Βετεράνος των Ψυχικών Πολέμων (μέρος 2)

Το πρώτο μέρος εδώ


Medieval_City_01_by_RafaelCastro14

ΙΙΙ: Ουροβόρες Ρίζες

Ήταν κάποτε που θέριεψε η απέχθεια του Μέλλικενς για τη βραδύτητα του ανόθευτου νου. Το λάβδανο έρεε στον οργανισμό του εξίσου άφθονο με τη στυφή βρώμα του χαραμισμένου στο πάτωμα -σα σπονδή σε τρυγικούς θεούς- κρασιού. Τη σαμχαϊνική νύχτα εκείνη, στο μισθωμένο δωμάτιο του δευτέρου ορόφου του πανδοχείου, άλλοτε γνωστό και ως αίθουσα της Χλωμής Ετικέτας, θαλπωρούσανε τρία μέλη της συνήθης εννιάδας των οπιόφιλων αργόσχολων. Η φλόγα δύο τεράστιων τζακιών χάριζε στη σάλα φως αντάξιο πυράς που καλοδέχεται τους κατάκοπους ταξιδιώτες· αυτής της φλόγας που αισιοδοξεί, ενώ το άλικο σέλας αγκαλιάζει τα αθάνατα πνεύματα των νεκρών συνοδοιπόρων. Μα το διαβρωτικό ψύχος του αρκτικού ανέμου, με τις σιωπηλές και μη ιαχές που εξαπολύει ενάντια στις πενιχρές απόπειρες προστασίας των διαβατών, έχει αποθαρρύνει τους μεγαλύτερους σε ηλικία.

Η σπινθηροβόλα στην αναμονή της για την επερχόμενη καταιγίδα ομίχλη, αργοπάφλαζε στα ρηγματώδη μονοπάτια της γειτονιάς, πλημμυρίζοντας με φωσφορισμούς τις κλεφτές ματιές που αποτολμούσαν οι πιο θαρραλέοι οικόκλειστοι. Παράδοξα, ο αχός της κεντρικής αίθουσας του πανδοχείου αντιλαλούσε ακόμη και δύο ορόφους πάνω, σαν βουητό ασκεριού εξισωμένου ηχητικά με νεωτεριστικό θίασο αηθών ερασιτεχνών ηθοποιών, μετριάζοντας τη ρέμβη της εξαιρετικά νηφάλιας για τα δεδομένα της, τριάδας. Το δείπνο είχε ήδη εναποτεθεί από την καμαριέρα έξω από την πόρτα -η συμφωνημένη διακριτικότητα αμείβονταν ικανώς- εδώ και μισή ώρα, καταβροχθίστηκε με την πρέπουσα άνεση που προσφέρει η απομόνωση, και οι εν ψυχεδέλεια μα και αίμα σύντροφοι περίμεναν το χτύπημα του υπηρέτη που θα σηματοδοτούσε την εξώθυρη παρουσία της φιάλης αψεντιού. Γι’ αυτό και γριφώδες θεώρησαν, το άνευ προειδοποίησης άνοιγμα της στιβαρής ερυθρέλατης πόρτας, κοσμούμενης με εγχάρακτη αναπαράσταση του ενήλικου Αρποκράτη, ελληνιστικού θεού της σιωπής.

Οι τρεις κύριοι, που δικαιολογημένα θορυβήθηκαν με την ασέβεια προς την ιδιότητα της αρχαίας θεότητας (χρόνια είχανε να τροφοδοτηθούν με λάδι οι μεντεσέδες), ήταν τρία αδέρφια, γόνοι της οικογενείας Άλλιδερς, παλαιάς δυναστείας γαιοκτημόνων. Όταν τον όψιμο Μεσαίωνα ο μορφωμένος για την εποχή έμπορος Κίθιλ Άλλιδερς συνέπλεκε τις τύχες των δύο γιων του με κόρες εξόριστων φράγκων ευγενών, έβαζε τα θεμέλια του μεγαλείου που θα ακολουθούσε. Πριν ακόμη από τον πόλεμο των Ρόδων, οι Άλλιδερς είχαν εγκατασταθεί στο κάστρο τους στην πόλη, από εκεί υφαίνοντας τους ιστούς της φεουδαρχικής ηγεμονίας. Η πολυπόθητη κομητοποίηση ήρθε επί Ελισάβετ της Πρώτης, για τη στελέχωση των ναυσιπλοϊκών τάξεων των διακορευτών της Ισπανικής Αρμάδας, μαζί με τον οποίο τίτλο ευγενείας εκκολαφθηκαν προνόμια εξερεύνησης και εκμετάλλευσης του Νέου Κόσμου λίγα χρόνια αργότερα. Όταν ο Κρόμγουελ παρουσιάστηκε ως δύναμη υπολογίσιμη, αυτοί είχαν ήδη ταχθεί με τα νερά του, και παράλληλα οργάνωναν κολοσσιαίο για ιδιώτες (ακόμη και τιτλούχους) εμπορικό στόλο.

Μα το ξέφτι στο υφαντό των Άλλιδερς διαιωνιζόταν πλάι στη γιγάντωση του κύρους τους, ένα σκοτεινό νήμα μπολιασμένο στον κορμό του απαστράπτοντος εργόχειρου που έπλεκαν για αυτούς οι Μοίρες. Ποτέ μέλος της οικογένειας δεν ξεπέρασε την τέταρτη δεκαετία της ζωής του, παρά τη συνδρομή δεκάδων ανά τη μακρά τους ιστορία εξεχόντων γιατρών, αλλά και θεραπευτών μικρότερης ακαδημαϊκής αναγνώρισης. Οι Άλλιδερς επέμεναν να αποκόπτονται άξαφνα από τα εγκόσμια, κάποια στιγμή μεταξύ των τριάντα και σαράντα ετών, σαν κάποιος θεϊκός αγγειοπλάστης να είχε ξεμείνει από πρώτη ύλη στην κατασκευή του δοχείου εμφιάλωσης του ιχώρα της οικογενείας. Στους αμαθείς κύκλους των υποτελών τους κυκλοφορούσαν σκοτεινότερες φήμες, εφαπτόμενες με την αναμενόμενη δεισιδαιμονία, τόσο για τον παράξενο τρόπο που επιδρούσαν τα χρόνια πάνω στους αφέντες τους, όσο και για την οριστική ανάπαυση των λειψάνων τους. Τα τέλη του 14ου αιώνα, ο φροντιστής των βιβλιοθηκών του κάστρου, εμφανίστηκε κάθιδρος και φανερά καταπονημένος ένα πρωί στο ναό της Αγίας Σκέπης, ζητώντας μετάληψη, με το πέρας της οποίας κατέθεσε ενυπόγραφα στον αρχαιότερο ιερωμένο τα ακόλουθα (σύμφωνα με αυτόν) γεγονότα:

ΙV: Αναγνωστικό Απόρρητο

«Την προχτεσινή ημέρα, δωδέκατη του Νοεμβρίου του 1587ουέτους από τη γέννηση του Σωτήρος μας, επέθανε η κυρά μου Κέηθριν Άλλιδερς, μην έχοντας καν κλείσει την τρίτη δεκαετία της στην πλάση. Ο γιατρός Έσμιθ αποφάνθηκε καρδιακό πρόβλημα, όπως και δήλωσε στο επίσημο έγγραφο που συνέταξε ο κύριος μου Όλιβερ, αδερφός της μακαρίτισσας. Ξέραμε βέβαια όλο το προσωπικό, πως παρασάγγας απείχε η επίσημη γνωμάτευσή του από την πραγματικότητα που αντικρήσαμε σοκαρισμένοι πριν ένα μήνα να ξετυλίγεται στο πρόσωπο της αξιότιμης κυράς μας. Η ίδια, από μικρό παιδί που την θυμάμαι, πιότερο με αγόρι την έκανες παρά με δεσποσύνη· περισσότερο ρωμαλέα έμοιαζε, λέγανε χασκογελώντας οι εργάτες, από τον αδερφό της. Και στις πορείες μέχρι τις εποχιακές αγορές, πάντα ξεθώριαζε από το βλέμμα μας προτού η ακολουθία της καμτσικώσει τ’ άλογα με το πέρασμα της τάφρου του κάστρου.

Μα είναι φαρμακωμένη η γενιά των κυριών μου. Ο πατέρας της, και ο δικός του πριν αυτόν, διαγράφηκαν από το μανουσκρίπτο του Θεού μας πριν καν έχουν δει σαράντα θερισμούς στην ευλογημένη γη. Η δύστυχη, τρεις Κυριακές πριν τη σημερινή, μετά από διήμερη απομόνωση στις κάμαρές της (εξαφανίσεις που τόσο συνήθιζε η ίδια όσο και ο αδερφός της), κάλεσε την προσωπική της υπηρέτρια, βγαίνοντας στο πλατύσκαλο του ορόφου. Τι κρίμα είναι τα μάτια ενός ταπεινού γέροντα να αντικρίζουν σώμα, που μέχρι πρότινος εξέπεμπε της νιότης το βαλσάμι, τώρα στης γηρατιάς το αδράχτι να έχει ζευτεί. Σαν της αράχνης τον ιστό είχαν λεπτύνει τα μαλλιά της, λευκότερα της πάχνης φαίνονταν. Τα μάτια της, τραγουδισμένα από περαστικούς μενεστρέλους, είχαν οργωθεί από αυλάκια ρυτίδων και η θολούρα της ηλικίας τα είχε καλύψει. Σταυροκοπήθηκαν οι άλλοι δυο υπηρέτες που την είδαν, εγώ κατάφερα να κρύψω την ταραχή μου. Μαύρες μνήμες ξεπήδησαν στο λογικό μου, κενά χρόνων γεφυρώθηκαν, και ολοζώντανα είδα μπρος μου τις εικόνες των προγόνων της να στέκονται σε αυτό το κάστρο εξίσου πρόωρα κι αφύσικα γηραλέοι, σαν κάποιο κρίμα από πολύ παλιά να τυραννά το όνομα Άλλιδερς.

Από τότε δεν την ξαναείδε κανείς εκτός του κυρίου Όλιβερ, του γιατρού Έσμιθ, και της καμαριέρας της, παρά μόνο προχτές που πληροφορηθήκαμε ότι απέπνευσε εις Κύριο. Σέβη δε μας επέτρεψαν να αποτίσουμε, μα εμένα λόγω γραμματοσύνης με κάλεσαν να υπογράψω εκ μέρους του προσωπικού κάποια χαρτιά. Νόμιζα πως ήξερα τι να περιμένω, όταν, προχωρώντας αργά προς το γραφείο με το έγγραφο, έριξα δειλό βλέμμα προς την εντυπωσιακή κλίνη στην οποία αναπαυόταν το πτώμα της αδικοχαμένης. Μα αυτό που αντίκρισαν τα μάτια μου έκανε τα γόνατά να λυθούν, και το σημάδι του σταυρού επιβεβλημένα αναγκάστηκα να σχηματίσω. Στο σημείο που περίμενα πτώμα γριάς να κείτεται, το φως του καντηλιού αργοσάλευε πάνω σε μια μακάβρια κοροϊδία. Πως αλλιώς να περιγράψω αυτό που θύμιζε νεογνό ούτε εξαμηνίτικο, πνιγμένο με τον ίδιο του τον ομφάλιο λώρο από παραδομένη σε σαββατιανές μαγείες παραμάνα. Λώρο που η ίδια πιθανότατα είχε κρατήσει ξεραμένο μέσα σε φίλτρα ρυπαρά, από τα έμμηνα της παρασκευασμένα, και με το Μαύρο Άνθρωπο σε σταυροδρόμι, κάτω από γιοφύρι αχρείαστο, τα είχε κεντήσει σε νύχτα αφέγγαρη. Σα να είχε σαβανωθεί σε εμπαιγμό της ιερής φροντίδας των νεκρών, με σκούρους κισσούς και άλλα αγκάθια -που δόξα τον Παντοδύναμο ως θεοσεβούμενος άνθρωπος δεν τα αναγνωρίζω. Φρίκη ανέβλυσε, με μιαρή χολή μέσα μου, και με τρεμάμενα χέρια αποτελείωσα την υποχρέωση, πριν αλαφιασμένος αφήσω την ανίερη κάμαρα.

Όταν αργότερα αποτραβήχτηκα στη βιβλιοθήκη προσπαθώντας να ηρεμήσω, καμώθηκα να πλάθω ιστορίες που θα διέψευδαν τα τεκμήρια των ματιών μου, και δίχως αμφιβολίες θα απέστραπταν ξανά την οικογενειακή εικόνα των κυριών μου. Η αφοσίωσή μου τόσων ετών, υπερίσχυσε εν τέλει και ανέθρεψε την ανήθικη, μα αφάνταστα πιο καταπραϋντική για την ψυχή μου, θεωρία της εγκυμοσύνης της νεκρής, δεχόμενος πως τα φθαρμένα μάτια μου πλανήθηκαν ελαφρώς από το νεκροστολισμένο σώμα ενός νόθου παιδιού, ενώ αλλού βρισκόταν η κυρά μου.

Την ακόλουθη μέρα τελέσθηκε η κηδεία στο παρεκκλήσι του κάστρου παρουσία όλων, μα το φέρετρο είχε σφραγισθεί αυστηρά, αποσύροντας για πάντα τη δυνατότητα τελευταίας θέασης της νεκρής. Με το πέρας της τελετής, τέσσερις χωρικοί από κάποιο διπλανό οικισμό που είχανε μισθωθεί για αυτό ακριβώς το σκοπό, εξαφανίσθηκαν με την κάσα στο κατηφορικό μονοπάτι που οδηγεί στο παραδοσιακό εσωτερικό κοιμητήριο των μελών της οικογενείας, ακολουθούμενοι από τον κύριο Όλιβερ. Το υπόλοιπο της δυσάρεστης ημέρας μου κύλισε εντός της βιβλιοθήκης, αντιγράφοντας μια παρτίδα υμνικών περγαμηνών που είχε την καλοσύνη να μας παραχωρήσει προσωρινά το ουαλικό μοναστήρι του Αγίου Μαυρικίου. Μα σε όλο το διάστημα, τα ερπετά ενός ενδόμυχου τρόμου κουλουριάζονταν στις πτυχές του ασθενούς μου πνεύματος. Δεν ξέρω ποιος πειρασμός εισχώρησε εντός μου, αγνοώντας τα παραπέτα των καθημερινών προσευχών, μα αυτή η δαιμόνια επιρροή στο νου μου κατάντησε απύθμενη την περιέργειά, και βάλθηκα να καταστρώνω ευθύς σχέδιο κατάβασης στο άβατο προγονικό κοιμητήριο των Άλλιδερς. Έπρεπε σύντομα να ξεδιαλύνω το μυστήριο, και κάποιες δερματόδετες μελέτες επί σκοτεινών πτυχών της προ Χριστού ελεύσεως Βρετανικής θρησκείας δε βοήθησαν στο κλάδεμα της ανυπομονησίας.

the-catacombs-richard-wetterer

Η σελήνη είχε εν τέλει καταβροχθιστεί για αυτό το μήνα, καθιστώντας με ευνοημένο συνεργό της. Φως δε χρειαζόμουν, παρά τον περασμένο χρόνο από τη δύση του ηλίου· τουναντίον, εχθρό θα το χαρακτήριζα έως να παραβιάσω την θυρική κιγκαλερία με το “άρχον κλειδί”, που για παν ενδεχόμενο μου είχε παραχωρήσει πριν χρόνια ο κλειδοτεχνίτης αδερφός μου, δυνάμενο να ανοίξει οιοδήποτε λουκέτο. Γνωρίζοντας κάθε γωνιά των εδαφών των αφεντών μου, έχοντας τα περιδιαβεί αμέτρητες φορές στον μισό αιώνα υπηρεσίας, γοργά αντιμετώπισα την παμπάλαια κλειδαριά, και άνοιξα με όνειδος ψυχής την είσοδο του υπόγειου μαυσωλείου, ακριβώς στη βάση και σκιά του Βράχου του Ταλιέσιν. Αυτού του μεγαλειώδους μονόλιθου, το ουράνιο ύψος του οποίου ορθώς οι αρχαιότεροι κατασκευαστές του κάστρου σεβάστηκαν και ταπεινά δεν ξεπέρασαν με την ανθρώπινη κτίση τους. Τα κατηφορικά σκαλοπάτια αντηχούσαν παράξενα τα βήματά μου, θα ορκιζόμουν πως τα χρονικά διαστήματα ανάμεσα στο βήμα καθεαυτό και τον ήχο που έστελνε στα αυτιά μου, όχι μόνο δεν ήτανε ανύπαρκτο όπως θα έπρεπε, μα μεταβαλλόταν από πάτημα σε πάτημα. Είδα στην πλάκα της φαντασίας μου ξανά την επιγραφή που με επιτηρούσε αυστηρά από το αέτωμα άνωθεν της σιδερένιας πύλης του τυμβικού συμπλέγματος: “ Τριαδικός νους, Φόβου τον Καταφράκτη ιππότη της κλεψύδρας, Ελευθερία δίνει στο ανθρωπάριο που δέσμιο βρίσκεται ανατολικά του Δυστυχούς Ανακτόρου”, και απόρησα για αμέτρητη φορά περί του νοήματος των γλωσσικών αυτών αινιγμάτων.

Την πορεία από εκεί και πέρα μπορώ να διηγηθώ μονάχα περιληπτικά και ανολοκλήρωτα, καθώς οι ανέλπιστες δικλίδες διατήρησης της ψυχικής υγείας έχουν λυτρωτικά λειτουργήσει και μετριάσει τις αναμνήσεις από την κατάβαση στους τάφους ανεξιχνίαστων περιεχομένων. Αυτό που λάμπει στη μνήμη μου σαν μαύρος αστέρας, μα μόνο εξομολογητικά αποφάσισα να αποθέσω σε γραφή (εκλιπαρώντας τον Παντοδύναμο για γλυκιά λήθη), είναι οι σκιές που συνάντησα χτυπώντας το κράσπεδο του τέλους των σκαλιών, ακολουθώντας για ελάχιστα μέτρα το διάδρομο που συνέχιζε προς αριστερά, ενάντια σε κάθε θεόφιλη αρχιτεκτονική μα και ενάντια στην ειρήνη των ενταφιασμένων. Το αμυδρό φως του λυχναριού που ανέσυρα από μια εσοχή του βραχώδους εσωτερικού κατά την είσοδό μου στην κρύπτη, τρεμόπαιξε πάνω σε ένα βαθύτερο σκότος του χώρου. Στο οποίο εσφιγμένος καρδίας αναγνώρισα, παραλυμένος από μακάβριο δέος, τα χαρακτηριστικά του φάσματος του προαναφερθέντος αδερφού μου -ο οποίος έχαιρε πλήρους υγείας απ’ όσο ήξερα-, τώρα κατάχλομου μέσα σε σάβανο, να μου γνέφει πρόστυχα να τον πλησιάσω. Να του υποταχθώ όπως η αδερφή μου πλάι του, η οποία ήταν ζωσμένη με σκονισμένη ανάλογη εξάρτηση. Νομίζω πως εκεί τα λογικά μου χάθηκαν. Και όταν τα ανέκτησα, πατούσα το μαρμάρινο δάπεδο ενός, ελάχιστου σε μέγεθος για να χωρέσει το πλήθος των σαρκοφάγων που στέγαζε, δώματος. Μη δυνάμενος να ελέγξω το κορμί μου, άκουγα τα αόρατα στον κοινό θνητό αδέρφια μου να εξαπολύουν κατάρες διθυραμβικές ενάντια στην καθεστηκυία θρησκευτική τάξη, ενώ εγώ αρκούμουν σε σιωπηλά αναφιλητά για τους δύο εξ αίματος αγαπημένους μου, που μέχρι πρότινος θεωρούσα ζωντανούς.

Ανάμεσα στους τάφους που ανάπαυαν μια μικρή ορδή ευγενών, είδα τον κύριό μου Όλιβερ με την αδερφή του, να στέκουν σιωπηλοί, ακούνητοι, με πλάτη γυρισμένη προς το μέρος μου, προσηλωμένοι στη μορφή του Μαύρου Ανθρώπου. Το περίγραμμα του οποίου ξεπρόβαλε οριακά από ένα καθρέφτη μελαψό, ισάνθρωπο στο ύψος, κορνιζαρισμένο με ασήμι χλωμό, σαν αυτό με το οποίο λέγαν οι γριές ότι στολίζουν τα Καλά Ανθρωπάκια τα γκέμια των αλόγων τους όταν ξεπροβάλλουν στα λεπτά σημεία για να παρασύρουν αλαφροΐσκιωτους χριστιανούς στα μέγαρά τους κάτω από τους λόφους. Άρχισα, ενάντια στη θέλησή μου, να προχωρώ προς τον καθρέφτη, υπακούοντας την επιθυμία της αδερφής μου μέσα στο κεφάλι μου, ενώ ούτε τα μάτια μπορούσα να κλείσω για να μη διακρίνω τις ανίερες λεπτομέρειες της μορφής του θαμπού πρίγκιπα μέσα στον καθρέφτη.

Με περισσή προσπάθεια κατάφερα να στρίψω το κεφάλι προς τα αριστερά καθώς περνούσα δίπλα από το ζεύγος, μα ανάθεμα! Ελπίδα αναζωπυρωμένη πως σε εξακόντισα ευθύς στα τάρταρα της απόγνωσης μαζί μου, σαν είδα πως στην αγκαλιά του Όλιβερ βρισκόταν το πράγμα που είχα δει στο νεκροκρέβατο: μια ευτελής απομίμηση ζωής να χειρίζεται τα οστέινα άκρα του, τα συμπλεγμένα με αγκάθια και κισσό, σε σημείο που να μην αντιλαμβάνομαι ποιο ήταν το πρωταρχικό συστατικό και ποιος ο παρείσακτος. Το βρέφος με σοβαρότητα κοιτούσε τον κύριό μου, με βλέμμα μοχθηρίας και σκοτεινής αγαλλίασης, το οποίο ανταπέδιδε ο κύριος Όλιβερ. Η κυρία Κέηθριν ήταν ζωντανή, μα άτοπη κατέστη κάθε προσπάθεια να της προσδώσω εμφανή ηλικία. Χαμένος ήμουν ανάμεσα στα μισόγκριζα μαλλιά που θρόιζαν με τη φρεσκάδα της νιότης και τις απατηλές ρυτίδες που –μη μπορώντας να τις περιγράψω αλλιώς- έρεαν, μισοβυθίζονταν και αναδυόταν φασματικά πάνω στη χλωμή σάρκα του προσώπου της. Αλίμονο, η δέσποινα του κάτω κόσμου των ειδωλολατρών έστεκε μπρος μου, όμοια με την Περσεφόνη ήταν το κορίτσι που είχα δει να ενηλικιώνεται όχι πλειάδα χρόνων πριν. Και όταν άκουσα τα αδέρφια μου να δοξολογούν την αιρετική μίμηση των θεοτόκων γονιών του κύριου μας Ιησού Χριστού -μια μίμηση που πραγματώνονταν από τα αδέρφια Άλλιδερς- διαπίστωσα το νόημα του βλάσφημου θεάτρου τους, αναγούλιασα με το πλάσμα που σατίριζε κάθε ιερό που είχα, και μακάρια έχασα ξανά τις αισθήσεις μου.

Όταν ξύπνησα βρισκόμουν έξω από την πόρτα της κατακόμβης, άτσαλα ακουμπισμένος στο φύλλωμα ενός παρτεριού μαγαρισμένου από γαϊδουράγκαθα. Η νύχτα ακόμη ατένιζε την ύπαιθρο με τα τόσο ψυχρά μάτια των αστεριών της. Υπερβαίνοντας τα σωματικά εμπόδια που θέτει η ηλικία, κατηφόρισα προς τους στάβλους, σέλωσα ένα γέρικο άτι -το οποίο κι αν μου άνηκε είχα να καβαλήσω χρόνια-, και εξασφαλίζοντας το πέρασμα από την εξωτερική πύλη με ένα νεύμα στον (γνωστό μου) φύλακα της βάρδιας, έβαλα σταθερή πορεία μέχρι το ναό της κωμόπολης. Ποτέ πια δε θα περάσω ξανά από το κάστρο που ήταν για όλη μου τη ζωή πατρίδα. Είθε ο φιλεύσπλαχνος Θεός να λυπηθεί τις ψυχές όλης αυτής της οικογενείας και της δικιάς μου. “

Το κείμενο αυτό βρισκόταν στο ναό της πόλης μέχρι μισό αιώνα πριν, όταν εξαφανίστηκε κάτω από συνθήκες μυστηριώδεις. Ένας μεταγενέστερος των γεγονότων Άλλιδερς, που αποφάσισε να ερευνήσει το μυστήριο, κατέληξε σε ασάφειες όσον αφορά τη διήγηση. Ο βιβλιοθηκάριος, που το όνομά του είχε διατηρηθεί έως τότε, αλλά εξαφανίστηκε από κάθε αρχείο παράλληλα με την κλοπή του εγγράφου, ήταν μοναχοπαίδι, όπως άλλωστε και η Κέηθριν Άλλιδερς, η οποία όντως πέθανε την αναγραφόμενη ημερομηνία. Ο αφηγητής έφτασε στο Ναό της Αγίας Σκέπης στις 6 το βράδυ της προηγούμενης της ημερομηνίας σφράγισης, σε κατάσταση κλονισμού. Αδυνατούσε να συνδυαστεί χρονικά η διάρκεια της βραδινής του περιπέτειας με τη δύση του ηλίου, μία μόλις ώρα προηγουμένως. Ο επίσκοπος που επισκέφθηκε το κάστρο κάποιες μέρες μετά συνάντησε έναν οικισμό σε πένθος, μα ποτέ δε βρήκε κάποια νύξη έστω για κάποιον Όλιβερ Άλλιδερς, ενώ ο σύζυγος της νεκρής αρχόντισσας, ο οποίος δεν αναφέρονταν πουθενά στο παραλήρημα, διαβεβαίωσε για την ψυχική υγεία του πρώην υπαλλήλου τους. Αργότερα ο γραμματιζούμενος υπηρέτης έχτισε και εγκαταστάθηκε στην έπαυλη που χρόνια αργότερα μετεξελίχθηκε στο γνωστό πανδοχείο της οδού Σίντε. Το μόνο σημείο ρεαλιστικής αγκυροβόλησης μέσα στη θάλασσα των παραισθήσεων της κατάθεσης ήτανε η επιγραφή στην είσοδο, της κατά τ’ άλλα άμεμπτης κρύπτης.

Το τρίτο μέρος εδώ

Advertisements

3 responses to “Βετεράνος των Ψυχικών Πολέμων (μέρος 2)

  1. Παράθεμα: Βετεράνος των Ψυχικών Πολέμων (μέρος 1)  | Industries of Inferno

  2. Παράθεμα: Βετεράνος των Ψυχικών Πολέμων (μέρος 1)  | Industries of Inferno

  3. Παράθεμα: Βετεράνος των Ψυχικών Πολέμων (μέρος 3) | Industries of Inferno

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s