό δίκτυο της ανθρωπότητας, το συλλογικό ασυνείδητο. Ο τρίτος αδερφός, ο Σηθ, περισσότερο συνεσταλμένος από ότι οι άλλοι δύο, προσπαθούσε να μη διασταυρώνει το βλέμμα του με τον εισβολέα. Έπαιζε με το μισοάδειο ποτήρι αψεντιού, όταν δεν το ρουφούσε σαν ναυτεργάτης μετά το πέρας της βάρδιας, και εκλιπαρούσε για τη στιγμή κατά την οποία ο βαρύς αρωματικός καπνός θα μετέτρεπε το χώρο σε μικρογραφία του εξωτερικού δρόμου, όσον αφορά τη δυσδιακριτηκότητα των μορφών.

Ήταν και το σουλούπι του πεζουλιού του νότιου τοίχου, που πάντα του προκαλούσε αμυδρή δυσφορία, μα απόψε αλώνιζε για τα καλά στη σκέψη του, ξυπνώντας ανούσιες συσχετίσεις με το ανατριχιαστικότερο τμήμα της οικογενειακής ιστορίας που του αφηγήθηκε πριν λίγες μέρες ο Κάιν, της ιστορίας του βιβλιοθηκάριου σχετικά με την προγονή τους. Δεν έρεε αίμα δειλού στις φλέβες κανενός της οικογενείας του. Είχε άλλωστε αντέξει με ελάχιστη δυσαρέσκεια το οικοτροφείο Νόμπινσον, φημισμένο για τη σκληρή πειθαρχία με την οποία εμβάπτιζε τους νεαρούς ζάπλουτους μαθητές του. Ούτε είχε διστάσει στον -τελικά χαμένο- πόλεμο της διατήρησης των αποικιών του Νέου Κόσμου υπό το Στέμμα, όπου υπηρέτησε ως λοχαγός, αν και οι μνήμες εκείνης της περιόδου ήταν μουτζουρωμένες στον εγκεφαλικό του πίνακα, όπως και σε αυτούς των αδερφών του. Μα το πέτρινο ύψωμα στη βάση του τοίχου, τόσο ατημέλητα παραδομένο προς χρήση που νόμιζες πως έγινε από τεχνίτη μεθυσμένο ή εξαιρετικά βιασμένο, ανέδυε μοχθηρία στα, ασθενή από νεαρή ηλικία, νεύρα του Σηθ. Ο θυρεός του άνω μέρους, σχεδόν αδιόρατος από τη γωνία στην οποία καθόταν ο νεαρός ευγενής (γεγονός το οποίο άλλωστε τον είχε παρακινήσει να ιδιοποιηθεί εδώ και χρόνια τη συγκεκριμένη θέση), αποτύπωνε ένα σύμπλεγμα παραφυάδων, εντός του οποίου μάχονταν παγιδευμένοι ένας έφιππος πολεμιστής που έσερνε άμαξα, και ένα ακαθόριστο αγόρι. Το παιδί, μια και μοναδική φορά που το καλοκοίταξε ο Σηθ, είχε τρία πρόσωπα μέσα στο κεφάλι του, και κράδαινε λόγχη ανείπωτη. Πίσω από τους μαχητές ξεπρόβαλε ένα μωσαϊκό ρολογιών, γρίφος για τον εκτιμητή της χρονολογίας αποπεράτωσης. Ούτε ο ίδιος καταλάβαινε γιατί του ασκούσε τέτοια απέχθεια, μα ο εφιάλτης που ακολούθησε την πρώτη θέαση, εγκαθίδρυσε τα αντιπαθητικά αισθήματά του για το έργο.

Το όνειρο τον επισκέφτηκε τη νύχτα που έκλεινε τα δώδεκα του χρόνια, νύχτα 31ης Οκτώβρη προς πρώτη Νοέμβρη. Είχε σηκωθεί αποκαμωμένος στον ύπνο του, ενώ η πανσέληνος έφεγγε σκοτεινή από το παράθυρό του. Η νυχτικιά του έπλεε στους διαδρόμους του αρχοντικού μαζί του, εξερευνητές ακούσιοι της βραδινής ημιζωής των δωματίων. Όταν εντόπισε φως να δραπετεύει από τη γυριστή σκάλα που οδηγούσε στα διαμερίσματα των μαγειρείων, άθελά του ξεκίνησε την κατάβαση, τριγμός στον τριγμό του ερειπωμένου κουφαριού της κλίμακας, αλαφρό βήμα διαδεχόμενο το επόμενο σε χρονική παραζάλη. Όσον αφορά το κάτοπτρο που κάλυπτε την εξωτερική πλευρά της πόρτας της κουζίνας, είχε ελεήσει ο αρχιτέκτονας Μορφέας και φως πίσω από το παιδί δεν είχε βάλει, ώστε να μην απαντήσει μπρος του δυσανάλογες αλήθειες για τον ίδιο. Σαν πέρασε την πόρτα όμως, είδε λουσμένες στο ερυθρό φως των μισοσβησμένων κάρβουνων δυο μορφές καθιστές. Αυτή της πεθαμένης προ τριετίας μητέρας του, κερωμένη όπως ήταν όταν τη βάλανε στο φέρετρο, και αυτή μιας πεπλοφορεμένης άγνωστης. Είχαν προσηλωθεί στην ανάγνωση ενός αρχαίου τόμου, δερματόδετου, ιλαρού στο λιγοστό φως, ίδιου χρώματος με το νεκρό πρόσωπο της μάνας του. Η άγνωστη γύρισε προς το μέρος του, τόσο άκαμπτα όπως άνθρωπος ζωντανός ποτέ του δε θα τολμούσε, και χάρη αιώνια θα χρωστά ο Σηθ σε αυτό το πέπλο που τον προστάτευσε από το πραγματικό πρόσωπο της. Γνέφοντάς του να πλησιάσει, ήταν σαν τα κόκαλα των ποδιών του να υπάκουαν σε νήματα μαριονετοπαίχτη που τα συνέδεαν με αυτή. Σκληρή ήταν η μοίρα που τον προσέγγισε σε εκείνο το ορθάνοιχτο δεμάτι από φύλλα, χαλεπή η προσταγή της μητέρας Άλλιδερς που τον διέταξε να σχίσει με το δικό της νύχι το εσωτερικό της βιβλιοδεσίας. Κι ενώ απόκοσμα άρχισε να ηχεί πένθιμος ήχος άμαξας από το υπερπέραν, να βγάλει αμέσως το διπλωμένο χαρτί τον πρόσταξε, στο οποίο ήξερε πως έγραφε αλήθειες απαγορευμένες για το θάνατό του.

Η αίθουσα της Σιωπηλής Ετικέτας θύμιζε ρεικότοπο νυχτιάτικης σύναξης ασφοδέλων κάτω από τα πνιγερά βλέφαρα της ομίχλης. Τα τρία αδέρφια και ο επισκέπτης είχαν καταναλώσει υπέρογκες ποσότητες πράσινου νέκταρ και άνοθου λάβδανου. Τριγύριζαν οι Άλλιδερς σε μονοπάτια εκστατικά, σε ακραίες εμπειρίες, ασύνδετες με τις προσωπικότητές του καθενός, μέσα στη ζωντάνια τους. Όταν ήχησε για πρώτη φορά η φωνή του Μέλλικενς μονάχα ο Σηθ την άκουσε απόμακρα, σα να τους χώριζαν εκατονταετίες χιλιομέτρων. Λυπητερά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει για λίγες στιγμές τη συντροφιά τμημάτων της αιωνιότητας.

-Το δείπνο σερβίρεται, επανέλαβε πιο δυνατά ο έμπορος. Νεαροί, η υπηρέτρια στέκεται με το δίσκο στο χέρι.

Ο Κάιν έστρεψε περίεργος το βλέμμα στη γυναίκα που υπομονετικά περίμενε την εξυπηρέτηση των αφεντών της. Προσπαθώντας να διακρίνει τα χαρακτηριστικά της μέσα από τις τουλούπες καπνού, του ήρθε στο νου ο εφιάλτης που είδε κάποτε μικρός, κλείνοντας τα δώδεκα χρόνια. Πάνιασε θωρώντας το βελοφορεμένο κεφάλι, ούρλιαξε ο Άμπελ με τη φανερή ταύτιση με την άγνωστη του ονείρου. Ο Σηθ έψαξε οπτικό διέξοδο στο δρύινο ταβάνι, και τόλμησε να ξεστομίσει κατάρα αυτοκτονική, αυτός, ο λάτρης της κάθε ανάσας. Επί της οροφής μπουσουλούσε σπασμωδικά μια καρικατούρα της φύσης και παντός ιερού, ένα βδέλυγμα που πάνω από εξάμηνο δεν πρέπει να είχε περάσει από όταν κάποια ακόλαστη μήτρα το ξέσχισε από τα σωθικά της. Ανάθεμα την ακοή του Κάιν που του πρόδωσε τον τριγμό πέτρας σε πέτρα, πυρωμένα σίδερα ευχήθηκε να μπουν στα μάτια που γύρισαν να δούνε τη σαρκοφάγο να ανοίγει. Καμία κίνηση δε φάνταζε επιτρεπτή για τα αδέρφια, κι όμως καθένας τους βρισκόταν δίπλα στον άλλο, σε εναγκαλισμούς σπαραχτικούς στην ένταση, απάνθρωπους στην επαφή.

Πριν χάσουν τις αισθήσεις τους για πάντα σε αυτόν τον κόσμο, τα αδέρφια είδαν τον κύριο Μέλλικενς να υψώνεται πανύψηλος μέσα στις αιθέρες του χρόνου, με λόγχη κατάμαυρη στο χέρι, ισάξια σε σκοτεινιά με την άχρονη προσωπίδα του -αυτή που λίγοι έχουνε διαπεράσει με τα βλέμματά τους, και μακάριοι ύστερα απολαμβάνουν το άχραντο ποτήρι της αληθινής παράνοιας. Είδαν τον Μέλλικενς να τιθασεύει την πομφόλυγα που κόχλαζε ανάμεσα στο πέτρινο μνήμα και τα αδέρφια, παραχαράσσοντας μια πλασματική δυναστεία που είχε ανήμπορος φανταστεί ένας ομόειδός του. Είδαν το δόρυ του να διαπερνά τα σώματα της μοναδιαίας τριάδας, να προκαλεί μνημονικό λάβωμα στα ζυγωματικά της, να καθαιρεί το δίχτυ ανθρωπιάς που μολυσματικά είχε γλιστρήσει στα βλέφαρα του ευγενούς μέλους της Αυλής των Ψυχασθενειών, εξανθρωπισμένης από τους θνητούς ως “Unseelie Court”. Το απολωλόν πρόβατο των απελευθερωτών του Νου από την πεζότητα της κοινής λογικής, είχε γυρίσει στη φυσική του θέση, ευτυχισμένοι θνητοί θα αποκτούσαν αυτό το βράδυ παντοτινούς εσωτερικούς συντρόφους στη σύντομη πορεία της ζωής τους.

inn

VI: Επώνυμο

Την άλλη μέρα, στη μισθωμένη σάλα, ο πανδοχέας Έργουιν βρήκε τον κύριο Άλλιδερς (το όνομά του ποτέ δεν κατάφερε να συγκρατήσει) σε παρανοϊκή κατάσταση μέθης και ναρκοληψίας. Από ότι έμαθε αργότερα, οι υπηρέτες του κανόνισαν για τη μεταφορά του στο ψυχιατρείο Πανόπτικον, φανερά τρομοκρατημένοι από την καταστολή στην οποία παρέμενε εβδομάδες μετά. Ο πανδοχέας επιθεώρησε το δωμάτιο που μίσθωνε μοναχικά ο κύριος πολλές φορές, και κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι του όταν είδε ότι ο ευγενής δεν είχε προκαλέσει καταστροφές, πέρα από ένα αναποδογυρισμένο δίσκο εξαιρετικής δυσωδίας, και κάποιους λεκέδες στο ταβάνι. Όσο για το πεζούλι του νότιου τοίχου, ποτέ δεν του είχε φανεί του γούστου του, και τώρα που είχε ραγίσει στο σημείο του παλιού θυρεού, κανόνισε να το αφαιρέσουν. Ένα κιτρινισμένο απόκομμα εφημερίδας αγνώστου ημερομηνίας διακήρυττε μέσω ανώνυμου συγγραφέα πως «Οι φαντασιοπληξίες των σύγχρονων ψυχολόγων, καλπάζουν στο πηγάδι της παραφροσύνης. Σε πρόσφατο συνέδριο στο Εδιμβούργο, ο ομιλητής συνέδεσε τις ψυχικές ασθένειες με χωριάτικους μύθους, όπως ο Καλός Λαός, τα Μικρά Ανθρωπάκια της παράδοσης, συγκεκριμένα διαπιστώνοντας υπόγεια σύνδεση μεταξύ του λεγόμενου Unseelie Court(Κακοτυχισμένη ή Ανίερη Αυλή) του θρύλου, και των αρχετύπων των ψυχασθενειών, μέσω του συλλογικού ασυνειδήτου. Προς τιμή τους, οι περισσότεροι επιστήμονες του κοινού αποχώρησαν κατά τη διάλεξη ”. Ο ιδιοκτήτης το τσαλάκωσε αφηρημένα, χωρίς να διατρέξει τα μάτια του πάνω στο περιεχόμενο, μήτε σε αυτό του μαυροπίνακα που σκονιζόταν εδώ και χρόνια στην εσοχή της κατηφορικής σκάλας. Έγραφε ένα χέρι σταθερό πως «Η διασχιστική διαταραχή ταυτότητας, περισσότερο γνωστή με την παλαιότερη ονομασία «διαταραχή πολλαπλών προσωπικοτήτων», είναι ψυχική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη τουλάχιστον δύο ή περισσότερων αυτόνομων προσωπικοτήτων ή ταυτοτήτων, οι οποίες εναλλακτικά αναλαμβάνουν τα ηνία της εξωτερικής συμπεριφοράς του ασθενή». Οι υπηρέτριες ανέλαβαν το συγύρισμα, ενώ ο ίδιος μελαγχολικά γκρίνιαξε στους δύο συνιδιοκτήτες για την ακαταστασία του κυρίως πανδοχείου στρωμένος στη δουλειά.

Advertisements

One response to “Βετεράνος των Ψυχικών Πολέμων (μέρος 3)

  1. Παράθεμα: Βετεράνος των Ψυχικών Πολέμων (μέρος 2) | Industries of Inferno

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s