Βετεράνος των Ψυχικών Πολέμων (μέρος 1) 

(Το διήγημα πήρε την τρίτη θέση στην κατηγορία Νουβελέτα Τρόμου στα Βραβεία Λογοτεχνίας του Φανταστικού Larry Niven το 2013)

brodsk

Ι: Ανώνυμο

Το λαοφιλέστατο πανδοχείο της οδού Σίντε θωριεύει νωχελικά τρία τετράγωνα από το ναό της Αγίας Σκέπης. Τα εμβληματικά, υψίλιγνα παράθυρα της πρόσοψής, είναι καλυμμένα από ασήκωτες σκουρόχρωμες κουρτίνες, που θαρρείς διεστραμμένες γραίες κέντησαν στον αέναο αργαλειό τους. Δείχνουν να τρέφουν αντιπάθεια στο φως του ηλίου, το οποίο άλλωστε σπανίως τα διαταράσσει, καθότι βορινά. Αργοσαλεύουν τα στόρια στην ανάσα του παγωμένου ανέμου, ποτισμένα με ερεβώδεις σκιές, ανίερες φωλιές ασυνείδητων φοβιών. Ένας περαστικός καθηγητής κάποτε παρατήρησε την ομοιότητα της ανησυχίας που του προκάλεσε ολάκερη η όψη του κτηρίου με αυτή που είχε νοιώσει νεότερος. Τότε, δουλεύοντας ως νυχτοφύλακας στο εσωτερικό αιγυπτιακής πτέρυγας αρχαιολογικού μουσείου, αναγκάστηκε να παραιτηθεί πριν κλείσει μια βδομάδα εργασίας, καθώς «ο τόνος των σκιάσεων πάνω στα βαθουλωμένα μάτια και τα χαμογελαστά στόματα των σφιγγών, μου θύμιζε μαρτυρικά τις θολές μελανοκηλίδες που απεικόνιζαν τις Αμαρτίες σε γκραβούρες παιδικών θρησκευτικών βιβλίων».

Κι όμως, παρά την γκροτέσκα εικόνα του, το πανδοχείο (που θαρρείς πως κανείς από τους ιδιοκτήτες δε βρήκε χρόνο να πετάξει προσωρινά το γυαλόπανο του πάγκου για να στρωθεί και να ανασύρει εκ φαντασίας ένα όνομα για το οίκημά του), λαοφιλέστατο όπως αναφέρθηκε, αποτελεί μια βραδινή κυψέλη για την μέση και ανώτερη αστικής τάξη της περιοχής. Για τους μεροκαματιάρηδες των αποβάθρων και του εργοστασίου οι πόρτες είναι αμπαρωμένες, περισσότερο από την ίδια τους την απέχθεια προς τους θαμώνες και το φευγαλέο κόσμο που αυτοί εκπροσωπούν, παρά από την απειλή του ηλικιωμένου Ίλας, διακοσμητικού πορτιέρη του χανιού. Εύκολα λοιπόν η κενοδοξία και ψωροπερηφάνια που γεννάται από την αμάθεια των κατώτερων στρωμάτων προλαμβάνει πιθανές αναμίξεις, που μόνο άβολες θα ήτανε και για τα δύο αντιδραστήρια τμήματα. Τουλάχιστον αυτή είναι η άποψη των βαυκαλιζόμενων ντέκαντεντ φιλοσόφων. Αυτών που, συγκεντρωμένοι εβδομαδιαία στην απομονωμένη (δικαίωμα που αποσπούν με το αζημίωτο από τον ιδιοκτήτη κάθε μήνα) βόρεια αίθουσα του δευτέρου ορόφου του πανδοχείου, υπό τη μοναδική φωταγωγία του οπιοβραστήρα (αυτού του θαυμαστού μισού του ζεύγους καταλυτών της αντίδρασης μεταξύ των καλοζωισμένων τάξεων που αναφέρθηκαν-με το έτερο ήμισυ να είναι προφανώς το αειθαλές αλκοόλ), ορέγονται τα θέλγητρα των εναλλακτικών συνειδησιακών καταστάσεων οι οποίες ξεδιπλώνονται με μορφή λόγου πέρα της νοητικής πτυχής τους. Και αν το τίμημα της υπεροψίας πρέπει να πληρωθεί για την τέρψη τους, είναι ένα νόμισμα που φειδωλά κατέχουν οι ανεξαθλίωτοι.

Οι φτωχογειτονιές που γειτονεύουν με το εν λόγω οικοδομικό τετράγωνο προς ανατολάς, δέχονται μοιρολατρικά κάθε απόγευμα τον όγκο του σκιώδους πέπλου που εκτινάσσει το πανδοχείο της οδού Σίντε· μια πηχτή σκοτεινιά η οποία σταδιακά καταβροχθίζει τις αυλές με τα μαγκάλια, τις αλάνες (που μόνο η πλέον αμόλυντη παιδική σκέψη θα αποκαλέσει αλλά και θα χρησιμοποιήσει ως παιχνιδότοπους), έως και το μνημείο του Σιωπηλού Βιβλιοθηκάριου, στο κέντρο της πλατείας Κατάνυξης. Το μνημείο αυτό απεικόνιζε κάποτε τον μοναδικό ένοικο της έπαυλης, η οποία προσέφερε αργότερα το δρυοστόλιστο λίθινο σώμα της στον πρώτο ιδιοκτήτη του πανδοχείου για εμπορική χρήση. Το όνομά του, όπως και τα χαρακτηριστικά της μορφής του, έχουνε προ πολλού τεμαχιστεί και σκορπιστεί σαν κονίαμα στα θεμέλια του παρόντος επιπέδου της περιοχής, ηθελημένα λησμονημένα θα έλεγε ένας άχρονος μελετητής, Ο περίγυρος του μνημείου είναι πλέον το θέατρο των νυχτερινών συνάξεων των περίοικων, οι οποίοι -έρποντας θαρρείς- ξεμυτίζουν από τις σανιδένιες κατοικίες μετά το φτωχικό δείπνο, για να συγκεντρωθούν κατανυκτικά, και τις αφέγγαρες νύχτες να ξορκίσουν με φλεγόμενα κλαδιά ιτιάς το σκότος που γεννοβολάει το σερνάμενο δειλινό.

Οι πρωινές στάχτες λιγομίλητα θα ανταποκριθούν σε κάθε επιτυχημένη προσπάθεια επικοινωνίας, με δέος ίσως αποκαλύψουν τους ψιθύρους που άβουλα απορρόφησαν, για τη μυθιστορία του πέτρινου γίγαντα της οδού Σίντε. Θα υπονοήσουν πως το δεύτερο πάτωμα είναι αφύσικα υπερυψωμένο σε σχέση με το πρώτο, πως αν κάποιος κοιτάξει τη βόρεια όψη του πανδοχείου όταν ο ήλιος βρίσκεται στο απώτερο σημείο του καταναγκαστικού περιπάτου του, θα εντοπίσει περιγράμματα παραθύρων αχρηστευμένων με τούβλα. Σαν κάποτε ανάσες να έπαιρνε από αυτά μια κρυμμένη πλέον σάλα. Κάποιες καταβεβλημένες στάχτες, μέχρι πρότινος γηραιά δέντρα, ίσως μοιραστούν νεαρές μνήμες περί νεκρώσιμων φωτισμών από τα εν λόγω σφραγισμένα ανοίγματα, σπανίως δε, θα αναφερθεί οσμή μύρου και αποσύνθεσης να συνοδεύουν οχλαγωγίες ανυπόφορες. Μα για τον ήχο της άμαξας στο πλακόστρωτο σταυροδρόμι της οδού Σίντε με τη λεωφόρο Γκεστάλτ, για τα απόκοσμα κουδουνίσματα της καθώς κατεβαίνει τη λεωφόρο από το λόφο όπου δεσπόζει ο ναός της Αγίας Σκέπης, δε θα μιλούσε η τέφρα ποτέ.

ΙΙ: Τυμβωρυχία

Κατά τους προύχοντες της πολεοδομίας, ο κεντρικός αυτός ναός ταυτίζεται με το γεωγραφικό κέντρο της πόλης. Μα για τους ασυμβίβαστους διανοητές που φλερτάρουν καθεβραδίς με το ευγενέστερο σύντροφο του αψεντιού, ο ναός αποτελεί την έναρξη του ομφάλιου λώρου τους. Κι αυτό καθ’ ότι από εκεί ξεκινάει με την εμφάνιση του Αποσπερίτη η κατάβαση της συνθλιπτικής στον πλούτο της διακόσμησής της, τρίιππης άμαξας του κυρίου Μέλλικενς. Κατηφορίζει την λεωφόρο Γκεστάλτ παράλληλα με την χρωματική παρακμή του ουράνιου θόλου στις μελανότερες και πλέον μυστηριακές κλίμακες του φάσματος. Ο Μέλλικενς είναι ένας κύριος, του οποίου η τοποθεσία κατοικίας παραδόξως αγνοείται από κάθε συνδιαλεγόμενο μαζί του ή μη, αφήνοντας τη μεθυσμένη δεισιδαιμονία να τοποθετεί το σπίτι σε φαντασμαγορικές κρύπτες της παντεπόπτριας εκκλησίας. Θα έλεγε λοιπόν ένας αστικοκοινωνικός ανατόμος, πως ο ομφάλιος λώρος των ναρκολάγνων με κάποια οικονομική στάθμη στην πόλη, εκτείνεται από το προαύλιο του Ναού της Αγίας Σκέπης, έως το πανδοχείο της οδού Σίντε, υλοποιημένος ως ένα ιππήλατο μέσο μεταφοράς.

Η άμαξα αυτή, κληροδοτημένη από μητέρα σε γιο για τουλάχιστον οχτώ γενιές -σύμφωνα πάντα με τα εξαιρετικής σπανιότητας λογύδρια του Καρόλου Μέλλικενς, εκκολαπτόμενα όταν το εμπόρευμά του κονιορτοποιεί τα τείχη νηφαλιότητας που μελετημένα υψώνει εντός του από την εποχή που τον θυμάται η πόλη-, φέρει ακέραιους τους μώλωπες της αιωνοβιότητάς της, τουλάχιστον στα μάτια ενός προσεκτικού παρατηρητή. Ο περαστικός αργόσχολος θα τη βρει ευκόλως κακόγουστη και θα αποστρέψει το βλέμμα χάριν φινέτσας – όχι χωρίς δικαιολογία, καθώς η απαράμιλλη ποσότητα περιηγητικών ενθυμίων κάθε μορφής που σκεπάζει το εξώτερο κουβούκλιο του τετράθυρου μέσου, καθιστά το υπερφίαλο ροκοκό ασκητική τέχνη εν συγκρίσει, μα καμουφλάρει εξαίσια τη φθορά που επέσυρε η αποφράδα επίθεση των χρονικών δακτύλων επί του κλειστού οχήματος.

Δύσκολα όμως η πραγματικά αισθησιακή προσωπικότητα δε θα δελεαστεί από τον χείμαρρο εμπειριών που υπόσχεται ο ετερόκλητος τροχοφόρος καμβάς. Η αντάξια ενός Ιερώνυμου Μπος απεικόνιση δείπνου σε εγκάρσια τομή κορμού αγριελιάς, που κάποτε σκίαζε τους φρουρούς του μαντείου της Δωδώνης, σκιάζει τώρα πλήθος αμυχών και βαθουλωμάτων με τα οποία φιλοδωρήθηκε η πρόσθια αριστερή πόρτα της άμαξας κατά την -θρυλική σε συγκεκριμένους κύκλους κακόφημων επαγγελματιών, ανυπόστατη στους κύκλους των καθώς πρέπει πολυδιαβασμένων ιστορικών- καταδίωξή της επί της ουγγρικής Αλυσιδωτής Γέφυρας, από ένα ασαφές στίφος Ρομά και Λουθηρανών κραδαίνοντων προγονικά οστά. Μια συστοιχία μπρούτζινων καδενών φαντάζουν ενθύμια νυχτερινών επιδρομών σε ποικιλόθρησκα νεκροταφεία, λάβαρα βεβηλωτών που αντιμετωπίζουν το πύρινο μένος των πιστών με βλάσφημη αγαλλίαση. Ακόμη και τώρα στην Κρακοβία, αν ψάξει κανείς ανάμεσα στα πλέον ηλικιωμένα και διαποτισμένα με τις τοπικές παραδόσεις άτομα, θα διαπιστώσει μια άμεση ανησυχία των ακροατών απέναντι στο νυχτερινό ήχο περαστικής άμαξας, ένα, υπερβαίνοντα το στοιχειώδες, αμπάρωμα των οικιακών εισόδων. Και αληθινά, αν τύχει και συμπέσει ο ήχος με ομιχλώδες αύρες -γεννήματα του Βιστούλα σε περίπτυξη με ρουσάλκες θυγατέρες του-, τότε η πλησιέστερη εκκλησία είναι πέραν του βέβαιου πως θα στελεχωθεί από ηλικιωμένους οικιακούς φυγάδες.

Επιστρέφοντας στην περιγραφή του διάκοσμου, η δέσμη των καδενών είναι αυτή που έντεχνα κρύβει τα μαυρισμένα αποτυπώματα της, σεβούμενης τη λογική, οργής στη μπορντούρα του στεγάστρου. Παρομοίως ανάγεται, μέσω του τυχάρπαστου και μη πλούτου της, η οικογενειακή άμαξα των Μέλλικενς, σε αφάνταστα πλούσια περίληψη των ανά την Ευρώπη αστικών δεισιδαιμονιών. Η σχέση βέβαια ανάμεσα στην υπενθύμιση και την αιτία των αμφιλεγόμενων γεγονότων αυτών, ποτέ δεν μελετήθηκε διεξοδικά από αρμόδιες διάνοιες, ίσως γιατί μια πλήρης ημερών ανθρώπινη πορεία αδυνατεί να βρει τα ψήγματα των υφασμένων σε αιώνες νημάτων σύνδεσης. Κι έτσι συνεχίζουν όχημα και οδηγός να ιπποπλοούν στα κύματα του χρόνου, έχοντας τιθασεύσει τις περιπλανητικές ορμές ο ένας του άλλου.

Εδώ το 2ο μέρος

Advertisements

2 responses to “Βετεράνος των Ψυχικών Πολέμων (μέρος 1) 

  1. Παράθεμα: Βετεράνος των Ψυχικών Πολέμων (μέρος 2) | Industries of Inferno

  2. Παράθεμα: Βετεράνος των Ψυχικών Πολέμων (μέρος 3) | Industries of Inferno

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s